Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Αφορμή η γλώσσα της λατρείας...

Αποτέλεσμα εικόνας για θεολογια 
Ένα παλιό κείμενο για την ανάγκη μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων και απαντήσεις που έδωσε ο π.Θωμάς Βαμβίνης στον γνωστό π.Βασίλειο Θερμό ,όλοι μας παραξενευόμαστε με τις «παράξενες ιδέες» που έχει ,βλέπε ομοφυλοφιλία ,κ.τ.λ...
Πιστεύουμε πως πίσω από αυτή την γλώσσα υπάρχει σοβαρή αλλοίωση του ορθοδόξου ήθους που όλοι μας αγωνιζόμαστε κι προσπαθούμε να είμαστε συντονισμένοι...
Στις καταιγιστικές απαντήσεις του π.Θωμά διαφαίνονται πολλές αιτίες που αναδεικνύουν οι αφορμές!

Διευκρινίσεις σέ μιά προσωπική κριτική
 Ὁ π. Θωμᾶς Βαμβίνης ἀπαντᾶ σέ ἄρθρο τοῦ π.Βασιλείου Θερμοῦ 

Ἐπειδή πιστεύω ὅτι εἶναι ἐπωφελές θεολογικά καί ποιμαντικά –δηλαδή ἐκκλησιαστικά– «νά τελειώνουν πιά οἱ παρανοήσεις», καταθέτω, με όσα ἀκολουθοῦν, την συμβολή μου στον «γόνιμο διάλογο» για την γλώσσα της λατρείας, διατυπώνοντας κάποιες παρατηρήσεις για την κριτική του π. Βασιλείου Θερμού σε ένα σύντομο σχόλιό μου, το οποίο είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου Εκκλησιαστική Παρέμβαση.

1. Γενικές παρατηρήσεις 

Στην κριτική του ο π. Βασίλειος θέτει πολλά σοβαρά θέματα, τα οποία εντάσσει στην επιχειρηματολογία του για την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων. Γι’ αυτό, με αφορμή τα θέματα αυτά, κατ’ αρχήν θα διατυπώσω κάποιες γενικές παρατηρήσεις, επισημαίνοντας πράγματα, κατά την γνώμη μου αυτονόητα και χιλιοειπωμένα, τα οποία όμως μόνιμα απειλούνται από την παμφάγο εκσυγχρονιστική λήθη μας, γι’ αυτό και είναι ανάγκη διαρκώς να λέγονται.

Εκείνο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι το αίτημα για την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων δεν εκφράζει, κατά την γνώμη μου, κάποια πραγματική ποιμαντική ανάγκη, αλλά λειτουργεί σαν ένα πρόσχημα, που θέλει να καλύψει την προώθηση άλλων θεμάτων. Το αίτημα για την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων χρησιμοποιείται από τους θιασώτες του ως πρόσχημα, διότι:

Πίσω από αυτό βλέπουμε ότι υπάρχουν, ως θεολογική υποδομή του, βαθιές διαφοροποιήσεις από την θεολογία και την ποιμαντική της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τις οποίες διαφοροποιήσεις ορισμένοι –το πιθανότερο με αγαθές προθέσεις– θέλουν να επιβάλλουν στο Σώμα της Εκκλησίας ως την αυθεντικότητά της. Έπειτα, ο καθένας που έχει μια στοιχειώδη σχέση με την ποιμαντική της Εκκλησίας γνωρίζει ότι το ποιμαντικό πρόβλημα της εν Ελλάδι Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι η γλώσσα της λατρείας της, αλλά η παραθεώρηση, αμφισβήτηση η η λήθη των προϋποθέσεων της ορθόδοξης λατρείας, που είναι η ευαγγελική καλλιέργεια του «κρυπτού της καρδίας ανθρώπου», η οποία συνδέεται με τον φωτισμό του «οφθαλμού της ψυχής» (του νου) και την αποκατάσταση της λογικής και του λόγου στην φυσική, χωρίς φυσίωση, λειτουργία τους. Αυτή η ευαγγελική καλλιέργεια–άσκηση καθιστά τον βαπτισμένο και χρισμένο Χριστιανό ικανό να λειτουργηθεί. (Η ορολογία, βέβαια, που χρησιμοποιήθηκε προηγουμένως, είναι γνωστό ότι δεν ελκύει την συμπάθεια ορισμένων εκσυγχρονιστών της ποιμαντικής και της θεολογίας μας).

Ακόμη, όλοι όσοι έχουν, έστω και στοιχειώδη, γνώση της εκπαιδεύσεως που προσφέρεται στα ελληνικά σχολεία, γνωρίζουν ότι οι Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, που δέχθηκαν την εννεάχρονη τουλάχιστον υποχρεωτική εκπαίδευση, δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερο πρόβλημα με την γλώσσα της λατρείας. Δεν μιλάμε, φυσικά, για εκείνους που απλώς πέρασαν από την υποχρεωτική εκπαίδευση, αλλά για αυτούς που την δέχθηκαν. Γνωρίζουν τις λέξεις, γνωρίζουν την χρήση της δοτικής πτώσης, το ρήμα εἰμί, τις μετοχές και τα απαρέμφατα (αναφέρω τα λίγα στοιχεία που διαφοροποιούν την γλώσσα της θείας Λειτουργίας από την καθομιλουμένη). Δεν γνωρίζουν πιθανώς με επάρκεια τις σημασίες κάποιων λέξεων που αποτελούν θεολογικούς όρους, οι οποίες ούτως η άλλως θα διατηρηθούν όπως είναι και σε μια ενδεχόμενη μετάφραση. Γι’ αυτές τις λέξεις–όρους προφανώς δεν αρκεί μια φιλολογική ενημέρωση, χρειάζεται πρωτίστως κατήχηση, στην οποία, δυστυχώς, για ποικίλους λόγους υπάρχει έλλειμμα.

Κανείς δεν είναι τόσο κακός η αφελής ώστε να θέλει το πλήρωμα της Εκκλησίας να μην «καταλαβαίνει» την λογική λατρεία. Η διαφορά βρίσκεται στην ιδέα που έχουμε για την «κατανόηση» της λογικής λατρείας και στο τι σημασία δίνουμε στο ρήμα «μετέχω» της λατρείας.  Πάντως, από τα παραπάνω η σημαντικότερη απόδειξη, για το ότι το αίτημα της μετάφρασης των λειτουργικών κειμένων είναι πρόσχημα, είναι η ύπαρξη πολλών θεμάτων που συμπαρασύρονται από το αίτημα αυτό, κάποια από τα οποία τίθενται ως η θεολογική υποδομή του.

2. Ἡ θεολογία τῆς θείας Λειτουργίας

Στην κριτική του π. Βασιλείου, που αφορά το σχόλιό μου, για ορισμένα από τα θέματα που συμπαρασύρει το αίτημα της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων γίνεται λόγος καθαρά, ενώ για άλλα υπάρχουν σαφείς υπαινιγμοί. Στην συνέχεια θα αναφερθούν τρία από τα θέματα αυτά.

α) Τίθεται καθαρά από τον π. Β. Θερμό το τελετουργικό θέμα της εις επήκοον πάντων ανάγνωσης των ιερατικών ευχών, θέμα που προέρχεται από παρανόηση του υποβάθρου της τελετουργίας και συναρτάται με τις περί «βασιλείου ιερατεύματος» απόψεις –προτεσταντικής πνοής– ορισμένων συγχρόνων θεολόγων. Οι θεολόγοι αυτοί συγχέουν την λεγόμενη «πνευματική ιερωσύνη», που είναι βαθμός πνευματικής ωρίμανσης, με την «μυστηριακή ιερωσύνη», της οποίας οι φορείς είναι οι ιερουργοί των μυστηρίων. Παρακάτω θα σημειωθούν λίγα ακόμη για την εις επήκοον απαγγελία των ευχών.

β) Υπαινικτικά τίθεται το μεγάλο θέμα του χωρισμού της θεολογίας από την θεοπτική εμπειρία. Γράφει ο π. Βασίλειος: «Μήπως όσοι γράφουμε σύγχρονες ακολουθίες αγίων είμαστε θεούμενοι που επιλέγουμε ειδικές λέξεις για να εκφράσουμε την θεοπτική εμπειρία μας;». Με αυτήν την ερωτηματική πρόταση θέλει να δείξη ότι δεν είναι απαραίτητη η θεοπτική εμπειρία για την επιλογή των κατάλληλων θεολογικών όρων, οπότε και η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων μπορεί να γίνη –ακινδύνως– από αυτούς που γράφουν σύγχρονες ακολουθίες χωρίς να είναι θεούμενοι. Προφανώς αυτοί που γράφουν σύγχρονες ακολουθίες, χωρίς να είναι θεούμενοι, αν χρησιμοποιούν τους όρους των αγίων Πατέρων, δεν υπάρχει πρόβλημα. Και, επίσης, αν σε αυτά που γράφουν κυριαρχεί η αίσθηση της απόστασής τους από τον υμνούμενο άγιο, τότε το υμνολόγημά τους έχει και γνησιότητα. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το παράδειγμα που επέλεξε ο π. Βασίλειος δεν τον βοηθά στην ισχυροποίηση της επιχειρηματολογίας του. Βοηθά όμως κάθε αναγνώστη του να καταλάβει τον υπαινιγμό για το θεολογικό θεμέλιο της προβληματικής του, που είναι η άποψη ότι η θεοπτική εμπειρία δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ορθόδοξης θεολογίας. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να σημειωθούν μερικά πράγματα ακόμη.

Τα περί θεοπτικής εμπειρίας —φωτισμού και θεώσεως— με όλες τις θεολογικές και ασκητικές προϋποθέσεις τους, αντιμετωπίζονται από τον π. Β. Θερμό με καχυποψία. Θεωρούνται «ολισθηρός δρόμος που εγκαινίασε ο αείμνηστος π. Ι. Ρωμανίδης». Κατά τον π. Βασίλειο αυτές οι διδασκαλίες έχουν «προτεσταντική χροιά» και «συνιστούν μια υποτίμηση της εκκλησιαστικής συλλογικότητος». Δεν τις έχει βρη, δηλαδή, πουθενά στους αγίους Πατέρες, στην καταγεγραμμένη παράδοση της Εκκλησίας. Δεν την έχει δη ούτε στους στίχους του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, που περιλαμβάνονται στην ακολουθία της θ. Μεταλήψεως, όπου, για τους μετανοούντας που μεταλαμβάνουν, λέει: «και καθαίρεις και λαμπρύνεις,/ και φωτός ποιείς μετόχους,/ κοινωνούς θεότητος σου». Αυτή η διδασκαλία είναι κοινός τόπος μέσα στην εμπειρική θεολογία μας, την οποία ο π. Ι. Ρωμανίδης με το ιδιαίτερο ερευνητικό χάρισμά του, αλλά και την καππαδοκική παράδοση που έλαβε από τους γονείς του, επαναδιατύπωσε στις μέρες μας.

Οι άγιοι Πατέρες, όπως τους γνωρίζουμε από τα κείμενά τους, δεν διαχωρίζουν την εκκλησιολογία από την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση, δηλαδή από την ευαγγελική άσκηση, δεν χωρίζουν την μετοχή στο μυστήριο της Εκκλησίας από τον φωτισμό του οφθαλμού της ψυχής, ούτε τεχνητά αντιδιαστέλλουν την Πεντηκοστή από την Ενανθρώπηση η την Ανάσταση, όπως κάνει ο π. Β. Θερμός ερμηνεύοντας υπό το πρίσμα των ατομικών του αντιλήψεων τον π. Ι. Ρωμανίδη.

Η «κοινωνία» των μελών του Εκκλησιαστικού Σώματος —μεταξύ τους και με την Κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστό— μέσα στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας δεν είναι απλώς μια «εκκλησιαστική συλλογικότητα», που «υποτιμάται», όπως νομίζει ο π. Β. Θερμός,  από την «προτεραιότητα των γνωστικών εμπειριών της ψυχής». Η ενεργοποίηση της κοινωνίας των πιστών μεταξύ τους και με τον Χριστό δεν είναι κοινωνιολογική σχέση χωρίς γνώση. Η «κοινωνία», όπως μας την διασώζουν τα κείμενα των αγίων Πατέρων, ταυτίζεται με την γνώση. Αυτή η αλήθεια διαποτίζει όλη την τελετή της θ. Λειτουργίας. Χαρακτηριστική για το θέμα αυτό είναι η ευχή του τρίτου αντιφώνου, στην οποία η κοινή προσευχή, που γίνεται με συμφωνία «εν τω ονόματι» του Χριστού, έχει ως πρώτο αίτημα την «ἐν τῷ παρόντι αἰῶνι» επίγνωση της «αληθείας» του Θεού.

Γίνεται σαφές από τις απόψεις αυτές του π. Β. Θερμού, αλλά και από τον ζήλο του για την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων, ότι κινείται με θεμέλιο την ακόλουθη άποψη, η οποία εύκολα συνάγεται μέσα από το κείμενό του• ότι, δηλαδή, μπορεί να μην είμαστε θεόπτες, αλλά μπορούμε, χάρη στο Βάπτισμα και το Χρίσμα, να επιφέρουμε αλλαγές στην Εκκλησία, βλέποντας τις απαιτήσεις του σύγχρονου εκκλησιαστικού πληρώματος, βγάζοντας έτσι την περιχαρακωμένη από τον επαρχιωτισμό Ορθόδοξη Εκκλησία στην Οικουμένη. Κατά τον π. Β. Θερμό: «οι περισσότεροι εκ των αντιτιθεμένων στη μετάφραση των λατρευτικών κειμένων (εξαιρείται ο π. Γ.Μ.) εκφράζουν επαρχιωτισμό και απομονωτισμό, ενώ οι προτείνοντες τη μετάφραση φαίνεται πολλές φορές να έχουν πληρέστερα συλλάβει την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας». (Απάντηση στον π. Γ. Μεταλληνό).

Σε τι, βέβαια, συνίσταται η «οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας» είναι ένα άλλο θέμα. Πάντως η «σύλληψή» της δεν τεκμηριώνεται απλώς και μόνον από τον διαχωρισμό της λειτουργικής ζωής από την άσκηση και τις «γνωστικές εμπειρίες της ψυχής», ούτε ακόμη από τις ανταλλαγές απόψεων με ετεροδόξους θεολόγους, ούτε, προπαντός, με την αποδοχή λειτουργιολογικών απόψεων, που διαμορφώθηκαν από την μελέτη προτεσταντικών κυρίως εγχειριδίων. (βλέπε, πρωτοπρ. Μιχαήλ Πομαζάνσκυ + 1987: Κριτική επί της Λειτουργικής θεολογίας του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, στην σελίδα www.alopsis.gr).

γ) Ιδιαίτερα εμφαντικός είναι λόγος του π. Β. Θερμού για την Θεία Ενανθρώπηση και τις εκκλησιολογικές συνέπειές της, με τρόπο όμως που δημιουργεί ερωτηματικά. Αναφερόμενος, για παράδειγμα, στον Άρτο της Ευχαριστίας, ο οποίος, όπως γράφει, «παρασκευάζεται με τα ίδια υλικά και κατά τον ίδιο τρόπο που παρασκευάζεται το ψωμί που θα θρέψει την οικογένεια», παρατηρεί: «Δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά διότι πρόκειται για εφαρμογή της Θείας Ενανθρωπήσεως, η οποία αγιάζει ό,τι εγγίζει, δηλαδή προσδίδει στα ίδια πράγματα άλλο βάθος».

Εδώ επιχειρείται μια «συναφειακή» αλλαγή στην ορολογία, με την επινόηση «συνάφειας» με την πρακτική της σύγχρονης επιστήμης. Έτσι η μυστηριακή μεταβολή του Άρτου σε Σώμα Χριστού χαρακτηρίζεται «εφαρμογή της Θείας Ενανθρωπήσεως, η οποία αγιάζει ο,τι εγγίζει». Αλλά, όμως, πως «εγγίζει» η Θεία Ενανθρώπηση τα πράγματα; Πως «αγιάζει» αυτά που εγγίζει; Και σε τι συνίσταται ο αγιασμός; Μήπως αγιασμός είναι μόνον αυτό το ασαφές «άλλο βάθος» που προσδίδει στα πράγματα το «άγγιγμα» της Θείας Ενανθρωπήσεως; Και ο δοξασμός των Αγίων, η μεταμόρφωση ακόμη και του σώματός τους, όχι μόνον μετά τον θάνατο, αλλά και πριν από αυτόν, πως ερμηνεύεται με το «άγγιγμα» της Θείας Εναθρωπήσεως και τι σχέση έχει με αυτό το «άλλο βάθος» των πραγμάτων; Κι’ ακόμη, γιατί χρησιμοποιείται το ρήμα «εγγίζω» και όχι το ρήμα «προσλαμβάνω»; Μήπως επειδή τα περί εκκλησιολογικών συνεπειών της Θείας Ενανθρωπήσεως —όπως θεωρούνται από τον π. Β. Θερμό— ακουμπούν μόνο τον φλοιό της φαντασίας και του συναισθηματισμού και όχι το οντολογικό βάθος του ανθρώπου, αλλά και σύνολης της κτίσεως, η οποία «συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ. 8,22); 

Οι εκκλησιολογικές συνέπειες της Θείας Ενανθρωπήσεως νομίζω ότι περιγράφονται επαρκώς από τον γνωστό λόγο του Μ. Αθανασίου: «Αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν». Δηλαδή, το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού έδωσε στους ανθρώπους την δυνατότητα της θέωσης. Πράγμα που σημαίνει ότι είμαστε έξω από τις εκκλησιολογικές συνέπειες της Θείας Ενανθρωπήσεως, όταν θεωρούμε «ολισθηρό δρόμο» τον ασκητικό λόγο για τις «γνωστικές εμπειρίες της ψυχής», δηλαδή την εμπειρική γνώση του Θεού (γιατί περί αυτής πρόκειται), η οποία είναι καρπός θεοπτίας, καρπός της θεώσεως του ανθρώπου.  Η μύηση στο μυστήριο της Εκκλησίας έχει αυτόν τον υψηλό στόχο. 

Είναι γνωστό, άλλωστε, σε κάθε Χριστιανό που θέλει να ζη με εδραιωμένες «τις βάσεις της διανοίας» του στην πίστη, ότι η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού χάρη στην Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και ότι έγινε Σώμα Χριστού κατά την Πεντηκοστή, όταν το Άγιο Πνεύμα επεφοίτησε στους Αποστόλους και τους οδήγησε «εις πάσαν την αλήθειαν». Γι’ αυτό τα απλά «μέλη του Χριστού», που ζουν «εν τη Εκκλησία» αγιαζόμενα από την κοινή ενέργεια της Αγίας Τριάδος, δεν κατανοούν τις τεχνητές «υποτιμήσεις» η «υπερτιμήσεις» της Θείας Ενανθρωπήσεως η της Πεντηκοστής, για τις οποίες γράφει ο π. Βασίλειος. Γιατί αυτά βρίσκονται στον χώρο της διανοητικής φαντασίας και δεν έχουν σχέση με την απτή ψυχοσωματική πνευματική εμπειρία. Έχοντας υπ’ όψη αυτά τα γεγονότα της Εκκλησιαστικής ζωής και Ιστορίας, θεωρώ ότι είναι σωστή και ειλικρινής η διατύπωση από τον π. Βασίλειο του ερωτήματος: «Μήπως τελικά δεν εννοούμε το ίδιο μιλώντας για μύηση;». Τροποποιώ λίγο αυτό το ερώτημα κάνοντάς το πιο ρεαλιστικό: «Μήπως τελικά δέν μιλᾶμε γιά τήν ἴδια ἐκκλησιαστική παράδοση»;

3. Ἡ συμμετοχή τοῦ λαοῦ στήν θεία Λειτουργία

Θα σχολιασθούν στην συνέχεια δύο σημεία της κριτικής του π. Β. Θερμού, που αφορούν απόψεις που διατύπωσα στο κρινόμενο από αυτόν σχόλιό μου. Ισχυρίζεται ο π. Β. Θερμός ότι παρανοώ τους υποστηρικτές της μετάφρασης των λειτουργικών κειμένων, όταν γράφω ότι «η τελετουργία των μυστηρίων της Εκκλησίας, ιδιαίτερα της Θ. Λειτουργίας, φαίνεται ότι θεωρείται», από αυτούς, «σαν ένα μέσο κατήχησης των αμυήτων». Και ερωτά από που συνάγω το συμπέρασμα αυτό. Φέρνοντας μάλιστα στο προσκήνιο το θέμα της απαγγελίας των ιερατικών ευχών εις επήκοον πάντων, γράφει: «Σε ο,τι με αφορά πάντως, ακριβώς το αντίθετο έχω διατυπώσει. Συγκεκριμένα, έχω στηρίξει σημαντικό μέρος της επιχειρηματολογίας μου υπέρ της απαγγελίας των ευχών της Λειτουργίας εις επήκοον πάνω στην υπενθύμιση ότι ο βαπτισμένος πιστός έχει μυηθή στο Μυστήριο του Χριστού και της Εκκλησίας, οπότε χρειάζεται να βιώσει τη Λειτουργία ως μυημένος και όχι ως παρακολουθών η φιλοξενούμενος. Συγχωρήστε με, αλλά μήπως είναι καιρός να τελειώνει πια αυτή η παρανόηση;»

Για «να τελειώνει πια αυτή η παρανόηση» οφείλω να επισημάνω τα εξής:

Πρώτον, η διατύπωσή μου «...φαίνεται ότι θεωρείται...» δείχνει καθαρά ότι η άποψη αυτή είναι ένα συμπέρασμα —όχι μόνο δικό μου— που εξάγεται από τις εκπεφρασμένες απόψεις των υποστηρικτών της μετάφρασης των λειτουργικών κειμένων, από την όλη επιχειρηματολογία τους. Κι αυτό γιατί η θεώρηση του τελετουργικού της λατρείας ως τρόπου κατήχησης διαποτίζει όλη αυτήν την επιχειρηματολογία –και μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι της δίνει υπόσταση– πράγμα που είναι εμφανές και στο τελευταίο κείμενο του π. Β. Θερμού. Αυτό φαίνεται, όπως θα δειχθεί παρακάτω, κυρίως όταν ο π. Βασίλειος συγχέει την γλώσσα της λατρείας με την γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο Χριστός στις ομιλίες Του προς τον λαό, ο οποίος προσέτρεχε σ’ Αυτόν, όχι πάντα για να ακούσει τον λόγο Του, αλλά συχνά μόνον για την θεραπεία ασθενειών η διότι «έφαγον εκ των άρτων και εχορτάσθησαν».

Δεύτερον, η εις επήκοον πάντων απαγγελία των ιερατικών ευχών, είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο όμως συνδέει ο π. Β. Θερμός με την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων. Κι αυτό γιατί η μεγαλύτερη δυσκολία ως προς την γλώσσα —όση υπάρχει— αφορά τις ιερατικές ευχές. Οπότε η κατανόησή τους από τον λαό είναι ένα από τα επιχειρήματα για την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων.

Εδώ όμως κρύβεται μια ελλιπής —αν όχι στρεβλή— γνώση για τα σχετικά με την τελετή της θ. Λειτουργίας. Διότι αυτοί που θέλουν να επιβάλλουν την εις επήκοον πάντων ανάγνωση των ιερατικών ευχών, παραθεωρούν ως κάτι το επουσιώδες τις διακονικές εκφωνήσεις, με τις οποίες προτρέπεται ο λαός να αναπέμψη την δική του μυστική ευχή. 

Με τις προτρεπτικές εκφωνήσεις ο λαός καλείται να κινηθεί νοερά, προσευχόμενος σύμφωνα με το χάρισμα και την πνευματική ωριμότητα του κάθε μέλους και να αναπέμψει μυστική ευχή για όλα όσα αφορούν την θ. Ευχαριστία• για την ειρήνη του κόσμου, την ενότητα των Εκκλησιών, τα Τίμια Δώρα προ του καθαγιασμού και μετά τον καθαγιασμό, ακόμη και για την «αντικατάπεμψη» της Χάριτος του Θεού μετά την προσφορά της αναίμακτης θυσίας.

Το λαϊκό στοιχείο της Εκκλησίας, δηλαδή, δεν είναι αδρανές μέσα στην τελετουργία της θ. Ευχαριστίας. Δεν είναι ένας παθητικός δέκτης των λόγων που εκφωνεί ο τελεστής του μυστηρίου. Προτρέπεται να προσεύχεται λογικά και νοερά, αποχωριζόμενο από κάθε βιοτική μέριμνα. Αυτό βέβαια για να γίνη χρειάζεται ησυχαστική ατμόσφαιρα μέσα στην θ. Λειτουργία, χωρίς υπερβολικά μεγάφωνα, χωρίς εξεζητημένο διάκοσμο, χωρίς θεατρικές απαγγελίες ευχών και περίτεχνες εκφωνήσεις. Η ευπρέπεια και η σεμνότητα στην τέλεση του μυστηρίου είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα και αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της «μυστικής» λειτουργικής παράδοσης. Έτσι συμμετέχει ενεργά το «βασίλειον ιεράτευμα» στην τελετουργία της θ. Λειτουργίας. Η αντίθετη άποψη συνιστά μια σκληρή κληρικαλιστική θεώρηση της τελετουργίας του μυστηρίου, αφού θεωρεί σημαντικές μόνο τις ευχές που αφορούν τον Ιερέα, τις οποίες θέλει να τις επιβάλλει και στον λαό.

4. Ἡ γλώσσα τῆς θείας Λειτουργίας καί ἡ γλώσσα τῆς κατήχησης

Ο π. Β. Θερμός διαφωνεί με την ακόλουθη θέση που διατύπωσα στο σχόλιό μου: «Η γλώσσα της λατρείας δεν είναι η γλώσσα της καθημερινότητας. Συναπαρτίσθηκε από τα “ρήματα” με τα οποία οι θεούμενοι εξέφρασαν την θεοπτική εμπειρία τους. Είναι οι κατάλληλες λέξεις, που οι σημασίες τους μπορούσαν να γίνουν ο κτιστός αγωγός της διδασκαλίας του Αγίου Πνεύματος. Κάθε λέξη ερεθίζει τον νου και του δημιουργεί εικόνες και συναισθήματα ανάλογα με την σημασία με την οποία έχουν φορτισθή από την κοινή εμπειρία των ανθρώπων. Η λατρεία, λοιπόν, που θέλει να υψώση τον νου πάνω από τα γήινα, δεν μπορεί να εξαντλήται σε λέξεις της κοινής ενδοκοσμικής ανθρώπινης πείρας.». Ο π. Βασίλειος θεωρεί ότι την άποψη αυτή την διαψεύδει ο ίδιος ο Χριστός. Γράφει: «Αλλά την θέση αυτή διαψεύδει ο Ίδιος ο Χριστός, που δεν διάλεξε ιδιαίτερες και “υψηλές” λέξεις για να διατυπώσει τις αλήθειές Του, αλλά κοινές και καθημερινές. Γενικά η διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας δεν φαίνεται να ακολουθεί την πορεία που ο π. Θ.Β. εισηγείται».

Οφείλονται κατ’ αρχήν κάποιες διευκρινιστικές παρατηρήσεις:

Πρώτον, γράφω ότι «Η λατρεία... δεν μπορεί να εξαντλήται σε λέξεις της κοινής ενδοκοσμικής ανθρώπινης πείρας». Αυτό προφανώς δεν σημαίνει ότι αποκλείονται τελείως οι λέξεις της καθημερινότητας. Εκτός, λοιπόν, από τους «φιλοσοφικούς και εξειδικευμένους θεολογικούς όρους, που βοηθούν τον νου να αποσπάται από τα “ρέοντα”», είναι αναπόφευκτο να χρησιμοποιούνται και «λέξεις της κοινής ενδοκοσμικής ανθρώπινης πείρας», όπως οι λέξεις που αναφέρει ο π. Βασίλειος: «πατήρ, αδελφός, έρως, σώμα, σπόρος». Πρέπει, όμως, να διευκρινίσουμε ότι οι λέξεις αυτές δεν χρησιμοποιούνται με αυτούσιο το «καθημερινό» τους περιεχόμενο. Χρησιμοποιούνται, είτε μέσα στον παραβολικό λόγο του Χριστού, ο οποίος, σημειωτέον, δεν απλοποιεί τα νοήματα της διδασκαλίας Του, αλλά τα κρύβει από τους μη ικανούς να την προσλάβουν, «ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη συνιώσιν» (Λουκ. 8,10), είτε, χρησιμοποιούνται, μετά από κατάλληλο επαναπροσδιορισμό του περιεχομένου τους, που επεχείρησαν οι άγιοι Πατέρες, οι οποίοι το νέο –εμπλουτισμένο– περιεχόμενό τους το παρέδωσαν στην Εκκλησία, η οποία το έχει ως «ένα από τα αντικείμενα της κατήχησης, που είναι μύηση στο μυστήριό» Της. 

Δεύτερον, ο π. Β. Θερμός με αυτά που γράφει συνεχίζει να συγχέη την γλώσσα της κατήχησης με την γλώσσα της λατρείας. Η κατήχηση χρησιμοποιώντας λέξεις, έννοιες και εικόνες της καθημερινότητας προσπαθεί να μυήσει τον κατηχούμενο στην εν Χριστώ ζωή. Αυτό το βλέπουμε στους Πατέρες της Εκκλησίας μας, στους Αποστόλους και στους Προφήτες, το βλέπουμε και στον Χριστό, ο Οποίος διδάσκοντας τον λαό –κατηχώντας τον– του μιλούσε με λέξεις και εικόνες της καθημερινότητας. Αυτό όμως δεν «διαψεύδει» την θέση μου για την γλώσσα της λατρείας. Γιατί η γλώσσα της λατρείας, χωρίς να είναι τελείως διαφορετική από την γλώσσα της κατήχησης, είναι το «υψηλό απόσταγμα» της εκκλησιαστικής γλώσσας.

Τρίτον, θεωρώ ότι έχει «προτεσταντική χροιά» η τακτική, να ζητούμε για όλα, όσα έχει ο θεσμός της Εκκλησίας, παραπομπές στα λόγια και την δράση του Χριστού. Παρά ταύτα σχολιάζοντας την απλοϊκή απόφανση του π. Β. Θερμού,  ότι ο Χριστός «διαψεύδει» την θέση μου για την γλώσσα της λατρείας, έχω να επισημάνω τα εξής:

Με μια «διασταλτική ερμηνεία» της απόψεως του π. Βασιλείου, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Χριστός δεν «ευδοκεί» δήθεν στην χρήση των υψηλών διατυπώσεων που έχουν οι πρωτοχριστιανικοί ύμνοι, τους οποίους διασώζει ο απ. Παύλος στις επιστολές του, όπως είναι π.χ. ο διαλαμβανόμενος στους στίχους 1,13 έως 1,20 της προς Κολασσαείς επιστολής, όπως και άλλοι όμοιοι, σύμφωνα με την άποψη πολλών νεωτέρων ερμηνευτών. Επίσης θα έπρεπε —παραφρονούντες— να δεχθούμε, ότι απορρίπτει τους θαυμάσιους ύμνους του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, μαζί με τις διατυπώσεις των Όρων των Οικουμενικών Συνόδων, που αποτελούν το θεολογικό θεμέλιο της εκκλησιαστικής υμνολογίας.

Αν παρά ταύτα —υπερβαλλόντως διερευνητικοί και εριστικοί— θέλουμε να αποκωδικοποιήσουμε και την «άποψη» του Χριστού για την γλώσσα της λατρείας, δεν πρέπει να ανατρέξουμε πρωτίστως στις ομιλίες του προς τον λαό, δηλαδή στον «κατηχητικό» Του λόγο, αλλά στον λόγο που χρησιμοποιούσε όταν μιλούσε στον Πατέρα Του• δηλαδή στο τι έννοιες και τι νοήματα υπάρχουν στις καταγεγραμμένες από τους Ευαγγελιστές προσευχητικές αναφορές Του προς τον Πατέρα. 

Είναι νομίζω σαφέστατο ότι δεν είναι απόλυτα ίδιο το εννοιολογικό περιεχόμενο των παραβολών του Χριστού με το 17ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, όπου είναι καταγεγραμμένη η Αρχιερατική προσευχή Του. Στην προσευχή αυτή δεν χρησιμοποιεί ο Χριστός εικόνες από τον αγροτικό βίο η γενικά από την καθημερινότητα του λαού των Εβραίων. Μιλά για πολύ υψηλά πράγματα, που δεν αφορούν όλον τον κόσμο –«ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά περί ων δέδωκάς μοι». Μιλά για την δόξα την οποία είχε «παρά του Πατρός» «προ του τον κόσμον είναι». Μιλά για την γνώση του αληθινού Θεού και του Ιησού Χριστού, την οποία ταυτίζει με την αιώνιο Ζωή. Μιλά για τους «θεωρούς» της δόξας Του. Προσεύχεται για αυτούς που έλαβαν τον λόγο Του, ώστε να βλέπουν την δόξα Του, και σ’ αυτήν την θέα να είναι ενωμένοι μεταξύ τους, «καθώς» είναι ενωμένος Αυτός με τον Πατέρα. Αυτός ο λόγος κινείται σε άλλο επίπεδο από τον λόγο των παραβολών και των άλλων διδασκαλιών που απηύθυνε ο Χριστός στον λαό που τον ακολουθούσε.

Εκτός από τα παραπάνω, σημαντική είναι και διαφορά της Κυριακής Προσευχής από την υπόλοιπη επί του Όρους Ομιλία. Στο μοναδικό, μάλιστα,  σημείο της, που αναφέρεται ο υλικός κόσμος με την έννοια του «άρτου», τίθεται ως προσδιοριστικό το επίθετο «επιούσιος», το οποίο δεν υπάρχει σε κανένα άλλο κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Εμφανίζεται, δηλαδή, πρώτη φορά στην Κυριακή Προσευχή (βλέπε Λεξικά Liddell-Scott και Μπαμπινιώτη). Πράγμα που σημαίνει ότι στην καταγραφή από τους Ευαγγελιστές της πρότυπης προσευχής που δίδαξε ο Χριστός στους μαθητές του, υπήρξε η ανάγκη δημιουργίας λέξεως, προκειμένου να δηλωθεί το ευρύ περιεχόμενο της έννοιας «άρτος», το οποίο δεν μπορεί να εξαντληθή στο καθημερινό ψωμί, στο ψωμί «της κοινής ενδοκοσμικής ανθρώπινης πείρας». Βλέπουμε, δηλαδή, τον Χριστό, όπως διασώζουν τον λόγο Του οι Ευαγγελιστές, να διαλέγει —διαψεύδοντας τον π. Β. Θερμό— ιδιαίτερη λέξη «για να διατυπώσει τις αλήθειές Του».

Αυτά τα ολίγα που επισημάνθηκαν παραπάνω νομίζω πως δείχνουν ότι ο Χριστός δεν «διαψεύδει» την θέση μου!... Και ότι «η διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας δεν φαίνεται να ακολουθεί... πορεία» διαφορετική από αυτήν που —ανεπαρκώς μεν, όχι όμως «αντιρρόπως» προς την εκκλησιαστική παράδοση— περιέγραψα στο σχόλιό μου. Επίσης, νομίζω, πως τα παραπάνω δείχνουν ότι τα σχετικά με την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για την προώθηση άλλων θεμάτων, που εκφράζουν μιαν άλλη παράδοση, ξένη προς την παράδοση των Αποστόλων και των αγίων Πατέρων.

5. Η διδασκαλία του Μητροπολίτου Ναυπάκτου

Θέλω, όμως, πριν κλείσω τις παρατηρήσεις μου, να εκφράσω την έκπληξή μου για όσα γράφει ο π. Βασίλειος για τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου. 

Επειδή γνωρίζω τα γραπτά του Μητροπολίτου Ιεροθέου, ακούω το προφορικό κηρυγμά του και έχω την ευλογία να γνωρίζω σε κάποιο βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο καθοδηγεί και ποιμαίνει τα πνευματικά του παιδιά και το συγκεκριμένο ποίμνιό του, αισθάνθηκα ότι οι κριτικές παρατηρήσεις, οι συλλογισμοί και τα συμπεράσματα του π. Βασιλείου δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Τα αισθάνθηκα σαν να έρχονται από άλλον κόσμο και αφορούν άλλα πράγματα.

Κουβαλώντας ο π. Βασίλειος έναν εννοιολογικό εξοπλισμό —κυρίως  ψυχολογικό— ο οποίος σε πολλά σημεία είναι αλλότριος προς την ζώσα παράδοση της Εκκλησίας, προσπαθεί να στριμώξει μέσα στα σχήματα που έχουν παγιωθεί στην σκέψη του, μια διδασκαλία που είναι άσχετη με τα σχήματα αυτά.

Ήδη ο Σεβ. Ιερόθεος έδωσε τις σχετικές απαντήσεις. Εγώ απλώς θέλω να εκφράσω την έκπληξή μου για την άγνοια –στην ουσία της– μιας τόσο σημαντικής θεολογικής παραγωγής, που επαναδιατυπώνει στις μέρες μας την αποστολική και πατερική παράδοση της ευαγγελικής ασκήσεως και θεολογίας. Ενός συγγραφικού έργου στο οποίο η εκκλησιαστική ζωή δεν άντιμετωπίζεται αποσπασματικά, αλλά στην καθολικότητά της. Διότι ο Σεβ. Ιερόθεος δεν μιλά μόνον για τις προϋποθέσεις των μυστηρίων, αλλά και για την δύναμη της Χάριτος που μεταγγίζουν, η οποία δίνει χαρά και νόημα στην εκκλησιαστική ζωή. Γνωρίζω, για τον ίδιο, ότι χαίρεται και γιορτάζει την ημέρα της Βαπτίσεώς του.

Επίσης, δεν εξαιρεί από το ποιμαντικό ενδιαφέρον του την ζωή του κόσμου. Προσπαθεί να βλέπει καθαρά και απροκατάληπτα τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, αρθρογραφώντας και καταθέτοντας προτάσεις επεξεργασμένες μέσα στο πνεύμα της εκκλησιαστικής παραδόσεως και εμπειρίας. Αντιμετωπίζει, ακόμη, τα προβλήματα που θέτει η σύγχρονη επιστήμη, κυρίως η γενετική και η βιοτεχνολογία, με προτάσεις σε αρμόδια όργανα, αρθρογραφία και συγγραφή βιβλίου.

Ίσως το πρόβλημα με τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου είναι, για κάποιους, το ότι δεν αφήνει τους αγίους Πατέρες στο παρελθόν, ως ένα μουσειακό είδος, αλλά επαναδιατυπώνει μέσα στην σύγχρονη πραγματικότητα τον λόγο τους. 

Προφανώς γιατί δεν πιστεύει –όπως κάποιοι στις μέρες μας– ότι πρέπει να περάσουμε στην «μετα-πατερική θεολογία», η οποία τοποθετεί τους Πατέρες σε «ακαδημαϊκά μουσεία», σε «γωνιές μνήμης» με έντονο συναισθηματικό διάκοσμο, έξω πάντως από την ζωή του σύγχρονου κόσμου.

Ἐν κατακλεῖδι, μέ ὅσα προηγουμένως διατυπώθηκαν φαίνεται, ὅτι
πυρήνας τοῦ προβλήματος εἶναι ἡ προσπάθεια μεταφορᾶς καί καθιερώσεως μέσα στό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μιᾶς ξένης παραδόσεως.
το βρήκαμε εδώ

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος: «Χωρίς τήν ἔγκριση τῶν Ἱεραρχῶν ἡ σύνταξη τῶν κειμένων τῆς Μεγάλης Συνόδου»

Ὁ Μητροπόλίτης Ναυπάκτου π. Ἱερόθεος μέ δύο ἐπιστολές του πρός τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο  Ἱερώνυμο καί τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀσκεῖ κριτική στά κείμενα τῆς Μεγάλης Συνόδου, ἀναδεικνύει τά θεολογικά καί δογματικά προβλήματά τους καί κάνει λόγο γιά ἔλλειψη ἐνημέρωσης τοῦ Σώματος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΙΣ ΔΥΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ:
Επιστολή 1
 Επιστολή 

το βρήκαμε εδώ

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

ΚΑΤΑΠΕΛΤΩΔΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ


lemesou panorthodoxi


 Γράφει ο Αιμίλιος Πολυγένης

Σοβαρά κενά θεολογικών και νομοκανονικών ζητημάτων στην επερχόμενη σύγκληση της Πανορθόδοξης Συνόδου διαπιστώνει ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος.
Σε επιστολή του, που δημοσιεύει αποσπάσματα το Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων Romfea.gr, ο έγκριτος ιεράρχης θεωρεί πως δεν τίθεται κανένα ζήτημα να επανέλθει η ενότητα των χριστιανών αφού δεν διασπάστηκαν, κατά την άποψή του, οι χριστιανοί απλώς κάποιοι επέλεξαν μία διαφορετική οδό από την γνήσια Ορθόδοξη αλήθεια που ακολουθούμε.
Δεν υπάρχουν Εκκλησίες και ομολογίες, απλώς αποκόπησαν από την Εκκλησία και πρέπει να θεωρούνται αιρετικοί και σχισματικοί, σημειώνει χαρακτηριστικά ο Σεβασμιώτατος εκφράζοντας απορία για ποιον λόγο έχουν αγνοηθεί τόσο σοβαρά ζητήματα.
Η θέση του Σεβασμιωτάτου, ο οποίος επικαλείται το δικαίωμα του εκάστου ιεράρχη να εκφράσει την άποψή του ενόψει του τόσο σπουδαίου γεγονότος είναι βέβαιο πως θα προκαλέσει προβληματισμό και συζητήσεις στους κόλπους της Ορθοδοξίας.
«Επειδή σύμφωνα με τον αποσταλέντα σε μας κανονισμό οργάνωσης και λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας και συγκεκριμένα στο άρθρο 12 και παραγράφους 2 και 3 αναφέρεται ότι μπορούμε να εκφράσουμε τις απόψεις μας στην τοπική μας Σύνοδο πρώτα, κατόπιν επιταγής της συνείδησής μου ταπεινά υποβάλλω στην Αγία και Ιερά Σύνοδο της αγιωτάτης Εκκλησίας μας τις απόψεις μου και τις πεποιθήσεις μου πάνω στα πιο κάτω θέματα» υπογραμμίζει στην επιστολή του ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Αθανάσιος.
Ο κ. Αθανάσιος στην επιστολή του, από την οποία η Romfea.gr, δημοσιεύει αποκλειστικά αποσπάσματα, μιλώντας για το κείμενο της Ε΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διάσκεψης που έγινε στο Σαμπεζύ τον Οκτώβριο με τίτλο «Απόφασις – Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικό κόσμο ανέφερε τα εξής:
«Συμφωνώ απόλυτα με τα πρώτα τρία άρθρα τον κειμένου. Στα άρθρα όμως 4 και πιο κάτω έχω να παρατηρήσω τα εξής: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία προσευχόμενη πάντοτε «υπέρ της των πάντων ενώσεως» πιστεύω ότι εννοεί την επιστροφή και ένωση μαζί της όλων αυτών που απεκόπηκαν και απομακρύνθηκαν από αυτήν, αιρετικών και σχισματικών, αφού απαρνηθούν την αίρεση ή το σχίσμα τους και φύγουν από αυτά και με μετάνοια και με την προβλεπόμενη από τούς ιερούς κανόνες διαδικασία ενσωματωθούν και ενταχθούν -ενωθούν – με την Ορθόδοξη Εκκλησία» αναφέρει ο κ. Αθανάσιος.
Ο Πανιερώτατος συνεχίζει χαρακτηριστικά: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον Χριστού ουδέποτε απώλεσε την «ενότητα της πίστεως και την κοινωνία τον Αγίου Πνεύματος» και δεν δέχεται τη Θεωρία της αποκατάστασης της ενότητας των «εις Χριστόν πιστευόντων», γιατί πιστεύει ότι ή ενότητα των εις Χριστόν πιστευόντων υπάρχει ήδη στην ενότητα όλων των βαπτισμένων τέκνων της μεταξύ τους και μετά τον Χριστού εν τη ορθή πίστη της, πού δεν υπάρχει στους αιρετικούς ή σχισματικούς και γι’ αυτό εύχεται γι’ αυτούς την εν μετανοία επιστροφή τους στην Ορθοδοξία.»
«Πιστεύω ότι αυτό πού αναφέρεται στο άρθρο 5 για «την απολεσθείσαν ενότητα των Χριστιανών» είναι λάθος, γιατί ή Εκκλησία ως λαός τον Θεού ενωμένος μεταξύ τον και με την κεφαλή της Εκκλησίας πού είναι ό Χριστός δεν έχασε ποτέ την ενότητά τον αυτήν και δεν έχει άρα ανάγκη να την επανεύρη ή καν να την αναζητήσει γιατί πάντοτε υπήρχε και υπαρχή και θα υπαρχή εφ’ όσον ή Εκκλησία τον Χριστού ουδέποτε έπαυσε ή θα παύση να υπάρχει» συμπληρώνει στην επιστολή του ο Πανιερώτατος από την οποία αποσπάσματα φέρνει στη δημοσιότητα η Romfea.gr.
Ενώ ο κ. Αθανάσιος προσθέτει χαρακτηριστικά ότι «εκείνο πού συνέβη είναι ότι ομάδες ή λαοί ή μεμονωμένα άτομα έφυγαν από το σώμα της ‘Εκκλησίας και ή Εκκλησία εύχεται και πρέπει να προσπαθεί Ιεραποστολικά να επιστρέψουν αυτοί όλοι εν μετανοία διά της κανονικής οδού στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Δεν υπάρχουν δηλαδή άλλες Εκκλησίες αλλά μόνον αιρέσεις και σχίσματα, εάν θέλουμε να ακριβολογούμε στους ορισμούς μας.»
«Η διατύπωση «προς αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας» είναι λάθος γιατί ή ενότητα των χριστιανών -μελών της ‘Εκκλησίας τον Χριστού – δεν έχει διασπασθεί ποτέ, εφ’ όσον αυτοί μένουν ενωμένοι μετά της ‘Εκκλησίας. Χωρισμός από την ‘Εκκλησία και φυγή εκ της Εκκλησίας έγινε δυστυχώς, πολλές φορές από τις αιρέσεις και τα σχίσματα, αλλά ποτέ απώλεια εσωτερική της ενότητας της Εκκλησίας» συνεχίζει ο Πανιερώτατος στην επιστολή του.
Σε άλλο σημείο ο κ. Αθανάσιος αναφέρει: «Διερωτώμαι γιατί στο κείμενο γίνεται πολλαπλή αναφορά σε «Εκκλησίες» και «Ομολογίες»; Ποιά ή διαφορά τους και ποιό στοιχείο τις χαρακτηρίζει ώστε άλλες να ονομάζονται Εκκλησίες και άλλες Ομολογίες; Ποιά είναι Εκκλησία και ποιά ή αιρετική και ποία ή σχισματική ομάδα ή ομολογία; Εμείς ομολογούμε μια Εκκλησία και όλα τα άλλα αιρέσεις και σχίσματα. Θεωρώ ότι Θεολογικά και δογματικά και νομοκανονικά ή απόδοση τού τίτλου «Εκκλησία» σε αιρετικές ή σχισματικές κοινότητες είναι παντελώς λανθασμένη γιατί μία είναι ή Εκκλησία τού Χριστού, όπως αναφέρεται και στο άρθρο 1, και δεν μπορεί να όνομασθή από εμάς μία αιρετική ή σχισματική κοινότητα ή ομάδα ως Εκκλησία, εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας.»
Δεν αναφέρεται καθόλου στο κείμενο αυτό ότι ή μόνη οδός πού οδηγεί στην ένωση με την Εκκλησία είναι μόνον ή επιστροφή των αιρετικών και σχισματικών εν μετανοία εις την Μίαν, Αγίαν, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία τού Χριστού, πού σύμφωνα με το άρθρο 1 είναι ή Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Η αναφορά στην «κατανόηση της παράδοσης της αρχαίας Εκκλησίας» δίνει την εντύπωση ότι υπάρχει διαφορά οντολογική στην αρχαία Εκκλησία των άγιων επτά Οικουμενικών Συνόδων και στην γνήσια συνέχεια αυτής μέχρι σήμερα, πού είναι ή Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Πιστεύουμε ότι καμιά απολύτως διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ της Εκκλησίας τού εικοστού πρώτου αιώνα και της Εκκλησίας τού πρώτου αιώνα, γιατί ένα από τα γνωρίσματα της Εκκλησίας είναι και το γεγονός πού ομολογούμε στο σύμβολο της πίστεως ότι αύτη είναι Αποστολική.» τονίζει ο Μητροπολίτης Λεμεσού.
Ο Πανιερώτατος στη συνέχεια υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ότι στο άρθρο 12, δίδεται η εντύπωση ότι οι Ορθόδοξοι ψάχνουν την αποκατάσταση στην ορθή πίστη και την ενότητα, κάνοντας λόγο για απαράδεκτη θεωρία.
«Στο άρθρο 12 αναφέρεται ότι κοινός σκοπός των Θεολογικών διαλόγων είναι «ή τελική αποκατάσταση της εν τη ορθή πίστη και τη αγάπη ενότητος». Δίδεται ή εντύπωση ότι κι εμείς οι Ορθόδοξοι ψάχνουμε την αποκατάστασή μας στην ορθή πίστη και στην ενότητα της αγάπης, ωσάν να απωλέσαμε την ορθή πίστη και την ψάχνουμε να την βρούμε διά των Θεολογικών διαλόγων μετά των ετεροδόξων. Θεωρώ ότι αυτή ή Θεωρία είναι Θεολογικά απαράδεκτη από όλους μας» υπογραμμίζει ο Μητροπολίτης Αθανάσιος.
Σε άλλο σημείο ο Πανιερώτατος εκφράζει ενστάσεις πάνω στο κείμενο, τονίζοντας ότι «η αναφορά τού κειμένου στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» μου δίνει την ευκαιρία να διατυπώσω την ένστασή μού απέναντι σε κατά καιρούς διάφορα συγκριτιστικά αντικανονικά γεγονότα πού έγιναν σ’ αυτό αλλά και σ’ αυτήν ταύτη την ονομασία τον, αφού σ’ αυτό ή Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρείται ως «μία εκ των Εκκλησιών» ή κλάδος της μίας Εκκλησίας πού ψάχνει και αγωνίζεται για την πραγμάτωση της στο παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Αλλά για μας μία και μοναδική είναι ή Εκκλησία τού Χριστού πού ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως και όχι πολλές.»
Ακόμη ο Πανιερώτατος αναφέρει: «Η άποψη ότι η διατήρηση της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνο διά τον συνοδικού συστήματος ως τον μόνον «αρμόδιο και εσχάτου κριτού των Θεμάτων της πίστεως» έχει δόση υπερβολής και εκφεύγει της αληθείας καθότι στην εκκλησιαστική ιστορία πολλές συνόδοι εδίδαξαν και ενομοθέτησαν λανθασμένα και αιρετικά δόγματα και ό πιστός λαός τις απέρριψε και διεφύλαξε την ορθόδοξη πίστη και εθριάμβευσε την Ορθόδοξη Ομολογία. Ούτε σύνοδος άνευ τον πιστού λαού, τον πληρώματος της Εκκλησίας, ούτε λαός άνευ συνόδου Επισκόπων μπορούν να θεωρήσουν εαυτούς σώμα Χριστού και ‘Εκκλησία Χριστού και να εκφράσουν σωστά το βίωμα και το δόγμα της Εκκλησίας.»
Απευθυνόμενος προς τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου και τα Μέλη της Ιεράς Συνόδου, ο Μητροπολίτης Λεμεσού τονίζει: «Δεν μπορούν σε σύγχρονα εκκλησιαστικά κείμενα αυτού τού είδους να διατυπώνονται σκληρές ή προσβλητικές εκφράσεις, ούτε και κανένας νομίζω θέλει αυτού τον τύπον τις εκφράσεις. Η αλήθεια όμως πρέπει να εκφράζεται με ακρίβεια και σαφήνεια, πάντοτε, βέβαια, με ποιμαντική διάκριση και αγάπη πραγματική προς όλους. Έχουμε χρέος και προς τούς αδελφούς μας πού βρίσκονται σε αιρέσεις ή σχίσματα να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς μαζί τους και με αγάπη και πόνο να προσευχόμαστε και να κάνουμε τα πάντα για την επιστροφή τους στην Εκκλησία τον Χριστού.»
«Ταπεινά θεωρώ ότι τέτοιας σπουδαιότητας και τέτοιον κύρους κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά και διατυπωμένα με πάσα ακρίβεια Θεολογική και νομοκανονική ώστε να μην απορρέουν από αυτά ασάφειες ή αδόκιμοι θεολογικά όροι και διατυπώσεις λανθασμένες πού μπορούν να οδηγήσουν σε παρερμηνείες και αλλοιώσεις τού ορθού φρονήματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εξάλλου μία Σύνοδος για να είναι έγκυρη και κανονική πρέπει να μην αφίσταται καθόλου από το πνεύμα και την διδασκαλία των προ αυτής αγίων Συνόδων, της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων και των αγίων Γραφών και να μην έχει καμιά σκιά στη διατύπωση επακριβώς της ορθής πίστεως» συμπληρώνει χαρακτηριστικά ο Πανιερώτατος κ. Αθανάσιος.
Σε άλλο σημείο ο κ. Αθανάσιος επικαλούμενος του Αγίους Πατέρες αναφέρει: «Πότε οι άγιοι Πατέρες μας και πότε και πού στα κείμενα των ιερών κανόνων και των όρων των Οικουμενικών ή Τοπικών Ιερών Συνόδων απεκλήθησαν οι αιρετικές ή οι σχισματικές ομάδες ως εκκλησίες; Εάν είναι εκκλησίες οι αιρέσεις τότε που είναι η μοναδική και Μια Εκκλησία του Χριστού και των Αγίων Αποστόλων;»
Επίσης ο Μητροπολίτης Λεμεσού εκφράσει την έντονη διαφωνία του, ενώ τονίζει ότι όσοι δεν έχουν δικαίωμα ψήφου και συμμετέχουν στην Σύνοδο είναι διακοσμητικά στοιχεία.
«Ταπεινά διατυπώνω τη διαφωνία μου και στο γεγονός ότι καταργείται η πρακτική όλων των μέχρι τούδε Ιερών Συνόδων τοπικών και οικουμενικών όπου κάθε επίσκοπος έχει και τη δική του ψήφο και ουδέποτε αυτό το σχήμα, μια Εκκλησία μια ψήφος, που καθιστά τα μέλη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, πλην των προκαθημένων, διακοσμητικά στοιχεία, αφαιρεθέντος απ΄ αυτών του δικαιώματος της ψήφου» τονίζει χαρακτηριστικά στην επιστολή του ο κ. Αθανάσιος.
Κλείνοντας ο πολιός Ιεράρχης της Εκκλησίας της Κύπρου αναφέρει ότι «δεν θέλω με αυτά που έγραψα να λυπήσω κανένα και δεν θέλω να θεωρηθώ ότι διδάσκω η κρίνω τους εν Χριστώ αδελφούς μου και πατέρες μου. Απλώς αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω αυτά που η συνείδησή μου μου επιβάλλει.»
 ρομφαία
 ολόκληρη την επιστολή

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

«Eπιχειρείται θεσμική νομιμοποίηση του συγκρητισμού-οικουμενισμού από την Μεγάλη Σύνοδο»

Η παρέμβαση του διαπρεπούς καθηγητού της Δογματικής Δημήτριου Τσελεγγίδη “ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ»” ενέπλησε χαρά μεγάλη κάθε ορθόδοξη ψυχή. Καταρχήν επειδή είναι ένα κείμενο που βγήκε από τα χέρια ενός δογματολόγου την σπουδαιότητα του οποίου αναγνωρίζουν ακόμη και οι οικουμενιστές. Ύστερα επειδή πρόκειται για κείμενο, όχι μόνον ενός εγκρατούς της θεολογίας θεράποντα, αλλά κι ενός αγωνιζόμενου χριστιανού με ορθόδοξο ασκητικό ήθος. Τέλος επειδή το κείμενο αυτό δείχνει με σαφήνεια ότι το κείμενο “Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον χριστιανικόν κόσμον” επιδιώκει να θεσμοθετήσει σε πανορθόδοξο συνοδικό επίπεδο τις αιρέσεις της διηρημένης Εκκλησίας και της βαπτισματικής θεολογίας αλλά και να ανατρέψει το κύρος των Ιερών Κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων. Ως δρόσος αερμών ήρθε στην ψυχή μας η παρέμβαση του ευλαβούς και έγκριτου δογματολόγου η οποία μάλιστα απευθύνεται προς τους ιεράρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας επειδή σκοπό έχει τη θεσμική αντίδραση κατά του κειμένου πριν και κατά τη διάρκεια των εργασιών της λειτουργίας της Πανορθόδοξης Συνόδου. Όλοι ενθυμούμεθα με βαθύτατη ευγνωμοσύνη την ανάλογη παρέμβαση του Τσελεγγίδη πριν την ιστορική συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας τον Οκτώβριο του 2009, η οποία διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο για τη λήψη της ορθής απόφασης της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για το πρωτείο στην Εκκλησία. Γι’ αυτό ελπίζουμε και προσευχόμαστε εκτενώς προς τον Κύριο να διαδραματίσει ανάλογο ρόλο και τώρα στη λήψη αποφάσεως υπό της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ώστε να αποσυρθεί το κακόδοξο κείμενο “Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον χριστιανικόν κόσμον” από τα προς έγκριση κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ  Δημήτριος Τσελεγγίδης απέστειλε προς τους ορθοδόξους αρχιερείς τις πρώτες θεολογικές παρατηρήσεις του επί του κειμένου: «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ». 
ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ«ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ» 
     Θεσσαλονίκη 3/2/2016
Το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια ή και αντίφαση. Έτσι, στο άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μια αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής».


Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες.
Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».
Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.
Θεολογική σύγχυση προκαλεί με την ασάφειά του και το άρθρο 20, το οποίο λέγει: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (κανόνες 7 της Β  και95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)».
Όμως, οι κανόνες 7 της Β  και95 της Πενθέκτης κάνουν λόγο για την αναγνώριση του Βαπτίσματος συγκεκριμένων αιρετικών, που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά, από το γράμμα και το πνεύμα του θεολογικώς κρινομένου κειμένου αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν γίνεται καθόλου λόγος για επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη και μόνη Εκκλησία. Αντίθετα, στο κείμενο θεωρείται το Βάπτισμα των ετεροδόξων εκ προοιμίου –και χωρίς Πανορθόδοξη επ’ αυτής απόφαση– ως δεδομένο. Με άλλα λόγια το κείμενο υιοθετεί την «βαπτισματική θεολογία». Ταυτόχρονα, αγνοείται σκοπίμως το ιστορικό γεγονός, ότι οι σύγχρονοι ετερόδοξοι της Δύσεως (Ρ/λικοί και Προτεστάντες) έχουν όχι ένα, αλλά σωρεία δογμάτων, που διαφοροποιούνται από την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (εκτός του filioque, κτιστή χάρη των μυστηρίων, πρωτείο, αλάθητο, άρνηση των εικόνων και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων κ.ά.).
Εύλογα ερωτηματικά εγείρει και το άρθρο 21, όπου σημειώνεται, ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία... εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής (ενν. της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις») εκδοθέντα θεολογικά κείμενα... δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών». Εδώ, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι τα κείμενα αυτά δεν κρίθηκαν από τις Ιεραρχίες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Τέ­λος, στο άρ­θρο 22 δί­δε­ται η εν­τύ­πω­ση, ό­τι η Μέλ­λου­σα να συ­νέλ­θει Α­γί­α και Με­γά­λη Σύ­νο­δος προ­δι­κά­ζει το α­λά­θη­το των α­πο­φά­σε­ών της, ε­πει­δή θε­ω­ρεί, ό­τι «η δι­α­τή­ρη­σις της γνη­σί­ας ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νον δια του συ­νο­δι­κού συ­στή­μα­τος, το ο­ποί­ον α­νέ­κα­θεν εν τη Εκ­κλη­σί­α α­πε­τέ­λει τον αρ­μό­διον και έ­σχα­τον κρι­τήν πε­ρί των θε­μά­των της πί­στε­ως». Στο άρ­θρο αυ­τό πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται το ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ό­τι στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α έ­σχα­το κρι­τή­ριο εί­ναι η γρη­γο­ρού­σα δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση του πλη­ρώ­μα­τος της  Εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α στο πα­ρελ­θόν ε­πι­κύ­ρω­σε ήθε­ώ­ρη­σε λη­στρι­κές α­κό­μη και Οι­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Το συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα α­πό μό­νο του δεν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά την ορ­θό­τη­τα της ορ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αυ­τό γί­νε­ται μό­νο, ό­ταν οι συ­νο­δι­κοί Ε­πί­σκο­ποι έ­χουν μέ­σα τους ε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο το Ά­γιο Πνεύ­μα και την Υ­πο­στα­τι­κή Ο­δό, το Χρι­στό δη­λα­δή, ο­πό­τε ως συν-ο­δι­κοί εί­ναι στην πρά­ξη και «ε­πό­με­νοι τοις α­γί­οις πα­τρά­σι».
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Με όσα γράφονται και όσα υπονοούνται σαφώς στο παραπάνω κείμενο, είναι προφανές, ότι οι εμπνευστές και οι συντάκτες του επιχειρούν μια θεσμική νομιμοποίηση του Χριστιανικού Συγκρητισμού-Οικουμενισμού, με μια απόφαση Πανορθοδόξου Συνόδου. Αυτό όμως θα ήταν καταστροφικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό προτείνω, ταπεινώς, την καθολική απόσυρσή του.
Και μία θεολογική παρατήρηση στο κείμενο: «ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ». Στο άρθρο 5, i σημειώνεται: «ο γάμος Ορθοδόξων μεθ’ ἑ­τε­ρο­δό­ξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν, μη δυνάμενος να ευλογηθή (κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω συνόδου) δυνάμενος όμως να ευλογηθή κατά συγκατάβασιν και διά φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».
Εδώ, ο ρητός όρος ότι «τα εκ του γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθή και αναπτυχθή εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αντιστρατεύεται την θεολογική κατοχύρωση του γάμου ως μυστηρίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τούτο, επειδή εμφανίζεται η τεκνογονία -σε συνάρτηση με τη βάπτιση των τέκνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία- να νομιμοποιεί την ιερολογία των μικτών γάμων, πράγμα σαφώς απηγορευμένο από Κανόνα (72 της Πενθέκτης) Οικουμενικών Συνόδων. Με άλλα λόγια, μια μη Οικουμενική Σύνοδος, όπως είναι η Μέλλουσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, σχετικοποιεί ρητή απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Και αυτό είναι απαράδεκτο.
Και κάτι ακόμη. Αν ο ιερολογημένος γάμος δεν αποδώσει τέκνα, νομιμοποιείται θεολογικώς αυτός ο γάμος από την πρόθεση του ετεροδόξου συζύγου να εντάξει τα ενδεχόμενα παιδιά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία;
Κατά θεολογική συνέπεια, η παρ. 5, i πρέπει να απαλειφθεί.
το βρήκαμε εδώ


Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Επιτέλους ,οι ανορθόδοξες και αντιπατερικές απόψεις του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα βρίσκουν την αναιρεσή τους !



Την αποβολή των μελετών του μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη για την Αγία Τριάδα, από τις θεολογικές και εκκλησιαστικές σχολές ζητά ο μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος μέσω μιας μακροσκελέστατης ανάλυσης που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα.
Ο μητροπολίτης Ναυπάκτου ο οποίος εγκαλεί τον μητροπολίτη Περγάμου για παρερμηνεία της διδασκαλίας του Μεγάλου Αθανασίου, των Καππαδοκών Πατέρων και του αγίου Μάξιμου του Ομολογητή για τον Τριαδικό Θεό, κάνει λόγο για «αντιπατερική άποψη» που «πρέπει να αποβληθεί» όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, ενώπιον του κινδύνου «νά µεγαλώση µιά γενιά θεολόγων καί Κληρικῶν µέ ἀνορθόδοξες ἀπόψεις στό δόγµα τῆς Ἁγίας Τριάδος».


Στην 68 σελίδων μελέτη του, ο μητροπολίτης Ναυπάκτου, ο οποίος θεωρείται ένας εκ των πλέον επιφανών ορθόδοξων θεολόγων σε διεθνές επίπεδο, αναλύει τα όσα κατά καιρούς έχει διατυπώσει ο επίσης αναγνωρισμένος στους θεολογικούς κύκλους μητροπολίτης κ. Ιωάννης, στον οποίο αποδίδει ανορθόδοξες και αντιπατερικές απόψεις, ξένες προς την πατερική παράδοση και ερμηνείες κατά το δοκούν.
Όπως αναφέρεται σε Δελτίο Τύπου που εξέδωσε αργά σήμερα το απόγευμα η μητρόπολη Ναυπάκτου, «Στό κείμενο αὐτό ἐπισημαίνονται οἱ παρακινδυνευμένες ἀπόψεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου για τήν «ὀντολογία τοῦ προσώπου» καί κυρίως γιά τήν δῆθεν «μία ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια» τοῦ Πατρός, γιά τό δῆθεν «ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρός», καί παρουσιάζονται οἱ συνέπειές τους.
Συγχρόνως παρατίθεται ἡ διδασκαλία βασικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἐπισημαίνοντας ὅτι εἶναι θεολογικό λάθος καί θεολογικό ἀτόπημα νά συνδέεται ἡ φύση μέ τήν ἀνάγκη, ἡ βούληση μέ τό πρόσωπο, νά γίνεται λόγος γιά τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου, γιά προτεραιότητα τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς οὐσίας, γιά κοινωνία προσώπων καί ὄχι γιά κοινωνία φύσεως. Ἐπίσης εἶναι μεγάλη πλάνη νά εἰσέρχεται κανείς στοχαστικά καί ὑπαρξιακά στά ἐνδότερα τῆς Ἁγίας Τριάδος, καταργώντας τόν ἀποφατισμό, καί εἰσάγοντας μιά αἰώνια θέληση στόν Πατέρα».
orthodoxia.info- Ανδρέας Λουδάρος

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)