Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας : Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ

 «Ἀντὶ νὰ ζητοῦµε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ, ἂς ζητοῦµε ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς µας νὰ ἐνσωµατωθοῦµε στὴν πάντα νέα καὶ ἀνακαινιστικὴ Χάρη».


Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2084, 01.03.14

.             Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ θεόσοφοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας µας ὅρισαν νὰ ἑορτάζεται ὡς Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ Κυριακὴ ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποία «ἀνάµνησιν ποιούµεθα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων», ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα τὸ 843 µ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ αὐτοκρατόρων Μιχαὴλ καὶ τῆς µητρός του Θεοδώρας.
.             Ἡ εἰκονοµαχία, ποὺ εἶχε προηγηθεῖ καὶ εἶχε ταλανίσει τὴν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ ἕνα αἰώνα, δὲν προερχόταν ἁπλῶς ἀπὸ τὸ θηριῶδες µένος ὁρισµένων αὐτοκρατόρων ἔναντι τῶν ἁγίων εἰκόνων ἦταν παραλλήλως ἀποκύηµα ἐπιδράσεων, ἀφ᾽ ἑνὸς µὲν ἀπὸ ἐξωχριστιανικὰ θρησκεύµατα, ὅπως ὁ Ἰουδαϊσµὸς καὶ ὁ Ἰσλαµισµός, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ἀπὸ παλαιὲς αἱρέσεις, κυρίως τοῦ Μανιχαϊσµοῦ καὶ τοῦ ἀκραίου Μονοφυσιτισµοῦ. Καὶ ὁ µὲν Ἰουδαϊσµὸς (ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐξ ἄλλου ἄντλησε τὴν σχετικὴ ἐντολὴ καὶ ὁ Ἰσλαµισµὸς) ἀπαγόρευε τὴν χρήση εἰκονικῶν παραστάσεων, διότι καραδοκοῦσε ὁ κίνδυνος τῆς εἰδωλολατρίας γιὰ τοὺς Ἑβραίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ δὲ Μανιχαϊσµὸς καὶ ὁ ἀκραῖος Μονοφυσιτισµὸς ἀπαγόρευαν τὴν χρήση εἰκόνων γιὰ λόγους ὑποστηρίξεως τῶν κακοδοξιῶν τους. Συγκεκριµένα, οἱ Μανιχαῖοι θεωροῦσαν τὴν ὕλη κακή, ἐνῶ οἱ Μονοφυσίτες ὑπερτόνιζαν τὴν θεϊκὴ φύση τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία, κατ᾽ αὐτούς, ἀπορρόφησε τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωροῦσαν λάθος τὸ νὰ εἰκονίζεται ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἡ θεότης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφεῖ καὶ νὰ εἰκονισθεῖ.
.             Οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ συνῆλθαν στὴν Νίκαια τὸ 787 µ.χ. καὶ συνεκρότησαν τὴν Ζ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο διεῖδαν τὶς σαθρὲς αὐτὲς ἐπιδράσεις καὶ ἀντιλήφθηκαν ὅτι τυχὸν ἐπικράτηση τῶν εἰκονοµαχικῶν θέσεων θὰ σήµαινε ἀνασύσταση τῶν παλαιῶν ἐκείνων αἱρέσεων -σὲ νέα τώρα ἔκδοση- καὶ ἄρα ἄρνηση τοῦ ὅλου ἔργου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ µὲ τὴν ἐνανθρώπησή του.
.             Τὸ πράγµα δὲν ἦταν καθόλου ἁπλό. Γι᾽ αὐτὸ οἱ θεοφόροι Πατέρες αὐτὸ ποὺ  ἔκαναν στὴν ἱστορικὴ ἐκείνη Σύνοδο τῆς Νικαίας ἦταν νὰ καταφύγουν στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ διακριβώσουν τὴν θέση της στὸ ζήτηµα τῶν εἰκόνων. Καὶ βέβαια οἱ µαρτυρίες Πατέρων καὶ Ἁγίων, ἀπὸ τὴν πρώτη ἀκόµη ἀποστολικὴ ἐποχή, ἦταν πλῆθος γιὰ τὴν χρήση καὶ τὴν σωστὴ παραδοχὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Οἱ µαρτυρίες αὐτὲς ὑπῆρξαν καθοριστικὲς γιὰ τὴν ἀπόφαση τῆς ἱερᾶς Συνόδου.
.             Παραλλήλως ὅµως ἡ Ζ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδος ἐξῆρε πρεπόντως τὴν σηµασία καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἀξία ἀπόλυτη, ἀφοῦ ἔτσι µόνο θὰ µποροῦσε νὰ διαφυλαχθεῖ σώα καὶ ἀκέραιη καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ νὰ κρατυνθεῖ ἡ σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρξαν ἀσυµβίβαστοι στὸ σηµεῖο αὐτό. «Τῇ παραδόσει τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐξηκολουθήσαµεν», τονίζουν, «καὶ οὔτε ὕφεσιν οὔτε πλεονασµὸν ἐποιησάµεθα (=οὔτε ἀφαιρέσαµε οὔτε προσθέσαµε τίποτε), ἀλλ᾽ ἀποστολικῶς διδαχθέντες, κρατοῦµεν τὰς παραδόσεις ἃς παρελάβοµεν, πάντα ἀποδεχόµενοι καί ἀσπαζόµενοι, ὅσαπερ ἡ ἁγία καθολικὴ Ἐκκλησία ἀρχῆθεν τῶν χρόνων ἀγράφως καὶ ἐγγράφως παρέλαβεν ἐξ ὧν εἰσι καὶ αἱ ὑποτυπώσεις τῶν εἰκονικῶν ἀναζωγραφήσεων (=µέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς Παραδόσεως εἶναι καὶ οἱ ζωγραφικὲς ἀναπαραστάσεις σὲ εἰκόνες)… Ἡµεῖς τοιγαροῦν πατρῴοις νόµοις ἑπόµενοι, παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύµατος λαβόντες χάριν ἀκαινοτοµήτως καὶ ἀµειώτως πάντα τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐφυλάξαµεν» (=Ἐµεῖς λοιπόν, ἀκολουθώντας τοὺς νόµους τῶν Πατέρων, µὲ τὴν χάρη τοῦ ἑνὸς Ἁγίου Πνεύµατος, ὅλα τὰ τῆς Ἐκκλησίας τὰ διαφυλάξαµε χωρὶς ἀλλαγὴ ἢ ἀφαίρεση).
.             «Παρὰ τοῦ ἑνὸς Πνεύµατος λαβόντες χάριν». Ἐδῶ βρίσκεται τὸ κλειδὶ τοῦ ὅλου θέµατος. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας δὲν εἶναι µία ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες παραδόσεις, ποὺ µὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ὑφίστανται φθορά, ἀλλοίωση καὶ γι᾽ αὐτὸ τελικὰ ἀντικατάσταση ἀπὸ ἄλλες νεώτερες καὶ ἀρτιότερες πρακτικές. Ὄχι. Ἡ Ἱερὰ Παράδοση νοεῖται ὡς ἡ διαρκὴς παρουσία µέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, τὸ Ὁποῖο ζωοποιεῖ καὶ ἀνακαινίζει µἐ τὴν πνοή Του ὅσους βρίσκονται µέσα στοὺς κόλπους της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ποτὲ δὲν γηράσκει ἡ ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐκσυγχρονισµούς, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ποὺ  ἀναγεννᾶ καὶ ἀνακαινίζει τὸν κόσµο. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ζητοῦµε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ, ἂς ζητοῦµε ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς µας νὰ ἐνσωµατωθοῦµε στὴν πάντα νέα καὶ ἀνακαινιστικὴ Χάρη, ὅπως αὐτὴ ἀποθησαυρίζεται µέσα στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας µας.
.             Ἔτσι θὰ µποροῦµε νὰ εἴµαστε πάντα νέοι, θαλεροί, µἐ φρεσκάδα µόνιµη µέσα µας. Ὅσο περισσότερο ἀναβαπτιζόµαστε μὲς στὰ ζωήρρυτα νάµατα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς µας, τόσο καὶ ἡ ζωή µας θὰ γίνεται πιὸ φωτεινή, κρυστάλλινη. Καὶ µὄνο τότε θὰ κατορθώνουµε, µὲ λόγο καὶ ζωή, νὰ πείθουµε γιὰ τὴν σώζουσα ἀλήθεια τὸν κόσµο γύρω µας, ποὺ  ἐν πολλοῖς πάσχει φοβερὰ καὶ γηράσκει διαρκῶς µέσα στὴν φθορὰ καὶ τὴν ἀποσύνθεση τῆς ἁµαρτίας.

 

το βρήκαμε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)