Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

«Αγία και Μεγάλη» μόνο μία Σύνοδος σύμφωνη με τους Αγίους Πατέρες




«Αγία και Μεγάλη» μόνο μία Σύνοδος σύμφωνη με τους Αγίους Πατέρες
του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου
Στη Σύναξη των Προκαθημένων Ορθοδόξων Εκκλησιών που συνήλθε στο Φανάρι και ολοκληρώθηκε την Κυριακή της Ορθοδοξίας αποφασίστηκε η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος των Ορθοδόξων Εκκλησιών» να συγκληθεί στην Κωνσταντινούπολη το 2016. Ασχέτως του εαν μέχρι τότε θα προκύψουν εμπόδια που θα οδηγήσουν σε αναβολή της σύγκλησης, είναι σαφές ότι το Φανάρι επιδιώκει με κάθε τρόπο η Σύνοδος αυτή να συγκληθεί άμεσα και σίγουρα επί ημερών Πατριάρχου Βαρθολομαίου.

Είναι μάλιστα εμφανής η προσπάθεια να δοθεί στη Σύνοδο αυτή πολύ μεγάλη βαρύτητα και ιστορική σημασία μολονότι έχει πλέον εγκαταλειφθεί ο αρχικός της χαρακτηρισμός ως Ογδόης Οικουμενικής Συνόδου.
Για τη σύγκληση της Συνόδου αυτής υπάρχουν πολλά ερωτήματα όπως γιατί δεν γνωστοποιούνται στον ευρύτερο θεολογικό και εκκλησιαστικό κόσμο τα θέματα που πρόκειται να συζητηθούν και η μέχρι σήμερα προετοιμασία τους. Οι Ιεράρχες των Ορθοδόξων Εκκλησιών θα αποφασίσουν δηλαδή για τον πιστό κλήρο και λαό χωρίς αυτόν;
Μείζον θέμα είναι το ποιοι Ιεράρχες θα συμμετέχουν στην λήψη των αποφάσεων αυτής της «Μεγάλης Συνόδου». Οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν συγκλήθηκαν ούτε ως «Οικουμενικές» ούτε ως «Μεγάλες» αλλά αναγνωρίστηκαν εκ των υστέρων ως «Οικουμενικές» λόγω της εγκυρότητας των αποφάσεων τους. Οι άγιοι Πατέρες που συμμετείχαν σε αυτές ήταν πραγματικά θεοφόροι, σκεύη εκλογής του Αγίου Πνεύματος και για τούτο έλαβαν αποφάσεις αγιοπνευματικές. Οποιαδήποτε σύγκριση των μεγάλων Πατέρων που συμμετείχαν στις Οικουμενικές Συνόδους με κάποιους από τους Ιεράρχες που εκπροσωπούν σήμερα τις Ορθόδοξες Εκκλησίας στις συνάξεις Προκαθημένων Ορθοδόξων Εκκλησιών δημιουργεί εύλογη ανησυχία στους παρακολουθούντες με αγωνία τις εξελίξεις. Ιεράρχες που διακρίνονται για την πιστότητά τους στην αγιοπατερική Παράδοση της Εκκλησίας μας και για τους αντιοικουμενιστικούς τους αγώνες αποκλείονται μεθοδικά από τέτοιες πανορθόδοξες συναντήσεις για να μην προκαλέσουν τριγμούς στα φαναριώτικα –και όχι μόνο- σχέδια προώθησης του οικουμενισμού και μιας εκκοσμικευμένης «ορθοδοξίας».
Το κύρος της λεγόμενης «Μεγάλης και Αγίας Συνόδου των Ορθοδόξων Εκκλησιών» όποτε και εάν συγκληθεί, δεν θα κριθεί ούτε από το πλήθος των Ιεραρχών που θα συμμετέχουν σε αυτήν ούτε από την πλειονότητα των ψήφων με τις οποίες θα ληφθούν οι σχετικές αποφάσεις. Το κύρος της θα κριθεί από τη συμφωνία των αποφάσεων της με την παραδοθείσα από τους αγίους Πατέρες Πίστη της Εκκλησίας μας. «Μεταπατερικές» αναθεωρήσεις της Πίστης, των Ιερών Κανόνων και της πνευματικής ζωής δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ακόμη κι αν κάποιοι επιχειρήσουν να τις περιβάλλουν με το «κύρος» μιας «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου».
Ορθόδοξος Τύπος, 28/03/2014

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Το 1821 τότε και σήμερα

Με την ευκαιρία του εορτασμού της Εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου, η Ιερά Μητρόπολη Θήρας, Αμοργού και Νήσων διά του Γραφείου Νεότητας της Ιεράς Μητροπόλεως διοργάνωσε την Κυριακή 23 Μαρτίου και ώρα 19.00 στην Χριστιανική Εστία των Φηρών σχετική εκδήλωση. Καλεσμένος ομιλητής ήταν ο ειδήμων ιστορικός, πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημιού Αθηνών. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη, με την παρουσία πολλών ιερέων του νησιού, κατηχητών των ενοριών, καθηγητών των σχολείων του νησιού, του Δήμαρχου Θήρας, καθώς και υπολοίπων αντιπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Μετά την απαραίτητη εισαγωγή των παρισταμένων στο κλίμα της εορτής με την όμορφη απόδοση σχετικών ύμνων του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου από μέλη της βυζαντινής χορωδίας ιεροψαλτών (ΣΘΙΑΣ) του νησιού, ακολούθησε η ομιλία του π. Γεωργίου. Ο π. Γεώργιος με την πλήρως καταρτισμένη ομιλία του, προσέφερε πολύτιμες ιστορικές πληροφορίες σχετικές με την Ελληνική Επανάσταση του 1821, μέσα από τις οποίες εδραίωσε την διαχρονική σημασία που έχει για το Γένος μας η αγάπη για την πατρίδα όταν αυτή συμπορεύεται αδιάσπαστα από την ορθόδοξη πίστη στον Χριστό. Ήταν σίγουρα μία επιτυχημένη εκδήλωση που μας έφερε για πρώτη φορά κοντά με έναν κατηξιωμένο Έλληνα θεολόγο και ιστορικό.
 Εκ του Γραφείου Νεότητας

το βρήκαμε εδώ

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Μήπως τὸ Φανάριον ἐπιδιώκει νὰ θέση ἐκτὸς Ἐκκλησίας ὅσους διαφωνοῦν μὲ τὴν φιλοοικουμενιστικήν γραμμήν του;


• ΜΕ ΑΦΟΡΜΗΝ ΜΙΑΝ ΔΗΛΩΣΙΝ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
Οκουμενικς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαος κατ τν διάρκειαν τς μιλίας του εἰς τὴν Σύναξιν τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὸ Φανάριον, ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς Σεβ. Μητροπολίτας (προφανῶς τῆς Ἑλλάδος) νὰ γίνουν αὐστηρότεροι ἔναντι τοῦ Ποιμνίου, τὸ ὁποῖον ἀμφισβητεῖ τὰς ἀποφάσεις Ὀρθοδόξων Ἀρχιερέων εἴτε κατὰ τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους εἴτε κατὰ τὰς διαθρησκειακὰς διασκέψεις εἴτε εἰς τὸ πλαίσιον τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ἢ Αἱρέσεων ἢ εἰς ἄλλας συνδιασκέψεις.


Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀκούεται λογικόν. Διὰ τῆς ἀποστροφῆς αὐτῆς τοῦ λόγου του ζητεῖ ὑπακοὴν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς ἐνεργείας καὶ ἀποφάσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἀρχιερέων. Πῶς ὅμως νὰ συμβῆ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὅταν:

1ον) Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς προωθοῦν τὴν μεταπατερικὴν θεολογίαν καὶ τὴν περιθωριοποίησιν τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας;
 
2ον) Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς, εὐθυγραμμισμένοι μὲ τὴν γραμμήν του, διακηρύσσουν ὅτι οἱ Παπικοὶ δὲν εἶναι σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοί, ἀλλὰ κανονικὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας;
 
3ον) Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς, καθ᾽ ὑπόδειξιν τοῦ Φαναρίου, ἀναγνωρίζουν τοὺς Κόπτας, τοὺς καταδικασθέντας ὑπὸ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διὰ αἵρεσιν (ἀμφισβητοῦν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Χριστοῦ) ὡς Ὀρθοδόξους; 
 
4ον) Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς παραχωροῦν εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ὀρθοδόξους ἱεροὺς ναοὺς εἰς πλανεμένους χριστιανοὺς διὰ τὰς ἀκολουθίας των ἢ τὰ «μυστήρια» των;
 
5ον)Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς ἐφαρμόζουν καὶ ἑορτάζουν τὰς ἐπετείους, τὰς ὁποίας καθορίζει τὸ κίνημα τῶν ὑπογείων ρευμάτων τῆς Ἀμερικῆς, ἤτοι τὸ κίνημα τῆς «Νέας Ἐποχῆς;».
 
6ον) Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς συμπροσεύχωνται δημοσίως τόσον μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν πλανεμένων αἱρετικῶν Χριστιανῶν ὅσον καὶ μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν ἀλλοθρήσκων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποδέχονται τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας, τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας ἢ ἐξισώνουν τὸν Χριστὸν μὲ τὸν Κομφούκιον, τὸν Βούδαν, τὸν Μωάμεθ κ.λπ.;  
 
Ὅλαι αὐταὶ αἱ συμπροσευχαὶ γίνονται μὲ εὐθύνην τοῦ Φαναρίου, τὸ ὁποῖον δὲν κάμνει διάλογον μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Χριστιανοὺς ἢ τοὺς ἀλλοθρήσκους, ἀλλὰ καταφρονεῖ τοὺς Ἀποστολικοὺς Κανόνας καὶ τοὺς Κανόνας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, διακηρῦσσον ὅτι ὅλαι αἱ «Ἐκκλησίαι» σώζουν. Δι᾽ αὐτῶν τῶν μεθόδων, τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν διακηρύξεων ἀνατρέπεται ὁλόκληρος ἡ Ὀρθόδοξος θεολογία καὶ ἐπιχειρεῖται ἡ ἀλλοίωσις τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος τοῦ πιστοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἐντίμου κλήρου. Αἱ ἀντιδράσεις μεγάλαι. Ἄλλαι ὁμάδες πιστῶν ἀποτειχίζονται. Ἄλλαι βλέπουν Οἰκουμενιστὴν Ἀρχιερέα καὶ θέλουν νὰ τὸν «ξυρίσουν» ὡς προδότην τῆς πίστεως καὶ ἀνάξιον τοῦ Ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, ἄλλαι ζητοῦν τὴν διακοπὴν τοῦ μνημοσύνου κατὰ τὰς θείας Λειτουργίας τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων, ἄλλαι συσπειρώνονται πέριξ Ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν γνήσιον Ὀρθόδοξον φρόνημα καὶ ἄλλαι ὁμάδες ἀπογοητευμέναι ἀπὸ τὴν οἰκουμενιστικήν, φιλοπαπικὴν καὶ φιλοαιρετικὴν συμπεριφορὰν Ὀρθοδόξων Ἀρχιερέων ἀδρανοποιοῦνται, παραμένουσαι ἄφωνοι. Ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία ὅμως τῶν πιστῶν, παρὰ τὰς ἐντόνους διαφωνίας μὲ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ τοὺς φιλοπαπικοὺς φιλοοικουμενιστὰς Ἀρχιερεῖς, παραμένουν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλοῦν ἀπαξιωτικῶς διὰ τοὺς Οἰκουμενιστὰς Ἀρχιερεῖς, ἀλλὰ δὲν ἀποχωροῦν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ δὲν ἡγοῦνται σχίσματος ἐντὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὅλαι αἱ «ὁμάδες» πιστῶν, αἱ ὁποῖαι διαφωνοῦν μὲ τὴν οἰκουμενιστικὴν καὶ φιλοπαπικὴν γραμμὴν τοῦ Φαναρίου καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ταγῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος παραμένουν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐὰν οἱ Σεβ. Μητροπολῖται τοῦ φιλοοικουμενιστικοῦ καὶ φιλοπαπικοῦ κινήματος ἐφαρμόσουν ὅσα ζητεῖ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἐναντίον τῶν διαφωνούντων κληρικῶν, πιστῶν, θεολόγων, ἱερομονάχων, μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν μὲ τὴν γραμμήν των, τότε οὐδεὶς γνωρίζει τὴν τύχην τῶν θρόνων των καὶ οὐδεὶς γνωρίζει, ἐὰν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θὰ παραμείνη ἑνωμένη ἢ θὰ προκύψη ἕνα νέον Σχίσμα ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκτὸς κι ἂν τὸ Φανάριον καὶ ὡρισμένοι (ὄχι ὅλοι) οἰκουμενισταὶ Ἀρχιερεῖς ἐπιδιώκουν τὸ Σχίσμα, διὰ νὰ βροντοφωνάξουν: «Ἐπιτέλους ἀπηλλάχθημεν ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἐπικαλοῦνται εἰς τοὺς ἀντιπαπικοὺς καὶ ἀντιοικουμενιστικοὺς ἀγῶνας των τὸν Ἅγιον Μᾶρκον τὸν Εὐγενικόν, τὸν Μέγαν Φώτιον, τὸν Ἅγιον Γρηγόριον τὸν Παλαμᾶν, τὸν Ἅγιον Νικόδημον τὸν Ἁγιορείτην, τὸν Ἅγιον Νεκτάριον, τὸν Ἅγιον Ἰουστῖνον Πόποβιτς κι ἄλλους μεγάλους καὶ θεοφόρους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καὶ προχωροῦμεν ἀνενόχλητοι πρὸς τὴν ψευδένωσιν καὶ τὴν ἐξίσωσιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὴν πλάνην. Ὅσο κι ἂν φωνάζουν πλέον οἱ ἀντιοικουμενισταὶ δὲν τοὺς ἀκούει κανείς, διότι εὑρίσκονται ἐκτὸς Ἐκκλησίας». Ἂς γνωρίζουν ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπερασπίζονται τὴν Παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (συμφώνως πρὸς τὸν σύγχρονον Ἅγιον τῆς Ἐκκλησίας Ἰουστῖνον Πόποβιτς καὶ συνεργάτην τοῦ «Ο.Τ.») ὅτι ὅσοι διαφωνοῦν μὲ τὴν γραμμήν των καὶ τὴν προδοσίαν τῆς Πίστεως, θὰ παραμείνουν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ θὰ ἀγωνίζωνται διὰ τὴν Ἀλήθειαν καὶ τὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας.
Γ. ΖΕΡΒΟΣ

Ορθόδοξος Τύπος, 21/3/2014

το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ «ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ»

article_14462_39043.jpg

Εισαγωγή-αφορμή της κριτικής
Η συνέντευξη που παραχώρησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου, π. Ιωάννης Ζηζιούλας, με ημερομηνία 26-02-2014, για λογαριασμό της ιστοσελίδας «VATICAN INSIDER»[1], είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που ένας Ορθόδοξος ερευνητής προσέχει ιδιαίτερα, καθότι γνωρίζει εκ των προτέρων πως, κατά κανόνα, σε συνεντεύξεις προς ετερόδοξα κέντρα, η γλώσσα των «δικών μας» λύνεται πιο εύκολα, και έτσι γίνονται γνωστά στοιχεία των περίφημων διαχριστιανικών διαλόγων, που εσκεμμένα αποκρύπτονται προς τους λοιπούς Ορθοδόξους που ενδιαφέρονται. Δεν το κρύβουμε λοιπόν ως διαχειριστές του ιστολογίου «Κατάνυξις», πως μόλις εντοπίσαμε τη συγκεκριμένη συνέντευξη σπεύσαμε να τη μεταφράσουμε, με την ευγενική βοήθεια της κ. Ελένης Μητρούδη, εις τρόπον ώστε να έχουμε τη δυνατότητα να σχολιάσουμε και να αναδείξουμε, με τη βοήθεια του Θεού, ένα-δυο επικίνδυνα σημεία που, κατά την ταπεινή μας κρίση, εκπέμπει για την ορθόδοξη εκκλησιολογία και θεολογία.

Η αιρετική διδασκαλία περί «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας»
περγάμου-πάπας.jpg
Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης φιλάει το χέρι του Πάπα

Εν αρχή λοιπόν, στον πρόλογο της συνεντεύξεως, ο δημοσιογράφος του Βατικανού Gianni Valente, πλέκει το εγκώμιο του αγίου Περγάμου, τονίζοντας ιδιαιτέρως «το έργο του ΄Ή Εκκλησιολογία της Θείας Ευχαριστίας’’, το οποίο, όπως μας υπενθυμίζει, «χαίρει εκτίμησης και είναι αποδεκτό και από τον Πάπα Φραγκίσκο και από τον προηγούμενό του Βενέδικτο XVI». Τον χαρακτηρίζει μάλιστα ως «τον καλύτερο εν ζωή Χριστιανό Θεολόγο», τίτλο που, ως γνωστόν, του έχει αποδώσει σύμπασα η οικουμενιστική κοινότητα, από το Π.Σ.Ε. και το Βατικανό μέχρι την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου[2].  

Η συστημική ανακήρυξη του Μητροπολίτου Περγάμου σε «καλύτερο εν ζωή Χριστιανό θεολόγο», δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθότι μια τέτοια αυθαίρετη εκτίμηση αποτελεί το κυριότερο γνώρισμα του πλανεμένου «χριστιανικού κόσμου», δηλαδή τόσο των αιρετικών, όσο και των «προβατόσχημων λύκων»: αγνοούν εμπειρικά την έννοια του θεολόγου, εξ απόψεως ορθοδόξου! Κι αυτό κάθε άλλο από παράλογο είναι, διότι όταν κινείται κανείς στο χώρο της στοχαστικής θεολογίας και της «κτιστής χάριτος», ομοιάζει περισσότερο με αιρετικούς διαστροφείς της Δύσης και της Ανατολής, όπως ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός ή ο εξωμότης Βησσαρίωνας, παρά προς τους Αγίους Θεοφόρους Πατέρες της Ορθοδοξίας που διέπρεψαν σε Δύση και Ανατολή, αντίστοιχα. Η δέ έπαρση που εκπηγάζει σε αυτή την περίπτωση, από την σκοτισμένη διάνοια ενός σύγχρονου δυτικοτραφούς θεολόγου, ποτέ δεν θα τον άφηνε να διακρίνει τους πραγματικούς θεολόγους του καιρού μας, δηλαδή όλους όσους έπαθαν τα θεία, όλους όσους είχαν γεύση του Ακτίστου Φωτός, όπως ήσαν κατά τον 20ο αιώνα κάτι αγράμματοι και ασήμαντοι κατά κόσμον άνθρωποι, σαν τον γέροντα Παΐσιο ή τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη! Πώς να εξηγήσεις άλλωστε σε εμπαθείς και κενόδοξους ανθρώπους του ακαδημαϊκού χώρου, πως άλλο πράγμα είναι να μιλάς για το Θεό και άλλο πράγμα είναι το να μιλάς με το Θεό;

Το πρόβλημα του "αγίου" Περγάμου, δεν είναι πως τον αποκαλούν οι άλλοι ως τον «μεγαλύτερο θεολόγο», αλλά πως το έχει πιστέψει κιόλας! Για αυτό ασφαλώς φροντίζει και κινείται εκ του ασφαλούς, σε οικεία ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, εις τρόπον ώστε να μη «τσαλακώνεται» η κοσμική υστεροφημία του, ή εκφράζεται με μία δυσνόητη για τον απλό πιστό θεολογική γλώσσα, εις τρόπον ώστε να κερδίζει τίτλους και βραβεία, από ανθρώπους που ποτέ δεν κατάλαβαν τι εννοεί, ενώ στην πραγματικότητα ως καταλυτικός φορέας της μεταπατερικής θεολογίας, ολοκληρώνει σιγά σιγά και ανεμπόδιστα, τη άμβλυση της Χριστιανικής Ορθοδοξίας! Αν για παράδειγμα ρωτούσε κανείς πρίν από 2 χρόνια, τους πιστούς της Ι.Μ. Δημητριάδος, γιατί η Ακαδημία του Βόλου και ο οικείος Μητροπολίτης, κ. Ιγνάτιος, βράβευσαν τον Ιωάννη Ζηζιούλα, κανείς δεν θα μπορούσε να απαντήσει επί της ουσίας!
Το Βατικανό από την άλλη γνωρίζει γιατί πρέπει να τιμά τον Μητροπολίτη Περγάμου! Και μόνο η αιρετική διδασκαλία του περί «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας», την οποία αποδέχθηκε και υιοθέτησε ενθουσιωδώς η Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος, αρκεί για να τον τιμά δεόντως. Όπως αναφέρει ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Γεώργιος Μαρτζέλος, «ιδιαίτερα μετά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο η ευχαριστιακή Εκκλησιολογία της αρχαίας Εκκλησίας, κυρίως όπως αναπτύχθηκε και προβλήθηκε από το Σεβασμιώτατο, άρχισε να βρίσκει πρόσφορο έδαφος μεταξύ σημαντικών ρωμαιοκαθολικών θεολόγων, όπως ο J. M. Tillard και ο Em. Lanne, που υπήρξαν και μέλη της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής του διαλόγου[3], ή ακόμη ο H. Legrand, ο J. Rigal κ.ά[4]. Γι’ αυτό ακριβώς και η εκκλησιολογική σκέψη του διατρέχει και τα τέσσερα μέχρι στιγμής κοινά κείμενα του θεολογικού αυτού διαλόγου, από το Κείμενο του Μονάχου (1982) μέχρι και το Κείμενο της Ραβέννας (2007)»[5].
Για να είμαστε βέβαια δίκαιοι, για λόγους ιστορικούς, η καινοφανής αυτή διδασκαλία δεν ήταν έμπνευση δική του, αλλά ενός Ρώσου πρεσβυτέρου, του π. Νικολάου Afanassieff, ο οποίος στις αρχές του 20ου αιώνα καθιέρωσε πρώτος τον όρο “ευχαριστιακή εκκλησιολογία”. Αυτός υποστήριζε ότι όλες οι εκκλησίες που έχουν αποστολική διαδοχή (άρα και οι Ρωμαιοκαθολικοί!) και τελούν το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας έχουν την πληρότητα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και ότι είναι ενωμένες μεταξύ τους με την αγάπη, την αγάπη όλων των Εκκλησιών για την κάθε τοπική και της κάθε τοπικής για όλες τις άλλες. Τη θεωρία αυτή την επεξέτεινε ο γνωστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν, ο οποίος προσπάθησε να αναδείξει τη λειτουργική κρίση στο χώρο της Εκκλησίας και τους τρόπους με τους οποίους αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Η «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» επομένως, ερχόταν να δώσει λύση στο ακανθώδες πρόβλημα των θεολογικών δογμάτων, που οδηγήσαν στο Σχίσμα του 1054, και που δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να γίνουν δεκτά από καμμία πλευρά. Η θεωρία αυτή συμβίβασε τα ασυμβίβαστα, και έδωσε έτσι την ευκαιρία στον Πατριάρχη Αθηναγόρα να δηλώνει προκλητικά τη δεκαετία του ’60, όπως παραμεριστούν τα δόγματα προς χάριν του «διαλόγου της αγάπης»[6]. Το εντυπωσιακό στην όλη υπόθεση είναι πως, δεκαετίες πριν τον Αθηναγόρα, την ίδια εκτίμηση έκανε και ο π. Νικόλαος Afanassieff, ο οποίος εφηύρε το στοιχείο της ενότητας μέσα από την Θεία Ευχαριστία, με την κάθε Εκκλησία να κρατάει τα δόγματα για τον εαυτό της. Άρα απώτερος σκοπός της εμπνεύσεως του π. Afanassieff ήταν να διευκολυνθεί –κατ’ αυτόν τον αντιπαραδοσιακό τρόπο- η «ένωση των εκκλησιών»!
Η συμβολή του Ιωάννη Ζηζιούλα έγκειται στο γεγονός ότι έρχεται σε μια κρίσιμη καμπή, αμέσως μετά την αποδοχή της θεωρίας από τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο, να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε ο π. Afanassieff, προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε το Βατικανό. Δηλαδή στο κενό που άφησε η θεωρία του π. Afanassieff και αφορούσε το (παγκόσμιο) πρωτείο του Πάπα, την εργολαβική διεκπεραίωση του οποίου ανέλαβε προθύμως (οποία έκπληξη!) ένας Ορθόδοξος Επίσκοπος! Κι αυτό φαίνεται ιδιαιτέρως στο περίφημο Κείμενο της Ραβέννας (2007), το οποίο μπορεί να έχει ως βάση του τη θεωρία του π. Afanassieff, η τελική διαμόρφωσή του όμως οφείλεται στον άγιο Περγάμου, που με τη σειρά του, με μια έξοχη μεταπατερική, ή μάλλον μετα-αποστολική μαεστρία, και με ένα εντελώς αυθαίρετο τρόπο μεταβάλλει τη διάταξη του 34ου Αποστολικού Κανόνα που κάνει λόγο για «πρώτο τη τάξει σε επαρχιακό (τοπικό) επίπεδο», και την επεκτείνει σε διοίκηση «παγκοσμίου επιπέδου»[7]!
Οι αιρετικές όμως εκτροπές στο συγκεκριμένο θέμα του Ιωάννου Ζηζιούλα δεν περιορίζονται μόνο στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους με τους Ρωμαιοκαθολικούς, αλλά προεκτείνονται και στους πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους με τους Προτεστάντες του Π.Σ.Ε. για παράδειγμα. Η θέση του πως, όπου τελείται το μυστήριο της Ευχαριστίας και γίνεται επίκληση της ενεργού παρουσίας του Αγ. Πνεύματος, εκεί υπάρχει Εκκλησία, δεν εξαιρεί για τον ίδιο ούτε τους κατακερματισμένους Προτεστάντες! Όπως μας πληροφορεί ξανά ο, εκ των θερμών υποστηρικτών του, καθηγητής Γεώργιος Μαρτζέλος, «τόσο η θέση της Επιτροπής (ενν. «Πίστις και Τάξις» του Π.Σ.Ε.) ότι η παγκόσμια Εκκλησία δεν είναι άθροισμα ή ομοσπονδία τοπικών εκκλησιών ή ακόμη παράθεση της μιας Εκκλησίας δίπλα στην άλλη, αλλά όλες μαζί είναι η ίδια η Εκκλησία του Θεού και ότι το θέμα αυτό είναι στην ουσία του εκκλησιολογικό και όχι θέμα διοικητικής οργάνωσης, όσο και εκείνη ότι από την Πεντηκοστή και εξής η Εκκλησία τελεί την Ευχαριστία ως μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, έτσι ώστε η τέλεση της Ευχαριστίας να αγκαλιάζει όλη την Εκκλησία τόσο στην τοπική όσο και στην παγκόσμια διάστασή της, θέσεις που περιέχονται και οι δύο στο κείμενο της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» του ΠΣΕ «The Church: Local and Universal» (Νο 150, 1990)[8], αναπαράγουν μέσα στο κείμενο αντίστοιχες θέσεις του Σεβασμιωτάτου, που απαντούν στο έργο του Being as Communion[9], στο οποίο γίνονται άλλωστε και οι σχετικές παραπομπές[10]. Εξάλλου στο κείμενο «Church and World. The Unity of the Church and the Renewal of Human Community» (Νο 151, 1990), προκειμένου να τονισθεί η προφητική μαρτυρία της Εκκλησίας ως τοπικής κοινότητας, στα πλαίσια της οποίας υπερβαίνονται οι ποικίλες κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές, παρατίθεται προς τεκμηρίωση εντός πλαισίου χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη μελέτη του Σεβασμιωτάτου «The local Church in a eucharistic Perspective. An orthodox Contribution»[11]».
Από τα ανωτέρω γίνεται κατανοητό και μια άλλη λεπτομέρεια, που ίσως διαφεύγει προς στιγμήν της προσοχής: ότι για τον Μητροπολίτη Περγάμου, δεν έχει καμμία σημασία το τυπικό με το οποίο τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αν για παράδειγμα οι Λατίνοι χρησιμοποιούν άζυμα ή οι Προτεστάντες χυμό αντί για κρασί! Όλα αυτά τα «τεχνικά στοιχεία» εντάσσονται στις «ποικίλες κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές» που υπερβαίνονται πανεύκολα, αρκεί να δηλώνεται πως τελείται η «θεία ευχαριστία» και ότι γίνεται επίκληση στο όνομα του Αγίου Πνεύματος. Το ότι το σύνολο των Αγίων Πατέρων έδωσε μεγάλες μάχες με τους Λατίνους για το θέμα των «αζύμων», αλλά και για όλες τις υπόλοιπες δογματικές διαφορές, οι οποίες κρίνουν, κατά τους Πατέρες την σωτηριολογική πορεία του ανθρώπου, για τον Ιωάννη Ζηζιούλα, όπως και για τους περισσότερους Οικουμενιστές, είναι εμφανές πως αποτελεί ένα πεδίο παρωχημένο και αδιάφορο. 
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη ανάλυση για την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», καλό θα ήταν να σημειώσουμε πως όλοι οι σύγχρονοι «θεολόγοι του γραφείου», στις αναφορές που κάνουν για την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», δεν παραπέμπουν φυσικά στους Αγίους Πατέρες, αλλά παραπέμπουν κυρίως στον μέντορά τους, Ιωάννη Ζηζιούλα, κάτι που δείχνει πολλά. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, πως όσο και να ψάξει ένας ερευνητής στους Αγίους Πατέρες, σε κανέναν από αυτούς δεν θα συναντήσει αυτό τον (μεταπατερικό) όρο! Οι μόνες παραπομπές που κάνουν στους Πατέρες, όλοι αυτοί οι γνωστοί αποδομητές του χώρου, είναι κάποιες αποσπασματικές εκφράσεις που χρησιμοποιούν οι Άγιοι για να τονίσουν τη σπουδαιότητα του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Αυτές λοιπόν τις υπέροχες εκφράσεις του Αγίου Μάξιμου του Ομολογητή, του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα κ.α. σπουδαίων Πατέρων, οι μεταπατερικοί θεολόγοι του καιρού μας τις ακρωτηριάζουν από τη συνολική συνάφεια ενός κειμένου, και εν συνεχεία τις προσαρμόζουν και τις χρησιμοποιούν ως «πατερική κάλυψη» στις εισηγήσεις τους, εις τρόπον ώστε να μπερδεύουν άλλους Επισκόπους και θεολόγους, που διατηρούν κάποιες επιφυλάξεις, ή τους απλούς πιστούς, που συνήθως δεν αντιλαμβάνονται τη πονηρία του πράγματος. 
Λόγοι εστίασης στην «ευχαριστιακή εκκλησιολογία»
Μένουμε σε αυτά για την ώρα τα προκαταρκτικά, καθότι το ζήτημα της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» είναι ανεξάντλητο, και σίγουρα θα επανέλθουμε στο μέλλον. Παρόλο που δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός πως όλη η συνέντευξη του Μητροπολίτου Περγάμου είναι γεμάτη από σημαντικές ειδήσεις, εν τούτοις σκόπιμα επιλέξαμε να εστιάσουμε στο μείζον ζήτημα της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας, ενός ζητήματος που ως «δούρειος ίππος» καταλαμβάνει την νεώτερη ορθόδοξη θεολογική σκέψη, ακριβώς λόγω της εύηχης ορολογίας του. Κυρίως όμως το επιλέξαμε, γιατί αποτελεί μία άγνωστη στους περισσοτέρους πτυχή του διαλόγου. Το ζήτημα αυτό όμως είναι και το σημαντικότερο, γιατί εκφράζει ακριβώς τη φιλοσοφία του Ιωάννη Ζηζιούλα, ενός πραγματικά προσοντούχου καθηγητού της θεολογίας (με βάση τα δυτικά κριτήρια θεολογικής σκέψης), τη φιλοσοφία του οποίου ακολουθεί η πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών σήμερα, όπως και ένα τμήμα «φιλοπατριαρχικό» του Αγίου Όρους. Η επιστολή για παράδειγμα που απέστειλε ό ηγούμενος της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, Ελισσαίος[12], με ημερομηνία 06/19 Ιουνίου 2010 στον «ηγούμενο» του ουνιτικού μοναστηριού του Bose στην Ιταλία, Enzo Bianchi, εν όψει του «Δια-χριστιανικού Διεθνές Συνεδρίου για την Ορθόδοξη πνευματικότητα»το οποίο επρόκειτο να διεξαχθεί (και διεξήχθη) τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, είναι ένα όντως καλό παράδειγμα, για να κατανοήσει κανείς όλα όσα αναφέρθησαν παραπάνω, καθότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της φιλοσοφίας που έχει διαποτίσει σε αρκετά σημαίνοντα πρόσωπα της Ορθοδοξίας, ο Ιωάννης Ζηζιούλας, και κατ’ επέκτασιν το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο ηγούμενος της Σίμωνος Πέτρας σε εγκάρδιο στιγμιότυπο με τον παπικό ΄΄ηγούμενο του Bose Έντσο Μπιάνκι.jpg
Ο ηγούμενος της Σίμωνος Πέτρας σε εγκάρδιο στιγμιότυπο με τον παπικό ηγούμενο του Bose, Έντσο Μπιάνκι
Σε αυτή την επιστολή λοιπόν, ο π. Ελισσαίος, μέσα από τον εγκάρδιο χαιρετισμό που απευθύνει προς τον Bianchi («Allo stimatissimo p. Enzo Bianchi Igumeno del Sacro Monastero di Bose a Magnano Italia-Σεβαστέ και αγαπημένε Πατέρα Enzo»), αρχικά αναγνωρίζει ιερωσύνη, βαθμό ιερωσύνης («ηγούμενος»), άρα και αποστολική διαδοχή σε έναν παπικό «κληρικό». Πιο πάνω αναφέραμε πως ξεκινούσε προοιμιακά η θεωρία «της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» του π.  Afanassieff, κι ο καθένας ας κάνει τις κατάλληλες αναγωγές: «όλες οι εκκλησίες που έχουν αποστολική διαδοχή κτλ…». Εν συνεχεία ο ηγούμενος της Σίμωνος Πέτρας εκφράζει την πεποίθηση όπως, «οι διακεκριμένοι θεολόγοι, κληρικοί και λαϊκοί, αλλά και άλλοι μελετητές, που θα μετάσχουν στις συζητήσεις, να φωτίσουν πολλές πτυχές και να συμβάλουν από κοινού προς όφελος των συμμετεχόντων και εκείνων που διψούν για την αυθεντική κοινωνία με τον Θεό και τη γνήσια πνευματική ζωή». Γενικά όλη η επιστολή χαρακτηρίζεται από μία οικειότητα, που θα ταίριαζε περισσότερο μεταξύ δυο Ορθοδόξων, κι όχι μεταξύ ενός Ορθοδόξου και ενός αιρετικού! Τούτο φαίνεται και στην κατακλείδα της επιστολής, στο σημείο που ο π. Ελισσαίος, αφού βεβαιώνει την εκτίμησή του, αναπέμπει «αδελφικούς χαιρετισμούς» προς το πρόσωπο ενός αιρετικού ηγουμένου! 
Στο σημείο αυτό, δεν θέλουμε να επεκταθούμε περισσότερο και να κάνουμε φροντιστήριο σε έναν ηγούμενο Αγιορείτικης Μονής, που λογικά θα έπρεπε να γνωρίζει τι είναι το Bose και ποιους στόχους του Βατικανού εξυπηρετεί. Υπογραμμίστε όμως ιδιαίτερα τη φράση του π. Ελισσαίου, «και να συμβάλλουν από κοινού», διότι εδώ κρύβεται και όλο το πνεύμα του Ιωάννη Ζηζιούλα, για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει σήμερα να διαλεγόμαστε με τους ετεροδόξους. Το λέει άλλωστε ξεκάθαρα ο Μητροπολίτης Περγάμου στη συνέντευξη που παραχώρησε στο VATICAN INSIDER, και συγκεκριμένα στο σημείο που παραδέχεται πως εμείς οι Ορθόδοξοι προσερχόμαστε στο διάλογο, όχι με σκοπό «να δώσουμε τη μαρτυρία μας προς τους ετεροδόξους», όπως μας παραμυθιάζουν επί δεκαετίες οι διάφοροι μειοδότες που εκπροσωπούν την Ορθοδοξία στους διαχριστιανικούς διαλόγους, αλλά με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων, καθότι «ο διάλογος που γίνεται έχει αυτόν ακριβώς  τον στόχο: την ανταλλαγή απόψεων». Πάντως, όχι την επιστροφή των ετεροδόξων στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ξεκάθαρα πράγματα!
Αυτό λοιπόν το μεταπατερικό πλάνο, που καταπατά ευθέως την ευαγγελική εντολή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος,  διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν…»[13], όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, το αποδέχεται και το προτείνει ένας ηγούμενος μιας Αγιορείτικης Μονής: «να συμβάλλουν από κοινού», δηλαδή Ορθόδοξοι και Παπικοί, για να «φωτίσουν πολλές πτυχές …της αυθεντικής κοινωνίας με το Θεό και της γνήσιας πνευματικής ζωής»! «Από κοινού», αυτοί που εκπροσωπούν την υγιή διδασκαλία, μαζί με αυτούς που εκπροσωπούν την άρρωστη διδασκαλία… Το όνειρο του π. Afanassieff, του Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Ιωάννη Ζηζιούλα μπαίνει στην φάση της ολοκλήρωσής του!
Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος στη σύναξη του Bose τον Σεπτέμβριο του 2010 .jpg
Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος στη σύναξη του Bose τον Σεπτέμβριο του 2010
Για την ιστορία πάντως, μια και ανοίξαμε αυτό το θέμα, οι «διακεκριμένοι» θεολόγοι, που αναφέρει ο π. Ελισσαίος στην επιστολή του, από πλευράς Ορθοδόξων στη συγκεκριμένη συνάντηση ήταν η, πανταχού παρούσα σε οικουμενιστικά συνέδρια, ομάδα της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, που στο συνέδριο αυτό εκπροσωπήθηκε με όλη την ηγετική της πλατφόρμα, ήτοι τον «πρύτανη της μεταπατερικής θεολογίας», Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο, καθώς και τον υπεύθυνο-συντονιστή της Ακαδημίας, τον γνωστό μεταπατερικό διδάκτορα, Παντελή Καλαϊτζίδη. Άλλες «διακεκριμένες» προσωπικότητες της Ορθοδοξίας ήταν ο Επίσκοπος Μαυροβουνίου, Αμφιλόχιος Ράντοβιτς, γνωστός οπαδός των διαχριστιανικών-διαθρησκειακών συμπροσευχών και εκ των διωκτών του Επισκόπου Ράσκας και Πριζρένης, Αρτεμίου, ο Αρχιμανδρίτης της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Παύλος Κουμαριανός, ο οποίος κατά τη διάρκεια της παπικής λειτουργίας κοινώνησε όστια, γεγονός που προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση του Μητροπολίτου Γλυφάδας, Παύλου, ο οποίος ζήτησε την καθαίρεσή του[14], και άλλοι πολλοί για τους οποίους επιφυλασσόμαστε να ασχοληθούμε μαζί τους μελλοντικά[15].
Επίλογος
Σε μια κατεξοχήν α-δογματική εποχή, όπως την ονειρευόταν ο Γερμανός πανεπιστημιακός θεολόγος, Adolf Harnack, και τη βιώνουν στο έπακρο οι Προτεστάντες, και μαζί τους οι Ορθόδοξοι Οικουμενιστές, η θεωρία της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» που εκφράζει ο Ιωάννης Ζηζιούλας, έρχεται με ένα …δογματικό τρόπο να διαλύσει εις πλάτος και εις βάθος ότι έχει απομείνει όρθιο μέχρι σήμερα! Το δέ παράδειγμα με τον ηγούμενο της Σίμωνος Πέτρας, δεν αναφέρθηκε τυχαία, ούτε παρουσιάστηκε με στόχο να ξεμπροστιάσει τον π. Ελισσαίο. Απλούστατα συνδέεται τέλεια, με αυτό που θέλει να επιτύχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο Μητροπολίτης Περγάμου, ο οποίος στα έργα του βάλλει ευθέως κατά του Ησυχασμού και του (ανυπότακτου) Μοναχισμού,  προσπαθώντας να αποσυνδέσει τον παραδοσιακό ανατολικό μοναχισμό, όπως τον γνωρίζουμε στα Ασκητικά των Αγίων Πατέρων, από τη θεσμοποιημένη εκκλησία, ουσιαστικά ουνιτικού τύπου, που αυτός εκπροσωπεί.
Ο π. Ελισσαίος της Σίμωνος Πέτρας αποτελεί ένα ιδανικό δείγμα, με βάση τη θεολογία του Περγάμου, για το πώς πρέπει να κινείται ο σύγχρονος Αγιορείτης ηγούμενος και μοναχός στο νέο διαχριστιανικό ή και πανθρησκειακό σκηνικό που στήνει στην εποχή μας η Νέα Τάξη δια των θρησκευτικών ταγών της: ένα πλάσμα ανελεύθερο, άβουλο, άνευρο και εξαρτημένο, όπως ακριβώς το «ευσεβές (άλογο) ποίμνιο της Εκκλησίας», που όταν του πεις πως «ο γάϊδαρος πετάει», είναι έτοιμο να σου απαντήσει πως …όντως «πετάει»! Είναι προφανές, πως η ισοπέδωση της Ορθοδοξίας περνάει πρωτίστως μέσα από την καθυπόταξη του ορθόδοξου μοναχισμού και λαού, διά μέσου της αφομοίωσής τους στο κληρικαλιστικό πνεύμα της Β΄ Βατικανής Συνόδου, που μεταλαμπαδεύουν και εμφυτεύουν σε ολόκληρο τον ορθόδοξο χώρο κάποιοι μεταπατερικοί θεολόγοι του καιρού μας, σαν τον Περγάμου, τον Δημητριάδος και τον Μεσσηνίας (ο καθένας από το μετερίζι του)!
Στη συνέντευξη που δίνει ο Μητροπολίτης Περγάμου στον Gianni Valente, όλη η αγωνία του εστιάζεται στο, όχι πως δεν θα προδοθεί η Ορθοδοξία, αλλά στο πως ακριβώς θα ολοκληρωθεί αυτή η υποταγή στον Πάπα.  Έτσι εξηγείται η καθοριστική συμβολή του στο Κείμενο της Ραβέννας (2007), και η εμμονή του για «θεολογική» κατοχύρωση ενός παγκόσμιου πρωτείου (εξουσίας), με δύο συνιστώσες: ένα γενικό για τον Πάπα Ρώμης, με το οποίο θα υποταχθεί σύμπασα η χριστιανική οικουμένη, και ένα ειδικό για τον Πατριάρχη, με το οποίο θα υποταχθούν όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίας κάτω από τον «πρώτο»! Ταυτόχρονα, έτσι εξηγείται και η δυσφορία του προς το Πατριαρχείο Μόσχας, το οποίο –έστω για τους δικούς του λόγους- απορρίπτει μετ’ επαίνων το Κείμενο της Ραβέννας, ερμηνεύοντας με τον ορθό πατερικό τρόπο το θέμα του «πρωτείου».
Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως τα πάντα είναι αλυσίδα: το «Κείμενο της Ραβέννας» αποτελεί το αποκορύφωμα της εκκλησιολογίας του Ιωάννη Ζηζιούλα· η οποία εκκλησιολογία του είναι προβληματική, γιατί είναι δομημένη με τρόπο αντιπατερικό, σε ένα είδος «πρωτείου», για το οποίο ουδέποτε μίλησε ο Χριστός και οι μαθητές του. Ουσιαστικά πρόκειται για μια εκκλησιολογία που σταδιακά εκβάλλει τον Χριστό, και σταδιακά εισάγει τον άρχοντα-εξουσιαστή του κόσμου τούτου, τον Αντίχριστο (που θα έχει όντως «παγκόσμιο πρωτείο!)! Η μη αποδοχή όμως της διακήρυξης της Ραβέννας από τους Ρώσους, τεκμηριωμένη μάλιστα με άριστα θεολογικά επιχειρήματα, εκθέτει ουσιαστικά τον Ιωάννη Ζηζιούλα και τις προθέσεις του, στα μάτια όλου του ορθόδοξου κόσμου. Όπως καυστικά, πλην όμως εύστοχα σχολίασε κάποιος, μόνον ένας «νέος Βησσαρίωνας» θα μπορούσε να συντάξει ένα τόσο απαράδεκτο κείμενο, εξ απόψεως ορθοδόξου, σαν αυτό της Ραβέννας!

[3] Βλ. ενδεικτικά J. – M. R. Tillard, «Eucharistie et Église», στο J. D. Zizioulas - J.-M.R. Tillard - J.-J. von Allmen, L’Eucharistie, «Églises en dialogue – 12», Paris: Mame, 1970, σ. 75-135. του ίδιου, «L’Église de Dieu est une communion», στο Irénikon 53 (1980), σ. 451-468. του ίδιου, «Il n’est d’Église qu’eucharistique», στο Nicolaus 10 (1982), σ. 233-262. του ίδιου, Église d’Églises: l’ecclésiologie de communion, Collection «Cogitatio Fidei», No 143, Les Éditions du Cerf, Paris 1987. του ίδιου, «Le local et l’universel dans l’Église de Dieu», στο Proche-Orient chrétien 37 (1987), σ. 225-235. του ίδιου, «L’Universel et Local. Réflexion sur l’Église universelle et Églises locales», στο Irénikon 60 (1987), σ. 483-494. 61 (1988), σ. 28-40. του ίδιου, Chair de l’Église, chair du Christ. Aux sources de l’ecclésiologie de communion, Collection «Cogitatio Fidei», No 168, Les Éditions du Cerf, Paris 1992· του ίδιου, L’Église locale. Ecclésiologie de communion et catholicité, Collection «Cogitatio Fidei», No 191, Les Éditions du Cerf, Paris 1995. Em. Lanne, «L’Église locale, sa catholicité et son apostolicité», στο Istina 14,1 (1969), σ. 54 κ.ε.. του ίδιου, «Pluralisme et Unité : possibilité d’une diversité de typologie dans une même adhésion ecclésiale», στο Istina 14,1 (1969), σ. 185 εξ.. του ίδιου, «Anamnesi e valutazione del lavoro compiuto dalla Commissione Mista Cattolica – Ortodossa», στο Nicolaus 33,2 (2006), σ. 73 εξ. 
[4] Βλ. H. Legrand, «L'ecclésiologie eucharistique dans le dialogue actuel entre l'Église catholique et l'Église orthodoxe. Convergences atteintes et progrès encore souhaitable», στο Istina (51) 2006, σ. 354-374. του ίδιου, « L'inséparabilité de la communion eucharistique et de la communion ecclésiale. Un axiome chrétien commun et ses différences d'interprétation », στο J.- M. van Cangh (Dir.), L’Ecclésiologie eucharistique, Éditions du Cerf, coll. «Académie internationale des sciences religieuses», Paris 2009,  σ. 35-58. J. Rigal, L'ecclésiologie de communion. Son évolution historique et ses fondements, Collection «Cogitatio Fidei», No 202, Les Éditions du Cerf, Paris 1997.
[5] Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου, Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ, σελ. 4-5
[6] Πρωτοπρεσβυτέρου Γ. Μεταλληνού, Οι διάλογοι χωρίς προσωπείον, σελ. 5
[7] Βλ. Αγαπίου ιερομονάχου και Νικοδήμου μοναχού, Ιερόν Πηδάλιον , ΛΔ΄ Αποστολικός Κανών, σελ. 42
[8] Βλ. The Notion of ”Hierarchy of Truths”. An Ecumenical Interpretation – The Church Local and Universal. Two Studies Commissioned and Received by the Joint Working Group between the Roman Catholic Church and the World Council of Churches, Faith and Order Paper No. 150, WCC Publications, Geneva 1990, σ. 6, 8.
[9] Βλ. J. D. Zizioulas, Being as Communion. Studies in Personhood and the Church, New York 1985, σ. 132 εξ., 134 εξ.
[10] Βλ. The Notion of “Hierarchy of Truths”. An Ecumenical Interpretation – The Church Local and Universal. Two Studies Commissioned and Received by the Joint Working Group between the Roman Catholic Church and the World Council of Churches, Faith and Order Paper No. 150, WCC Publications, Geneva 1990, σ. 14.
[11] Βλ. Church and World. The Unity of the Church and the Renewal of Human Community. A Faith and Order Study Document, Faith and Order Paper No. 151, World Council of Churches, Geneva 1990, σ. 39.  
[13] Ματθ. κη΄ 19-20
[15] Μεταξύ άλλων, εκτός από το μήνυμα του ηγουμένου της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας (που προκάλεσε και τη μεγαλύτερη επιτυχία των Παπικών), αναγνώστηκαν μηνύματα του Οικουμενικού Πατριάρχη, Βαρθολομαίου, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Ιερωνύμου, των Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Μόσχας και Ρουμανίας, του Γ.Γ. του Π.Σ.Ε., των προκαθημένων του Αγγλικανισμού και των Αρμενίων, και αρκετών Ορθοδόξων Ιεραρχών Καρδιναλίων-βλ. περισ. https://www.monasterodibose.it/content/blogcategory/288/918/lang,en/

το βρήκαμε εδώ

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας : Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ

 «Ἀντὶ νὰ ζητοῦµε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ, ἂς ζητοῦµε ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς µας νὰ ἐνσωµατωθοῦµε στὴν πάντα νέα καὶ ἀνακαινιστικὴ Χάρη».


Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2084, 01.03.14

.             Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ θεόσοφοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας µας ὅρισαν νὰ ἑορτάζεται ὡς Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ Κυριακὴ ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποία «ἀνάµνησιν ποιούµεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων», ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα τὸ 843 µ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ αὐτοκρατόρων Μιχαὴλ καὶ τῆς µητρός του Θεοδώρας.
.             Ἡ εἰκονοµαχία, ποὺ εἶχε προηγηθεῖ καὶ εἶχε ταλανίσει τὴν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ ἕνα αἰώνα, δὲν προερχόταν ἁπλῶς ἀπὸ τὸ θηριῶδες µένος ὁρισµένων αὐτοκρατόρων ἔναντι τῶν ἁγίων εἰκόνων ἦταν παραλλήλως ἀποκύηµα ἐπιδράσεων, ἀφ᾽ ἑνὸς µὲν ἀπὸ ἐξωχριστιανικὰ θρησκεύµατα, ὅπως ὁ Ἰουδαϊσµὸς καὶ ὁ Ἰσλαµισµός, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἀπὸ παλαιὲς αἱρέσεις, κυρίως τοῦ Μανιχαϊσµοῦ καὶ τοῦ ἀκραίου Μονοφυσιτισµοῦ. Καὶ ὁ µὲν Ἰουδαϊσµὸς (ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐξ ἄλλου ἄντλησε τὴν σχετικὴ ἐντολὴ καὶ ὁ Ἰσλαµισµὸς) ἀπαγόρευε τὴν χρήση εἰκονικῶν παραστάσεων, διότι καραδοκοῦσε ὁ κίνδυνος τῆς εἰδωλολατρίας γιὰ τοὺς Ἑβραίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ δὲ Μανιχαϊσµὸς καὶ ὁ ἀκραῖος Μονοφυσιτισµὸς ἀπαγόρευαν τὴν χρήση εἰκόνων γιὰ λόγους ὑποστηρίξεως τῶν κακοδοξιῶν τους. Συγκεκριµένα, οἱ Μανιχαῖοι θεωροῦσαν τὴν ὕλη κακή, ἐνῶ οἱ Μονοφυσίτες ὑπερτόνιζαν τὴν θεϊκὴ φύση τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία, κατ᾽ αὐτούς, ἀπορρόφησε τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωροῦσαν λάθος τὸ νὰ εἰκονίζεται ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἡ θεότης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφεῖ καὶ νὰ εἰκονισθεῖ.
.             Οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ συνῆλθαν στὴν Νίκαια τὸ 787 µ.χ. καὶ συνεκρότησαν τὴν Ζ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο διεῖδαν τὶς σαθρὲς αὐτὲς ἐπιδράσεις καὶ ἀντιλήφθηκαν ὅτι τυχὸν ἐπικράτηση τῶν εἰκονοµαχικῶν θέσεων θὰ σήµαινε ἀνασύσταση τῶν παλαιῶν ἐκείνων αἱρέσεων -σὲ νέα τώρα ἔκδοση- καὶ ἄρα ἄρνηση τοῦ ὅλου ἔργου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ µὲ τὴν ἐνανθρώπησή του.
.             Τὸ πράγµα δὲν ἦταν καθόλου ἁπλό. Γι᾽ αὐτὸ οἱ θεοφόροι Πατέρες αὐτὸ ποὺ  ἔκαναν στὴν ἱστορικὴ ἐκείνη Σύνοδο τῆς Νικαίας ἦταν νὰ καταφύγουν στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ διακριβώσουν τὴν θέση της στὸ ζήτηµα τῶν εἰκόνων. Καὶ βέβαια οἱ µαρτυρίες Πατέρων καὶ Ἁγίων, ἀπὸ τὴν πρώτη ἀκόµη ἀποστολικὴ ἐποχή, ἦταν πλῆθος γιὰ τὴν χρήση καὶ τὴν σωστὴ παραδοχὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ µαρτυρίες αὐτὲς ὑπῆρξαν καθοριστικὲς γιὰ τὴν ἀπόφαση τῆς ἱερᾶς Συνόδου.
.             Παραλλήλως ὅµως ἡ Ζ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος ἐξῆρε πρεπόντως τὴν σηµασία καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἀξία ἀπόλυτη, ἀφοῦ ἔτσι µόνο θὰ µποροῦσε νὰ διαφυλαχθεῖ σώα καὶ ἀκέραιη καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ νὰ κρατυνθεῖ ἡ σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρξαν ἀσυµβίβαστοι στὸ σηµεῖο αὐτό. «Τῇ παραδόσει τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐξηκολουθήσαµεν», τονίζουν, «καὶ οὔτε ὕφεσιν οὔτε πλεονασµὸν ἐποιησάµεθα (=οὔτε ἀφαιρέσαµε οὔτε προσθέσαµε τίποτε), ἀλλ᾽ ἀποστολικῶς διδαχθέντες, κρατοῦµεν τὰς παραδόσεις ἃς παρελάβοµεν, πάντα ἀποδεχόµενοι καί ἀσπαζόµενοι, ὅσαπερ ἡ ἁγία καθολικὴ Ἐκκλησία ἀρχῆθεν τῶν χρόνων ἀγράφως καὶ ἐγγράφως παρέλαβεν ἐξ ὧν εἰσι καὶ αἱ ὑποτυπώσεις τῶν εἰκονικῶν ἀναζωγραφήσεων (=µέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς Παραδόσεως εἶναι καὶ οἱ ζωγραφικὲς ἀναπαραστάσεις σὲ εἰκόνες)… Ἡµεῖς τοιγαροῦν πατρῴοις νόµοις ἑπόµενοι, παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύµατος λαβόντες χάριν ἀκαινοτοµήτως καὶ ἀµειώτως πάντα τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐφυλάξαµεν» (=Ἐµεῖς λοιπόν, ἀκολουθώντας τοὺς νόµους τῶν Πατέρων, µὲ τὴν χάρη τοῦ ἑνὸς Ἁγίου Πνεύµατος, ὅλα τὰ τῆς Ἐκκλησίας τὰ διαφυλάξαµε χωρὶς ἀλλαγὴ ἢ ἀφαίρεση).
.             «Παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύµατος λαβόντες χάριν». Ἐδῶ βρίσκεται τὸ κλειδὶ τοῦ ὅλου θέµατος. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας δὲν εἶναι µία ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες παραδόσεις, ποὺ µὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ὑφίστανται φθορά, ἀλλοίωση καὶ γι᾽ αὐτὸ τελικὰ ἀντικατάσταση ἀπὸ ἄλλες νεώτερες καὶ ἀρτιότερες πρακτικές. Ὄχι. Ἡ Ἱερὰ Παράδοση νοεῖται ὡς ἡ διαρκὴς παρουσία µέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, τὸ Ὁποῖο ζωοποιεῖ καὶ ἀνακαινίζει µἐ τὴν πνοή Του ὅσους βρίσκονται µέσα στοὺς κόλπους της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ποτὲ δὲν γηράσκει ἡ ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐκσυγχρονισµούς, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ποὺ  ἀναγεννᾶ καὶ ἀνακαινίζει τὸν κόσµο. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ζητοῦµε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ, ἂς ζητοῦµε ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς µας νὰ ἐνσωµατωθοῦµε στὴν πάντα νέα καὶ ἀνακαινιστικὴ Χάρη, ὅπως αὐτὴ ἀποθησαυρίζεται µέσα στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας.
.             Ἔτσι θὰ µποροῦµε νὰ εἴµαστε πάντα νέοι, θαλεροί, µἐ φρεσκάδα µόνιµη µέσα µας. Ὅσο περισσότερο ἀναβαπτιζόµαστε μὲς στὰ ζωήρρυτα νάµατα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς µας, τόσο καὶ ἡ ζωή µας θὰ γίνεται πιὸ φωτεινή, κρυστάλλινη. Καὶ µὄνο τότε θὰ κατορθώνουµε, µὲ λόγο καὶ ζωή, νὰ πείθουµε γιὰ τὴν σώζουσα ἀλήθεια τὸν κόσµο γύρω µας, ποὺ  ἐν πολλοῖς πάσχει φοβερὰ καὶ γηράσκει διαρκῶς µέσα στὴν φθορὰ καὶ τὴν ἀποσύνθεση τῆς ἁµαρτίας.

 

το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)