Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας :Όχι οι αιρετικοί Εκκλησία. Οι Παπικοί είναι αιρετικοί.




Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 17 Ἰουλίου 2016
KYΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ


1. Ἀδελφοί μου χριστιανοί, πρέπει νά τό ἔχετε χαρά καί μεγάλη τιμή καί νά εὐχαριστεῖτε τόν Θεό γι᾽ αὐτό, τό ὅτι ἀνήκετε στήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, πού λέγεται «Ἐκκλησία». Ναί, αὐτό εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι ἡ οἰκογένεια τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ. Καί ἀφοῦ ἀνήκουμε ὅλοι στήν ἴδια οἰκογένεια, πρέπει νά νοιώθουμε μεταξύ μας ὡς ἀδελφοί. Λεγόμαστε «ἀδελφοί», γιατί ὅλοι ἔχουμε τήν ἴδια «δελφύ», δηλαδή τήν ἴδια κοιλιά. Ποιά εἶναι αὐτή ἡ κοιλιά; Εἶναι ἡ ἁγία Κολυμβήθρα. Σάν κοιλιά δέν μοιάζει ἡ Κολυμβήθρα; Δύο φορές γεννηθήκαμε, χριστιανοί μου. Γεννηθήκαμε μία φορά ἀπό τήν μάνα μας γιά νά πεθάνουμε. Καί μᾶς πῆρε ἡ Μάνα μας Ἐκκλησία καί μᾶς ἔβαλε στήν δική της κοιλιά, τήν ἅγια Κολυμβήθρα, γιά νά μήν πεθάνουμε. Γι᾽ αὐτό καί τό βάπτισμα λέγεται «ἀναγέννηση». Εἶναι μία δεύτερη γέννα, πνευματική γέννα, μετά τήν πρώτη, τήν φυσική.


2. ῞Ολοι ἐμεῖς λοιπόν ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, γιατί ὅλοι μας εἴμαστε βαπτισμένοι καί μυρωμένοι. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὅποία μιλᾶμε, εἶναι ΜΙΑ. Ἔτσι τό ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστης μας, τό «Πιστεύω», πού πρέπει νά τό λέτε κάθε μέρα στήν προσευχή σας. «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», λέγουμε. Καί Αὐτή ἡ ΜΙΑ Ἐκκλησία ἔχει τήν ὀρθή πίστη καί τήν σώζουσα ἀλήθεια. Αὐτή ΜΟΝΟ ἡ Ἐκκλησία ἔχει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς σώζει καί μᾶς ἁγιάζει μέ τά ἱερά της Μυστήρια. Εἶναι ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Μέλη τῆς Ἐκκλησίας Αὐτῆς εἶναι ὅσοι εἶναι βαπτισμένοι καί μυρωμένοι ἀπό ὀρθόδοξο ἱερέα καί ὁμολογοῦν τήν ὀρθόδοξη πίστη. Οἱ αἱρετικοί δέν μποροῦν νά λέγονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀκριβῶς γιατί εἶναι αἱρετικοί· γιατί δέν δέχονται τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. 
3. Σᾶς τό λέγω αὐτό, χριστιανοί μου, γιατί εἶναι μερικοί καί μάλιστα ρασοφόροι καί μάλιστα ὑψηλοί ρασοφόροι, πού λέγουν ὅτι καί οἱ αἱρετικοί, μπορεῖ νά λέγονται, μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι, χριστιανοί μου, ὄχι! Οἱ αἱρετικοί οὔτε βαπτισμένοι καί μυρωμένοι ἀπό ὀρθόδοξο ἱερέα εἶναι, οὔτε τήν ὀρθή πίστη ἔχουν καί γι᾽ αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία. Ξέρουμε ποῦ τό πᾶνε αὐτοί πού λέγουν αὐτά τά λόγια. Τό πᾶνε στόν οἰκουμενισμό. Γιατί, ἄν ποῦμε ὅτι στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀνήκουν καί οἱ αἱρετικοί, τότε δημιουργοῦμε μία Ἐκκλησία μέ ὀρθοδόξους καί αἱρετικούς μαζί, ἕνα ἀνακάτωμα καί ἕνα μπέρδεμα ὅλων τῶν θρησκευτικῶν δοξασιῶν, γιά μιά ἑνότητα τάχα, καί αὐτό εἶναι ὁ οἰκουμενισμός. Γι᾽ αὐτό καί πρέπει νά ἀποκρούσουμε μέ προσευχή, πρῶτα, καί μέ δυνατά ἐπιχειρήματα ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες, ἔπειτα, τήν πλάνη αὐτή, πού ἀποτελεῖ αἵρεση. Πουθενά οἱ ἅγιοι Πατέρες δέν ὀνομάζουν «Ἐκκλησία» τούς αἱρετικούς. Πουθενά! Καί ὡς «Ἐκκλησία» βέβαια δέν ἐννοῶ τήν λέξη ἁπλᾶ ὡς συνάθροιση ἀνθρώπων, ἀλλά ὡς τόν θεῖο ἐκεῖνο Ὀργανισμό, πού ἵδρυσε ὁ σαρκωθείς Υἱός τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία μας· ἐννοῶ «τόν ἴδιο τόν Χριστό παρατεινόμενον στούς αἰώνας», ὅπως τό λέει ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος. Αὐτό εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, στήν ὁποία ἀνήκουν μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι καί ὄχι οἱ αἱρετικοί. Οἱ αἱρετικοί ἀποτελοῦν «ἐκκλησία – δηλαδή συγκέντρωση – πονηρευομένων», ὅπως λέγουν κάπου οἱ Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γι᾽ αὐτούς.
4. Βέβαια, πόθος μας καί προσευχή ὅλων μας εἶναι καί οἱ αἱρετικοί νά ἀποτελέσουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά αὐτό θά γίνει, ἀφοῦ πρῶτα αὐτοί ἀρνηθοῦν τήν αἵρεσή τους, δηλαδή, ἀφοῦ πρῶτα μετανοήσουν. Ἔτσι ὅμως, ὅπως εἶναι αὐτοί τώρα μέ τήν πλάνη τῆς αἵρεσης, ἄς τό καταλάβουν καί αὐτοί, ἀλλά, ἄς τό καταλάβουν καί μερικοί δικοί μας, ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀποτελοῦμε μέ αὐτούς – τούς αἱρετικούς – Ἐκκλησία. Τότε, τί εἶναι οἱ αἱρετικοί; Εἶναι μία παράταξη, εἶναι μία ὁμάδα καί μία συναγωγή, ἀλλά ὄχι Ἐκκλησία, μέ τήν βαθειά θεολογική καί σωστική ἔννοια τῆς λέξης. Βέβαια, εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ λέξη «ἐκκλησία» ἐχρησιμοποιεῖτο ἀπό παλαιά μέ τήν γενική ἔννοια τῆς συγκέντρωσης. Ἔτσι ἔχουμε τήν ἔκφραση «ἐκκλησία τοῦ δήμου» γιά παράδειγμα. Ἔτσι ἔχουμε πάλι ἀπό παλαιότερα καί τίς ἐκφράσεις «Ρωμαϊκή ἐκκλησία», «Προτεσταντική ἐκκλησία» κ.λπ. Σήμερα ὅμως, πού οἱ αἱρετικοί θέλουν νά παρουσιάσουν τίς συναθροίσεις τους ὡς πραγματική Ἐκκλησία μέ τήν σωστική ἔννοια τῆς λέξης, μέ τήν ἔννοια τοῦ θείου Ὀργανισμοῦ, πού ἵδρυσε ὁ Χριστός γιά τήν σωτηρία μας, ἐμεῖς πρέπει μέ πολλή φροντίδα νά ἀποφεύγουμε τήν ἔκφραση «Ἐκκλησία» γι᾽ αὐτούς, γιά τούς αἱρετικούς. ᾽Ονομάζοντες ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τούς αἱρετικούς «Ἐκκλησία», ἔστω καί μέ τήν γενική ἔννοια τῆς λέξης, βοηθοῦμε, ξαναλέγω, τήν οἰκουμενιστική κίνηση, πού θέλει νά ἑνοποιήσει ὅλους, ἀσχέτως τῶν δογματικῶν διαφορῶν, καλώντας τους ὅλους μαζί «Ἐκκλησία». Πρέπει, λοιπόν, νά ἀποφεύγουμε νά λέγουμε τήν ἔκφραση «Ρωμαϊκή ἐκκλησία», ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται πολύ ἐλεύθερα καί ἀπό ἐπίσημα ἀρχιερατικά χείλη.
5. Δηλαδή, θά ρωτήσει κάποιος, καί οἱ Καθολικοί, οἱ Παπικοί, εἶναι αἱρετικοί καί δέν πρέπει νά τούς καλοῦμε «Ἐκκλησία»; Ἀδελφοί μου, σᾶς ἐξήγησα καί ἄλλοτε ὅτι οἱ Καθολικοί, ναί, εἶναι αἱρετικοί καί δέν εἶναι ἁπλῶς σχισματικοί. Ἔχουν γραφεῖ, τώρα τελευταῖα μάλιστα, ὡραῖα βιβλία δυνατῶν θεολόγων σχετικά μέ αὐτό καί μπορεῖτε νά τά διαβάσετε. Ἀλλά, γιά τούς Παπικούς– γιά νά μήν σᾶς πῶ τίς πάμπολλες αἱρέσεις τους –, σᾶς λέγω γενικά μόνο γι᾽ αὐτούς ὅτι οἱ Παπικοί, ναί, εἶναι αἱρετικοί. Ὅπως οἱ Χιλιαστές εἶναι αἱρετικοί, γιατί δέν πιστεύουν στήν Ἁγία Τριάδα, δέν πιστεύουν στήν Παναγία μας καί δέν κάνουν τόν Σταυρό τους, ἔτσι καί οἱ Παπικοί, οἱ Καθολικοί, πού λέμε, εἶναι τό ἴδιο: Ἔχουν ἄλλη Ἁγία Τριάδα, πιστεύουν ἄλλη Παναγία καί κάνουν διαφορετικά τόν Σταυρό τους. Ἀλλά, γιά νά μήν λέγω τά δικά μου λόγια, σᾶς λέγω τόν σύντομο λόγο τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ περί τῶν Παπικῶν. Λέγει λοιπόν καθαρά καί ξεκάθαρα ὁ ἅγιος περί τῶν Παπικῶν - τῶν Λατίνων: «Ὡς αἰρετικούς αὐτούς ἀπεστράφημεν καί διά τοῦτο αὐτῶν ἐχωρίσθημεν. Αἱρετικοί εἰσί καί ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεκόψαμεν...· Φευκτέον αὐτούς ὡς φεύγει τις ἀπό ὄφεως, ἀπό αὐτούς τούς χριστοκαπήλους καί χριστεμπόρους. Ἡμεῖς δι᾽ οὐδέν ἄλλο ἀπεσχίσθημεν τῶν Λατίνων, ἀλλ᾽ ἤ ὅτι εἰσίν οὐ μόνον σχισματικοί, ἀλλά καί αἱρετικοί» (βλ. Ι. Καρμίρη, τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β´, Graz – Austria 1968² σ. 353-362. Καί Συνεδρίαση τῆς Συνόδου Φεράρας - Φλωρεντίας στό Πηδάλιον,  ἔκδ. Ρηγόπουλος, Θεσαλονίκη 1991, σ. 55).
Μέ πολλές εὐχές

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας
το βρήκαμε εδώ 

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Ἡ μαρτυρικὴ ὀσιακὴ κοίμηση καὶ ὁ ἐνταφιασμὸς τοῦ Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου στίς 12 Ἰουλίου 1994

Φωτογραφία: Τὸ ἱερὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου Παϊσίου


Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης», ἔκδοση Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2015
«Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστέ…»

Στὶς 11 Ἰουλίου, μνήμη τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ὁ Ὅσιος κοινώνησε γιὰ τελευταία φορά. Μὲ πολὺ κόπο γονάτισε ἐπάνω στὸ κρεββάτι, ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ μὲ τρεμάμενα χείλη εἶπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλεία σου». Ἔπειτα οἱ ἀδελφές τοῦ ἔφεραν τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Εὐφημίας καὶ τὸν δίσκο μὲ τὸ κόλλυβό της. «Ἄκροις δακτύλοις» πῆρε δύο κόκκους ὡς εὐλογία καὶ ἀσπάσθηκε τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας. Βλέποντας ὅτι δὲν ἦταν στολισμένη, παρατήρησε: «Οὔτε ἕνα λουλούδι δὲν τῆς βάλατε;». Κατὰ τὸ μεσημέρι ἦρθε στὸ Ἡσυχαστήριο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σιναίου Δαμιανός, καὶ ὁ Γέροντας ζήτησε νὰ τοῦ διαβάση τὴν εὐχὴ «εἰς ψυχορραγοῦντα». Ἀκόμη, τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν μνημονεύη. «Νὰ μὲ μνημονεύης, τοῦ εἶπε, γιατί πολλοὶ ἄλλοι θὰ...
μὲ ἐγκαταλείψουν, θὰ νομίζουν ὅτι δῆθεν δὲν ἔχω ἀνάγκη».

Ἡ τελευταία ἐκείνη νύχτα ἦταν μαρτυρική. Ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ἰσχυρὰ παυσίπονα δὲν τὸν ἒπιαναν. «Πονάω, πονάω πολύ», ἔλεγε σιγανὰ καὶ κοίταζε συνέχεια τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Τὸ δεξί του χέρι σχημάτιζε κάπου-κάπου τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἐνῶ τὸ ἀριστερὸ ἐκινεῖτο σὰν νὰ τραβοῦσε κομποσχοίνι. Πότε-πότε ἄνοιγε τὰ χέρια του σὲ προσευχή. Κάποια στιγμὴ εἶπε: «Μαρτύριο». Ἡ Γερόνιτσσα, ποὺ βρισκόταν δίπλα του, δὲν ἄκουσε καὶ τὸν ρώτησε τί εἶπε. Τὸ ἐπανέλαβε τρεῖς φορές: «Μαρτύριο, μαρτύριο, μαρτύριο». Κάθιδρος, ἀσθμαίνων καὶ δακρυρροῶν ἔτρεχε τὸ τελευταῖο στάδιο, γιὰ νὰ φθάση στὸ τέρμα καὶ νὰ λάβη «τὸν τῆς νίκης στέφανον». Ὁ «ἀγγελικῶς ἐπὶ τῆς γῆς πολιτευσάμενος» ἔσπευδε διὰ μαρτυρίου νὰ πετάξη πρὸς τὰ οὐράνια σκηνώματα.

Στὶς ἐννιάμισι ἡ ὥρα τὸ πρωὶ ὅλες οἱ Ἀδελφὲς πέρασαν νὰ πάρουν γιὰ τελευταία φορὰ τὴν εὐχή του. Ἦταν προσηλωμένος στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ δὲν μιλοῦσε. Ὁ πόνος ἦταν ζωγραφισμένος στὸ πρόσωπό του, ἀνέπνεε μὲ πολλὴ δυσκολία, ἐνῶ ἡ πίεσή του σιγὰ-σιγὰ ἔπεφτε. Ὅλα ἔδειχναν ὅτι ἔφθανε τὸ τέλος· ὁ ἀναστημένος πνευματικὰ Πατὴρ Παΐσιος βρισκόταν στὸ κατώφλι πρὸς τὴν μακαριότητα. Σὲ μία στιγμή, ὁ Ὅσιος πῆρε τρεῖς σύντομες εἰσπνοὲς καὶ ἔσβησε, ὅπως σβήνει τὸ καντηλάκι, ὅταν τελειώνει τὸ λάδι του. Ἔγειρε ἥσυχα τὸ κεφάλι του στὸ πλάι, ἐνῶ ἡ ἁγιασμένη του ψυχὴ εἶχε πετάξει στὴν ἀληθινὴ πατρίδα του, τὸν Οὐρανό. Ἦταν ἕνδεκα ἡ ὥρα τὸ πρωὶ τῆς 12ης Ἰουλίου 1994.

Οἱ ἀδελφές του φόρεσαν τὸ Σχῆμα, τὸ ράσο καὶ τὸ κουκούλι· κατὰ τὰ ἄλλα ἦταν τακτοποιημένος ἀπὸ μόνος του. Τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα ἁπλὸ νεκροκρέββατο καὶ τὸν μετέφεραν στὸ Παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Γύρω του ἐναπέθεσαν λίγα μόνο λουλούδια· βασιλικοὺς καὶ τριαντάφυλλα. Τὰ χέρια του, σὰν νὰ ἦταν ζωντανά, κρατοῦσαν μὲ εὐλάβεια τὸν Σταυρό. Ἡ μορφὴ του ἦταν εἰρηνική, φωτεινή, ὀσιακή· εἶχε ἱλαρότητα, σκορποῦσε Χάρη.

Τὸ ἀπόγευμα τὸ Ἡσυχαστήριο ἄνοιξε γιὰ τοὺς προσκυνητές, ἀλλὰ οἱ Ἀδελφὲς δὲν ἀνακοίνωσαν τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντα σὲ κανέναν· αὐτὴν τὴν ἐντολὴ εἶχε δώσει ὁ ἴδιος. Ἡ Γερόντισσα κάλεσε τὸν ἐφημέριο τοῦ Ἡσυχαστηρίου, τὸν π.Νικόλαο, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ἐπιθυμία τοῦ Πατρὸς Παϊσίου ἦταν νὰ τελέση μόνον ἐκεῖνος τὴν Ἐξόδιο Ἀκολουθία. Τὸ δέχθηκε μὲ φόβο καὶ χαρά· φόβο, διότι αἰσθανόταν ἀνάξιος νὰ κηδεύση ἕναν ἅγιο, χαρὰ γιὰ τὴν μεγάλη εὐλογία ποὺ τοῦ χάριζε ὁ Θεός.

Στὶς ἕνδεκα ἡ ὥρα τὸ βράδυ, ἄρχισε ἡ Ἀγρυπνία στὸ Παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἐψάλη ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία. Οἱ ἀδελφὲς ἔψαλλαν τὰ νεκρώσιμα τροπάρια νιώθοντας τὸν Γέροντα νὰ εἶναι ἀκόμη ζωντανὸς δίπλα τους. Πρὶν ἀπὸ ἕναν μήνα εἶχε πεῖ ἀστειευόμενος: «Ἐγὼ θὰ ψάλω τὴν Νεκρώσιμη Ἀκολουθία!». Ἔψαλλε, πράγματι «ἐν ἐκκλησίᾳ ὁσίων». Ἦταν σὰν νὰ ἔλεγε: «Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστὲ συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι, συνεσταυρούμην σοι χθὲς, αὐτός με συνδόξασον Σωτήρ, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Ὅλος ὁ πόνος τῆς προηγούμενης νύχτας εἶχε δώσει τὴ θέση του στὴν ἀναστάσιμη χαρά. Στὸ μικρὸ Παρεκκλήσι, μὲ τὸ λιγοστὸ φῶς, ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν Σταυροαναστάσιμη. Ἦταν στιγμὲς ἀποχωρισμοῦ, ἀλλὰ ἡ θλίψη μεταβαλλόταν σὲ χαρὰ λόγω τῆς βεβαιότητος ὅτι ὁ Ὅσιος τώρα πιὰ θὰ βρισκόταν δίπλα στὸν καθένα ποὺ θὰ ζητοῦσε τὶς πρεσβεῖες του.

Ἡ ἐκφορὰ τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος ἔγινε μέσα σὲ ἀπόλυτο σκοτάδι. Τὸ μόνο φῶς ἐρχόταν ἀπὸ ἕναν φανὸ ποὺ προπορευόταν τῆς νεκρικῆς πομπῆς καὶ ἀπὸ δύο ταπεινὰ φαναράκια ποὺ συνόδευαν τὸν Γέροντα. Ἔτσι θέλησε νὰ κηδευθῆ. Σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ ἤθελε νὰ κρύβεται· πλοῦτος του ἦταν ἡ προσωπική του ἀφάνεια. Αὐτὸ εἶχε φροντίσει νὰ γίνη καὶ στὴν κοίμησή του μὲ τὸ νὰ μὴν ἀνακοινωθῆ, πρὶν περάσουν τρεῖς ἡμέρες.
Ἡ σεβάσμια ἁπλότητα τῆς μυστικῆς ἐκφορᾶς ἔκανε περισσότερο αἰσθητὴ τὴν λαμπρὴ καὶ ἔνδοξη καὶ πολυάριθμη παρουσία τῆς Ἄνω Ἐκκλησίας. Ὁ Γέροντας προχωροῦσε μέσα στὸ σκοτάδι ἀκίνητος καὶ συγχρόνως πορευόμενος τὴν μακαρία ὁδὸ καὶ λαμπρῶς προϋπαντούμενος ἀπὸ τοὺς χοροὺς τῶν Δικαίων….
Ἡ πομπὴ ὁδηγήθηκε στὸν τόπο ὅπου εἶχε ἑτοιμασθῆ ὁ τάφος του, πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερό τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ὁ ὁποῖος, ὕστερα ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, ἐπρόκειτο νὰ γίνη δικός του Ναός. Μὲ ἕνα κεράκι διαβάσθηκαν ὅσα προβλέπονται κατὰ τὸν ἐνταφιασμό, ἔγινε τὸ καθορισμένο κομποσχοίνι, καὶ ὁ ἱερέας εἶπε: «Χριστὸς Ἀνέστη!».

Τώρα πιὰ ὁ Ἅγιος Παΐσιος δὲν πονάει καὶ δὲν ὑποφέρει. Δὲν καταδαπανᾶται, γιὰ νὰ βοηθάη καὶ νὰ ἀναπαύη ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Ἡ φιλότιμη καὶ ἀρχοντικὴ καρδιά του δὲν μοιράζεται στὰ δύο, ἀνάμεσα στὸν πόθο γιὰ τὴν ἔρημο καὶ στὴν ἀνάγκη νὰ μένη κοντὰ στοὺς πονεμένους ἀνθρώπους. Τώρα πιὰ «πετάει ἄνετα σὰν Ἄγγελος ἀπὸ τὴν μία ἄκρη τοῦ κόσμου στὴν ἄλλη», ὅπως ἔγγραψε καὶ ὁ ἴδιος γιὰ τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο, καὶ εὔκολα βρίσκεται παντοῦ, κοντὰ σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ τὸν ἐπικαλεῖται μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια.

Ὅσο ζοῦσε πάνω στὴ γῆ ὁ Ἅγιος ἦταν ταπεινὸς καὶ συγχρόνως μεγάλος, πάμφτωχος καὶ ὅμως πάμπλουτος, ἁπλὸς καὶ ὀλιγογράμματος ἀλλὰ σοφὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου. Σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του, ὡς μικρὸς «κοσμοκαλόγερος» στὴν Κόνιτσα, ὡς στρατιώτης ἔπειτα μέσα στὴν δίνη τοῦ πολέμου, ὡς ἀγωνιστὴς νέος μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου καὶ στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ὡς ἀκούραστος «Καλόγερος» στὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, ὡς ἐξαϋλωμένος ἀσκητὴς στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ, ὡς θεοφώτιστος Γέροντας ποὺ δέχθηκε χιλιάδες ψυχὲς στὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ στὴν Παναγούδα, καιγόταν πάντοτε ἀπὸ τὴν ἴδια φλόγα· νὰ δίνεται ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεὸ μὲ φιλότιμη ἄσκηση καὶ νὰ θυσιάζεται γιὰ τοὺς συναθρώπους του μὲ ἀρχοντικὴ ἀγάπη.
Ἔζησε, πράγματι, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ λέει: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σοὺ καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν». Ἔλαμψε στὸν κόσμο μὲ «τὰ καλά του ἔργα», δόξασε τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἁγία του ζωή, καὶ ὁ Θεὸς τὸν δόξασε ἐπιτελώντας δι΄ αὐτοῦ μέγιστα θαύματα.

«Οἱ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων συγγραψάμενοι τὰς πράξεις αὐτῶν ἐδήλωσαν τὰς σωματικᾶς, τὴν ἀκτημοσύνην, τὴν νηστείαν, τὴν ἀγρυπνίαν, τὴν ἐγκράτειαν, τὴν ὑπομονήν· τὴν δὲ πνευματικὴν αὐτῶν ἐργασίαν μικρὸν τε καὶ ὡς ἐν ἐσόπτρῳ διὰ τῶν τοιούτων ἐδήλωσαν». Ἔτσι καὶ ἡ πνευματικὴ ἐργασία τοῦ Ἁγίου Παϊσίου πολὺ λίγο ἔγινε φανερή. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πῆ πόσο βαθιὰ ἔιχε προχωρήσει ὁ Ὅσιος τὸ σκάψιμο στὸ πνευματικὸ μεταλλεῖο καὶ σὲ ποιὰ πνευματικὰ ὑψώματα εἶχε φθάσει. Ἂν ὅμως θὰ ἔπρεπε κάποιος νὰ πῆ μὲ μία λέξη τί ἔκανε τὸν Ἅγιο Παΐσιο νὰ γίνη αὐτὸ ποὺ ἦταν, θὰ ἐπαναλάμβανε τὰ λόγια του: «Ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη…».

«Ἀγάπη, προφητείας χορηγός· ἀγάπη, θαυμάτων παρεκτική· ἀγάπη, ἐλλάμψεως ἄβυσσος… Ἀγάπη τελευταία βαθμὶς εἰς τὰς θείας ἀναβάσεις τῶν ἀρετῶν. Ἀγάπη γὰρ ἐστιν ὁ Θεός, ᾧ πρέπει δόξα, ὕμνος, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
 το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)