Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Μεταμοσχεύσεις: Δικαίωμά μας, Υποχρέωσή μας ή Άρνησή τους;


Toυ Βασίλειου Ευσταθίου, 
Δρ. Φυσικού, πτ. ΕΚΠΑ Κ.Θεολογίας

 
1. Εισαγωγή.

Oι μεταμοσχεύσεις αποτελούν άλλο ένα σύγχρονο θέμα, που ως και σήμερα μπερδεύει, δυσκολεύει και διχάζει πολλούς. Ωστόσο δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο πολύπλοκο, όσο παρουσιάζεται, αν δούμε ποια είναι η βάση του, όπως και άλλα θέματα αυτού του είδους. 


Παρουσιάζεται όμως ότι δεν είναι απλό, καθώς λείπει και εδώ η σωστή και ακριβής ενημέρωση, όταν μάλιστα ο άμεσα συσχετισμένος όρος με αυτές, η γνωστή δηλαδή ταμπέλα που χρησιμοποιείται του ‘εγκεφαλικά νεκρός’, είναι στην πραγματικότητα ένας όρος παντελώς ασαφής και ανακριβής, και κατά συνέπεια απόλυτα παραπλανητικός σε ένα τέτοιο σοβαρό θέμα που έχει να κάνει με ιατρικές περιπτώσεις και ανθρώπινες ζωές. Έτσι πολλοί άνθρωποι οδηγούνται να δίνουν  αφελώς και ανυποψίαστα την σχετική συγκατάθεσή τους, κάτι το οποίο μπορεί κάποτε να πληρώσουν ακριβά τελικά, ενώ άλλοι, λόγω άνομων διαδικασιών, που παρερμηνεύουν και περιθωριοποιούν κάθε έννοια ανθρώπινων δικαιωμάτων, μπορεί να υποστούν τα ίδια, έστω και χωρίς να έχουν συγκατατεθεί ποτέ οι ίδιοι και χωρίς να ήθελαν ποτέ να το κάνουν. Αλλά και ακριβώς επειδή αυτό είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, πολλές φορές, ακόμα και αν του το πουν κάποιου που βρίσκεται σε κίνδυνο για να πεθάνει και το γνωρίζει ότι οι μεταμοσχεύσεις ξεφεύγουν πέρα από τα όρια της ηθικής, μπρος στο φόβο, στην πίεση και στην ανησυχία του επικείμενου θανάτου, είναι εύκολο να προτιμήσει να βρει τρόπο να υιοθετήσει την αντίθετη άποψη, ή απλά μπορεί να αγνοήσει την όποια πληροφόρηση περί αυτού του ζητήματος κατά το δοκούν, και να κοιτάξει να λάβει την προσφερόμενη ‘σωτηρία’ χωρίς να λογαριάσει κάθε τίμημα, αν του δίνεται το περιθώριο να το κάνει, όπως συμβαίνει με την υιοθέτηση του άστοχου όρου που αναφέραμε παραπάνω. Γι αυτό είναι μεγάλη ανάγκη να αποσαφηνίσουμε κάποια βασικά σημεία του ζητήματος αυτού.

2. Είναι ζωντανοί ή νεκροί oι ‘εγκεφαλικά νεκροί’; Ισχύει με ασφάλεια η συναίνεση (πραγματική και εικαζόμενη);

Ποιο είναι το κριτήριο βάση του οποίου  απαντούμε το αν επιτρέπονται οι μεταμοσχεύσεις ή όχι; To βασικό κριτήριο δεν είναι άλλο από το αν ο άνθρωπος που δίνει το όργανο χρειάζεται να είναι οπωσδήποτε ζωντανός ή μπορεί να το κάνει ακόμα και αν είναι ήδη νεκρός. Γιατί αν χρειάζεται να είναι ζωντανός, αυτό σημαίνει ότι αφού θα δώσει το ζωτικό του όργανο (εκτός από την περίπτωση των διπλών οργάνων, όπως των νεφρών, όπου και μετά τη δωρεά του οργάνου, η ζωή του δότη μπορεί να συνεχίσει), αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τον άμεσο θάνατο, δηλαδή με τη δωρεά θα τερματιστεί και η ζωή του. Αν είναι αυτή η περίπτωση, ακόμα και αν πρόκειται για κάποιον που δεν μπορεί να αποφύγει τον θάνατο πολύ σύντομα, με ποιό δικαίωμα θα επέμβουμε κατά βούληση στην διαδικασία θανάτου του, και θα τον επισπεύσουμε έστω και ελάχιστα, ακόμα και αν έχουμε την πρόσφατη συγκατάθεσή αυτού; Kαι πράγματι αυτή είναι η περίπτωση που ισχύει εδώ, δηλαδή τα όργανα πρέπει να αφαιρεθούν από ζωντανό δότη, γιατί τα όργανα αμέσως μετά το θάνατο του δότη αρχίζουν να αχρηστεύονται (ενώ σε κάποιες περιπτώσεις με λίγο μεγαλύτερη παράταση στην μηχανικά υποστηριζόμενη ζωή του δότη, τα όργανα μπορεί να αχρηστευτούν, ενώ ακόμα αναπνέει και η καρδιά του χτυπάει). Αυτό επιμελώς  προσπαθούν να το αποκρύψουν στις μέρες μας, χρησιμοποιώντας το τεχνητό όρο ‘εγκεφαλικά νεκρός’ για τον ζωντανό δότη, όταν δεν λειτουργεί σε ένα μεγάλο βαθμό ο εγκέφαλός του, σύμφωνα πάντα με τις ενδείξεις των σχετικών οργάνων, τα οποία  δεν εμφανίζουν να έχει εγκεφαλική δραστηριότητα, ενώ ακόμα ζει, με την καρδιά του να χτυπάει, το αίμα του να κυκλοφορεί, το μεταβολισμό του να λειτουργεί. Σημειωτέων ότι για να συμβαίνουν όλα αυτά (καρδιακός παλμός, κυκλοφορία του αίματος, μεταβολισμός) χρειάζεται κάποια δραστηριότητα του νευρικού συστήματος, έστω και αν, όπως υποτίθεται, όχι του εγκεφάλου, αλλά οι εμπνευστές του όρου ‘εγκεφαλικά νεκρός’ θέλησαν να θεωρήσουν νεκρό αυτόν που δεν δουλεύει ένα τμήμα του νευρικού συστήματος, έστω και αν εξακολουθεί να δουλεύει ένα άλλο. Έτσι προσπαθούν να διεκδικούν μέσω της χρήσης του όρου το δικαίωμα να  χρησιμοποιούν όσους ασθενείς δεν λειτουργεί ο εγκέφαλός τους, ως δότες, αν έχουν δηλώσει κάποτε στο παρελθόν δότες, ή  χωρίς οι ίδιοι ποτέ να δηλώσουν δότες, αν συμφωνήσουν οι συγγενείς τους (και πως δικαιολογείται να έχουν ένα τέτοιο δικαίωμα πάνω τους οποιοιδήποτε  άλλοι, ακόμα και αν πρόκειται για συγγενείς τους;). Αλλά και εάν οι ίδιοι συμφωνήσαν κάποτε για κάτι τέτοιο, πως μπορεί να είμαστε σίγουροι ότι η γνώμη τους στην πορεία δεν άλλαξε; Aλλά και να μην άλλαξε και συμφωνούν ακόμα, έχουμε το δικαίωμα και πάλι να επέμβουμε στην διαδικασία του θανάτου τους; Άραγε και όταν αυτοί συμφώνησαν είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν ακριβώς τι συμβαίνει κατά την διαδικασία της λήψης των  οργάνων από τον δότη (θα πρέπει τουλάχιστόν να γνωρίζουν αυτό - το να γνώριζαν βέβαια παραπέρα το τι συμβαίνει κατά τη διαδικασία του θανάτου, είναι φύση αδύνατο αφού για να το γνωρίζουν πρέπει να συμβεί αυτός); Μάλλον στο πλείστον των περιπτώσεων δεν γνωρίζουν τίποτα για το τι συμβαίνει τότε.

Αν οι ασθενείς ζουν με μηχανική υποστήριξη ζωής, γιατί απλά να μην δικαιούμαστε να την διακόψουμε όμως, και να πάρουμε τα όργανα; Aν δεν γνωρίζει κάποιος την όλη διαδικασία, αυτό μπορεί να φαίνεται λογικό και συζητήσιμο. Αν όμως διαβάσει κάποιος ένα ιατρικό εγχειρίδιο περί της σχετικής διαδικασίας που ακολουθείται, θα διαπιστώσει ότι σε αυτό το σοβαρό σημείο στην πραγματικότητα δεν είναι δυνατό να είναι τόσο απλά τα πράγματα, και ο θάνατος επέρχεται, όχι απλά μετά από μια διακοπή της μηχανικής υποστήριξης της ζωής, αλλά ύστερα από άκρως ελεγχόμενη ιατρική επέμβαση, κατάλληλη ώστε να μπορέσουν να αφαιρέσουν τα όργανα ακέραια και αβλαβή από την καταστρεπτική σε αυτά επίδραση της παύσης της κυκλοφορίας του αίματος (φαινόμενο της ισχαιμίας), που συνοδεύει αναπόφευκτα την διαδικασία του θανάτου, αχρηστεύοντάς τα. Και επειδή κατά την διαδικασία της αφαίρεσης ο οργανισμός μπορεί να αντιδράσει πολύ βίαια στην αφύσικη επέμβαση που υπομένει, χορηγούνται στον δότη….παυσίπονα, αν και ‘εγκεφαλικά….νεκρός’, που καταστέλλουν αυτές τις αντιδράσεις και προφυλάσσουν τα όργανα από αυτές. Ο σκοπός πάντα είναι η ασφαλής αφαίρεση των οργάνων, αφού άλλωστε ο δότης είναι…‘εγκεφαλικά νεκρός’.  ‘ Όμως τελικά αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι ενδείξεις, αν όχι αποδείξεις, του πόνου και της οδύνης του δότη που βιώνει σε όλη αυτή την διαδικασία; Θα μπορούσε να πει κάποιος βέβαια ότι ο εγκέφαλος του δεν λειτουργεί για να μπορεί να καταλάβει πόνο και οδύνη, όπως και δεν μπορεί να τον εκφράσει. Ωστόσο, αν μελετήσουμε καλύτερα την έννοια του όρου ‘εγκεφαλικά νεκρός’, θα δούμε αυτό στο οποίο κάναμε ήδη μια σύντομη αναφορά παραπάνω, ότι είναι ένας όρος αυστηρά αναφερόμενος σε μια συγκεκριμένη περιοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος (εγκέφαλος-νωτιαίος μυελός), και όχι σε όλο το κεντρικό νευρικό σύστημα (πολύ περισσότερο όχι σε όλο το νευρικό σύστημα στο σύνολό του). Με άλλα λόγια κάποιες περιοχές του ακόμα λειτουργούν!!! Κι αυτό βέβαια σύμφωνα πάντα με ότι δείχνουν τα ιατρικά όργανα ή καλύτερα με ότι δεν δείχνουν, αφού μας ενδιαφέρει η περίπτωση της μη λειτουργίας, όπου πρέπει βέβαια να έχουμε υπόψη μας ότι στην περίπτωση που τα όργανα δεν ‘βλέπουν’ κάτι, δεν μετρούν κάτι, αυτό δεν σημαίνει πάντα απόλυτα ότι δεν υπάρχει τίποτα και γι αυτό δεν το ‘βλέπουν’ τα όργανα.  Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε σε καμιά περίπτωση την πιθανότητα μέσω αυτών των περιοχών ο δότης να εξακολουθεί να βιώνει την αίσθηση του πόνου και της οδύνης.  Και αυτό είναι το πιο πιθανό να συμβαίνει, αλλά εν πάσι περιπτώση εδώ δεν μπορούμε να εξετάζουμε τις πιθανότητες, γιατί πρόκειται για ανθρώπινες ζωές με τις οποίες δεν υπάρχει περιθώριο για να ρισκάρουμε ποτέ. Και γι αυτό οφείλει ο καθένας, αν έχει την παραμικρή συνείδηση, ανθρωπιά και λογική, να το λάβει ως δεδομένο και όχι ως ζητούμενο το ότι, όπως και να το εννοήσουμε, ο δότης βιώνει πόνο, θλίψη και δυσφορία, έστω και αν όχι έτσι ακριβώς όπως κάποιος που διατηρεί τις αισθήσεις του, άλλα ίσως κάπως διαφορετικά, ίσως όπως όταν βλέπουμε ένα πολύ ζωντανό εφιάλτη. Μετά βέβαια την χορήγηση των παυσίπονων τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα γι αυτόν…. Μπορεί βέβαια κάποιος να ισχυριστεί ότι όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν τίποτα από την στιγμή που ο δότης δίνει την συγκατάθεσή του. Κατ’ αρχήν ακόμα και να την δίνει, τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζει πολλά σημαντικά πράγματα περί του τι συμβαίνει στην πραγματικότητα σε αυτό το ζήτημα, όπως και αυτός δεν το έχει ξαναζήσει αυτό, και είναι και αυτό ένας λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να γνωρίζει τι τον περιμένει πριν συμβεί και το ζήσει, όπως αναφέραμε και παραπάνω. Από τη άλλη πλευρά, όταν έρθει εκείνη η ώρα, ο δότης και να θελήσει, φυσικά είναι  πια αργά για να μιλήσει προκειμένου να σταματήσει την διαδικασία με οποιοδήποτε τρόπο, πριν καταλήξει σε λίγο στον θάνατό του.

3. Ο θάνατος ιατρικώς και θρησκευτικώς.

Θα πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι εκτός του ζητήματος που δημιουργείται με την υιοθέτηση του παραπλανητικού όρου ‘εγκεφαλικά νεκρός’ για ανθρώπους που ακόμα χτυπάει η καρδιά τους και αναπνέουν, έστω και με τεχνητά μέσα, οι οποίοι και να είναι ετοιμοθάνατοι, δεν έχουν όμως ακόμα πεθάνει, εκτός δηλαδή του ζητήματος της  ορθής έγκυρης διάγνωσης για το αν πέθανε κάποιος ή ακόμα ζει, υπάρχει επίσης και το ζήτημα και του πότε ακριβώς επέρχεται ο θάνατος. Θρησκευτικά αυτός ορίζεται ως ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, που οδηγεί στην νέκρωση του σώματος και τελικά στην αποσύνθεσή του. Την ακριβή στιγμή που συμβαίνει αυτό, η ιατρική δεν μπορεί να την γνωρίζει, αλλά μόνο μπορεί να ελέγξει αν κάποιος πέθανε ή ζει ακόμα, σύμφωνα με το δικό της πάντα ορισμό. Σημαίνει όμως αυτό ότι μπορεί για κάποιον άνθρωπο σε μια δεδομένη στιγμή, η διάγνωση για το αν ζει ή όχι να είναι διαφορετική σύμφωνα με τον ορισμό της θρησκείας και διαφορετική σύμφωνα με αυτόν της ιατρικής; Επειδή σύμφωνα με τον Χριστιανισμό το σώμα δεν μπορεί να ζει χωρίς την ψυχή, αποκλείεται, για κάποιον που η ιατρική δίνει διάγνωση ότι είναι ζωντανός, που εννοεί έτσι ότι το σώμα του είναι ζωντανό, να είναι νεκρός σύμφωνα με το Χριστιανισμό, αφού αν ζει το σώμα του, η ψυχή του είναι οπωσδήποτε μαζί με αυτό και άρα τότε αυτός βρίσκεται στη ζωή. Υπάρχουν βέβαια σπάνιες περιπτώσεις εξαιρέσεων στην κοινή πραγματικότητα της νέκρωσης του σώματος με το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, όπου μετά από θαυματουργική παρέμβαση του Θεού, κάποιοι άνθρωποι, αν και στην πραγματικότητα ήταν νεκροί, εννοώντας η ψυχή τους είχε εγκαταλείψει το σώμα τους και επομένως το σώμα τους θα έπρεπε να είναι νεκρό και ως νεκρό ακίνητο, το σώμα τους παρουσιάστηκε ζωντανό και κινούμενο από το Θεό για κάποιο λόγο (άλλοι νεκροί περπάτησαν, όπως έκανε ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης ενώ ήταν αποκεφαλισμένος, άλλοι κινήθηκαν, όπως παρουσιάστηκε ότι έκανε η Άγια Ευφημία μέσα στην λάρνακά της στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, άλλοι μίλησαν, όπως έκανε η κόρη του Άγιου Σπυρίδωνα μέσα από τον τάφο της, όταν της ζήτησε ο πατέρας της να του απαντήσει). Στην περίπτωση της διάγνωσης κατά την ιατρική ότι κάποιος είναι νεκρός, κατά τον κλασικό ορισμό, δηλαδή όταν δεν αναπνέει πλέον και έχει σταματήσει η καρδιά του, χωρίς να υπάρχει ελπίδα επαναφοράς, αν μάλιστα έχουν περάσει και τα απαραίτητα λεπτά σε αυτή την κατάσταση, ώστε να επιβεβαιωθεί οριστικά το γεγονός του θανάτου, αυτό δεν σημαίνει πάντα από την πλευρά της θρησκείας ότι ο άνθρωπος έχει ήδη πεθάνει, γιατί όπως είπαμε αυτή δέχεται ότι πεθαίνει ο άνθρωπος όταν χωρίζει η ψυχή από το σώμα του.  Έτσι ο άνθρωπος μπορεί να μην έχει καρδιακό παλμό και να μην αναπνέει, όμως για λίγο χρόνο μετά είναι δυνατόν η ψυχή του να μην έχει φύγει ακόμα από το σώμα του. Και δεν υπάρχει βέβαια καμιά περίπτωση να συμβαίνει κάτι τέτοιο, δηλαδή να έχει αποχωριστεί οριστικά η ψυχή του από το σώμα, όπως εξηγείται στα παραπάνω, όταν ο άνθρωπος, έστω και με μηχανική υποστήριξη, αναπνέει και έχει καρδιακό παλμό, όσο και ‘εγκεφαλικά νεκρό’ να τον αποκαλούν οι ιατροί, σύμφωνα με τον νέο παραπλανητικό ορισμό του θανάτου. Αλλά αν όμως η ψυχή του ανθρώπου βρίσκεται ακόμα στο σώμα του, τουλάχιστον μέχρι να σταματήσει η αναπνοή του και η καρδιά του, χωρίς να γνωρίζουμε και για πόση ώρα ακόμα μετά είναι ενωμένη με αυτό, αποτελώντας ένα πραγματικό μυστήριο το όλο αυτό γεγονός, πως κάποιοι παραβλέποντας όλα αυτά που διδάσκει η θρησκευτική πίστη τολμούν άφοβα να επεμβαίνουν στο ανθρώπινο σώμα και να σταματούν και την καρδιά και την αναπνοή με τον τεχνητό ‘ιατρικό’ τρόπο που θέλουν, για να το οδηγήσουν στο θάνατο, παραβλέποντας τι συνέπειες μπορεί να έχει η επέμβασή τους στην ψυχή του ασθενή που πεθαίνει; Βέβαια δεν είναι δικαιολογία για να κάνουν κάτι τέτοιο, το ότι οι ίδιοι μπορεί να μην ασπάζονται την θρησκευτική θέση στο ζήτημα, όπως για παράδειγμα αν δεν πιστεύουν καν στη ύπαρξη της ψυχής, γιατί εκτός του ότι δεν μπορούν να αποδείξουν κατί διαφορετικό, επίσης ο ασθενής μπορεί να πιστεύει και την ύπαρξη της ψυχής και ότι ο θάνατος είναι ο χωρισμός της από το σώμα, και αυτό και μόνο καθιστά υποχρέωσή τους να ενεργήσουν έτσι ώστε να του δείξουν το δέοντα σεβασμό με το καλύτερο τρόπο προς το πιστεύω του, όπως αρμόζει σε ιατρούς προς ασθενή. Επίσης ακόμα και μετά την παύση της καρδιάς και της αναπνοής του ανθρώπου, το σώμα του θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή και σεβασμό, γιατί εκτός του ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πότε ακριβώς αναχωρεί η ψυχή από το σώμα, που είναι ένα μυστήριο, όπως είπαμε, επιπλέον οι άνθρωποι σε όλη την ιστορία της ύπαρξής τους πάντα απόδιδαν τον σεβασμό στον νεκρό και τον περιποιούνταν, καθώς ο ίδιος δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα για την φροντίδα των αναγκαίων του και είναι στα χέρια τους. Όποτε συνέβαιναν πράξεις αντίθετες σε αυτό από τους οποιουσδήποτε, αυτές τύχαιναν αποδοκιμασίας από τους πολλούς ως βέβηλες και ασεβείς. Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν, πολύ περισσότερο δεν έχει και κανείς δικαίωμα να μετατρέψει το σώμα κάποιου, ακόμα κι αν είναι πια πράγματι νεκρό, είτε ολόκληρο, είτε κάποια μέλη του, σε αντικείμενο προς πώληση και εμπόριο.   

Πίσω από το μυστήριο του θανάτου, όσο και να θέλουν κάποιοι να την παραβλέψουν,  υπάρχει άλλη μια πολύ σημαντική πτυχή να εξετάσουμε αυτού του θέματος μας. Αν ο δότης ακόμα αναπνέει και χτυπάει η καρδιά του, μέχρι να σταματήσουν αυτά, όχι με απλή αποσύνδεση των μηχανημάτων τεχνητής υποστήριξης, αλλά με κατάλληλη ειδική τεχνητή επέμβαση των ιατρών προς επίτευξη του σκοπού τους, της λήψης δηλαδή των οργάνων του, τότε, ακόμα και αν η ζωή του ήταν καταδικασμένη να τελειώσει πολύ σύντομα, αν και γι αυτό ποτέ δεν μπορεί να είμαστε απόλυτα βέβαιοι, ακόμα κι αν είχε ακόμα μόνο λίγα δευτερόλεπτα ζωή, στην περίπτωση που οι γιατροί δεν επενέβαιναν, θα πρέπει να καταλάβουμε καλά ότι ακόμα και σε αυτή την περίπτωση και πάλι δεν έχουν το δικαίωμα αυτοί να επέμβουν στο θάνατό του. Ο λόγος γι αυτό είναι φυσικά ότι οι γιατροί δεν μπορούν να επεμβαίνουν τεχνητά στο θάνατο του ασθενούς και να σταματούν την καρδιά και την αναπνοή του, πέρα από  το να αποσυνδέουν τα μηχανήματα υποστήριξης, όταν πέρα από ένα σημείο δεν βοηθάει η συνέχιση της υποστήριξης αυτής ή και αν δεν υπάρχει δυνατότητα για συνέχισή αυτής της υποστήριξης, όπως αν είναι πολυκαιρινή ή υπάρχει μεγάλο πλήθος ασθενών.  Μια επέμβαση στο θάνατο του ασθενή, πέρα από την περίπτωση που μόλις αναφέραμε, όχι μόνο ξεφεύγει από την δεοντολογία της ιατρικής, αλλά μπορεί ακόμα βάσιμα να κατηγορηθεί και ως φόνος. Επίσης ακόμα κι ο ασθενής-δότης να πρόκειται να πεθάνει από λεπτό σε λεπτό δεν συνιστά με κανένα τρόπο ελαφρυντικό αυτό για να επέμβουν στο θάνατό του και για τον παρακάτω λόγο. Όταν κάποιος άνθρωπος είναι ετοιμοθάνατος βιώνει όπως είναι κοινώς μαρτυρούμενο τις προθανάτιες εμπειρίες, ή τις επιθανάτιες εμπειρίες κατά την ώρα του θανάτου του, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το μυστήριο του θανάτου του. Σε αυτή την κατάσταση ο άνθρωπος φυσικά ζει ή περνάει σε μια μεταβατική κατάσταση, ωστόσο σε κάθε περίπτωση είναι ακόμα στο σώμα του και άρα ζει κάθε στιγμή, και μάλιστα μάλλον μπορεί να την βιώνει πολύ έντονα, είτε φαίνεται εξωτερικά, είτε όχι, και οπωσδήποτε αποτελεί αυτό πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωή του, όπου ακόμα και σε μια στιγμή μπορεί να δέχεται μεγάλες αλλοιώσεις και εμπειρίες, με το χρόνο να μετράει και να βιώνεται διαφορετικά σε μια τέτοια κατάσταση (ως γνωστό και κατά την σύγχρονη επιστήμη ο χρόνος είναι σχετικό μέγεθος, και σε καμιά περίπτωση δεν είναι απόλυτος, οπότε και ένας άνθρωπος μπορεί να τον αντιλαμβάνεται πολύ διαφορετικά σε σχέση με έναν άλλο). Υπό τέτοιες συνθήκες λοιπόν ο άνθρωπος προετοιμάζεται για το χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, και μπορεί ακόμα και μέσα σε δευτερόλεπτα σύμφωνα με το δικό μας χρόνο να αλλάξει κατά πολύ ως άνθρωπος, και αυτό να τον βοηθήσει μπρος στο γεγονός του θανάτου που έρχεται αντιμέτωπος. Σε αυτή την αλλαγή θα μπορούσαν να είναι σημαντικές και εξωτερικές επιδράσεις, όπως ένα βίωμα αγάπης από τους γύρω μας, για παράδειγμα ένα άγγιγμα ή μια παρηγορητική κουβέντα, ακόμα και αν φαινομενικά δεν υπάρχει καμιά επαφή με το περιβάλλον. Υπό αυτές τις συνθήκες αντιλαμβάνεται κανείς τι σημαίνει για κάποιον που ετοιμάζεται να αναχωρήσει από αυτή τη ζωή, αν αντί να αισθάνεται με τον οποιοδήποτε τρόπο την αγάπη των γύρω του, κάποιοι του δίνουν αναισθητικά και παυσίπονα και ετοιμάζονται, όχι απλά με αποσύνδεση, αλλά με βίαιο επεμβατικό τρόπο, να σταματήσουν την καρδιά του, δίνοντας αυτοί σημασία στον άλλο ασθενή που περιμένει να παραλάβει κάποιο όργανο, ο οποίος μπορεί να έχει ακόμα και μήνες ζωής, και μάλλον δεν έχει ανάγκη σε τέτοιο βαθμό που έχει ο άνθρωπος, που είναι στα πρόθυρα του θανάτου. Εκτός αν μπορούσαν να αποδείξουν το αντίθετο, που φυσικά κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει και ούτε πρόκειται να γίνει, καθότι είναι αδύνατον  να αποδειχθεί η μια ή η άλλη θέση ως θέμα στο οποίο η τοποθέτηση του καθενός εκπηγάζει από την πίστη του, που επομένως οι ιατροί δεν μπορούν το ρυθμίζουν ανάλογα με τις δικές τους τοποθετήσεις και πεποιθήσεις, αλλά αν μπορούν ανάλογα με αυτές των δύο ασθενών, δότη και λήπτη, και αν δεν μπορούν (και πώς είναι δυνατόν να μπορούν;), ας μένουν αμέτοχοι σε τέτοιες πρακτικές και να μην τις εφαρμόζουν. Αλλά όλα αυτά μπορούν να συμβαίνουν, γιατί απλά ο άνθρωπος αυτός κάποτε συναίνεσε να γίνει δότης, το πιο πιθανό χωρίς να ξέρει τι σημαίνει αυτό και χωρίς να μπορεί να μάθει πέρα από ένα σημείο τι σημαίνει αυτό, όπως επίσης και μπορεί από τότε που συναίνεσε να άλλαξε γνώμη και να μην συμφωνεί πια με κάτι τέτοιο, τώρα μάλιστα που πλησιάζει και στο θάνατο. Όποια και να είναι η περίπτωση όμως, δεν μπορεί πια ακόμα και αν θα το ήθελε, να εκφράσει την άρνηση του τώρα. Βέβαια δεν αποκλείεται και να μην συναίνεσε ποτέ,  και να εικάζεται αυτό με την συγκατάθεση άλλων, εφαρμόζοντας την ‘εικαζόμενη συναίνεση’, οπότε οι άλλοι αποφασίζουν, αντί γι αυτόν, την επέμβαση στο μυστήριο του θανάτου του.   

  4. Ποια επιτυχή ή μη αποτελέσματα έχουν οι μεταμοσχεύσεις.

Αλλά ποιος βεβαιώνει ότι αυτός που παίρνει το όργανο ο ασθενής, τελικά θα μπορέσει να ζήσει φυσιολογικά και για πολύ καιρό ακόμα, αφού το όργανο στο οποίο στηρίζεται η ζωή του, το έχει πάρει από άλλον και δεν είναι δικό του, γι αυτό και κινδυνεύει να το αποβάλλει ο οργανισμός του αν δεν πάρει τα απαραίτητα φάρμακα για να μην γίνει αυτό; Και βέβαια αυτή η αβεβαιότητα και ο περιορισμός σχετικά με την επιτυχία της μεθόδου, καθώς και η μεγάλη εξάρτηση από φάρμακα, καταγγέλλουν και αυτά, ότι αποτελεί κάτι αφύσικο και μη αποτελεσματικό στην ουσία,  που είναι σε κάθε περίπτωση αμφισβητήσιμο ιατρικώς. O ασθενής που ζει από μεταμόσχευση οργάνου που έγινε σε αυτόν, έχει σε όλη του τη ζωή πάνω του (ή μάλλον μέσα του) ένα όργανο ξένο στον οργανισμό του, που δημιουργήθηκε ως μέλος άλλου οργανισμού, με διαφορετικό DNA και γενετικό υλικό να απαρτίζουν κάθε κύτταρο του, με άλλα λόγια άλλης ποιότητος. Αυτό μπορεί να μας θυμίσει τα ανταλλακτικά στα αυτοκίνητα που καθένα έχει γίνει από διαφορετικό υλικό από το άλλο και μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο ίδιο με αυτό, οποιουδήποτε άλλου αυτοκινήτου που έχει τέτοιο ανταλλακτικό, χωρίς κανένα πρόβλημα. Ωστόσο η κατασκευή ενός έμβιου οργανισμού, όπως είναι ο άνθρωπος, είναι τελείως διαφορετική από μια άψυχη κατασκευή, αποτελούμενος από κύτταρα με ίδιο DNA και γενετικό υλικό, στον οποίο η παρουσία ενός διαφορετικής κατασκευής και σύστασης ξένου σώματος δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πως πραγματικά επιδράει στον οργανισμό, όταν μάλιστα πρόκειται για ανθρώπινο οργανισμό, με τον άνθρωπο να είναι λογικός, έχοντας ψυχή. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια πραγματικά ψυχοσωματική επίδραση μπορεί να έχει στον άνθρωπο αν πάρει από κάποιον άλλο ένα όργανο, του οποίου στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γνωρίζει ούτε καν το όνομά του πριν γίνει η μεταμόσχευση, αλλά ούτε και μετά από αυτήν, με την τήρηση του ιατρικού απορρήτου, ως ένα τρόπο αντιμετώπισης αυτών των επιδράσεων. Κάθενας όμως πριν τοποθετηθεί σχετικά με αυτό το ζήτημα χρειάζεται να σκεφτεί και να αναρωτηθεί μήπως τελικά η ζωή ενός ανθρώπου που λαμβάνει ένα όργανο, μετά από την μεταμόσχευση δεν θα μπορέσει να είναι ποτέ όπως ήταν πριν. Μήπως υπάρχει έτσι απόκλιση από αυτό που είναι φυσικό και λογικό και που μόνο με αυτό μπορεί να έχουμε ζωή και ευτυχία; Mήπως αντί για αυτοθυσία του δότη, η διαδικασία αφαίρεσης των οργάνων είναι μια παρέμβαση των ιατρών σε μια διαδικασία έξω από τον χώρο της δικαιοδοσίας τους, την οποία οφείλουν αυτοί, όπως και όλοι οι άνθρωποι να την σέβονται ως ιερότατη, αυτήν δηλαδή του θανάτου ενός ανθρώπου, για την οποία δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς συμβαίνει.

 
5. Μεταμοσχεύσεις και φιλανθρωπία - αυτοθυσία πίστης κατά Χριστό.

H αφαίρεση των οργάνων από τον δότη είναι λοιπόν στην πραγματικότητα, όπως περιγράψαμε παραπάνω, μια βίαιη για τον οργανισμό διαδικασία κατά την οποία γίνεται οπωσδήποτε παρέμβαση στην διαδικασία θανάτου του. Μπορεί όμως να υποστηρίξει κάποιος ότι δεν έχει σημασία αν ο δότης πεθαίνει με αυτό τον τρόπο, δηλαδή όπως, και όταν, το κρίνουν οι γιατροί προκειμένου να γίνει δυνατή η επιτυχής αφαίρεση των οργάνων του, κι ας είναι ακόμα κι οδυνηρό για τον ίδιο, αρκεί που κάνει την μέγιστη αυτή πράξη φιλανθρωπίας, αυτή την πράξη αλτρουισμού. Το θέμα όμως είναι ότι η φιλανθρωπία που φτάνει ως την αυτοθυσία έχει ακόμα κι αυτή κάποια όρια ως προς τον δρόμο της, τον προσανατολισμό της και τον δέκτη της.  Ναι, να θυσιάσει κάποιος την ζωή του για τον πλησίον του, το έθνος του ή την πίστη του, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνεται με…πρόγραμμα και σημειώσεις στο ιατρικό ημερολόγιο, κατά την κρίση έκαστου γιατρού. Θυσία είναι αυτή που γίνεται με την μάχαιρα ενός δημίου ή ενός αλλοεθνή-αλλόθρησκου εισβολέα, ή με το πυρ μιας φωτιάς, ή με τα κύματα μιας θάλασσας ή μιας πλημμύρας, σε απρογραμμάτιστη και ανύποπτη ώρα, χωρίς να χρειάζονται και να κρατούνται σημειώσεις, και όχι με το νυστέρι γιατρού, ούτε την συγκεκριμένη ώρα που αυτός όρισε μέσα στο ιατρείο του, με πολλά όργανα μετρήσεων να καταγράφουν κάθε λεπτομέρεια και με το γιατρό να παίρνει τον ρόλο του μεσάζων αυτής της θυσίας. Όπου ο γιατρός τις περισσότερες φορές μεσολαβεί, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, όχι αφιλοκερδώς, αλλά αμειβόμενος αδρά. Ο ρόλος των γιατρών είναι να κάνουν ότι μπορούν για να ζήσει ένας άνθρωπος κι άλλο, όταν αυτό είναι δυνατόν, παρατείνοντας τη ζωή του, και όχι να θανατώνουν έναν άνθρωπο και να του μειώνουν έστω και ελάχιστα την ζωή του, ή να κάνουν ακριβώς το αντίθετο, να του την  παρατείνουν, όμως με μη φυσικό τρόπο, τεχνητώς, όχι ελπίζοντας ότι μπορεί να ζήσει, αλλά επιδιώκοντας την κατάλληλη στιγμή να τον οδηγήσουν και πάλι, με την κατάλληλη ακριβή τεχνητή επέμβασή τους, στο θάνατο, ώστε κάποιος άλλος να μπορέσει να ζήσει με τον θάνατο αυτού, με τα όργανα που μπορούν να λάβουν από αυτόν.

Έτσι και αυτή η πράξη προσφοράς στον πλησίον διαφέρει από τις  άλλες γνωστές πράξεις αυτοθυσίας, γιατί αντίθετα από εκείνες σε αυτή ο θυσιαζόμενος δεν διατηρεί τις αισθήσεις του κατά την ώρα που προσφέρει στο πλησίον του αυτό που χρειάζεται, και μάλιστα η συναίνεσή του είναι αμφισβητήσιμη, τόσο για το αν έχει πράγματι γίνει και δεν είναι ‘εικαζόμενη’, και αν πράγματι γνώριζε στο τι συναινούσε, όσο και για το αν αυτή ισχύει ακόμα, στην περίπτωση που έγινε, χωρίς να έχει αλλάξει γνώμη πλέον. Τις αισθήσεις του διατηρούσε και ο Χριστός κατά την σταύρωσή Του, η οποία είναι το πρότυπο της αυτοθυσίας, η μέγιστη αιώνια αυτοθυσία στην ιστορία  της ανθρωπότητας για τον άνθρωπο (‘ωσπερ ο υιος του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών’, Μθ. 20, 28). Ο θυσιαζόμενος Χριστός διατηρούσε εκούσια τις αισθήσεις του στη διάρκειά της σταυρώσεως, αρνούμενος να λάβει το ναρκωτικό που του πρόσφεραν (‘έδωκαν αυτω πιείν όξος μετά χολής μεμιγμένον· και γευσάμενος ουκ ήθελε πιείν’, Μθ. 27,34), που αν το λάμβανε θα μειωνόταν η ένταση του μαρτυρίου του που έπασχε στα χέρια των σταυρωτών του, που ήταν δήμιοι, δήμιοι και όχι γιατροί. Και μη μας διαφεύγει ότι ο Χριστός προσφέρθηκε θυσία ολόκληρος, και όχι προσφέροντας μόνο κάποια μέλη Του, πράγμα που δεν θα ήταν αυτό σωτήριο για μας. Και μάλιστα χωρίς καν να του συντρίψουν τα μέλη (‘εγένετο γαρ ταύτα, ίνα η γραφή πληρωθή, οστούν ου συντριβήσεται αυτού’, Ιω. 19, 36). Αυτό το παράδειγμα αυτοθυσίας μας έδωσε ο Χριστός, και ποιόν άλλο μπορούμε, αν θελήσουμε, να μιμηθούμε ως προς το αυτοθυσιαστικό πνεύμα, παρά Εκείνον; Πνεύμα αυτοθυσίας δεν έχει κάποιος με πρόωρες ή ‘εικαζόμενες’ συναινέσεις, σε κατάσταση ‘εγκεφαλικού θανάτου’ και αναισθησίας, για να κερδίσει πρόσκαιρες παρατάσεις, αλλά με συναίνεση της ίδιας της παρούσας στιγμής, έχοντας όταν την πράττει φωτεινή αντίληψη και δυνατή πίστη, προκειμένου να πετύχει πνευματικές κατακτήσεις. Αυτός που θυσιάζεται δεν προσφέρεται παθητικά στην σφαγή χωρίς ελπίδα, αλλά προσπαθεί να σώσει και τη ζωή του αν είναι δυνατόν, όταν κάνει το θυσιαστικό του αγώνα, έως και την τελευταία στιγμή. Ακόμα και αν ο θάνατος είναι αναποφευκτός, η ελπίδα υπάρχει, και γίνεται κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποδράσει ο άνθρωπος από αυτόν.

Αυτό κάνει ο άνθρωπος, που είναι δημιούργημα του Θεού. Δεν το έκανε όμως ο ίδιος ο Θεός, αφού ως Παντοδύναμος και έχων εξουσία επί της ζωής και του θανάτου (‘δια τούτο ο πατήρ με αγαπά, ότι εγώ τίθημι την ψυχήν μου, ίνα πάλιν λάβω αυτήν’, Ιω. 10,17), δεν χρειάζεται να πράξει κάτι τέτοιο. Ο θάνατος δεν είναι δυνατός για το Θεό, αλλά μόνο στον πεπερασμένο και φθαρτό άνθρωπο μπορεί να έχει δύναμη και να αποτελεί τον έσχατο εχθρό του που έχει να αντιμετωπίσει. Έτσι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, αν και μπορούσε ως Θεός να μην γευθεί θάνατο, προσφέρθηκε να το κάνει, και καταδέχθηκε να περιγελαστεί ως νικημένος από το θάνατο πάνω στον σταυρό, έστω για χρόνο άκρως βραχύ, καθώς ο ζωοδότης δεν μπορούσε να κρατηθεί δέσμιος του Άδου, αλλά σαν αστραπή έσπασε τα δεσμά του θανάτου, και ευθύς ανέτειλε από τον τάφο καθώς είχε προαναγγείλει. Θυσιάστηκε λοιπόν ο Κύριος για εμάς εκουσίως και δεν έκανε τίποτε να το αποφύγει αυτό, αφού Εκείνος είναι που δίνει και ξαναπαίρνει τη ζωή και κανείς δεν μπορεί να του την πάρει (‘ουδείς αίρει αυτήν απ' εμού, αλλ' εγώ τίθημι αυτήν απ' εμαυτού· εξουσίαν έχω θείναι αυτήν, και εξουσίαν έχω πάλιν λαβείν αυτήν·’, Ιω. 10, 18), οπότε πως θα μπορούσε να προσπαθήσει να  αποφύγει να θυσιαστεί δίνοντας τη ζωή Του; Προσπαθεί να αποφύγει κάποιος κάτι το οποίο μπορεί να είναι καταστροφικό γι αυτόν, και όχι κάτι που είναι αδύναμο να αποβεί εις βάρος του, που βρίσκεται υπό τον έλεγχο του, και αν θέλει μπορεί να μην το αφήσει να συμβεί, χωρίς να χρειάζεται κάποια προσπάθεια, αλλά με την απόφασή του και το λόγο του να αρκούν. Και εκουσίως γεύθηκε το θάνατο για να γίνει δυνατή η σωτηρία η δική μας, παρόλο που είναι ο Θεός και είναι απαθής, αθάνατος, ως πηγή της ζωής πάντων, η ίδια η ζωή. Πέθανε ως άνθρωπος, έχοντας γίνει κι αυτός ένας ανάμεσά μας, έχοντας προσλάβει ταπεινά την ασθενή ανθρώπινη φύση μας, και καταδέχθηκε με το θάνατο του έτσι, αυτό που ήταν, όχι τίποτα άλλο από το δάγκωμα στην πτέρνα, το οποίο αναφέρει η πρωτευαγγελική προφητεία της Γένεσης (‘και είπε Κύριος ο Θεός τω όφει· …και έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματός σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής· αυτός σου τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν’, Γεν. 3,14-15), η οποία εκπληρώθηκε ακριβώς με τον θάνατο αυτό του Χριστού. Όμως, όπως καταδέχθηκε το δάγκωμα αυτό στην πτέρνα, δηλαδή το θάνατο, αν και δεν έχει εξουσία ο θάνατος πάνω του, αλλά ο Χριστός, ως Θεός, έχει εξουσία πάνω σε αυτόν, στο θάνατο, έτσι και σύντριψε αυτού την κεφαλή, ως έχων εξουσία, δηλαδή τον κατήργησε οριστικά αυτόν και αμετάκλητα, που και ο θάνατός του ακριβώς αυτό το νόημα είχε, και έτσι μας έσωσε (αν και ο φυσικός θάνατος παρέμεινε, καταργήθηκε όμως ο πνευματικός που είναι και ο πραγματικός θάνατος, όχι σαν το φυσικό ο οποίος είναι απλώς ένα Πάσχα, ένα πέρασμα από την Αίγυπτο, δηλαδή τον πρόσκαιρο επίγειο κόσμο, στην Χαναάν, δηλαδή στην Άνω Ιερουσαλήμ, την αιώνια, Ουράνια Πόλη). Η ένωση και κοινωνία της θείας και ανθρώπινης φύσης στο πρόσωπο του Θεού και Ανθρώπου Χριστού έκανε δυνατή την μετάδοση της θείας απάθειας και αθανασίας κατά Χάρη στον άνθρωπο, απελευθερώνοντάς τον από τον θάνατο, κάνοντας τον μέτοχο της αναστάσεως και χαρίζοντάς του αιώνια ζωή και αφθαρσία. Εμείς βέβαια δεν είναι δυνατόν να νικήσουμε από μόνοι μας το θάνατο, αφού λαμβάνουμε την ύπαρξη και την ζωή μας από τον Θεό, που Εκείνος μόνο είναι αυθύπαρκτος, αλλά μόνο με την δύναμη  του Χριστού, που νίκησε για χάρη μας τον θάνατο, μπορούμε να το καταφέρουμε. Μόνο που λόγω αυτής ακριβώς της ανάγκης της θείας παρουσίας και επέμβασης του Θεού στη ζωή μας είναι αναγκαία η μέχρι τέλους μάχη μας για τη ζωή, όταν μιμούμαστε το Χριστό ως προς τη σωτήρια θυσία, που οδηγεί στη ζωή μέσω του δρόμου που άνοιξε πρώτος ο Χριστός, καθώς  εμείς δεν την έχουμε τη ζωή στην εξουσία μας, όπως Εκείνος που μας την δωρίζει. Σε αυτή την μάχη χρειάζεται να διατηρούμε ζωντανή την ελπίδα και να έχουμε δυνατή πίστη, τα οποία βέβαια δεν μπορούν να συμβαδίζουν με τα όσα χαρακτηρίζουν τις μεταμοσχεύσεις, στις οποίες ο άνθρωπος παραδίδεται άμαχος στις εκτός του ιατρικού δέοντος διαδικασίες που εφαρμόζονται. Αυτή η μάχη για ζωή είναι που τελικά έχει σημασία και αξίζει, υπομένοντας τις δυσκολίες δεόντως και καρποφορώντως έως τέλους («ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται», Μτ. 24, 13), και όχι το αν ο επίγειος βίος, ο έτσι και αλλιώς σύντομος και πρόσκαιρος, διαρκέσει λίγο περισσότερο ή λιγότερο. Είναι αυτή που καθορίζει την ποιότητα της ζωή μας και  που μας οδηγεί στην άλλη ζωή, η οποία δεν είναι ανασφαλής και δεν έχει χρονικούς περιορισμούς, αντίθετα από αυτήν εδώ    που τώρα ζούμε.

6. Μεταμοσχεύσεων κίνητρα και κοινωνία, δίκαιο και λογική της ‘εικαζόμενης συναίνεσης’, η κατά Θεόν  ‘μεταμόσχευση’ στον πλησίον.

Πως όμως είναι δυνατόν μια κοινωνία (απευθυνόμενοι στους κάθε λογής χειραγωγούς της και σε όσους αποδέχονται χωρίς αντίδραση με γόνιμη κριτική το υποδουλωτικό  έργο αυτών) που προσπαθεί να μας πείσει να αγαπούμε τον εαυτό μας και να καταναλώνουμε, η οποία δεν αρέσκεται στο να μας παροτρύνει να πάμε μια επίσκεψη στους αρρώστους στα Νοσοκομεία ή στους φυλακισμένους στις Φυλακές, ή να προσφέρουμε τρόφιμα και ρούχα στους φτωχούς, ωστόσο μας ενθαρρύνει να γίνουμε θυσία για τον πλησίον, να αυτοθυσιαστούμε γι αυτόν, δίνοντας τα όργανά μας, όταν έρθει η ώρα του θανάτου. Λίγη αγάπη στον συνάνθρωπό μας δεν μας ζητά να δείξουμε την καθημερινή ζωή, αλλά από την άλλη ζητά να γίνουμε δότες οργάνων, και εφόσον δεν ανταποκρινόμαστε, δεν συναινούμε σε αυτό, μας παρουσιάζει να συναινούμε με την ‘εικαζόμενη συναίνεση’, δηλαδή κατασκευάζει την πλαστή συναίνεσή μας, ζητώντας μας όχι απλά, όπως κάθε λογικός άνθρωπος θα περίμενε, να δηλώσουμε ότι συναινούμε στην περίπτωση που το δεχόμαστε αυτό, αλλά μας ζητάει να δηλώσουμε ότι δεν συναινούμε αν δεν το δεχόμαστε, πράγμα φυσικά πρωτάκουστο και παράλογο, να απαιτείται μια τέτοια δήλωση λαμβάνοντας αυτόν που δεν δηλώνει ότι δεν συναινεί, ως πιθανόν δότη, που είναι κάτι εντελώς αβάσιμο, αυθαίρετο και τελικά σκοπίμως παραπλανητικό, και μπορεί να οδηγήσει τελικά σε φοβερό εκβιασμό και αδικία. Όλα αυτά βέβαια δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν στην πραγματικότητα κίνητρο το ανιδιοτελές ενδιαφέρον για τον πλησίον, αλλά πίσω τους οπωσδήποτε υπάρχουν σκοπιμότητες, τις οποίες αυτοί που τις υποκινούν και υπηρετούν, οπωσδήποτε δεν είναι αυτοί που θα περιμέναμε να προσφερθούν να γίνουν οι ίδιοι δότες, δίνοντάς το καλό τους (κατά την άποψή τους) παράδειγμα έτσι και στους άλλους γύρω τους για να κάνουν το ίδιο, στην υπηρεσία του έργου τους που προωθούν. Από την άλλη πλευρά, το να γίνουν λήπτες αν οι ίδιοι το χρειάζονταν, θα μπορούσε να είναι και μια από τις σκοπιμότητές τους για της προώθηση όλης αυτής της κίνησης υπέρ των μεταμοσχεύσεων. Πέρα από τα παραπάνω όμως σχετικά με τα κίνητρα των μεταμοσχεύσεων, ο σκοπός της κάλυψης των αναγκών μοσχευμάτων είναι ουτοπικός, καθώς οι άρρωστοι είναι σχετικά πάρα πολλοί και δεν μπορούν βρεθούν τόσοι δότες για να καλύψουν όλες τις ανάγκες τους. Εκτός και αν αρχίσουν κάποιοι, προκειμένου να βοηθήσουν μερικούς αρρώστους, να…σκοτώνουν άλλους. Γιατί δεν προσπαθούμε να βοηθούμε τους ανθρώπους όσο ζούνε, και να τους βελτιώνουμε τότε την ζωή, αντί να ζητάμε με κάθε τρόπο να παρατείνουμε τη ζωή των ανθρώπων όταν πλησιάζει στο τέλος της, όταν πρώτα, ενώ η επιστήμη προσφέρει ότι μπορεί, δεν καταφέρνει τελικά αυτή να παρατείνει τη ζωή τους από μόνη της. Και εννοούμε με την έκφραση να  παρατείνει την ζωή τους, να την παρατείνει χωρίς να ζητάει ‘εθελοντές’ ετοιμοθάνατους, για να τους αποδώσει μέσω κοντινών συγγενών ή άλλων τρίτων την ‘εικαζόμενη συναίνεση’, κι ας μην έχουν συναινέσει ποτέ πραγματικά, και τότε να τους ονομάσει ‘εγκεφαλικά νεκρούς’, και να μπορέσει έτσι να τους καταστήσει δότες και συνεργούς της στη θεραπεία των συνανθρώπων τους και στη παράταση ζωής τους, με μόνο τίμημα για να κάνουν αυτό… την μείωση της δικής τους ζωής, των δοτών δηλαδή, και το απότομο βίαιο, πλην όμως με ακριβή ‘ιατρική τεχνική’, άδοξο τέλος της. Και τι νόημα και όφελος έχει να παρατείνουμε με αυτό τον τρόπο μια ζωή, η οποία θα ζήσει στη συνέχεια τότε σε συνθήκες χωρίς ανθρωπιά, όπως είναι αυτές στον καιρό μας; Αυτό που χρειάζεται να  “μεταμοσχεύουμε” στον συνάνθρωπο οπωσδήποτε, δεν είναι τα μοσχεύματα που η ιατρική ορίζει, αλλά λίγο από τα αγαθά μας τα υλικά, όπως τρόφιμα, ρούχα, σε όποιον αυτά χρειάζεται, και από τα αγαθά μας τα ψυχικά, όπως κατανόηση και συμπαράσταση, σε όποιον αυτά χρειάζεται, ζώντας καλύτερα αυτό που του μένει να ζήσει έκαστος, και πεθαίνοντας, χωρίς παρατάσεις ζωής με τίμημα την παρέμβαση στο θάνατο του άλλου, ή χωρίς παρέμβαση στο δικό μας θάνατο, πράγματα ασυμβίβαστα με τους τρόπους της φύσης και την ώρα την κατάλληλη κατά Θεό και κατά φύση για να συμβεί κάτι, όπως ο θάνατος.


7. Σώμα και μεταμοσχεύσεις στο χριστιανικό πνεύμα.

Θα ολοκληρώσουμε με αναφορά στο τέλος στην  πίστη στο Θεό. Αυτός που πιστεύει στο Θεό, μπορεί να δει το σώμα του με τα όργανά του ως δώρο του Θεού ώστε με αυτά να ζήσει τούτον το βίο για τη σωτηρία της ψυχής του, αντιλαμβανόμενος και χρησιμοποιώντας το σώμα, ως σπίτι αυτής. Έτσι ο Θεός δεν μας έδωσε τα σωματικά μας όργανα, ούτε για να τα δωρίζουμε σε άλλον, αλλά και ούτε για να τα αντικαθιστούμε ζητώντας άλλα από άλλον.  Το σώμα δεν είναι όπως τα υπάρχοντά μας, που μπορούμε να τα δανείζουμε ή να τα δωρίζουμε σε όποιον θέλουμε, και αυτό μάλιστα μας προτρέπει να κάνουμε το πνεύμα του Χριστιανισμού, δηλαδή να δίνουμε σε όποιον έχει ανάγκη, τασσόμενο υπέρ της κοινοκτημοσύνης ως ένα ιδανικό που καλό είναι να το επιδιώκουμε. Το σώμα μας είναι το αναγκαίο για να μπορούμε να παραμένουμε όσο μας δίνεται χρόνος στην παρούσα ζωή και δεν μπορεί να δωρηθεί ή να δανειστεί (αν δώσουμε ένα όργανο δεν μπορούμε να το ξαναπάρουμε πίσω, ούτε αναπληρώνεται από άλλο, καθώς και η αξία του δεν μπορεί να αποδοθεί από οτιδήποτε άλλο, ενώ την ίδια στιγμή δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι θα βοηθήσει εκείνον που θα το λάβει), αν και θα μπορούσε να εξαιρεθεί η περίπτωση δωρεάς ενός εκ των διπλών οργάνων, η οποία, αν και προκαλείται κενό που δεν μπορεί να αναπληρωθεί, ωστόσο αυτό συμβαίνει στο ένα από τα δύο όργανα που δωρίζονται, και έτσι δεν εμποδίζεται ο δότης να συνεχίσει τη ζωή του. Είναι σαν την περίπτωση της δωρεάς του ενός από τους δύο χιτώνες που μας ανήκουν, ή κάποιων από τα τρόφιμα που έχουμε, σε εκείνον που δεν έχει, την οποία μας προτρέπει να κάνουμε το Ευαγγέλιο (‘αποκριθείς δε λέγει αυτοίς· ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι, και ο έχων βρώματα ομοίως ποιείτω’, Λκ. 3,11). Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι δεν γίνεται προτροπή να δώσουμε το χιτώνα μας, αν έχουμε μόνο ένα, τον οποίο τότε αν τον δίναμε θα μέναμε γυμνοί και εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες. Έτσι και αν δώσουμε όργανα που είναι μονά, δεν έχουμε δυνατότητα να ζήσουμε περισσότερο. Βέβαια δεν σημαίνει ότι όπως οφείλουμε να δίνουμε τα πέρα των απολύτων αναγκαίων υπαρχόντων μας στους φτωχούς, αν θέλουμε να τηρούμε τις ευαγγελικές εντολές, το ίδιο είμαστε υποχρεωμένοι να δίνουμε και τα διπλά όργανά μας σε κάποιον ασθενή, καθώς το όργανο δεν είναι ρούχο να το φοράει τη μια μέρα ο ένας, και την άλλη μέρα ο άλλος.

Ο Χριστιανός στην πορεία του προς την σωτηρία και τον αγιασμό φέρει μαζί του και απαραιτήτως και το σώμα του, και προχωράει συνεργαζόμενος με αυτό. Το να δώσει ένα μέλος του σώματος του δημιουργεί το ερώτημα ποια θα είναι η κατάληξη αυτού του μέλους, που εξαρτάται από την πνευματική κατάσταση και τον ηθικό τρόπο ζωής του λήπτη. Λέει ο Απόστολος Παύλος δεν μπορώ να πάρω το μέλος του σώματος που είναι ναός του Αγίου Πνεύματος και να το κάνω μέλος μιας πόρνης (‘ουκ οίδατε ότι τα σώματα υμών μέλη Χριστού εστιν; άρας ουν τα μέλη του Χριστού ποιήσω πόρνης μέλη; μη γένοιτο΄, Ά Κορ. 6,15). Πως λοιπόν υπό αυτό το πρίσμα, εμείς θα μπορούσαμε να γίνουμε δότες, χωρίς καν να γνωρίζουμε ποιος μπορεί να είναι ο λήπτης; Bέβαια από την άλλη πλευρά, το να γίνουμε λήπτες δεν φαίνεται να δημιουργεί τόσους δισταγμούς, καθώς οποιαδήποτε και να είναι η πνευματική κατάσταση του δότη, με τον καλό αγώνα μας θα μπορούσαμε να θεραπεύσουμε πνευματικά το μέλος αν έπασχε. Ωστόσο και το να γίνουμε λήπτες προξενεί πνευματικά δισταγμούς, γιατί κατά τον αγιογραφικό λόγο, είναι καλύτερα να δίνεις, παρά να παίρνεις. (‘μακάριόν εστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν’, Πρ. 20, 35) Το να είναι ένας λήπτης του οργάνου που κάποιος άλλος το έδωσε ενώ ήταν εν ζωή ακόμα, παύοντας να ζει όταν έδινε το όργανο, αφού χωρίς αυτό δεν θα μπορούσε να ζήσει περισσότερο, δημιουργεί ένα ανεξόφλητο χρέος μας απέναντι στο δότη, που δεν το μειώνει αυτό το χρέος το γεγονός ότι μπορεί να μην τον γνωρίζει ποιος είναι. Γι αυτό και θα πρέπει να τον ευχαριστεί σε κάθε του αναπνοή σε όλη του την υπόλοιπη ζωή. Πολύ περισσότερο μάλιστα εφόσον ο ευεργέτης του μπορεί να έγινε δότης παρά την θέλησή του, αδίκως, κατά ‘εικαζόμενη συναίνεση’, ή με άλλα λόγια ψευδο-συναίνεση, και όχι με δική του πραγματική συγκατάθεση.  

Το πιο σημαντικό από όλα όμως είναι ότι η σχετική με το ανιδιοτελές κίνητρο, βάση του οποίου υποστηρίζονται οι μεταμοσχεύσεις, ευαγγελική εντολή για συμπαράσταση στον συνάνθρωπο κατά τις δυνατότητες που έχει ο καθένας να το κάνει, δεν είναι αυτή που προέχει, αλλά αυτή είναι η εντολή για αγάπη αφιερωτική και λατρευτική προς το Θεό, με όλη την ύπαρξή μας και με κάθε δύναμή μας, η οποία είχε δοθεί ήδη από τον καιρό του Μωυσέως, ως η πρώτη από τις δέκα εντολές που παρέλαβε από τον ίδιο το Θεό στο όρος Σινά, και η οποία βέβαια ακολουθείται αμέσως από την εντολή για αγάπη προς τον συνάνθρωπο («αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν», Λκ. 27-28, και Δτ. 6, 5, Λευ. 19,18). Οπωσδήποτε η εντολή της αγάπης προς τον συνάνθρωπο δεν μπορεί να διαχωριστεί από την εντολή της αγάπης προς το Θεό και είναι αναγκαίο να τηρούνται και οι δύο, οι οποίες και περικλείουν όλες τις υπόλοιπες θείες εντολές, ωστόσο συγκεκριμένα ως προς την εφαρμογή της δεύτερης εντολής με την άσκηση φιλανθρωπίας στους φτωχούς δίνοντάς τους ο καθένας από τα υλικά του αγαθά, ο Κύριος την τοποθετεί σαφώς να έπεται της εκδήλωσης της αγάπης και της λατρείας στο Πρόσωπό Του, όπως μαρτυρεί το συμβάν της μυρώσεώς  Του από την Μαρία (« είπεν ουν ο Ιησούς· άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό. τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε», Ιω. 12, 7-8). Κατά συνέπεια, καθώς το σώμα μας είναι προορισμένο να γίνει δοχείο της θείας Χάρης και ναός του Αγίου Πνεύματος («ή ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματός εστιν, ου έχετε από Θεού, και ουκ εστέ εαυτών;», Α΄ Κορ. 6, 19) και άρα τόπος αφιερωμένος στην λατρεία του Θεού («δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού», Α΄ Κορ. 6, 20), το να διαφυλάττουμε το σώμα μας και να μετέχουμε με αυτό στην λατρεία του Θεού, αυτό προέχει από το να το καταστήσουμε αντικείμενο άσκησης φιλανθρωπίας προσφέροντάς τα όργανά του ως μοσχεύματα, εφόσον και οι μεταμοσχεύσεις μπορούν θεωρηθούν ως ένα είδος φιλανθρωπίας υλικών αγαθών, τοποθετώντας στη θέση των  υλικών αγαθών το ίδιο το σώμα του ανθρώπου και στη θέση του συνάνθρωπου που ζητάει βοήθεια στην υλική ανάγκη του, τον ασθενή που ζητά να βρεθεί μόσχευμα. Γιατί όπως καταλαβαίνουμε δεν έχει κανείς μας το δικαίωμα να πάρει τους ναούς λατρείας του αληθινού Θεού και να τους χαρίσει στους άστεγους φτωχούς για να τους καταστήσουν τόπο διαμονή τους, αφού οι ναοί δεν είναι ιδιοκτησία κανενός μας. Και επομένως, καθώς η αληθινή και ζωντανή λατρεία του Θεού μπορεί να ανθήσει μόνο μέσα στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας που διασώζει την ορθή πίστη, μόνο εντός Αυτής ως πραγματικό μέλος της, είναι δυνατόν κανείς να αντιληφθεί την κεντρική θέση που κατέχει η λατρεία του Θεού, ψύχη τε και σώματι, χωρίς να την συγχέει ή και να την αντικαθιστά με οτιδήποτε, είτε αυτό είναι η φιλανθρωπία, είτε είναι ανθρωπιστικά και άλλα ρεύματα, και κάθε λογής φιλοσοφικά και ιδεολογικά οικοδομήματα και κοσμοθεωρίες, πράγμα που δεν μπόρεσαν να το πετύχουν όλες οι άλλες αυτοαποκαλούμενες Εκκλησίες και θρησκείες. Στους χώρους που κυριαρχεί ο ανθρωπισμός, το ιδανικό της φιλανθρωπίας μάλλον οδηγεί στην αποδοχή των μεταμοσχεύσεων ως πράξη αλτρουισμού του δότη που σώζει τον λήπτη, όμως δεν αποκλείεται, λόγω φιλανθρωπίας και πάλι, και η απόρριψή τους ως πράξη που στρέφεται κατά του δότη, όταν μάλιστα ο σχετικός όρος που υιοθετείται του ‘εγκεφαλικά νεκρός’ είναι άκρως αμφιλεγόμενος επιστημονικά. Οι μεταμοσχεύσεις βέβαια είναι συμβατές με το υλιστικό πνεύμα που επικρατεί, προωθούμενες με την ‘εικαζόμενη συναίνεση’ που καταπατά το πρωταρχικό ανθρώπινο δικαίωμα ελευθερίας βούλησης, και υπηρετώντας την παράταση του παρόντος ανθρώπινου βίου, παρέχοντας έτσι την δυνατότητα επίγειων απολαύσεων για επιπρόσθετο χρονικό διάστημα. Τέλος, ας παρατηρήσουμε εδώ το ερώτημα που μπορεί να δημιουργηθεί σε κάποιον, ότι αν και κατά κανόνα οι μεταμοσχεύσεις δεν μπορούν προφανώς να γίνουν αποδεκτές από την Ορθόδοξη πλευρά, ούτε και με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας, ούτε και με άλλο κανένα τρόπο, μήπως όμως σε κάποιες κατ’ εξαίρεση σπάνιες περιπτώσεις, υπό κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες, μεταξύ ανθρώπων που έχουν προσωπική σχέση δυνατής μεγάλης αγάπης, θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές τότε; Θα απαντούσαμε ότι και πάλι νομίζουμε πως όχι, γιατί αν πράγματι δύο άνθρωποι αγαπούν πολύ ο ένας τον άλλο, προτιμούν να μην χωριστούν με το θάνατο του ενός και την παράταση ζωής του άλλου, αλλά να μείνουν μαζί, δεχόμενοι και οι δύο, υποψήφιος δότης και λήπτης, το επικείμενο θάνατο που αντιμετωπίζουν στο παρόν. Βέβαια σε μια τέτοια περίπτωση ισχύει το ακριβώς αντίθετο, όταν πρόκειται για μεταμόσχευση διπλού οργάνου, όπου ο δότης μπορεί να είναι υγιής και παραμένει στη ζωή μετά την δωρεά, οπότε μετά την μεταμόσχευση τα δύο αγαπημένα πρόσωπα, δότης και λήπτης, μπορούν να συνεχίζουν παραπέρα μαζί τον παρόν βίο.     

8. Σωστή θεραπεία, ζωή και χαμόγελο.

Όταν υπάρξει κάποια βλάβη στα όργανα, που δεν λειτουργούν σωστά, το καλύτερο σε αυτήν την περίπτωση που μπορούμε να κάνουμε είναι χρησιμοποιώντας την πρόοδο της ιατρικής επιστήμης να τα γιατρέψουμε και να αποκαταστήσουμε την ορθή λειτουργία τους. Αν τελικά δεν τα καταφέρει η ιατρική να μας βοηθήσει, ας αναρωτηθούμε μήπως πρέπει να δεχτούμε αυτό που συμβαίνει ως ένα θέλημα του Θεού, που τα δημιούργησε και μας τα έδωσε αυτά, για εμάς, ο Οποίος οπωσδήποτε μας τα έδωσε για να εκπληρώσουν την αποστολή τους για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που άλλοτε είναι πιο μικρό, άλλοτε είναι πιο μεγάλο, πάντα όμως είναι περιορισμένο. Γιατί αν είναι έτσι εμείς, αφού κάναμε ότι είναι ανθρωπίνως δυνατό για θεραπεία με την ιατρική, από εκεί και πέρα δεν έχουμε πια παρά να σεβαστούμε το θέλημα του Θεού, έχοντάς του εμπιστοσύνη. Υπό αυτή την θεώρηση του θέματος, δεν έχει νόημα σε καμιά περίπτωση να επιδιώκουμε την εύρεση άλλων οργάνων για την αντικατάστασή τους, μπαίνοντας σε τέτοιες διαδικασίες ψυχοφθόρες και αγχωτικές, προκειμένου να πετύχουμε ωφελούμενοι από το θάνατο του άλλου, μια πρόσκαιρη παράταση ζωής, που όμως δεν βρίσκεται σε αυτή το αληθινό νόημα, αλλά αυτό βρίσκεται στην πνευματικότερη και ανώτερη αναζήτηση πέρα από τα όρια του παρόντος πρόσκαιρου βίου. Και αν ακόμα ο δότης δεν στερείται της δυνατότητας να  συνεχίσει να ζει, δηλαδή αν πρόκειται για όργανο που υπάρχει διπλό στον οργανισμό, ίσως καλύτερα και τότε να μη ζητάμε τη βοήθεια του άλλου, την οποία για να μας τη δώσει πρέπει να πληγώσει το σώμα του και να πλήξει την αρμονία του, την ομορφιά του (που η ομορφιά δεν είναι μόνο εξωτερική, αλλά βρίσκεται αυτή και στην δομή του σώματος εσωτερικά), αφού αφαιρεί το όργανό του (όπου κάθε όργανο με τη συγκεκριμένη σύστασή του, μορφολογία του και θέση του, επιτελεί κάποια συγκεκριμένη λειτουργία και αν αφαιρεθεί είναι αναντικατάστατο από τον οργανισμό). Και εις βάρος της αρμονίας και της ομορφιάς του σώματος οπωσδήποτε δεν είναι μόνο η αφαίρεση κάποιου οργάνου, αλλά και η λήψη του, αφού γεννήθηκε και αναπτύχθηκε σε άλλο σώμα, για να είναι εναρμονισμένο με αυτό. Γι αυτό το λόγο και κάποιος θα πρέπει να το σκεφτεί καλά πριν θελήσει να κάνει μια δωρεά διπλού οργάνου, και αν είναι να την κάνει, μάλλον θα έπρεπε να την κάνει προς κάποιο που αγαπά πολύ χωρίς κανένα δισταγμό, ώστε να αποφευχθεί παν ενδεχόμενο να αλλάξει γνώμη στο μέλλον για το ότι έκανε την δωρεά αυτή. Πάντως αυτή, αν επιτευχθεί, είναι πράγματι δωρεά, γιατί γίνεται με την παρούσα συναίνεση του δότη, και όχι με συναίνεση εκ των προτέρων, που κανείς δεν ξέρει αν ισχύει πλέον, ή χωρίς πραγματική συναίνεση, αλλά με ‘εικαζόμενη’. Μπορούν από εκεί και πέρα όσοι θέλουν να προσφέρουν κάτι από το σώμα τους για να βοηθήσουν τον πλησίον τους, να το κάνουν και χωρίς να το ζημιώσουν, δίνοντας κάτι που μπορεί να αντικατασταθεί (αυτό συμβαίνει με την αιμοδοσία και με την μεταμόσχευση ιστών, όπως μυελού των οστών, αντί της μεταμόσχευσης των οργάνων). Ο ρόλος της ιατρικής δεν είναι να βγάζει από τον ένα, τραυματίζοντας τον, που δεν το δικαιολογεί αυτό ούτε αν αυτός έχει εισέλθει στην διαδικασία του θανάτου, και να βάζει αυτή αυτό που του έβγαλε στον άλλο, πετώντας ότι δεν δουλεύει από αυτόν. Ο ρόλος της είναι  να προσπαθεί να διορθώσει, να γιατρέψει, ότι πάσχει, ότι δεν δουλεύει, και αν δεν μπορεί να προσφέρει μια βοήθεια σε αυτό, τότε απλά συμπαραστέκεται στον πόνο, στην ταλαιπωρία και στην αγωνία του κάθε ασθενή με οποιοδήποτε τρόπο, κάνοντας την ζωή του πιο ανεκτή, πιο ανθρώπινη, πιο αισιόδοξη, κάνοντάς του λιγότερο τον πόνο και την θλίψη. Γιατί πολλοί άνθρωποι κατάφεραν να παρατείνουν την ζωή τους κάνοντας πετυχημένες μεταμοσχεύσεις, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι κατάφεραν να ξαναβρούν και πάλι την ζωή τους όπως ήταν πριν, και ότι είχαν το χαμόγελο στα χείλη τους. Όμως αυτή τη ζωή με χαμόγελο είναι αυτό που χρειάζεται ο άνθρωπος, και μπορεί αυτήν να την έχει μόνο καταφέρνοντας την αληθινή υπέρβαση του θανάτου κοντά στο Χριστό.

Zoom out

 Πηγές.

1. Αρχ.Αρσενίου Κατερέλου, Περί Μεταμοσχεύσεων.

2. Αγιορείτη Μοναχού Δαμασκηνού, Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία και η ανθρωπολογία της Επιστήμης.

3. Αγιορείτη Μοναχού Ησαΐα, Μεταμοσχεύσεις-«Εγκεφαλικά νεκροί» δότες. Οι θέσεις των σύγχρονων αγίων γερόντων: Παισΐου, Πορφυρίου, Σωφρονίου.

4. Πρεσβυτέρου Ευθυμίου Μουζακίτη, Η παγίδα της δωρεάς των οργάνων και η αλήθεια της Εκκλησίας.

5. κ. Ιωάννη Καρδάση, Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις.

6. κ. Αθανάσιου Αβραμίδη, Ο λεγόμενος ‘εγκεφαλικός θάνατος’, είναι πραγματικός θάνατος;   

7. κ. Εμμανουήλ Παναγόπουλου, ‘Eγκεφαλικός θάνατος’, η άλλη θέση. 

8. κ. Αλκ. Κωστάκη,  Ηθικά Προβλήμματα & Διλήμματα των Μεταμοσχεύσεων.             
9. κ. K.Γ.Kαρακατσάνη, Μεταμοσχεύσεις ανθρώπινων οργάνων και ‘εγκεφαλικός θάνατος’. Διακήρυξη επιστημόνων, Ο  «εγκεφαλικός θάνατος» δεν είναι θάνατος, Παρακαταθήκη, αρ.45.
το βρήκαμε εδώ 

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

Η «ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ» ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΠΙΚΟΙ


ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ

   Τη γιορτή της «Κοιμήσεως της Θεο­τόκου» λίαν ευφυώς την ονόμασαν «Πάσχα του καλοκαιριού», αφού μέσα στην καρδιά τού θέρους, στο «κατακαλόκαι­ρο», ακόμη και στο τελευταίο χωριό, ξέρει η Ορθοδοξία μας επάξια να τιμά με τόση λα­μπρότητα και τόσον παλμόν λαού τη Μητέρα του Κυρίου μας, που είναι και «Μάννα» όλων ημών, των Χριστιανών.
Παίρνοντας αφορμήν απ τη γιορτή της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου», θα ασχοληθούμε με μίαν αρκετά εντυπωσιακήν παραδοξότητα, σχετικήν μ' αυτήν την γιορτή και με το εννοιολογικό περιεχόμενόν της. Ίσως όμως πει κάποιος: -«Μα, δεν είναι αυτονόητη η σημασία της γιορτής; Δεν γιορτάζουμε μ’ αυτήν εμείς οι Ορθόδοξοι τον θάνατον της Παναγίας μας;». Βέβαια, αυτή η ευθεία, απλή και εύκολη απάντηση είναι και η ορθή. Μ’ αυτήν όμως εμπλέκονται και μερικά ακανθώδη προβλή­ματα, που συνήθως μάλλον δεν έχουν μερικοί υπ' όψη τους. Τέτοια ερωτήματα απασχόλη­σαν, σε δεκάδες βαθυστόχαστων βιβλίων, πραγματειών και άρθρων, ισάριθμους σοφούς και διεθνώς αναγνωρισμένους ειδικούς επι­στήμονες και από διάφορες χώρες και από διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους, όπως της φιλολογίας, της θεολογίας, της ιστορίας, της αρχαιολογίας και άλλων συναφών βοηθη­τικών επιστημών, και οι οποίοι σοφοί προ­σπαθούν, χωρίς βέβαια να το πετυχαίνουν πάντα, να δώσουν υπεύθυνες απαντήσεις. Εμείς πάντως θα επιχειρήσουμε να τους πα­ρουσιάσουμε επί τροχάδην, συνοπτικά και κάπως διαγραμματικά, στο μικρό φυλλάδιο, που κρατάς στα χέρια σου, αγαπητέ αναγνώστα.
- «Και ποιο το παράδοξον, που θα διαβάσου­με σ' αυτές τις γραμμές;» Ίσως, λοιπόν, μας ξαφνιάσει το εξής αξιοπερίεργον, ότι δηλαδή το εννοιολογικόν περιεχόμενον της γιορτής της «Κοιμήσεως», που είναι ο θάνατος της Θεο­τόκου, ούτε ήταν πάντοτε και παντού, ούτε και σήμερα φαίνεται να είναι από όλους αποδεκτόν. Μερικοί στο μακρυνό παρελθόν αμφι­σβήτησαν και κάποιοι σήμερα αμφισβητούν, το ότι η Αειπάρθενος κόρη Μαρία πέθανε κάποτε σωματικώς. Ακριβώς δε η μελέτη του ιστορικού παρελθόντος της Εκκλησίας μας οδηγεί σε ανακάλυψη τέτοιων παραβό­λων ιδεών και παραδόξων αντιλήψεων για το πρόσωπον της Αειπαρθένου.
Αρχαίες αιρετικές αντιλήψεις για την «Κοίμησιν της Θεοτόκου»
Έτσι, ανιχνεύοντας την Ιστορία διαπιστώνουμε την ύπαρξη μιας τέτοιας τάσης ήδη από τον 4ον μ.Χ. αιώνα, πληροφορούμενοι, σχετικά, από ένα εκκλησιαστικόν Πατέρα και συγγραφέα, που ζούσε εκείνην την εποχήν, τον άγιον Επιφάνιον, επίσκοπον Κωνστάντιας (Σαλαμίνας) Κύπρου. Στο σύγγραμμά του, λοιπόν, με τίτλον «Κατά αιρέσεων...», άλλως γνωστόν και ως «Πανάριον» (Migne, Patrologia Graeca, τόμος 41, κεφ. 78 § 11), υπεραμυ­νόμενος της Αειπαρθενίας της Παναγίας μας κατά των τότε αιρετικών που ονομάζονταν Αντιδικομαριανίτες, λέγει επίσης και κάτι που σήμερα μάλλον μας ξαφνιάζει: ότι, δηλα­δή, «η Καινή Διαθήκη δεν αναφέρει διόλου εάν η Παναγία μας πέθανε, ή, όχι, εάν ετά­φη, ή, όχι. Αυτό κάνει τον άγιον να διστάζει να υποστηρίξει, εάν η Θεοτόκος ζούσε ακόμη, στην εποχήν του, δηλαδή τον 4ον αιώνα, ή, αν είχε ήδη πεθάνει. Σημειώνει δε ο άγιος επίσκοπος, ότι «αυτή η σιωπή της Αγίας Γραφής αποτελεί ένα βαθύ μυστήριον»! Ολίγον κατωτέρω, στο ίδιο έργον του (κεφ. 78 § 24) ο ιερός Επιφάνιος απαριθμεί τρεις, διαφορετικές μεταξύ τους, δυνατότητες-εκδοχές, σχετικές με τον θάνατον της Αειπαρθένου, που μας απασχολεί: α) Ίσως, λέγει, η Παναγία απέθανεν και ετάφη, β) Ή, πιθα­νόν, υπέστη βίαιον θάνατον, γ) Είτε, τέλος, συνεχίζει να ζει ακόμη πάνω σ' αυτή τη γη, όπως πριν, σ' ένα όμως τόπον που δεν είναι γνωστός σε κανένα.
Τέτοιες πληροφορίες, όπως αυτή του 4ου αιώνα μ.Χ., που μάλλον μας εκπλήσσουν, αποτελούν ενδείξεις, ότι από τότε κι' όλας, αλλά ίσως και ακόμη πολύ πρότερον, υπήρξαν μερικοί, μάλλον εκτός Εκκλησίας, δηλαδή κάποιοι από αιρετικούς κύκλους, οι οποίοι επινοούσαν, προωθούσαν και διέδιδαν απόψεις παράξενες και διδασκαλίες αλλόκο­τες, όπως αυτή, σχετικά με το τέλος της επίγειας ζωής της Θεοτόκου. Ισχυρίζονταν ότι η Παναγία μητέρα του Κυρίου μας δεν «εκοιμήθη», όπως ψάλλει και γιορτάζει στις 15 Αυγούστου η Ορθόδοξος Εκκλησία μας. Διετείνοντο, δηλαδή, ότι δεν απέθανε, ότι δεν εχωρίσθη η μακαρία και παναγία ψυχή της από το πανάχραντον και άσπιλον σώμα της. Σαν απλούστατον δε λόγον γι' αυτήν την γνώμην πρόβαλλαν το ότι δεν άρμοζε τάχα στην Παναγία μας να ακολουθήσει την κοινήν μοίραν των ανθρώπων, είτε αυτοί ήσαν απόστολοι, ή μάρτυρες, ή άγιοι της Εκκλησίας. Φαίνεται δε, ότι οι διάφοροι αιρετικοί, που πολεμούσαν λυσσωδώς το πρόσωπον της Θεοτόκου, χωρίζονταν σε δύο παρατάξεις: στους αριστερούς, που μείωναν εμφανώς το πρόσωπον και τον ρόλον της, και στους δεξι­ούς, σ' αυτούς που δήθεν εκόπτοντο να εξυ­ψώσουν την προσωπικότητά της και πλειο­δοτούσαν σ' αυτό. Ο στόχος των εχθρών της Εκκλησίας ήταν ένας: είτε δια των δεξιών, είτε δια των αριστερών όπλων, είτε δηλαδή υπερτιμώντας, είτε υποτιμώντας το πρόσω­πον της Παναγίας, τους αρκούσε να εισαγά­γουν πλάνες και αιρέσεις στην Εκκλησίαν.
Έτσι, η δεξιά αιρετική παράταξη, που μας ενδιαφέρει για το θέμα μας, είχε σαν αφετηρίαν της σκέψης της, ότι: η Παναγία μας αποτελούσε μοναδικήν περίπτωση, αποκλειστικήν εξαίρεση και στο σημείο αυτό, το σχετικό με το τέλος της επίγειας ζωής της. Αλήθεια!... Ποιος δεν θα συμφωνούσε με μια τέτοια αντίληψη για την Παναγία μας, εάν δεν είχε διάκριση και δεν ήταν αυστηρά προσκολλημένος στο βράχο της Εκκλησιαστικής πίστης, αφού εκ πρώ­της όψεως φαίνεται, ότι μια τέτοια διδασκα­λία εξαιρέτως τιμά και αναφανδόν εξυψώνει την Αειπάρθενον Μητέρα μας; Δεν είναι ιδιαίτερα γαργαλιστική η εξής ερώ­τηση, που φαίνεται ότι έκαναν οι αιρετικοί στους Ορθοδόξους; - Πως θα ήταν δυνατόν να την αφήσει να πεθάνει, αφού μπορούσε ο Κύριος και υιός της να εμποδίσει τον θάνα­τόν της; Φαίνεται δε, ότι τέτοιοι λογικοφανείς συλλογισμοί, που γίνονταν εκτός Εκκλη­σίας, σε κύκλους αιρετικών, απέβαιναν στη συνέχεια και διαλογισμοί, που μπέρδεψαν ακόμη και μεμονωμένους εκκλησιαστικούς άνδρες, οχι όμως, βέβαια, και την Εκκλησίαν. Ποτέ η επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας δεν ισχυρίστηκε ότι η Παναγία δεν πέθανε.
Οι οπαδοί τέτοιων αντιλήψεων δεν έ­λεγαν απλώς ότι ο θάνατος της Αειπαρθένου δεν είχε τίποτε από τη δριμύτητα, την αγωνίαν, την απόγνωση, την λύπην που έχει ο θάνατος των κοινών ανθρώ­πων και μάλιστα ενδεδυμένων την αμαρτίαν ώσπερ ιμάτιον. Δεν ισχυρίζονταν απλώς, ότι ο θάνατός της ήταν γαλήνιος, μακάριος, πα­νευτυχής, γλυκύτατος σαν ηδύς ύπνος, αφού η ψυχή της θα συναντούσε τον πεφιλημένον της Υιόν. Ούτε, ακόμη, διετείνοντο μόνον, ότι αυτή απέθανε μεν, άλλ' ότι ο γυιός της δεν την άφησε να γνωρίσει την αποσύνθεση του νεκρού της σώματος. Ούτε, πάλιν, εννο­ούσαν, ότι ο γυιός της δεν την εγκατέλειψε στην κυριαρχίαν του θανάτου, αλλά μετ' ολί­γον την ανέστησεν, ή, ότι αφού αυτή πρώτα πέθανε, ακολούθως το σώμα της μετέστη στους ουρανούς. Αυτά τα «λίγα» για τους αιρετικούς και ετεροδοξούντες του απωτέρου παρελθόντος.
Σύγχρονες αιρετικές γνώμες για την «Κοίμηση της Θεοτόκου»:
Όμως αγαπητέ αναγνώστα, αν το  φυλλάδιον αυτό το αφιερώνουμε ειδικά στο θέμα του θανάτου της Παναγίας μας, με αφορμήν την αυγουστιάτικη γιορτή της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου», είναι επειδή, όχι μόνο στο μακρινόν παρελθόν, αλλά και στην εποχή μας μερικοί ανασύρουν απ' τα βάθη των αιώνων και εκσυγχρονίζουν αυτήν την αιρετικήν αντίληψη, ότι η Παναγία δεν «εκοιμήθη», δεν πέθανε πραγματικά και αληθινά. Και ποιοί είναι αυτοί που ανασκάπτουν το πα­ρελθόν, για να εισκομίσουν στη σημερινή ανθρωπότητα μιαν τόσο δεινήν αίρεση; Οι τυμβωρύχοι αυτοί που σαν ύαινες ανασκά­πτουν το παρελθόν και το αναδιφούν, ακούνε στο όνομα «Παπικοί». Αυτοί, λανθανόντως ή ιεροκρυφίως φαίνεται, ότι συμμερίζονται την άποψη, ότι η Παναγία δεν πέθανε σωματικώς, και εργάζονται σκοτεινώς για την εν ευθέτω καιρώ ανακήρυξη της γνώμης τους αυτής σε νέον δόγμα! Να, γιατί το ζή­τημα που μας απασχολεί και θρησκευτικόν ενδιαφέρον αποκτά και εκκλησιαστικήν επι­καιρότητα έχει, ιδιαίτερα τώρα στην περίοδο του δεκαπεντΑυγουστου, το οποίον μας προ­ετοιμάζει ακριβώς για τη γιορτή της «Κοι­μήσεως της Θεοτόκου». Φαντασθείτε τι θα εσήμαινε να γιορτάζουμε την «Κοίμηση» και η Παναγία να μην είχεν «κοιμηθεί».
Πράγματι, είναι εύκολον να παρατη­ρήσουμε το εξής χαρακτηριστικό των Παπικών για το θέμα μας: Αυτοί, κατά κανόνα, μιλούν μόνο για «Μετά­σταση της Αειπαρθένου», και αποφεύγουν να μιλήσουν για «Κοίμηση», δηλαδή για σωμα­τικό θάνατό της. Κάθε δε φοράν, πράγμα σπάνιον, που κατ' εξαίρεση κάνουν λόγο για την «Κοίμηση» (που τη λένε Dormitio), δι­ευκρινίζουν αμέσως, ότι πρόκειται για μιαν βυζαντινήν, δηλαδή ανατολικήν, ορθόδοξον εορτήν. Το αξιοπρόσεκτον είναι, ότι όταν αναφέρουν τη φράση: «ο θάνατος της (αει­παρθένου) Μαρίας», σπεύδουν να εξηγήσουν, ότι πρόκειται για κάτι, το οποίον οι άλλοι, π.χ. οι ορθόδοξοι, δέχονται, ενώ οι ίδιοι, οι παπικοί, αυτόν τον «θάνατον» της Θεοτόκου τον εννοούν με άλλην σημασίαν, του δίδουν άλλο νόημα, μοναδικό, θεωρώντας τον «θάνα­τόν» της μη πραγματικόν, μη σωματικόν θά­νατον. Τον θεωρούν μόνον «κατ' αναλογίαν» προς τον πραγματικόν θάνατον των λοιπών ανθρώπων, που σημαίνει ότι εννοούν τον «θά­νατον» της Θεοτόκου ως... «μη θάνατον»!!! Και για να μη θεωρηθούμε «φιλοκατήγοροι», θα τεκμηριώσουμε τους ισχυρισμούς μας ανα­φερόμενοι σε επίσημα κείμενα του πάπα, κα­θώς και σε εκείνα σημαινόντων παπικών.
Την 1ην Νοεμβρίου του 1950, ο Πά­πας Πίος ο 12ος εξέδωσε Εγκύκλιον-Βούλλαν παπικήν, η οποία, -όπως συνηθίζεται να ονομάζονται οι παπι­κές Βούλλες απ' τις δύο-τρεις αρχικές λέξεις τους-, είναι γνωστή με την ονομασίαν: «Munificentissimus Deus» (=Ο Μεγαλοδωρότατος Θεός), με την οποίαν ο ρωμαίος Ποντίφηκας ανακήρυσσε σε δόγμα της ρω­μαιοκαθολικής Εκκλησίας την διδασκαλίαν περί της «Μεταστάσεως» της Παναγίας μας στον Ουρανό, με τα εξής ακριβώς λόγια, μεταφρασθέντα από τα λατινικά: «Η άσπιλος και αειπάρθενος Θεομήτωρ Μαρία, μετά την ολοκλήρωση της επίγειας διαδρομής της ζωής της, ανελήφθη μετά του σώματος και της ψυχής της εις την ουρανίαν μεγαλειότητα. Συνεπώς, εάν κάποιος, πράγμα που απευχόμεθα να το επιτρέψει ο Θεός, τολμήσει είτε να αρνηθεί είτε συνειδητά να αμφισβητήσει αυτήν την αλήθεια, η οποία καθορίστηκε από εμάς, να ξέρει ότι είναι παντελώς έκπτωτος από την θεϊκήν και καθολικήν Πίστη». (Ρ. Cattin Ο.Ρ. και Η. Th. Conus Ο.Ρ., Heilslehre der Kirche. Documente von Pius IX bis Pius XII, γερμανική έκδοση Α. Rohrbasser, 1953).
Από το λατινικό κείμενο της παπικής Εγκυκλίου, το ύποπτον όσον και επίμαχον για το θέμα μας σημείον είναι ακριβώς η παπική φράση: «expleto terrestris vitae cursu» (=ολοκληρωθείσης της διαδρομής της επίγειας ζωής» (της Παναγίας).
Ισχυριζόμαστε, λοιπόν, ότι εδώ, συνειδητά και σκόπιμα αποφεύγει ο Πάπας να κάνει λόγο για τον θάνατο της Παναγίας μας. Είναι σαν να λέει: «Αφού η Παναγία συμπλήρωσε τον κύκλο του βίου της και έφτασε στο τέρμα της επίγειας ζωής της (δεν απέθανεν, αλλ' ακριβώς πριν πεθάνει, δηλαδή χωρίς καν να πεθάνει), ανελήφθη με το σώμα και την ψυχήν της στον ουρανό. Ότι δε, στο σημείο αυτό, ο πάπας ενεργεί όχι τυχαία και συμπτωματικά, αλλά συνειδη­τά και σκόπιμα αποφεύγει να μιλήσει για «Κοίμηση», δηλαδή για θάνατον σωματικόν της Παναγίας, κι ότι δεν είμαστε εμείς οι φιλύποπτοι και ευφάνταστοι και επινοητές και αποδίδοντες στον πάπα προθέσεις, που αυτός δήθεν δεν έχει, θα φανεί στη συνέχεια, απ' τα σχόλια και τις ερμηνείες που παραθέ­τουμε, παρμένες από συγγράμματα των ιδίων των παπικών και μάλιστα των διαση­μότερων απ' αυτούς, του Γερμανού Michael Schmaus, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μονάχου, που εθεωρείτο ο μεγαλύτερος σύγχρονος μας παπικός δογματολόγος, και του Γάλλου Gervais Dumeige, του εκ των τα πρώτα κατεχόντων, μεταξύ των σημε­ρινών θεολόγων του γαλατικού παπισμού.
Ο Schmaus, λοιπόν, γράφει σχετικά με την ένοχη αποσιώπηση του πά­πα Πίου του 12ου: «Η Εγκύκλιος της δογματοποίησης λέγει μόνον, ότι η Μαρία μετά την ολοκληρωση της επίγειας πορείας της ζωής της... σωματικώς ανελήφθη στον Ουρανό». (Katholische Dogmatik, Band V, Mariologie, S. 246, Max Hueber Verlag, Munchen 19612). Τι όμως εννοεί ο Schmaus, όταν γράφει αυτό το: «λέγει μό­νον»; Κατωτέρω, ο ίδιος, γίνεται σαφέστερος, όταν σχολιάζει ως εξής: «Η Βούλλα της δογματοποίησης δεν παίρνει καμιάν θέση απέναντι σ' αυτό το θέμα», δηλαδή του θα­νάτου της Παρθένου, (αυτόθι σελ. 242).
Ο δε Γάλλος ομόλογός του, G. Dumeige, είναι εκφραστικότερος, γιατί γράφει γι' αυτήν την παπικήν Εγκύκλιον: «Η Αποστολική Διάταξη, η ο­ποία αφήνει ανοικτό το θέμα, εάν η Μαρία απέθανεν ή όχι, δίνει μιαν γενική άποψη της ιστορίας αυτής της δοξασίας». (G. Du­meige, La Foi Catholique, p. 234, ed. de l' Orante, Paris 1996). Άρα, συνειδητά και σκόπιμα παραλείπεται από τον Πάπα η ανα­φορά στον θάνατον της Αειπαρθένου, διότι, απλούστατα, οι παπικοί δεν πιστεύουν ότι έλαβε χώραν αυτός. Επί πλέον, ο θάνατος της Παναγίας μας χαρακτηρίζεται από τον Dumeige ως μία «δοξασία» (croyance). Ξέρουμε, βέβαια, τι θέλει να πει ο Γάλλος παπικός. Οπωσδήποτε, ότι ο θάνατος της Παρθένου δεν είναι πραγματικόν γεγονός, αλλά μια αστήρικτη κι αδέσποτη γνώμη κι όχι μια αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Δεν είμαστε, λοιπόν, εμείς οι φιλύποπτοι, ούτε και επινοούμε επινοήσεις, άλλ' ούτε και αποδίδουμε στο παπικόν κείμενον ανύ­παρκτες σκοπιμότητες και προθέσεις, που αυτό δεν έχει. Άρα διαπιστώνουμε, πως οι αριστείς του Παπισμού ομολογούν, ότι στο σημείο αυτό της δογματικής διάτα­ξης, ο Πάπας Πίος ο 12ος, συνειδητά και σκόπιμα, κι όχι τυχαία, συμπτωματικά και άδολα παραλείπει να αναφερθεί στην «Κοίμη­ση της Θεοτόκου», και ότι η «Κοίμηση» θε­ωρείται μια απλή «δοξασία» κι όχι αλήθεια της πίστης, κρίνεται δε σαν κάτι το θεολογικώς, τουλάχιστον, «αμφισβητούμενον», ή, μάλλον, κάτι το εμφανώς αθεμελίωτον και παντελώς αστήρικτον. Στο σημείο αυτό, χωρίς να διεκδικούμε προφητική ικανότητα, αφού τα ίδια τα παπικά κείμενα και οι δια­θέσεις, η νοοτροπία και αι παπικές μέθοδοι το δακτυλοδεικτούν, δεν θα κινδυνεύαμε να πέσουμε έξω, εάν προειδοποιούσαμεν, ότι εν ευθέτω χρόνω ένα νέον παπικό δόγμα-έκπληξη θα διατυπωθεί, ότι δηλαδή η Παναγία δεν απέθανε και μάλιστα ότι δεν μπορούσε, και δεν ήταν δυνατόν και δεν έπρεπε να αποθά­νει και γι' αυτό δεν πέθανε.
Όχι ότι ο Πάπας δεν το έχει ήδη φα­νερώσει το δόγμα αυτό. Εννοούμε βέβαια ότι το διετύπωσεν δια της μεθόδου της αποσιώπησης. Σκοπός του Πά­πα την 1ην Νοεμβρίου του 1950 δεν ήταν τόσο να διατυπώσει το νέον δόγμα της «Μεταστάσεως της Θεοτόκου». Ήθελε περισσότερον να ρίψει σκιάν στον θάνατον της Παρ­θένου. Αυτόν ήθελε να αρνηθεί ουσιαστικά. Είναι πλατειά γνωστόν ότι το δόγμα του 1950 το προετοίμαζαν ήδη από την Α' Σύνοδον του Βατικανού, από το 1870. Όμως λίγα χρόνια πριν το 1950, τα πρωτοπαλλήκαρα του παπισμού προλείαναν το έδαφος με την κυκλοφορίαν ειδικών συγγραμμάτων. Εννοούμεν και άλλα, αλλά κυρίως δύο βασι­κά: Την εργασίαν του Martin Jugie («La mort et l'assomption de la Sainte Vierge», Citta del Vaticano 1944) και του Ο. Faller («De priorum saeculorum silentio circa Assumptionem Beatae Mariae Virginis» Roma 1946). Ο πρώτος απ' τους δύο, ειδικευμένος σε θέματα σχετικά με τη διδασκαλία, τη ζωή, τα συγγράμματα, την ιστορία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλη­σίας, -έγραψε μάλιστα και πεντάτομον έργον ειδικά για την δογματικήν διδασκαλίαν των ανατολικών Χριστιανών-, στο μνημονευθέν ανωτέρω έργον του, εξετάζει τα περί του θα­νάτου της Θεοτόκου και καταλήγει στην άρνησή του, προετοιμάζοντας έτσι, εξ χρόνια πριν, την κήρυξη του δόγματος του 1950.
Ο δε δεύτερος, ο Faller, κι αυτός, τέσσερα χρόνια πριν την διατύπωση του νέου παπικού δόγματος, συμπληρώνει και ενισχύει το έργον του Jugie απελευθε­ρώνονται τον δρόμο για την εμφάνιση του δόγματος αυτού, δεδομένου ότι στον ρωμαιο­καθολικό κόσμο υπήρχαν ενιαχού και αντι­δράσεις κατά της προετοιμασίας του καινούρ­γιου θεσφάτου. Στο προμνημονευθέν βιβλίον του, ο Faller, μεταξύ άλλων κειμένων, πα­ραθέτει κι ένα απόσπασμα ομιλίας κάποιου άγνωστου άπ' άλλου πρεσβύτερου Τιμόθεου Ιεροσολυμίτου. Το κείμενο αυτό το χρονολό­γησε ο Faller ως του 4ου αιώνα και το χρη­σιμοποίησε προκειμένου να αποδείξει, ότι απ' τον 4ο αιώνα η Εκκλησία εδίδασκεν επίσημα, ότι η Παναγία δεν πέθανε. Το απόσπασμα της Ομιλίας του Ιεροσολυμίτη Τιμόθεου αυτό έγραφε. Με την δημοσίευση όμως απ' τον Faller αυτού του αποσπάσμα­τος και την χρονολόγησή του, ξέσπασεν η θύελλα μεταξύ των επιστημόνων του παπι­σμού. Δεν συμφώνησαν όλοι ότι το απόσπα­σμα είναι του 4ου αιώνα. Μεγάλοι θεολόγοι, φιλόλογοι, ιστορικοί του Πάπα το θεώρησαν πολύ μεταγενέστερον, κατά δύο αιώνες. Πρώτος διαφωνήσας ήταν ο πολύς Β. Altaner («Zur Frage der Definibilitat der Assumptio Beatae Mariae Virginis», εν Theologische Revue 44 [1948], 129-140). Με τον Altaner συμφώνησαν και άλλοι κο­ρυφαίοι επιστήμονες όπως ο Α. Mai και ο Bardenhewer. Όλοι τους συμφωνούν ότι το κείμενο είναι μόλις του 6ου αιώνα. Αλλά αφού είναι του 6ου αιώνα, δεν έχει και τη σπουδαιότητα που του αποδίδει ο Faller, για τον λόγον, ότι τον 6ο αιώνα έχομεν πλέον άφθονες μαρτυρίες κειμένων που λύνουν τις τυχόν απορίες μας σχετικά με τη θέση της Εκκλησίας στο ζήτημα του θανά­του της Παναγίας. Και κάτι ακόμη: κι αν το απόσπασμα ήταν του 4ου αιώνα, λέγει ο Al­taner, δεν θα εσήμαινεν ότι η επίσημη Εκ­κλησία απεδέχετο και εκήρυττε τέτοιαν διδα­σκαλίαν, διότι, εκτός των άλλων, ο συγγρα­φέας του είναι και άλλως άγνωστος αλλά και ασήμαντος, για να πούμε ότι εκφράζει την επίσημον Εκκλησίαν, οι δε πηγές που άντλη­σε το περιεχόμενό του είναι και γνωστές και προπαντός ύποπτες. Κατά τον Altaner, μέχρι τον 5ο αιώνα έχομεν σιωπήν των κειμένων για τον θάνατο ή μη της Θεοτόκου. Τέ­λος, γενικώτερα, είναι σίγουρο ότι σωματικόν θάνατον της Παναγίας, δηλαδή χωρισμόν ψυχής εκ του σώματος δεν δέχονται οι παπι­κοί. Περιοριζόμαστε γι' αυτό να παραπέμ­ψουμε στο κεφάλαιον που αφιερώνει ο Schmaus με τον τίτλον: Ο θάνατος της Μα­ρίας (Schmaus, μνημ. έργον, σελ. 241-242).
Πάντως, δεν θα αναπτύξουμε τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι παπικοί για να αποδείξουν το γιατί η Παναγία δεν μπορούσε να πεθάνει και το γιατί δεν πρέπει να πέθανε. Ούτε θα αντι­παρατάξουμε ορθόδοξα επιχειρήματα για να αποδείξουμε το γιατί έχουν άδικον οι παπι­κοί. Αυτά είναι ξεχωριστά ζητήματα, που θα μας έδινε μεν χαρά να τα αναπτύξουμε, εάν βέβαια μας το επέτρεπεν η στενοχωρία του φυλλαδίου μας, που και για μας αποτελεί εξ ίσου μεγάλην, προς το παρόν, στενοχωρίαν. Ο κίνδυνος, όμως, απ' τον Παπισμό, δεν είναι μόνον το ότι εισάγει νέα, ανήκουστα, αστήρικτα, καινοφανή και αιρετίζοντα δόγμα­τα στην Εκκλησίαν του. Γιατί, με γειά του, με χαρά του!, όπως στις περιπτώσεις αυτές λέμε. Του Πάπα είναι η παπική Εκκλησία κι ό,τι θέλει την κάνει. Εμάς δεν μας πέ­φτει λόγος. Έχει δικαίωμα να είναι νοικοκύ­ρης στο σπίτι του! Ίσως όμως πει κάποιος: -«Αλλά τότε, τι κάθεσθε και ασχολείσθε με τέτοια θέματα, που δεν αφορούν εμάς τους Ορθοδόξους και είναι εσωτερικά ζητήματα του παπισμού;» Απαντώμεν: Αν ασχολούμε­θα μ' αυτά τα θέματα και τους δίνουμε αυτές τις προεκτάσεις, είναι γιατί και στο παρελθόν, και σήμερα δυστυχώς, αλλά και στο μέλλον, -αλλοίμονον!...-, ο παπισμός ήξερε, ξέρει, και θα ξέρει, απ' την αιωνόβια πείρα του, την μεγάλη τέχνη του «Εξαγωγι­κού Εμπορίου» του. Εννοούμεν, δηλαδή, ότι ο Παπισμός δεν περιορίζεται σε εσωτερική κατανάλωση, αλλά εξάγει τις διδασκαλίες του και τις διαδίδει διεθνώς.
Γι' αυτό ασχολούμεθα με το θέμα αυτό, και το θίγουμε σε δύο μάλιστα φάσεις: Πρώτον, θέλαμε να αποδεί­ξουμε -και πιστεύομεν ότι ευκρινώς και ικανοποιητικά το πραγματευθήκαμε-, ότι ο πα­πισμός δεν δέχεται σωματικόν θάνατον της Θεοτόκου. Δεύτερον. Θα αποδείξουμε κατω­τέρω, ότι όντως η Ορθόδοξος Εκκλησία δέ­χεται και κηρύττει και εορτάζει και πανηγυ­ρίζει την «Κοίμησιν», διδάσκουσα ότι η Πα­ναγία πρώτον απέθανεν σωματικώς και εν συνεχεία μετέστη εν σώματι στον Ουρανόν, Αυτό το δεύτερον θα αποδειχθεί στη συνέ­χεια.
Γιατί όμως είναι αναγκαίον και χρησιμότατον να αποδειχθούν οι δύο αυτές προτάσεις; Απλούστατα, γιατί οι πα­πικοί στην μανιώδη προσηλυτιστική τους προσπάθεια χρησιμοποιούν αυτές τις δύο φά­σεις: Πρώτον: στην αρχή ισχυρίζονται ότι δεν αρνούνται τον θάνατον της Παναγίας ή, ότι τον εννοούν με άλλην έννοιαν, και ότι, άρα, τους αδικούμε αποδίδοντάς τους ανακριβώς αντιλήψεις που και οι ίδιοι δήθεν απορρί­πτουν. Δεύτερον: στη δεύτερη φάση, όταν δηλαδή, δεν πείσουν με την πρώτη, λέγουν το εξής: - «Ναι, όντως δεν δεχόμεθα ότι η Παναγία πέθανε, άλλ' ούτε η Ορθόδοξος Εκκλησία δέχεται τον σωματικόν θάνατο της Παναγίας. Να, γιατί, αγαπητέ αναγνώστα, χρειάζεται να συμπληρώσουμε την έρευνά μας και να δούμε, εάν όντως η Ορθόδοξος Εκκλησία δέχεται ή όχι τον σωματικόν της Παναγίας θάνατον πριν από την Μετάστασή της στους Ουρανούς.
Δέχεται η Ορθόδοξος Εκκλησία τον πραγματικόν και αληθινόν σωματικόν θάνατον της Θεοτόκου, δηλαδή τον χωρισμόν της αγίας ψυχής της από το πανάχραντο σώμα της, πριν απ' την Μετάσταση στους Ουρανούς;
Επειδή είναι γενικά αναγνωρισμένον και αποδεκτόν, ότι η διδασκαλία και το δόγμα εμπεριέχονται στην Λα­τρεία και, επομένως, στην Υμνογραφίαν της Εκκλησίας μας, θα παραθέσουμε όσον το δυ­νατόν συστηματικώς κατανεμημένα αποσπά­σματα από την Υμνολογίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, για να δούμε ποια είναι η επίσημη θέση της στο επίμαχο ζήτημα: Οι παραθέσεις γίνονται από το Μηναίον Αυγού­στου (Έκδ. Αποστολ. Διακονίας, 1989). Οι σελίδες είναι αυτές του Μηναίου. Πρώτον.
Η ορθόδοξος Υμνολογία, για να δηλώ­σει την αποδημίαν της Θεοτόκου, χρησιμοποιεί τους όρους: Κοίμησις, Θάνατος, Νέκρωσις: π.χ. Κοίμησις
- «Και ύμνησε θεοπρεπώς, σου την θείαν Πανάμωμε Κοίμησιν» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή στ', σελ. 78).
- «τους υμνητάς της φαιδράς σου Κοιμήσεως» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή θ', σελ. 80).
- «οι Δίκαιοι, εν τη Κοιμήσει σου, Κόρη, υμνολογούντες σε» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή θ', σελ. 80).
- «Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε» (Απολυτίκιον ιε' Αυγ., σελ. 84).
Επομένως, η γιορτή της ιε' Αυγούστου δεν είναι μόνον η Μετάσταση, αλλά και η Κοί­μηση. Το Συναξάριον της ιε' Αυγούστου λέ­γει μεν: «Τη ΙΕ' του αυτού μηνός, Μνήμη της σεβάσμιας Μεταστάσεως...», αλλά αμέ­σως κατόπιν οι στίχοι λέγουν: «Ου θαύμα θνήσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην, Του κοσμοπλάστου σαρκικώς τεθνηκότος Ζη αεί Θεομήτωρ, καν δεκάτη θάνε πέ­μπτη».
Το δε περιεχόμενον της Κοιμήσεως αναλυ­τικώς έχει ως εξής: «Την ζωήν η κυήσασα, προς ζωήν μεταβέβηκας, τη σεπτή Κοιμήσει σου την αθάνατον, δορυφορούντων Αγγέλων σοι, Αρχών και Δυνάμεων, Αποστόλων, Προ­φητών, και απάσης της κτίσεως, δεχόμενου τε, ακηράτοις παλάμαις του Υιού σου, την αμώμητον ψυχήν σου, Παρθενομήτορ Θεόνυμφε» (Στιχηρόν προσόμοιον Αίνων ιε' Αυγ. σελ. 89).
Νέκρωσις:
«Εν τη Κοιμήσει σου, νέκρωσις άφθορος» (Κάθισμα ιε' Αυγ., σελ. 84) «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν» (Κοντάκιον ιε' Αυγ., σελ. 87), αυτό σημαίνει ότι ετάφη, και ενεκρώθη, μεν, αλλά, τελικά, διεξέφυγεν αυτών των καταστάσεων.
- «Νέκρωσιν πως υπέστης, η τον νεκρωτήν του Άδου κυήσασα;» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή α', σελ. 76).
- «Ω θαύματος καινού! ω τεραστίου ξένου! πως νέκρωσιν υπέστη, η ζωηφόρος κόρη» (Στιχηρόν προσόμοιον εσπερ. ιδ' Αυγ. σελ. 75).
Θάνατος - η Παναγία θνητή: «Γυναίκα σε θνητήν, άλλ' υπερφυές και Μητέρα Θεού είδότες...» (Κανών Ίωάν. Δαμασκ. Ωδή γ', σελ. 85).
- «Δια θανάτου γαρ προς την ζωήν μεταβέ­βηκας» (Κανών Ίωάν. Δαμ. Ωδή ζ', σελ. 86).
- «Πως ουν το άχραντον, ζωαρχικόν τε σου σκήνωμα, της του θανάτου πείρας, γέγονεν μέτοχον,» (Κανών Ίωάν. Δαμασκ. Ωδή ζ', σελ. 86).
- «όμως μιμούμενη δε, τον ποιητήν σου και Υίόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσε­ως νόμοις» (Κανών Α', Ωδή α', ιε' Αυγ. σελ. 85).
- «Νόμους της φύσεως λαθούσα, τη κυήσει σου, τω ανθρωπίνω νόμω θνήσκεις μόνη Αγνή» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή ζ', σελ. 79). Δεύτερον:
Στην ορθόδοξη Υμνολογία υπογραμμί­ζεται, ότι η ψυχή της Θεοτόκου εχωρίσθη του νεκρού σώματός της. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο ορθόδοξος ορι­σμός του θανάτου. Αναφέρεται, λοιπόν, ότι η Παναγία παρέδωσεν την ψυχήν της εις χείρας του Κυρίου και Υιού της. Ψυχή χωρίζεται σώματος - παραδίδεται:
- «Εν ταίς του Υιού χερσί, σήμερον την Παναγίαν παρατίθεται ψυχήν» (Δοξαστικόν αποστίχων Εσπερινού ιδ' Αυγ., σελ. 76). -«Εξίσταντο Αγγέλων αι δυνάμεις, εν τη Σιών σκοπούμεναι, τον οικείον Δεσπότην, γυναικείαν ψυχήν χειριζόμενον» (Κανών Ιω­άν. Δαμ., σελ. 88).
Προηγήθη ο θάνατός της ως αρραβών, δηλα­δή, προϋπόσχεση ζωής. Άρα πέρασε απ' την φάση του θανάτου: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι, εν σοί, Παρθένε άχραντε..., και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος... και μετά θάνατον ζώσα» (Κανών Ιωάν. Δαμασκ., σελ. 88).
- «Και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το Πνεύμα» (Εξαποστειλάριον, σελ. 89). Σώμα άψυχον - λείψανον Παναγίας:
- «Ηλάλαζεν Αποστόλων ο δήμος, και δα­κρύων επληρώθη ηνίκα, σου την ψυχήν την αγίαν λιπούσαν, το θεοδόχον τεθέαται σκη νωμα) (Ωδή στ', σελ. 78).
- «Όθεν ανταπέδωκεν, τοις ανόμοις ο Κύ­ριος, δόλον γαρ ειργάσαντο τω τιμίω Λειψάνω σου» (κάθισμα Θεοτόκου του Όρθρου της ιδ' Αυγ., σελ. 76).
- «Οι θεοφόροι Απόστολοι..., καταλαβόντες το πανάχραντον και ζωαρχικόν σου σκήνος, εξόχως ησπάζοντο» (Δοξαστικόν Μεγ. Ε­σπερινού ιε' Αυγ., σελ. 82).
Τρίτον.
Τελείται η κηδεία της Παναγίας: - «Ήθροισται ο χορός, Μαθητών πα­ραδόξως... κηδεύσαι σου το σώμα, το θείον» (Απόστ. μικρ. Εσπερ. ιε' Αυγ., σελ. 81).
- «Εκ περάτων συνέδραμον, Αποστόλων οι πρόκριτοι, θεαρχίω νεύματι του κηδεύσαι σε» (Στιχηρόν προσόμοιον των Αίνων ιε' Αυγ., σελ. 89).
- «Δήμος των μαθητών αθροίζεται κηδεύσαι, Μητέρα Θεοτόκον» (Απόστιχον μικρού Εσπερ. ιε' Αυγ., σελ. 81).
- «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε κηδεύσατέ μου το σώμα» (Εξαποστ., σελ. 81).
- «νεφέλαι τους Αποστόλους, αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν, τω αχράντω σου σώματι, οι και κηδεύσαντες σεπτώς...» (Δοξαστ. Αίνων ιε' Αυγ., σελ. 89).
Ακολουθεί ταφή. Γίνεται λόγος για «τάφον» της Παναγίας: - «Ο τάφος σου κηρύττει, Πανάμωμε, την ταφήν σου» (Προεόρτ. Καν. Ωδή ε' σελ. 77). Ενδιαφέρον τούτο. Φαίνεται ότι την εποχήν του υμνογράφου κάποιοι ηρνούντο ότι η Παναγία απέθανεν και ετάφη. Γι' αυτό ο ποιητής επιχειρηματολογεί, ότι: η ύπαρξη του τάφου σου, ω Παρθένε, μαρτυρεί ότι έγινε και ο ενταφιασμός σου σ' αυτόν. Απάντησις σε αρνητές της ταφής της Πα­ναγίας.
- «Ω του παραδόξου θαύματος! η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται» (Στιχηρά Προσόμοια μεγ. Εσπερ. ιε' Αυγ., σελ. 82). Και εδώ ύυποδηλούται μάλλον άρνηση εκ μέρους τινών του γεγονότος του ενταφιασμού της Θεοτόκου. Ο ποιητής απορρίπτει κάθε τέ­τοια άρνηση, ακόμη και εκ μέρους της ιδίας της Θεοτόκου!
- «Ει ο ακατάληπτος ταύτης καρπός, δι' ον ουρανός εχρημάτισεν, ταφήν υπέστη, εκου­σίως ως θνητός, πως την ταφήν αρνήσεται, η απειρογάμως κυήσασα;» (Κανών Ιωάν. Δα­μασκ., Ωδή δ', σελ. 86).
- «Ω των υπέρ έννοιαν θαυμάτων, της αειπαρθένου τε και θεομήτορος! τάφον γαρ οικήσασα, έδειξε Παράδεισον» (Κανών Ιωάν. Δαμ. Ωδή θ', σελ. 88).
- «Ήρθη το σώμα μεν του τάφου» (Ωδή ζ', σελ. 79).
- «Μένει κενός ο θείος τάφος, σου του σώ­ματος, της χάριτος δε πλήρης» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή ζ' σελ. 79).
- «Πως... η ζωηφόρος κόρη,... τάφω νυν κα­λύπτεται;» (Στιχ. προσόμ. Εσπερ. ιδ' Αυγ., σελ. 75).
Είναι ποτέ δυνατόν, αγαπητέ αναγνώστα, μετά την ανίχνευση και διακρίβωση αυτή να υποστηρίξει κά­ποιος, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Υμνογραφίαν της, και, επομένως, στην διδασκαλίαν της δεν ομολογεί την θεοτόκον ως: «και θανούσαν και ταφείσαν»; Περιοριζόμεθα σ' αυτό το σημείο και μόνον. Αυτό αρκεί στον σκοπό που θέσαμε για τη φετεινή γιορτή της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου», διότι πιστεύομεν ότι αληθεύει εις τας πλείστας των περιπτώσεων, αλλά και στην πα­ρούσα, το «των φρονίμων ολίγα».

Το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)