Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Ναυπάκτου π.Ιερόθεος: "Η άποψη ότι διασπάσθηκε η Εκκλησία και υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, οι οποίες έχουν διαφορετικές αλήθειες, είναι κακόδοξη"



Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η εορτή των Χριστουγέννων είναι θεολογική εορτή, όπως και όλες οι εορτές της Εκκλησίας μας, και όχι κοσμική εορτή, οπότε πρέπει να την πανηγυρίζουμε θεολογικά. Όταν κάνουμε λόγο για θεολογία, δεν εννοούμε μια ξηρή δια­νοητική γνώση, αλλά την εμπειρία της Χάριτος του Θεού. Θεολογία είναι η γνώση του Θεού, που γίνεται με την μετάνοια, την προσευχή, τα Μυστήρια της Εκκλησίας, την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, την θέα του Θεού.
Η θεολογία της εορτής των Χριστουγέννων είναι ότι ο άσαρκος Λόγος σαρκούται, ο αναφής ψηλαφάται, ο Μεγά­λης Βουλής Άγγελος γίνεται άνθρωπος, η Παλαιά Διαθήκη ενώνεται με την Καινή Διαθήκη. Βέβαια, ο άσαρ­κος Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος σαρκώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού, αλλά την ημέρα των Χριστου­γέννων γεννήθηκε και έγινε γνωστή η εναν­θρώπησή Του στους αγγέλους και τους καθαρούς κατά την καρδία, ήτοι τους Ποιμένες και τους Μά­γους.

Οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη έβλεπαν τον άσαρκο Λόγο, δηλαδή το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος χωρίς σάρκα, μέσα στο θείο Φως και γι’ αυτό έκαναν την διάκριση μεταξύ του ακτίστου Αγγέλου του Θεού και των κτιστών αγγέλων. Όλες οι εμφανίσεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη ήταν εμφανίσεις του ασάρκου Λόγου, και δια του Λόγου οι Προφήτες απο­κτούσαν γνώση του Τριαδικού Θεού, γι’ αυτό και ομιλούσαν για Θεό, Κύριο της δόξης, Πνεύμα Θεού.
Όμως, την ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού φάνηκε σε όσους είχαν προετοιμασθή πνευματικά, ότι Αυτός ο άσαρκος Λόγος προσέλαβε σάρκα, έγινε άνθρωπος, όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν. και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιω. α”, 14). Γι’ αυτό την ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού δοξολόγησαν την αγάπη του Θεού, πανηγύρισαν το μεγάλο αυτό μυστήριο της ενώσεως Θεού και ανθρώπου, θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Η Γέννηση του Χριστού είναι «τό μόνον καινόν υπό τον ήλιον» από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος.
Ο Λόγος του Θεού προσέλαβε ανθρώπινο σώμα, χωρίς να παύση να είναι Θεός και ομίλησε, δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε στον ουρανό και έστειλε το Άγιον Πνεύμα δια του οποίου έκανε την Εκκλησία Σώμα Του. Έτσι, τώρα η Εκκλησία δεν είναι μόνο πνευ­ματική, αλλά το Σώμα του Χριστού, και ο Χρι­στός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας. Αυτό έχει βαθειές εκκλησιολογικές συνέπειες, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε όλοι οι Χριστιανοί.
Η πρώτη εκκλησιολογική συνέπεια είναι ότι η σχέση και κοινωνία μας με τον Θεό δεν είναι αφηρημένη, ιδεολογική, συναισθηματική, αλλά ψυχοσωματική, αφού ολόκληρη η ύπαρξή μας, που αποτελείται από ψυχή και σώμα, ενώνεται με τον Χριστό. Μέ το Βάπτισμα και το Χρίσμα γινόμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού και με την θεία Κοινωνία τρώμε το Σώμα του Χριστού και πίνουμε το Αίμα Του. Ο  Ίδιος είπε: «Λάβετε φάγετε τούτό εστι το σώμά μου», «πίετε εξ αυτού πάντες  τούτο γάρ εστι το αίμά μου» (Ματθ. κστ” 27-28). Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνη, εάν ο Χριστός δεν γινόταν άνθρωπος. Έτσι, τώρα δεν προσευχόμαστε μόνον στον Θεό, αλλά μετέχουμε του Σώ­ματος και του Αίματός Του.
Η δεύτερη εκκλησιολογική συνέπεια είναι ότι η Εκκλησία δεν είναι απλώς μια θρησκευτική οργάνωση ή ένα εκκλη­σιαστικό και φιλανθρωπικό σωματείο, αλλά το Σώμα του Χριστού, του οποίου κεφαλή είναι ο Ίδιος ο Χριστός. Όπως το σώμα του ανθρώπου έχει μία κεφαλή, γιατί αν είχε πολλές κεφαλές θα ήταν τέρας, έτσι και η Εκκλησία έχει μία κεφαλή που είναι ο Χριστός. Αυτόν δεχόμαστε, σε Αυτόν πιστεύουμε, Αυτός είναι ο απόλυτος Κύριος της ζωής μας. Και όπως η κεφαλή έχει ένα σώμα, γιατί διαφορετικά θα ήταν τερατώδης ύπαρξη, έτσι και ο Χριστός, η Κεφαλή της Εκκλησίας έχει ένα σώμα, την μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία.
Η άποψη που διατυπώνεται από μερικούς, ότι διασπάσθηκε η Εκκλησία και υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, οι οποίες έχουν διαφορετικές αλήθειες, είναι κακόδοξη. Η Εκκλησία είναι μία και αυτή είναι η Ορθόδοξη και όσοι απομακρύνθηκαν από αυτήν πρέπει να επιστρέψουν για να έχουν κοινωνία με την Κεφαλή και με τα άλλα μέλη του σώματος, γι’ αυτό στην θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου προσευχόμαστε: «τούς πεπλανη­μένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ζώντας σε μια εποχή συγχύσεως εννοιών και πραγμά­των, κυρίως στα θεολογικά θέματα, πρέπει να ορθο­τομούμε την αλήθεια και να ομολογούμε την πίστη μας. Ένας «χριστός», που καλλιεργεί απλώς το συναίσθημα, ενισχύει την κοσμική εξουσία και προωθεί το εμπόριο είναι άγνωστος για την Ορθόδοξη Εκκλη­σία και ίσως ανώφελος για την κοινωνία. Αυτή η πραγ­μα­τικότητα φαίνεται στο γεγονός ότι υπάρχουν Κράτη που χαρακτηρίζονται ως χριστιανικά, τα οποία όμως ζουν αντιχριστιανικά και αντιευαγγελικά, και αυτό εκδηλώνεται, εκτός των άλλων, από το ότι τροφοδοτούν με όπλα τους οπαδούς άλλων θρησκειών στην Μέση Ανατολή με αποτέλεσμα να εξαφα­νίζωνται Χριστιανοί από την περιοχή αυτή.
Το γεγονός είναι ότι όσο παραμένει κανείς στην ανόθευτη θεο­λογία και ζή ευαγγελικά, τόσο υμνεί και δοξάζει τον ζώντα Θεό.
Εύχομαι σε όλους έτη πολλά, να παραμένετε στην Ορθόδοξη πίστη και να προσεύχεσθε για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής που υποφέρουν, βασανίζονται και θανατώνονται, επειδή πιστεύουν στον Χριστό, ως αληθινό Θεό.
Με θερμές πατρικές ευχές
Ο Μητροπολίτης

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ


το βρήκαμε εδώ

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Φώτης Κόντογλου - Παραμονὴ Χριστούγεννα



Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.

Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.

Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία, μία ποντικότρυπα.

Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα! Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια καὶ τρίζανε. Στὸν τοῖχο ἤτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σὰν ἀρχαῖα εἰκονίσματα: τό ῾να παρίστανε τὸν Μέγα Πέτρο μέσα σὲ μία βάρκα ποὺ τὴν ἔδερνε ἡ φουρτούνα, τ᾿ ἄλλο τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα, τ᾿ ἄλλο τὸν Παναγῆ τὸν Κουταλιανὸ ποὺ πάλευε μὲ τὴν τίγρη.

Ἡ πελατεία ἤτανε συνέχεια μὲ τὸ καφενεῖο. Ὅλοι-ὅλοι ἤτανε πέντ᾿ - ἕξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, μὲ κάτι τρύπιες γοῦνες ποὺ δὲν τὶς ἔπιανε ἀγκίστρι. Δύο-τρεῖς ἤτανε γιαλικάρηδες, δηλαδὴ εἴχανε καμιὰ σάπια βάρκα καὶ βγάζανε θαλασσινὰ γιὰ μεζέδες, ποὺ τὰ λέγανε γιαλικά, γιατὶ βρίσκουνται στὸ γιαλό, δηλαδὴ στὰ ρηχὰ νερά. Οἱ ἄλλοι ἤτανε φρουκαλάδες, δηλαδὴ κάνανε φρουκαλιές. «Ἤτανε καὶ κανένας νεροκουβαλητὴς καὶ κανένας καρβουνιάρης. Νά, αὐτὴ ἤτανε ἡ πελατεία.

Ὁ βοριᾶς ἔμπαινε μέσα μὲ τὴν τρούμπα, καὶ στριφογύριζε τὴ λάμπα ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὸ μαυρισμένο ταβάνι, κι ἀναβόσβηνε. Ἀπὸ τὸ κρύο τρέμανε οἱ γέροι καὶ χουχουλίζανε τὰ χέρια τους, τὰ βάζανε κι ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ τσιγάρο, τάχα γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε.

Ὁ φουκαρὰς ὁ καφετζής, γιὰ νὰ μὴν παγώσει, ἔκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε ἀπὸ τὸ τεζάκι ἴσαμε τὴν πόρτα, μὲ τὴν παλιογούνα ριχμένη ἀπὸ πάνω του καί, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὴν πελατεία, ἐκεῖ ποὺ σουλατσάριζε, τὸν ἐπίανε τὸ σύγκρυο καὶ χτυπούσανε τὰ κατωσάγονά του, κι ἕσφιγγε ἀπάνω του τὴν παλιοπατατούκα του κι ἔλεγε:

— Ἐεεέχ! Μωρὲ ζεστὸ ποὺ εἶναι τὸ καφενεδάκι μας!...

Ὕστερα γύριζε κι ἔδειχνε τὸν μεγάλον καφενέ, ποὺ καπνίζανε κάργα οἱ σόμπες, κι ἔλεγε:

— Ἀντίκρυ, σκυλὶ ψοφᾶ ἀπὸ τὸ κρύο..., σκυλὶ ψοφᾶ!

Ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Χατζῆς!

Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά.

Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι.

Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:

Καλὴν ἑσπέραν, Ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ κτίσις ὅλη...

Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:

Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.

Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.

Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.

Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.

Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.

Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.

Καὶ εἰς ἔτη πολλά.

Μπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα.

Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!

Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους, καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά.

Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Τώρα ἂς πᾶμε τὴν ἴδια βραδιὰ στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ τρεμοσβήνουνε ἕνα-δύο μικρὰ φωτάκια, πέρα ἀπὸ τὸ πέλαγο ποὺ βογγᾶ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν χιονιᾶ.

Εἶναι ἕνα μαντρὶ πίσω ἀπὸ μία ραχούλα κοντὰ στὴ θάλασσα, φυτρωμένη ἀπὸ πουρνάρια. Αὐτὸ τὸ μαντρὶ εἶναι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου. Τὰ πρόβατα εἶναι σταλιασμένα κάτω ἀπὸ τὴ σαγιὰ καὶ ἀκούγουνται τὰ κουδούνια, τὶν-τίν, ὅπως ἀναχαράζουνε. Ἐπειδὴ γεννᾶνε, οἱ τσομπαναραῖοι παρὰ-φυλάγουνε καί, μόλις γεννηθεῖ κανένα ἀρνί, τ᾿ ἁρπᾶνε καὶ τὸ μπάζουνε στὸ καλύβι καὶ τὸ ζεσταίνουνε στὴ φωτιὰ νὰ μὴν παγώσει. Ἀπ᾿ ὄξω φωνάζουνε οἱ μαννάδες. Ἡ φωτιὰ ξελοχίζει καὶ τὸ καλύβι εἶναι σὰν χαμάμι.

Ἐκεῖ-μέσα βρίσκουνται ἓξ᾿-ἑφτὰ νοματέοι, καθισμένοι γύρω ἀπὸ τὸν σοφρᾶ. Πρῶτος εἶναι ὁ ἀρχιτσέλιγκας Γιάννης ὁ Βλογημένος, πού, ἅμα τὸν δεις, θαρρεῖς πῶς βρίσκεσαι ἀληθινὰ στὸ μαντρὶ ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Εἶναι ἀρχαῖος ἄνθρωπος, ἀθῶος, μὲ γένια μαῦρα, σὰν ἅγιος. Τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ εἶναι βρακιὰ ἀνατολίτικα, στὰ ποδάρια του ἔχει τυλιγμένα πετσιὰ δεμένα μὲ λαγάρες, στὸ σελάχι του ἔχει ἤσκα καὶ τσακμάκι. Κι οἱ ἄλλοι τσομπάνηδες εἶναι σὰν τὸν Γιάννη, μονάχα ποὺ ὁ Γιάννης κάθεται μὲ τὸ πουκάμισο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ βγαίνουνε ὄξω γιὰ νὰ κοιτάζουνε τὰ νιογέννητα, φορᾶνε προβιὲς προβατίσιες μὲ τὸ μαλλὶ γυρισμένο ἀπὸ μέσα.

Αὐτοὶ ποὺ κάθουνται στὸν σοφρᾶ εἶναι μουσαφιραῖοι. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παναγῆς ὁ Στριγκάρος, κοντραμπατζῆς ξακουσμένος γιὰ τὴν παλικαριά του. Εἶχε πάγει γιὰ κυνήγι καὶ νυχτώθηκε στὸ μαντρί. Μὲ τὸν Γιάννη γνωριζόντανε ἀπὸ χρόνια, κι εἶχε κοιμηθεῖ πολλὲς φορὲς στὴ στάνη. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ἤτανε καρβουνιάρηδες, ποὺ κάνανε κάρβουνα ἐκεῖ-κοντά. Οἱ ἄλλοι δύο ἤτανε ψαρᾶδες, ὁ γερο-Ψύλλος μὲ τὸ γιό του τὸν Κωσταντῆ.

Καθόντανε λοιπὸν γύρω στὸ σοφρᾶ καὶ τρώγανε. Ἀπάνω στὸ τραπέζι ἤτανε κρέατα, μυτζῆθρες ἀνάλατες, μανούρια, ἁγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ.

Ὁ ἕνας ὁ καρβουνιάρης ἤτανε ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης, ἀπὸ τὴ Μάδυτο, κι ἤξερε κι ἔψελνε καλά, εἶχε καὶ φωνὴ γλυκιὰ καὶ βαριά, τζουράδικη. Ἔψαλε τὸ Μεγάλυνον, ψυχή μου, μὲ τέτοιο μεράκι, ποὺ κλάψανε οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκούγανε, κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Τὸ καλύβι γίνηκε σὰν ἐκκλησιά, ἔλεγες πὼς ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Ἀπ᾿ ἔξω ὁ χιονιᾶς μούγκριζε καὶ τσάκιζε τὰ ρουπάκια. Ὁ γερο-Στριγκάρος καθότανε στὰ σκοτεινὰ συλλογισμένος καὶ μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχάν, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔκανε ζέστη, κι εἶχε χωμένη τὴν ἀπαλάμη τοῦ κάθε χεριοῦ του μέσα στ᾿ ἀνοιχτὸ μανίκι τ᾿ ἀλλουνοῦ χεριοῦ.

Γιὰ μία στιγμὴ σωπάσανε νὰ κουβεντιάζουνε. Ὁ Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε τὸ χῶμα. Κούνησε κάμποσο τὸ κεφάλι του, κι ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε:

Βρὲ παιδιά, καλὰ ἐσεῖς, γιορτάζετε τὴ χάρη Του, εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι. Ἂμ ἐγώ, τί ψυχὴ θὰ παραδώσω, ποὺ σκότωσα καμιὰ κοσαριὰ ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ γυναῖκες ξεκοίλιασα, καὶ μωρὰ πράματα χάλασα!

Κανένας δὲ μίλησε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ ὥρα, σὰν νά ῾τανε μοναχός, ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι ἀναστέναξε κι εἶπε:

«Ἄραγες ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο;...
Καὶ δάγκασε τὸ μουστάκι του. Ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι εἶπε μέσα στὸ στόμα του, σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του:
Δὲν μπορεῖ! Κάτιτις θὰ ὑπάρχει…
Καὶ δὲν ξαναμίλησε.

nektarios.gr

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός: «Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὰ Χριστούγεννα καὶ ἡ μυθοποίηση τῶν Χριστουγέννων»

Τοῦ πατρὸς  Γεωργίου Μεταλληνοῦ
Ἀπό τὸ βιβλίο: «Παρεμβάσεις Ἱστορικὲς καὶ Θεολογικές», ἐκδ. «Διήγηση», Ἀθήνα 1998.
Ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἴνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων). «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἴνα ἠμεῖς θεοποιηθῶμεν» (Μ. Ἀθανάσιος). «Ἄνθρωπος γὰρ ἐγένετο ὁ Θεὸς καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος» (Ἰ. Χρυσόστομος). Στὴ λογικὴ ἑνὸς ἠθικιστοῦ ὁ ὅρος «θεοποιηθῶμεν», ποὺ χρησιμοποιοῦν Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος, εἶναι σκάνδαλο. Γι’ αὐτὸ μιλοῦν γιὰ «ἠθικὴ θέωση». Διότι φοβοῦνται νὰ δεχθοῦν ὅτι μὲ τὴ θέωση μεταβάλλεται «κατὰ χάριν» αὐτὸ ποὺ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι «κατὰ φύσιν» (ἄκτιστος, ἄναρχος, ἀθάνατος). Τὰ Χριστούγεννα εἶναι, γι’ αὐτό, ἄμεσα συνδεδεμένα καὶ μὲ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν Πεντηκοστή.
Ὁ Χριστὸς-Θεάνθρωπος χαράζει τὸ δρόμο, ποὺ καλεῖται νὰ βαδίσει κάθε σωζόμενος ἄνθρωπος, ἐνούμενος μαζί Του. Ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ τὰ Χριστούγεννα ὁδηγοῦν στὴν Πεντηκοστή, τὸ γεγονὸς τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ, μέσα δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς Θεοῦ κατὰ χάριν. Μὲ τὸ βάπτισμά μας μετέχουμε στὴ σάρκωση, τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ζοῦμε καὶ μεῖς τὰ «Χριστούγεννά μας», τὴν ἀνὰ-πλασή μας. Οἱ Ἅγιοι δέ, ποὺ φθάνουν στὴν ἕνωση μὲ τὸ Χριστό, τὴ θέωση, μετέχουν στὴν...
Πεντηκοστὴ καὶ φθάνουν ἔτσι στὴ τελείωση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σημαίνει ἐκκλησιαστικὰ πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκπλήρωση δηλαδὴ τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεώς του.

Ὅσο καὶ ἂν εἶναι κουραστικὸς ὁ θεολογικὸς λόγος, καὶ μάλιστα στὸν ἀμύητο θεολογικὰ σύγχρονο ἄνθρωπο, δὲν ἐκφράζει παρὰ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων μας. Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐμπειρία καὶ μόνο μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν ἐκκλησιαστικά, δηλαδὴ Χριστοκεντρικά, τὰ Χριστούγεννα. Ἀντίθετα, ἡ ἀδυναμία τοῦ μὴ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου νὰ νοηματοδοτήσει τὰ Χριστούγεννα ἔχει ὁδηγήσει σὲ κάποιους γύρω ἀπ’ αὐτὰ μύθους. Οἱ ἄγευστοί τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς, μὴ μπορώντας νὰ ζήσουν τὰ Χριστούγεννα, μυθολογοῦν γι’αὐτά, στὰ ὅρια τῆς φαντασίας καὶ μυθοπλασίας, χάνοντας τὸ ἀληθινὸ νόημά τους. Ὅπως μάλιστα θὰ δοῦμε, ὁ ἀποπροσανατολισμὸς αὐτὸς δὲν συνδέεται πάντοτε μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ μυστηρίου, ἀλλὰ μὲ ἀδυναμία βιώσεώς του, ποὺ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν παρερμηνεία του.
Μία πρώτη μυθολογικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῶν Χριστουγέννων δίνεται ἀπὸ τὴν αἵρεση, τὴ στοχαστικὴ καὶ ἀνέρειστη –ἀνεμπειρικὴ δηλαδὴ- θεολόγηση. Ὁ δοκητισμός, ἡ φοβερότερη αἵρεση ὅλων τῶν αἰώνων, δέχθηκε κατὰ φαντασίαν νάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου (δοκεῖν-φαίνεσθαι). Φαινομενική, δηλαδή, παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ἐνδοκοσμικὴ πραγματικότητα. Γιὰ ποιὸ λόγο θὰ μποροῦσε νὰ ἐρωτήσει κανείς. Οἱ Δοκῆται ἢ Δοκηταὶ κάθε ἐποχῆς δὲν μποροῦν νὰ ἀνεχθοῦν, στὰ ὅρια τῆς λογικῆς τους, τὴ σάρκωση καὶ τὴ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου.
Μεταβαλλόμενοι σὲ αὐτόκλητους ὑπερασπιστὲς τοῦ κύρους τοῦ Θεοῦ, ντρέπονται νὰ δεχθοῦν κάτι ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐπέλεξε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Τὸ δρόμο τῆς μητρότητας. Νὰ γεννηθεῖ δηλαδὴ ἀπὸ μία Μάνα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸ καθαρότερο πλάσμα ὅλης τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, τὴν Παναγία Παρθένο. Ὅλοι αὐτοὶ μποροῦν νὰ καταταχθοῦν στοὺς «ὑπεράγαν» Ὀρθοδόξους (κατὰ τὸν ἃγ. Γρηγόριο τὸ Θεολόγο). Γιατί ὁ Δοκητισμὸς ὁδήγησε στὸ Μονοφυσιτισμό, στὴν ἄρνηση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι οἱ συντηρητικοί, οἱ τυποκράτες, οἱ εὐσκανδάλιστοι. Γι' αὐτοὺς ὅλους εἶναι σκάνδαλο ἡ ἀλήθεια, ἡ πραγματικότητα, ἡ ἱστορικότητα. Ἐνῶ ἄλλοι ἀπορρτίπτουν τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ ἀρνοῦνται τὴν ἀνθρωπότητά του. Καὶ ὅμως, ἡ Ὀρθοδοξία ὡς Χριστιανισμὸς στὴν αὐθεντικότητά του, εἶναι ἡ «ἱστορικότερη θρησκεία», κατὰ τὸν ἀείμνηστο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Ζεῖ στὴν πραγματικότητα τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ τὶς δέχεται μὲ τὸ ρεαλισμὸ τῆς Θεοτόκου: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1,38)! «Καὶ ὁ Πιλάτος στὸ Σύμβολο» λέγει μία ὡραία σερβικὴ παροιμία. Διότι ὁ Πιλάτος, ὁ πιὸ ἄβουλος ἀξιωματοῦχος τῆς ἱστορίας, ὡς ὑπαρκτὸ ἱστορικὸ πρόσωπο, βεβαιώνει τὴν ἱστορικότητα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἰς πεῖσμα ὅμως τῶν Δοκητῶν ὁ Θεὸς-Λόγος «σὰρξ ἐγένετο -δηλαδὴ ἄνθρωπος- καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἠμίν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ (τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητάς Του)» (Ἰωάνν. 1, 14). Διότι «ἐν αὐτῶ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2,9), εἶναι δηλαδὴ τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος.
Ἡ σάρκωση καὶ γέννηση τοῦ Θεανθρώπου εἶναι σκάνδαλο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σοφία, ποὺ αὐτοκαταργούμενη καὶ αὐτοαναιρούμενη σπεύδει νὰ χαραχτηρίσει «μωρία» τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κορυφώνεται στὸν σταυρικό του θάνατο (Α' Κορ. 1,23). Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ φθάσει σὲ τέτοιο ὅριο κενώσεως, ὥστε νὰ πεθάνει πάνω στὸ σταυρὸ ὡς Θεάνθρωπος; Αὐτὸ εἶναι τὸ σκάνδαλο γιὰ τοὺς σοφούς τοῦ κόσμου. Γι' αὐτοὺς οἱ «θεοὶ» τοῦ κόσμου τούτου συνήθως θυσιάζουν τοὺς ἀνθρώπους γι' αὐτούς, δὲν θυσιάζονται αὐτοὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.
Πῶς θὰ δεχθοῦν τὸ μυστήριο τῆς Θείας Ἀνιδιοτέλειας; «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν (θυσίασε) ... ἴνα σωθῆ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ» (Ἰωανν. 3, 16. 17). Στὰ ὅρια τῆς «λογικῆς» ἢ «φυσικῆς» θεολογήσεως χάνεται τελικὰ τὸ θεῖο στοιχεῖο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ μένει τὸ ἀνθρώπινο, παρανοημένο καὶ αὐτὸ καὶ παρερμηνευόμενο. Διότι δὲν ὑπάρχει ἱστορικὰ ἄνθρωπος-Χριστός, ἀλλὰ Θεάνθρωπος. Ἡ ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὸ πρόσωπο Θεοῦ-Λόγου εἶναι «ἀσύγχητη» μέν, ἀλλὰ καὶ «ἀδιαίρετη». Οἱ «λογικὲς» ἑρμηνεῖες τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύονται παράλογες, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συλλάβουν μὲ τὴ λογικὴ τὸ «ὑπερλόγο».

Ἡ νομικὴ-δικανικὴ συνείδηση ζεῖ καὶ αὐτὴ στὸ Χριστὸ τὸ σκάνδαλό της. Ἀναζητεῖ σκοπιμότητα κοινωνικὴ στὴ Σάρκωση καὶ καταλήγει καὶ αὐτὴ στὸ μύθο, ὅταν δὲν αὐτοπαραδίδεται στὸν Θεῖο Λόγο. Οἱ Φράγκοι κατασκεύασαν, μέσω τοῦ διακεκριμένου σχολαστικοῦ τους Ἀνσέλμου (11ος αἱ.), τὸ μύθο τῆς «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης». Ὁ Θεὸς-Λόγος σαρκοῦται, διὰ νὰ σταυρωθεῖ-θυσιασθεῖ καὶ δώσει ἔτσι ἱκανοποίηση στὴν προσβλὴ ποὺ προξένησε στὸ Θεὸ ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία! Τὰ κρατοῦντα τότε στὴ φραγκικὴ φεουδαρχικὴ κοινωνία προβάλλονται (μυθολογικὰ) στὸ Θεό, ποὺ παίρνει τὴ θέση στὴ φραγκογερμανικὴ φαντασία ἑνὸς ὑπεραυτοκράτορα. Ἂς φωνάζει ὁ Ἰωάννης: «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν...» (3,16), ἢ ὁ Παῦλος: «συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην πρὸς ἠμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἠμῶν, Χριστὸς ὑπὲρ ἠμῶν ἀπέθανεν» (Ρωμ. 5,8). Ὄχι! «Γιὰ νὰ πάρει ἐκδίκηση» καὶ «ζητώντας ἱκανοποίηση» θὰ μάθει νὰ φωνάζει ὁ δυτικὸς (ἢ δυτικοποιημένος) ἄνθρωπος.
Ἔτσι πλάσθηκε ἕνας «Χριστιανισμὸς» ἄλλου εἴδους, ποὺ δὲν διαφέρει ἀπὸ μυθοπλασία, ἀφοῦ προβάλλει στὸ Θεὸ τὴ φαντασία καὶ τὶς προλήψεις μας. Ἡ ἐκλογίκευση καὶ ἡ ἐκνομίκευση τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεανθρώπου εἶναι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν ἱστορία.
Ἡ θρησκευτικὴ (τυπολατρικὴ) συνείδηση ζεῖ τὸ «σκάνδαλο» τῆς ἐνανθρωπήσεως καταφεύγοντας στὴ θρησκειοποίηση τῆς Πίστεως. Ἐξαντλεῖ τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων στὶς τελετὲς καὶ χάνει τὸν ἀληθινὸ σκοπό τους, ποὺ εἶναι ἡ «υἱοθεσία» (θέωση). «Ἴνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν...» (Γαλ. 4,5). Εἶναι τὸ σκάνδαλο τοῦ φαρισαϊσμοῦ, ἔστω καὶ ἂν λέγεται Χριστιανισμός.

Εἶναι ὅμως οἱ ἐχθροί τοῦ «παιδίου» ποὺ βιώνουν τὸ σκάνδαλο τῆς ἐξουσίας. Ὁ Ἠρωδισμός! Οἱ κρατοῦντες ἢ μᾶλλον «δοκοῦντες ἄρχειν...» (νομίζοντες ὅτι κυβερνοῦν) (Μαρκ. 10,42), ὅπως ὁ Ἡρώδης, βλέπουν στὸν νεογέννητο Χριστὸ κάποιον ἀνταγωνιστὴ καὶ κίνδυνο τῶν συμφερόντων τους. Γι' αὐτὸ «ζητούσι τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου» (Ματθ. 2,20). Παρερμηνεύουν ἔτσι τὸν ἀληθινὸ χαραχτήρα τῆς βασιλικῆς ἰδιότητας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος». Ὁ Χριστὸς ὡς Βασιλεὺς ὅλης τῆς κτίσεως εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Κύριός της, ὁ δημιουργὸς καὶ σωτήρας της καὶ ὄχι ὡς οἱ Ἠρῶδες τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἀδίστακτοι δολοφονοῦν, γιὰ νὰ κρατήσουν τὴν ἐξουσία τους.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Ε.Π. 36,516) προσφέρει δυνατότητα ὀρθῆς προσεγγίσεως τῶν Χριστουγέννων, δηλαδὴ ἁγιοπνευματικῆς: «Τοίνυν ἐορτάζομεν μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς. μὴ κοσμικῶς, ἀλλὰ ὑπερκοσμίως. μὴ τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ τὰ τοῦ ἡμετέρου (=ὄχι δηλαδὴ τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ τὸν Χριστὸν ἂς τιμᾶμε...). μᾶλλον δὲ τὰ τοῦ Δεσπότου. μὴ τὰ τῆς ἀσθενείας, ἀλλὰ τὰ τῆς ἰατρείας. μὴ τὰ τῆς πλάσεως, ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναπλάσεως.
 
το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

ΤO ΣΒΗΣΜEΝΟ «ΦΑΝAΡΙ» ΤHΣ OΡΘΟΔΟΞIΑΣ «Ἕ­­νωση στὴν πράξη, χωρὶς νὰ ἔχει ἐ­­πιτευχθεῖ συμφωνία στὴν πίστη»


Τὸ σβησμένο «Φανάρι» τῆς Ὀρθοδοξίας

 Tοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.           Στὸ ἐπίπεδο τῶν ἐπιπόλαιων κοσμικῶν ἐντυπώσεων ὁ Οἰκουμενι­κὸς Πατριάρχης βγῆκε κερδισμένος. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ πάπα στὶς 29 καὶ 30 τοῦ περασμένου Νοεμβρίου τὸν προέβαλε ὡς πρωτόθρονο στὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως παρουσίασαν τὴ συνάντηση ὡς γεγονὸς μεγάλο, ποὺ γεφυρώνει διχασμὸ χιλίων χρόνων. Στὸν χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης ἀλή­θει­ας ὅμως ἡ ζημία ὑπῆρξε ἀνυπο­λόγιστη. Ὄχι διότι τυχὸν ἔγινε κά­ποια φανερὴ ὑποχώρηση στὴν Ὀρ­θόδοξη πίστη. Ἀλλὰ διότι μὲ ἕνα ἀ­­­κόμη βῆμα ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ἄλλα προωθήθηκε αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐ­­πανειλημμένως ἔχουμε γράψει: ἕ­­νωση στὴν πράξη, χωρὶς νὰ ἔχει ἐ­­πιτευχθεῖ συμφωνία στὴν πίστη. Ὁ δὲ διεξαγόμενος θεολογικὸς Διάλογος χρησιμοποιεῖται ὡς προπέτασμα γιὰ νὰ ἐξαπατᾶ τοὺς ἀφελεῖς. Κανένας σήμερα δὲν πιστεύει ὅτι θὰ ἐπιτευχθεῖ συμφωνία μὲ τὸν θεολογικὸ Διάλογο.
.                 Ὁ πάπας σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὑπῆρ­ξε εἰλικρινής. Δήλωσε στὸν δημοσιογράφο Andrea Tornielli κατὰ τὴ διάρ­κεια τῆς πτήσεως ­ἐπιστροφῆς του στὶς 30 Νοεμβρίου ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴ Ρώμη: ­«Πι­στεύ­ω ὅτι κινούμαστε πρὸς τὰ ἐμπρὸς στὶς σχέσεις μας μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, αὐ­τοὶ ἔχουν τὰ μυστήρια καὶ τὴν ἀποστο­λικὴ ­διαδοχή, κινούμαστε πρὸς τὰ ἐ­­­μ­πρός. Ἐὰν περιμένουμε ἀπὸ τοὺς θεολόγους νὰ καταλήξουν σὲ ­συμφωνία, αὐτὴ ἡ μέρα δὲν θὰ ἔρθει ποτέ!». ­Ὑ­­­πενθυμίζοντας ­μάλιστα καὶ πάλι, ὅπως εἶχε κάνει καὶ μετὰ τὴ συνάντηση τῶν ­Ἱεροσολύμων στὶς 25 τοῦ περασμένου Μαΐου, τὰ λόγια τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ­προσέθεσε: «Εἶμαι ἐπιφυλακτικός: οἱ θεολόγοι ἐργάζονται καλά, ἀλλὰ ὁ Ἀθηναγόρας δήλωσε: “ Ἂς βάλουμε τοὺς θεολόγους σὲ ἕνα νησὶ γιὰ νὰ συζητοῦν μεταξύ τους καὶ ἐμεῖς νὰ προχωρήσουμε μαζὶ μπροστά”. Ἡ ἑνότητα εἶναι ἕνα ταξίδι ποὺ πρέπει νὰ συνεχίσουμε μαζί, εἶναι πνευματικὸς οἰκουμενισμός, νὰ προσευχόμαστε μαζί, νὰ ἐργαζόμαστε ἀπὸ κοινοῦ» (vaticaninsider.lastampa.it/en/the-vatican/detail/articolo/francesco-turchia-37828/).
.           Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ σαφές: Ὁ θεολογικὸς Διάλογος γίνεται γιὰ τὰ μάτια τῶν πολλῶν, ἐνῶ ταυτόχρονα μέσῳ τῶν ἑορταστικῶν καὶ ἄλλων ἐκδηλώσεων προωθεῖται ἡ ἕνωση στὴν πράξη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὠμὴ ἀλήθεια.
.           Καὶ διερωτᾶται πλέον κάθε ­Ὀρθόδο­ξη συνείδηση: Πῶς μπορεῖ ὁ παναγιώ­τατος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης νὰ βαδίζει σ᾿ αὐτὸν τὸν ὀλισθηρότατο δρόμο;
.           Ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς προσέβλεπε πάν­τοτε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ σταυ­ρωμένο θρόνο τῆς Κωνσταντινου­πόλεως· στὸ ἔνδοξο Φανάρι. Ὄχι γιὰ νὰ ­ὑποδέχεται μὲ ἀσπασμοὺς τὸν ἀρχιαιρεσιάρχη πά­πα, ἀλλὰ γιὰ νὰ κρατάει ἀναμμένη τὴ φλόγα τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν θέλει σβησμένο τὸ «Φανάρι». Τὸ θέλει ἀναμμένο νὰ ἀκτινοβολεῖ τὴν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια σὲ ὅλο τὸν κόσμο!

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Ο Αντίχριστος θα πηγαίνει στην Εκκλησία.



Ιερεύς π.Διονύσιος Ταμπάκης.
ΜΑ ΤΩΡΑ μας δουλεύεις; Θα είναι ο Αντίχριστος πιστός και θα πηγαίνει και στην Εκκλησία;
-Βεβαίως! Αφού είδε και αποείδε ότι με άμεσους διωγμούς  τόσους αιώνες κατάφερε μια τρύπα στο νερό, τώρα προσπαθεί με πονηριά και υπουλότητα να βάλει τους χριστιανούς στο σακί του μέσα από την αλλοίωση της πίστης μας.
Ο Αντίχριστος δεν θα κλείσει τις Εκκλησιές, ούτε και θα τις κάψει κατά πως έκανε παλιά, αλλά θα τις γεμίσει κιόλας από χριστιανούς που θα βαπτίζονται θα εξομολογούνται ,θα κοινωνούν, θα κάνουν ευλαβή έργα, μα στην ουσία δεν θα ξέρουν σε ποιον Θεόν πιστεύουν.

Εάν εστιάσουμε στη ετυμολογία της λεξης –Αντίχριστος-  «αντι» δεν σημαίνει μόνο «αυτός που εναντιώνεται» αλλά και «αυτός που βρίσκεται στη θέση άλλου», δηλαδή ο άνομος που θα έρθει θα παραπλανήσει τον κόσμο προσποιούμενος τον Χριστό και προσπαθώντας να τον μιμηθεί σε όλα, .
Γιαυτό βλέπουμε σήμερα κάποιοι να προσπαθούν να εκλογικεύσουν  την Αγία μας πίστη, να αγωνίζονται να κάνουν  την Ορθοδοξία «επιστημονική» και «ευρωπαϊκή»  και όχι την λιβανισμένη και «βλάχικη» που είχαμε έως τώρα. Ακόμη και Του Χριστού θέλουνε  να του δώσουμε πτυχίο να μην είναι  «αγράμματος» και «ξυπόλητος» αλλά και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας τους θέλουνε επιστήμονας και προφέσσορες και όχι φανατικούς λιπόσαρκους ασκητάδες σαν τους αγράμματους ντερβίσηδες…
Στα χρόνια λοιπόν του Αντιχρίστου,  ο οποίος θα είναι πραγματικό πρόσωπο και όχι απλά μία κατάσταση, όπως  αναφέρει άλλωστε και η Αγ.Γραφή (Β΄Θεσσ. Β΄-3,4)αλλά και πολλοί παλαιοί και σύγχρονοι Άγιοι Πατέρες.
Τότε λοιπόν οι Χριστιανοί θα χωριστούν σε δύο κατηγορίες , σε εκείνους που θα πιστεύουν με την καρδιά και σε εκείνους που θα πιστεύουν με το μυαλό.Γιαυτό και όσοι Χριστιανοί  ακολουθήσουν τον Αντίχριστο δεν θα νοιώθουν καμία αμφιβολία και αβεβαιότητα αλλά θα νομίζουν ότι κάμουνε και το χρέος τους κιόλας κινούμενοι στα γνωστά ήσυχα νερά τους.
Αναφέρει για το θέμα αυτό ο Άγιος Γαβριήλ ο νέος από την Γεωργία :
«Για τους πιστούς χριστιανούς η μεγαλύτερη θλίψη θα είναι ότι αυτοί θα φεύγουν στο δάσος, αλλά οι κοντινοί τους άνθρωποι θα δέχονται το χάραγμα του Αντιχρίστου. Στους εσχάτους καιρούς οι οπαδοί του Αντιχρίστου θα πηγαίνουν στην Εκκλησία, θα βαπτίζονται, θα κηρύττουν για τις ευαγγελικές εντολές. Όμως μην τους πιστεύετε. Αυτοί δεν θα έχουν τα καλά έργα. Μόνο με τα καλά έργα μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τον αληθινό Χριστιανό»
Αλλά και τα Θεολογικά κηρύγματά  πλέον καταντήσανε συναισθηματικές αγαπολογίες με κοινωνικές και ψυχολογικές  αναφορές και ζήτημα πλέον είναι να ακούσουμε σήμερα να μιλάνε για Παράδεισο ,Κόλαση, Δευτέρα Παρουσία και Κρίση.
Ας αναβαπτιστούμε λοιπόν στην αγία Ορθοδοξία μας που μυρίζει Αγιορείτικο μοσχολίβανο και όχι λεβαντίνικη κολόνια. Στην πίστη μας που μας έμαθαν οι αγράμματοι μεν πατεράδες και παππούδες μας,  μα μοσχομυρισμένοι από την ευωδία Του Παναγίου Πνεύματος. 

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)