Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Ναυπάκτου π.Ιερόθεος: "Η άποψη ότι διασπάσθηκε η Εκκλησία και υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, οι οποίες έχουν διαφορετικές αλήθειες, είναι κακόδοξη"



Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η εορτή των Χριστουγέννων είναι θεολογική εορτή, όπως και όλες οι εορτές της Εκκλησίας μας, και όχι κοσμική εορτή, οπότε πρέπει να την πανηγυρίζουμε θεολογικά. Όταν κάνουμε λόγο για θεολογία, δεν εννοούμε μια ξηρή δια­νοητική γνώση, αλλά την εμπειρία της Χάριτος του Θεού. Θεολογία είναι η γνώση του Θεού, που γίνεται με την μετάνοια, την προσευχή, τα Μυστήρια της Εκκλησίας, την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, την θέα του Θεού.
Η θεολογία της εορτής των Χριστουγέννων είναι ότι ο άσαρκος Λόγος σαρκούται, ο αναφής ψηλαφάται, ο Μεγά­λης Βουλής Άγγελος γίνεται άνθρωπος, η Παλαιά Διαθήκη ενώνεται με την Καινή Διαθήκη. Βέβαια, ο άσαρ­κος Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος σαρκώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού, αλλά την ημέρα των Χριστου­γέννων γεννήθηκε και έγινε γνωστή η εναν­θρώπησή Του στους αγγέλους και τους καθαρούς κατά την καρδία, ήτοι τους Ποιμένες και τους Μά­γους.

Οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη έβλεπαν τον άσαρκο Λόγο, δηλαδή το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος χωρίς σάρκα, μέσα στο θείο Φως και γι’ αυτό έκαναν την διάκριση μεταξύ του ακτίστου Αγγέλου του Θεού και των κτιστών αγγέλων. Όλες οι εμφανίσεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη ήταν εμφανίσεις του ασάρκου Λόγου, και δια του Λόγου οι Προφήτες απο­κτούσαν γνώση του Τριαδικού Θεού, γι’ αυτό και ομιλούσαν για Θεό, Κύριο της δόξης, Πνεύμα Θεού.
Όμως, την ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού φάνηκε σε όσους είχαν προετοιμασθή πνευματικά, ότι Αυτός ο άσαρκος Λόγος προσέλαβε σάρκα, έγινε άνθρωπος, όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν. και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιω. α”, 14). Γι’ αυτό την ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού δοξολόγησαν την αγάπη του Θεού, πανηγύρισαν το μεγάλο αυτό μυστήριο της ενώσεως Θεού και ανθρώπου, θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Η Γέννηση του Χριστού είναι «τό μόνον καινόν υπό τον ήλιον» από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος.
Ο Λόγος του Θεού προσέλαβε ανθρώπινο σώμα, χωρίς να παύση να είναι Θεός και ομίλησε, δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε στον ουρανό και έστειλε το Άγιον Πνεύμα δια του οποίου έκανε την Εκκλησία Σώμα Του. Έτσι, τώρα η Εκκλησία δεν είναι μόνο πνευ­ματική, αλλά το Σώμα του Χριστού, και ο Χρι­στός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας. Αυτό έχει βαθειές εκκλησιολογικές συνέπειες, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε όλοι οι Χριστιανοί.
Η πρώτη εκκλησιολογική συνέπεια είναι ότι η σχέση και κοινωνία μας με τον Θεό δεν είναι αφηρημένη, ιδεολογική, συναισθηματική, αλλά ψυχοσωματική, αφού ολόκληρη η ύπαρξή μας, που αποτελείται από ψυχή και σώμα, ενώνεται με τον Χριστό. Μέ το Βάπτισμα και το Χρίσμα γινόμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού και με την θεία Κοινωνία τρώμε το Σώμα του Χριστού και πίνουμε το Αίμα Του. Ο  Ίδιος είπε: «Λάβετε φάγετε τούτό εστι το σώμά μου», «πίετε εξ αυτού πάντες  τούτο γάρ εστι το αίμά μου» (Ματθ. κστ” 27-28). Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνη, εάν ο Χριστός δεν γινόταν άνθρωπος. Έτσι, τώρα δεν προσευχόμαστε μόνον στον Θεό, αλλά μετέχουμε του Σώ­ματος και του Αίματός Του.
Η δεύτερη εκκλησιολογική συνέπεια είναι ότι η Εκκλησία δεν είναι απλώς μια θρησκευτική οργάνωση ή ένα εκκλη­σιαστικό και φιλανθρωπικό σωματείο, αλλά το Σώμα του Χριστού, του οποίου κεφαλή είναι ο Ίδιος ο Χριστός. Όπως το σώμα του ανθρώπου έχει μία κεφαλή, γιατί αν είχε πολλές κεφαλές θα ήταν τέρας, έτσι και η Εκκλησία έχει μία κεφαλή που είναι ο Χριστός. Αυτόν δεχόμαστε, σε Αυτόν πιστεύουμε, Αυτός είναι ο απόλυτος Κύριος της ζωής μας. Και όπως η κεφαλή έχει ένα σώμα, γιατί διαφορετικά θα ήταν τερατώδης ύπαρξη, έτσι και ο Χριστός, η Κεφαλή της Εκκλησίας έχει ένα σώμα, την μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία.
Η άποψη που διατυπώνεται από μερικούς, ότι διασπάσθηκε η Εκκλησία και υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, οι οποίες έχουν διαφορετικές αλήθειες, είναι κακόδοξη. Η Εκκλησία είναι μία και αυτή είναι η Ορθόδοξη και όσοι απομακρύνθηκαν από αυτήν πρέπει να επιστρέψουν για να έχουν κοινωνία με την Κεφαλή και με τα άλλα μέλη του σώματος, γι’ αυτό στην θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου προσευχόμαστε: «τούς πεπλανη­μένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ζώντας σε μια εποχή συγχύσεως εννοιών και πραγμά­των, κυρίως στα θεολογικά θέματα, πρέπει να ορθο­τομούμε την αλήθεια και να ομολογούμε την πίστη μας. Ένας «χριστός», που καλλιεργεί απλώς το συναίσθημα, ενισχύει την κοσμική εξουσία και προωθεί το εμπόριο είναι άγνωστος για την Ορθόδοξη Εκκλη­σία και ίσως ανώφελος για την κοινωνία. Αυτή η πραγ­μα­τικότητα φαίνεται στο γεγονός ότι υπάρχουν Κράτη που χαρακτηρίζονται ως χριστιανικά, τα οποία όμως ζουν αντιχριστιανικά και αντιευαγγελικά, και αυτό εκδηλώνεται, εκτός των άλλων, από το ότι τροφοδοτούν με όπλα τους οπαδούς άλλων θρησκειών στην Μέση Ανατολή με αποτέλεσμα να εξαφα­νίζωνται Χριστιανοί από την περιοχή αυτή.
Το γεγονός είναι ότι όσο παραμένει κανείς στην ανόθευτη θεο­λογία και ζή ευαγγελικά, τόσο υμνεί και δοξάζει τον ζώντα Θεό.
Εύχομαι σε όλους έτη πολλά, να παραμένετε στην Ορθόδοξη πίστη και να προσεύχεσθε για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής που υποφέρουν, βασανίζονται και θανατώνονται, επειδή πιστεύουν στον Χριστό, ως αληθινό Θεό.
Με θερμές πατρικές ευχές
Ο Μητροπολίτης

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ


το βρήκαμε εδώ

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Φώτης Κόντογλου - Παραμονὴ Χριστούγεννα



Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.

Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.

Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία, μία ποντικότρυπα.

Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα! Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια καὶ τρίζανε. Στὸν τοῖχο ἤτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σὰν ἀρχαῖα εἰκονίσματα: τό ῾να παρίστανε τὸν Μέγα Πέτρο μέσα σὲ μία βάρκα ποὺ τὴν ἔδερνε ἡ φουρτούνα, τ᾿ ἄλλο τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα, τ᾿ ἄλλο τὸν Παναγῆ τὸν Κουταλιανὸ ποὺ πάλευε μὲ τὴν τίγρη.

Ἡ πελατεία ἤτανε συνέχεια μὲ τὸ καφενεῖο. Ὅλοι-ὅλοι ἤτανε πέντ᾿ - ἕξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, μὲ κάτι τρύπιες γοῦνες ποὺ δὲν τὶς ἔπιανε ἀγκίστρι. Δύο-τρεῖς ἤτανε γιαλικάρηδες, δηλαδὴ εἴχανε καμιὰ σάπια βάρκα καὶ βγάζανε θαλασσινὰ γιὰ μεζέδες, ποὺ τὰ λέγανε γιαλικά, γιατὶ βρίσκουνται στὸ γιαλό, δηλαδὴ στὰ ρηχὰ νερά. Οἱ ἄλλοι ἤτανε φρουκαλάδες, δηλαδὴ κάνανε φρουκαλιές. «Ἤτανε καὶ κανένας νεροκουβαλητὴς καὶ κανένας καρβουνιάρης. Νά, αὐτὴ ἤτανε ἡ πελατεία.

Ὁ βοριᾶς ἔμπαινε μέσα μὲ τὴν τρούμπα, καὶ στριφογύριζε τὴ λάμπα ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὸ μαυρισμένο ταβάνι, κι ἀναβόσβηνε. Ἀπὸ τὸ κρύο τρέμανε οἱ γέροι καὶ χουχουλίζανε τὰ χέρια τους, τὰ βάζανε κι ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ τσιγάρο, τάχα γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε.

Ὁ φουκαρὰς ὁ καφετζής, γιὰ νὰ μὴν παγώσει, ἔκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε ἀπὸ τὸ τεζάκι ἴσαμε τὴν πόρτα, μὲ τὴν παλιογούνα ριχμένη ἀπὸ πάνω του καί, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὴν πελατεία, ἐκεῖ ποὺ σουλατσάριζε, τὸν ἐπίανε τὸ σύγκρυο καὶ χτυπούσανε τὰ κατωσάγονά του, κι ἕσφιγγε ἀπάνω του τὴν παλιοπατατούκα του κι ἔλεγε:

— Ἐεεέχ! Μωρὲ ζεστὸ ποὺ εἶναι τὸ καφενεδάκι μας!...

Ὕστερα γύριζε κι ἔδειχνε τὸν μεγάλον καφενέ, ποὺ καπνίζανε κάργα οἱ σόμπες, κι ἔλεγε:

— Ἀντίκρυ, σκυλὶ ψοφᾶ ἀπὸ τὸ κρύο..., σκυλὶ ψοφᾶ!

Ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Χατζῆς!

Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά.

Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι.

Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:

Καλὴν ἑσπέραν, Ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ κτίσις ὅλη...

Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:

Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.

Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.

Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.

Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.

Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.

Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.

Καὶ εἰς ἔτη πολλά.

Μπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα.

Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!

Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους, καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά.

Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Τώρα ἂς πᾶμε τὴν ἴδια βραδιὰ στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ τρεμοσβήνουνε ἕνα-δύο μικρὰ φωτάκια, πέρα ἀπὸ τὸ πέλαγο ποὺ βογγᾶ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν χιονιᾶ.

Εἶναι ἕνα μαντρὶ πίσω ἀπὸ μία ραχούλα κοντὰ στὴ θάλασσα, φυτρωμένη ἀπὸ πουρνάρια. Αὐτὸ τὸ μαντρὶ εἶναι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου. Τὰ πρόβατα εἶναι σταλιασμένα κάτω ἀπὸ τὴ σαγιὰ καὶ ἀκούγουνται τὰ κουδούνια, τὶν-τίν, ὅπως ἀναχαράζουνε. Ἐπειδὴ γεννᾶνε, οἱ τσομπαναραῖοι παρὰ-φυλάγουνε καί, μόλις γεννηθεῖ κανένα ἀρνί, τ᾿ ἁρπᾶνε καὶ τὸ μπάζουνε στὸ καλύβι καὶ τὸ ζεσταίνουνε στὴ φωτιὰ νὰ μὴν παγώσει. Ἀπ᾿ ὄξω φωνάζουνε οἱ μαννάδες. Ἡ φωτιὰ ξελοχίζει καὶ τὸ καλύβι εἶναι σὰν χαμάμι.

Ἐκεῖ-μέσα βρίσκουνται ἓξ᾿-ἑφτὰ νοματέοι, καθισμένοι γύρω ἀπὸ τὸν σοφρᾶ. Πρῶτος εἶναι ὁ ἀρχιτσέλιγκας Γιάννης ὁ Βλογημένος, πού, ἅμα τὸν δεις, θαρρεῖς πῶς βρίσκεσαι ἀληθινὰ στὸ μαντρὶ ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Εἶναι ἀρχαῖος ἄνθρωπος, ἀθῶος, μὲ γένια μαῦρα, σὰν ἅγιος. Τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ εἶναι βρακιὰ ἀνατολίτικα, στὰ ποδάρια του ἔχει τυλιγμένα πετσιὰ δεμένα μὲ λαγάρες, στὸ σελάχι του ἔχει ἤσκα καὶ τσακμάκι. Κι οἱ ἄλλοι τσομπάνηδες εἶναι σὰν τὸν Γιάννη, μονάχα ποὺ ὁ Γιάννης κάθεται μὲ τὸ πουκάμισο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ βγαίνουνε ὄξω γιὰ νὰ κοιτάζουνε τὰ νιογέννητα, φορᾶνε προβιὲς προβατίσιες μὲ τὸ μαλλὶ γυρισμένο ἀπὸ μέσα.

Αὐτοὶ ποὺ κάθουνται στὸν σοφρᾶ εἶναι μουσαφιραῖοι. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παναγῆς ὁ Στριγκάρος, κοντραμπατζῆς ξακουσμένος γιὰ τὴν παλικαριά του. Εἶχε πάγει γιὰ κυνήγι καὶ νυχτώθηκε στὸ μαντρί. Μὲ τὸν Γιάννη γνωριζόντανε ἀπὸ χρόνια, κι εἶχε κοιμηθεῖ πολλὲς φορὲς στὴ στάνη. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ἤτανε καρβουνιάρηδες, ποὺ κάνανε κάρβουνα ἐκεῖ-κοντά. Οἱ ἄλλοι δύο ἤτανε ψαρᾶδες, ὁ γερο-Ψύλλος μὲ τὸ γιό του τὸν Κωσταντῆ.

Καθόντανε λοιπὸν γύρω στὸ σοφρᾶ καὶ τρώγανε. Ἀπάνω στὸ τραπέζι ἤτανε κρέατα, μυτζῆθρες ἀνάλατες, μανούρια, ἁγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ.

Ὁ ἕνας ὁ καρβουνιάρης ἤτανε ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης, ἀπὸ τὴ Μάδυτο, κι ἤξερε κι ἔψελνε καλά, εἶχε καὶ φωνὴ γλυκιὰ καὶ βαριά, τζουράδικη. Ἔψαλε τὸ Μεγάλυνον, ψυχή μου, μὲ τέτοιο μεράκι, ποὺ κλάψανε οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκούγανε, κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Τὸ καλύβι γίνηκε σὰν ἐκκλησιά, ἔλεγες πὼς ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Ἀπ᾿ ἔξω ὁ χιονιᾶς μούγκριζε καὶ τσάκιζε τὰ ρουπάκια. Ὁ γερο-Στριγκάρος καθότανε στὰ σκοτεινὰ συλλογισμένος καὶ μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχάν, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔκανε ζέστη, κι εἶχε χωμένη τὴν ἀπαλάμη τοῦ κάθε χεριοῦ του μέσα στ᾿ ἀνοιχτὸ μανίκι τ᾿ ἀλλουνοῦ χεριοῦ.

Γιὰ μία στιγμὴ σωπάσανε νὰ κουβεντιάζουνε. Ὁ Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε τὸ χῶμα. Κούνησε κάμποσο τὸ κεφάλι του, κι ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε:

Βρὲ παιδιά, καλὰ ἐσεῖς, γιορτάζετε τὴ χάρη Του, εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι. Ἂμ ἐγώ, τί ψυχὴ θὰ παραδώσω, ποὺ σκότωσα καμιὰ κοσαριὰ ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ γυναῖκες ξεκοίλιασα, καὶ μωρὰ πράματα χάλασα!

Κανένας δὲ μίλησε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ ὥρα, σὰν νά ῾τανε μοναχός, ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι ἀναστέναξε κι εἶπε:

«Ἄραγες ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο;...
Καὶ δάγκασε τὸ μουστάκι του. Ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι εἶπε μέσα στὸ στόμα του, σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του:
Δὲν μπορεῖ! Κάτιτις θὰ ὑπάρχει…
Καὶ δὲν ξαναμίλησε.

nektarios.gr

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός: «Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὰ Χριστούγεννα καὶ ἡ μυθοποίηση τῶν Χριστουγέννων»

Τοῦ πατρὸς  Γεωργίου Μεταλληνοῦ
Ἀπό τὸ βιβλίο: «Παρεμβάσεις Ἱστορικὲς καὶ Θεολογικές», ἐκδ. «Διήγηση», Ἀθήνα 1998.
Ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἴνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων). «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἴνα ἠμεῖς θεοποιηθῶμεν» (Μ. Ἀθανάσιος). «Ἄνθρωπος γὰρ ἐγένετο ὁ Θεὸς καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος» (Ἰ. Χρυσόστομος). Στὴ λογικὴ ἑνὸς ἠθικιστοῦ ὁ ὅρος «θεοποιηθῶμεν», ποὺ χρησιμοποιοῦν Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος, εἶναι σκάνδαλο. Γι’ αὐτὸ μιλοῦν γιὰ «ἠθικὴ θέωση». Διότι φοβοῦνται νὰ δεχθοῦν ὅτι μὲ τὴ θέωση μεταβάλλεται «κατὰ χάριν» αὐτὸ ποὺ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι «κατὰ φύσιν» (ἄκτιστος, ἄναρχος, ἀθάνατος). Τὰ Χριστούγεννα εἶναι, γι’ αὐτό, ἄμεσα συνδεδεμένα καὶ μὲ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν Πεντηκοστή.
Ὁ Χριστὸς-Θεάνθρωπος χαράζει τὸ δρόμο, ποὺ καλεῖται νὰ βαδίσει κάθε σωζόμενος ἄνθρωπος, ἐνούμενος μαζί Του. Ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ τὰ Χριστούγεννα ὁδηγοῦν στὴν Πεντηκοστή, τὸ γεγονὸς τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ, μέσα δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς Θεοῦ κατὰ χάριν. Μὲ τὸ βάπτισμά μας μετέχουμε στὴ σάρκωση, τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ζοῦμε καὶ μεῖς τὰ «Χριστούγεννά μας», τὴν ἀνὰ-πλασή μας. Οἱ Ἅγιοι δέ, ποὺ φθάνουν στὴν ἕνωση μὲ τὸ Χριστό, τὴ θέωση, μετέχουν στὴν...
Πεντηκοστὴ καὶ φθάνουν ἔτσι στὴ τελείωση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σημαίνει ἐκκλησιαστικὰ πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκπλήρωση δηλαδὴ τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεώς του.

Ὅσο καὶ ἂν εἶναι κουραστικὸς ὁ θεολογικὸς λόγος, καὶ μάλιστα στὸν ἀμύητο θεολογικὰ σύγχρονο ἄνθρωπο, δὲν ἐκφράζει παρὰ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων μας. Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐμπειρία καὶ μόνο μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν ἐκκλησιαστικά, δηλαδὴ Χριστοκεντρικά, τὰ Χριστούγεννα. Ἀντίθετα, ἡ ἀδυναμία τοῦ μὴ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου νὰ νοηματοδοτήσει τὰ Χριστούγεννα ἔχει ὁδηγήσει σὲ κάποιους γύρω ἀπ’ αὐτὰ μύθους. Οἱ ἄγευστοί τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς, μὴ μπορώντας νὰ ζήσουν τὰ Χριστούγεννα, μυθολογοῦν γι’αὐτά, στὰ ὅρια τῆς φαντασίας καὶ μυθοπλασίας, χάνοντας τὸ ἀληθινὸ νόημά τους. Ὅπως μάλιστα θὰ δοῦμε, ὁ ἀποπροσανατολισμὸς αὐτὸς δὲν συνδέεται πάντοτε μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ μυστηρίου, ἀλλὰ μὲ ἀδυναμία βιώσεώς του, ποὺ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν παρερμηνεία του.
Μία πρώτη μυθολογικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῶν Χριστουγέννων δίνεται ἀπὸ τὴν αἵρεση, τὴ στοχαστικὴ καὶ ἀνέρειστη –ἀνεμπειρικὴ δηλαδὴ- θεολόγηση. Ὁ δοκητισμός, ἡ φοβερότερη αἵρεση ὅλων τῶν αἰώνων, δέχθηκε κατὰ φαντασίαν νάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου (δοκεῖν-φαίνεσθαι). Φαινομενική, δηλαδή, παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ἐνδοκοσμικὴ πραγματικότητα. Γιὰ ποιὸ λόγο θὰ μποροῦσε νὰ ἐρωτήσει κανείς. Οἱ Δοκῆται ἢ Δοκηταὶ κάθε ἐποχῆς δὲν μποροῦν νὰ ἀνεχθοῦν, στὰ ὅρια τῆς λογικῆς τους, τὴ σάρκωση καὶ τὴ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου.
Μεταβαλλόμενοι σὲ αὐτόκλητους ὑπερασπιστὲς τοῦ κύρους τοῦ Θεοῦ, ντρέπονται νὰ δεχθοῦν κάτι ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐπέλεξε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Τὸ δρόμο τῆς μητρότητας. Νὰ γεννηθεῖ δηλαδὴ ἀπὸ μία Μάνα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸ καθαρότερο πλάσμα ὅλης τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, τὴν Παναγία Παρθένο. Ὅλοι αὐτοὶ μποροῦν νὰ καταταχθοῦν στοὺς «ὑπεράγαν» Ὀρθοδόξους (κατὰ τὸν ἃγ. Γρηγόριο τὸ Θεολόγο). Γιατί ὁ Δοκητισμὸς ὁδήγησε στὸ Μονοφυσιτισμό, στὴν ἄρνηση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι οἱ συντηρητικοί, οἱ τυποκράτες, οἱ εὐσκανδάλιστοι. Γι' αὐτοὺς ὅλους εἶναι σκάνδαλο ἡ ἀλήθεια, ἡ πραγματικότητα, ἡ ἱστορικότητα. Ἐνῶ ἄλλοι ἀπορρτίπτουν τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ ἀρνοῦνται τὴν ἀνθρωπότητά του. Καὶ ὅμως, ἡ Ὀρθοδοξία ὡς Χριστιανισμὸς στὴν αὐθεντικότητά του, εἶναι ἡ «ἱστορικότερη θρησκεία», κατὰ τὸν ἀείμνηστο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Ζεῖ στὴν πραγματικότητα τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ τὶς δέχεται μὲ τὸ ρεαλισμὸ τῆς Θεοτόκου: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1,38)! «Καὶ ὁ Πιλάτος στὸ Σύμβολο» λέγει μία ὡραία σερβικὴ παροιμία. Διότι ὁ Πιλάτος, ὁ πιὸ ἄβουλος ἀξιωματοῦχος τῆς ἱστορίας, ὡς ὑπαρκτὸ ἱστορικὸ πρόσωπο, βεβαιώνει τὴν ἱστορικότητα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἰς πεῖσμα ὅμως τῶν Δοκητῶν ὁ Θεὸς-Λόγος «σὰρξ ἐγένετο -δηλαδὴ ἄνθρωπος- καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἠμίν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ (τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητάς Του)» (Ἰωάνν. 1, 14). Διότι «ἐν αὐτῶ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2,9), εἶναι δηλαδὴ τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος.
Ἡ σάρκωση καὶ γέννηση τοῦ Θεανθρώπου εἶναι σκάνδαλο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σοφία, ποὺ αὐτοκαταργούμενη καὶ αὐτοαναιρούμενη σπεύδει νὰ χαραχτηρίσει «μωρία» τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κορυφώνεται στὸν σταυρικό του θάνατο (Α' Κορ. 1,23). Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ φθάσει σὲ τέτοιο ὅριο κενώσεως, ὥστε νὰ πεθάνει πάνω στὸ σταυρὸ ὡς Θεάνθρωπος; Αὐτὸ εἶναι τὸ σκάνδαλο γιὰ τοὺς σοφούς τοῦ κόσμου. Γι' αὐτοὺς οἱ «θεοὶ» τοῦ κόσμου τούτου συνήθως θυσιάζουν τοὺς ἀνθρώπους γι' αὐτούς, δὲν θυσιάζονται αὐτοὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.
Πῶς θὰ δεχθοῦν τὸ μυστήριο τῆς Θείας Ἀνιδιοτέλειας; «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν (θυσίασε) ... ἴνα σωθῆ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ» (Ἰωανν. 3, 16. 17). Στὰ ὅρια τῆς «λογικῆς» ἢ «φυσικῆς» θεολογήσεως χάνεται τελικὰ τὸ θεῖο στοιχεῖο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ μένει τὸ ἀνθρώπινο, παρανοημένο καὶ αὐτὸ καὶ παρερμηνευόμενο. Διότι δὲν ὑπάρχει ἱστορικὰ ἄνθρωπος-Χριστός, ἀλλὰ Θεάνθρωπος. Ἡ ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὸ πρόσωπο Θεοῦ-Λόγου εἶναι «ἀσύγχητη» μέν, ἀλλὰ καὶ «ἀδιαίρετη». Οἱ «λογικὲς» ἑρμηνεῖες τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύονται παράλογες, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συλλάβουν μὲ τὴ λογικὴ τὸ «ὑπερλόγο».

Ἡ νομικὴ-δικανικὴ συνείδηση ζεῖ καὶ αὐτὴ στὸ Χριστὸ τὸ σκάνδαλό της. Ἀναζητεῖ σκοπιμότητα κοινωνικὴ στὴ Σάρκωση καὶ καταλήγει καὶ αὐτὴ στὸ μύθο, ὅταν δὲν αὐτοπαραδίδεται στὸν Θεῖο Λόγο. Οἱ Φράγκοι κατασκεύασαν, μέσω τοῦ διακεκριμένου σχολαστικοῦ τους Ἀνσέλμου (11ος αἱ.), τὸ μύθο τῆς «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης». Ὁ Θεὸς-Λόγος σαρκοῦται, διὰ νὰ σταυρωθεῖ-θυσιασθεῖ καὶ δώσει ἔτσι ἱκανοποίηση στὴν προσβλὴ ποὺ προξένησε στὸ Θεὸ ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία! Τὰ κρατοῦντα τότε στὴ φραγκικὴ φεουδαρχικὴ κοινωνία προβάλλονται (μυθολογικὰ) στὸ Θεό, ποὺ παίρνει τὴ θέση στὴ φραγκογερμανικὴ φαντασία ἑνὸς ὑπεραυτοκράτορα. Ἂς φωνάζει ὁ Ἰωάννης: «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν...» (3,16), ἢ ὁ Παῦλος: «συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην πρὸς ἠμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἠμῶν, Χριστὸς ὑπὲρ ἠμῶν ἀπέθανεν» (Ρωμ. 5,8). Ὄχι! «Γιὰ νὰ πάρει ἐκδίκηση» καὶ «ζητώντας ἱκανοποίηση» θὰ μάθει νὰ φωνάζει ὁ δυτικὸς (ἢ δυτικοποιημένος) ἄνθρωπος.
Ἔτσι πλάσθηκε ἕνας «Χριστιανισμὸς» ἄλλου εἴδους, ποὺ δὲν διαφέρει ἀπὸ μυθοπλασία, ἀφοῦ προβάλλει στὸ Θεὸ τὴ φαντασία καὶ τὶς προλήψεις μας. Ἡ ἐκλογίκευση καὶ ἡ ἐκνομίκευση τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεανθρώπου εἶναι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν ἱστορία.
Ἡ θρησκευτικὴ (τυπολατρικὴ) συνείδηση ζεῖ τὸ «σκάνδαλο» τῆς ἐνανθρωπήσεως καταφεύγοντας στὴ θρησκειοποίηση τῆς Πίστεως. Ἐξαντλεῖ τὸ νόημα τῶν Χριστουγέννων στὶς τελετὲς καὶ χάνει τὸν ἀληθινὸ σκοπό τους, ποὺ εἶναι ἡ «υἱοθεσία» (θέωση). «Ἴνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν...» (Γαλ. 4,5). Εἶναι τὸ σκάνδαλο τοῦ φαρισαϊσμοῦ, ἔστω καὶ ἂν λέγεται Χριστιανισμός.

Εἶναι ὅμως οἱ ἐχθροί τοῦ «παιδίου» ποὺ βιώνουν τὸ σκάνδαλο τῆς ἐξουσίας. Ὁ Ἠρωδισμός! Οἱ κρατοῦντες ἢ μᾶλλον «δοκοῦντες ἄρχειν...» (νομίζοντες ὅτι κυβερνοῦν) (Μαρκ. 10,42), ὅπως ὁ Ἡρώδης, βλέπουν στὸν νεογέννητο Χριστὸ κάποιον ἀνταγωνιστὴ καὶ κίνδυνο τῶν συμφερόντων τους. Γι' αὐτὸ «ζητούσι τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου» (Ματθ. 2,20). Παρερμηνεύουν ἔτσι τὸν ἀληθινὸ χαραχτήρα τῆς βασιλικῆς ἰδιότητας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος». Ὁ Χριστὸς ὡς Βασιλεὺς ὅλης τῆς κτίσεως εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Κύριός της, ὁ δημιουργὸς καὶ σωτήρας της καὶ ὄχι ὡς οἱ Ἠρῶδες τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἀδίστακτοι δολοφονοῦν, γιὰ νὰ κρατήσουν τὴν ἐξουσία τους.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Ε.Π. 36,516) προσφέρει δυνατότητα ὀρθῆς προσεγγίσεως τῶν Χριστουγέννων, δηλαδὴ ἁγιοπνευματικῆς: «Τοίνυν ἐορτάζομεν μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς. μὴ κοσμικῶς, ἀλλὰ ὑπερκοσμίως. μὴ τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ τὰ τοῦ ἡμετέρου (=ὄχι δηλαδὴ τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ τὸν Χριστὸν ἂς τιμᾶμε...). μᾶλλον δὲ τὰ τοῦ Δεσπότου. μὴ τὰ τῆς ἀσθενείας, ἀλλὰ τὰ τῆς ἰατρείας. μὴ τὰ τῆς πλάσεως, ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναπλάσεως.
 
το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

ΤO ΣΒΗΣΜEΝΟ «ΦΑΝAΡΙ» ΤHΣ OΡΘΟΔΟΞIΑΣ «Ἕ­­νωση στὴν πράξη, χωρὶς νὰ ἔχει ἐ­­πιτευχθεῖ συμφωνία στὴν πίστη»


Τὸ σβησμένο «Φανάρι» τῆς Ὀρθοδοξίας

 Tοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.           Στὸ ἐπίπεδο τῶν ἐπιπόλαιων κοσμικῶν ἐντυπώσεων ὁ Οἰκουμενι­κὸς Πατριάρχης βγῆκε κερδισμένος. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ πάπα στὶς 29 καὶ 30 τοῦ περασμένου Νοεμβρίου τὸν προέβαλε ὡς πρωτόθρονο στὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως παρουσίασαν τὴ συνάντηση ὡς γεγονὸς μεγάλο, ποὺ γεφυρώνει διχασμὸ χιλίων χρόνων. Στὸν χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης ἀλή­θει­ας ὅμως ἡ ζημία ὑπῆρξε ἀνυπο­λόγιστη. Ὄχι διότι τυχὸν ἔγινε κά­ποια φανερὴ ὑποχώρηση στὴν Ὀρ­θόδοξη πίστη. Ἀλλὰ διότι μὲ ἕνα ἀ­­­κόμη βῆμα ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ἄλλα προωθήθηκε αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐ­­πανειλημμένως ἔχουμε γράψει: ἕ­­νωση στὴν πράξη, χωρὶς νὰ ἔχει ἐ­­πιτευχθεῖ συμφωνία στὴν πίστη. Ὁ δὲ διεξαγόμενος θεολογικὸς Διάλογος χρησιμοποιεῖται ὡς προπέτασμα γιὰ νὰ ἐξαπατᾶ τοὺς ἀφελεῖς. Κανένας σήμερα δὲν πιστεύει ὅτι θὰ ἐπιτευχθεῖ συμφωνία μὲ τὸν θεολογικὸ Διάλογο.
.                 Ὁ πάπας σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὑπῆρ­ξε εἰλικρινής. Δήλωσε στὸν δημοσιογράφο Andrea Tornielli κατὰ τὴ διάρ­κεια τῆς πτήσεως ­ἐπιστροφῆς του στὶς 30 Νοεμβρίου ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴ Ρώμη: ­«Πι­στεύ­ω ὅτι κινούμαστε πρὸς τὰ ἐμπρὸς στὶς σχέσεις μας μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, αὐ­τοὶ ἔχουν τὰ μυστήρια καὶ τὴν ἀποστο­λικὴ ­διαδοχή, κινούμαστε πρὸς τὰ ἐ­­­μ­πρός. Ἐὰν περιμένουμε ἀπὸ τοὺς θεολόγους νὰ καταλήξουν σὲ ­συμφωνία, αὐτὴ ἡ μέρα δὲν θὰ ἔρθει ποτέ!». ­Ὑ­­­πενθυμίζοντας ­μάλιστα καὶ πάλι, ὅπως εἶχε κάνει καὶ μετὰ τὴ συνάντηση τῶν ­Ἱεροσολύμων στὶς 25 τοῦ περασμένου Μαΐου, τὰ λόγια τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ­προσέθεσε: «Εἶμαι ἐπιφυλακτικός: οἱ θεολόγοι ἐργάζονται καλά, ἀλλὰ ὁ Ἀθηναγόρας δήλωσε: “ Ἂς βάλουμε τοὺς θεολόγους σὲ ἕνα νησὶ γιὰ νὰ συζητοῦν μεταξύ τους καὶ ἐμεῖς νὰ προχωρήσουμε μαζὶ μπροστά”. Ἡ ἑνότητα εἶναι ἕνα ταξίδι ποὺ πρέπει νὰ συνεχίσουμε μαζί, εἶναι πνευματικὸς οἰκουμενισμός, νὰ προσευχόμαστε μαζί, νὰ ἐργαζόμαστε ἀπὸ κοινοῦ» (vaticaninsider.lastampa.it/en/the-vatican/detail/articolo/francesco-turchia-37828/).
.           Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ σαφές: Ὁ θεολογικὸς Διάλογος γίνεται γιὰ τὰ μάτια τῶν πολλῶν, ἐνῶ ταυτόχρονα μέσῳ τῶν ἑορταστικῶν καὶ ἄλλων ἐκδηλώσεων προωθεῖται ἡ ἕνωση στὴν πράξη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὠμὴ ἀλήθεια.
.           Καὶ διερωτᾶται πλέον κάθε ­Ὀρθόδο­ξη συνείδηση: Πῶς μπορεῖ ὁ παναγιώ­τατος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης νὰ βαδίζει σ᾿ αὐτὸν τὸν ὀλισθηρότατο δρόμο;
.           Ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς προσέβλεπε πάν­τοτε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ σταυ­ρωμένο θρόνο τῆς Κωνσταντινου­πόλεως· στὸ ἔνδοξο Φανάρι. Ὄχι γιὰ νὰ ­ὑποδέχεται μὲ ἀσπασμοὺς τὸν ἀρχιαιρεσιάρχη πά­πα, ἀλλὰ γιὰ νὰ κρατάει ἀναμμένη τὴ φλόγα τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν θέλει σβησμένο τὸ «Φανάρι». Τὸ θέλει ἀναμμένο νὰ ἀκτινοβολεῖ τὴν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια σὲ ὅλο τὸν κόσμο!

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Ο Αντίχριστος θα πηγαίνει στην Εκκλησία.



Ιερεύς π.Διονύσιος Ταμπάκης.
ΜΑ ΤΩΡΑ μας δουλεύεις; Θα είναι ο Αντίχριστος πιστός και θα πηγαίνει και στην Εκκλησία;
-Βεβαίως! Αφού είδε και αποείδε ότι με άμεσους διωγμούς  τόσους αιώνες κατάφερε μια τρύπα στο νερό, τώρα προσπαθεί με πονηριά και υπουλότητα να βάλει τους χριστιανούς στο σακί του μέσα από την αλλοίωση της πίστης μας.
Ο Αντίχριστος δεν θα κλείσει τις Εκκλησιές, ούτε και θα τις κάψει κατά πως έκανε παλιά, αλλά θα τις γεμίσει κιόλας από χριστιανούς που θα βαπτίζονται θα εξομολογούνται ,θα κοινωνούν, θα κάνουν ευλαβή έργα, μα στην ουσία δεν θα ξέρουν σε ποιον Θεόν πιστεύουν.

Εάν εστιάσουμε στη ετυμολογία της λεξης –Αντίχριστος-  «αντι» δεν σημαίνει μόνο «αυτός που εναντιώνεται» αλλά και «αυτός που βρίσκεται στη θέση άλλου», δηλαδή ο άνομος που θα έρθει θα παραπλανήσει τον κόσμο προσποιούμενος τον Χριστό και προσπαθώντας να τον μιμηθεί σε όλα, .
Γιαυτό βλέπουμε σήμερα κάποιοι να προσπαθούν να εκλογικεύσουν  την Αγία μας πίστη, να αγωνίζονται να κάνουν  την Ορθοδοξία «επιστημονική» και «ευρωπαϊκή»  και όχι την λιβανισμένη και «βλάχικη» που είχαμε έως τώρα. Ακόμη και Του Χριστού θέλουνε  να του δώσουμε πτυχίο να μην είναι  «αγράμματος» και «ξυπόλητος» αλλά και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας τους θέλουνε επιστήμονας και προφέσσορες και όχι φανατικούς λιπόσαρκους ασκητάδες σαν τους αγράμματους ντερβίσηδες…
Στα χρόνια λοιπόν του Αντιχρίστου,  ο οποίος θα είναι πραγματικό πρόσωπο και όχι απλά μία κατάσταση, όπως  αναφέρει άλλωστε και η Αγ.Γραφή (Β΄Θεσσ. Β΄-3,4)αλλά και πολλοί παλαιοί και σύγχρονοι Άγιοι Πατέρες.
Τότε λοιπόν οι Χριστιανοί θα χωριστούν σε δύο κατηγορίες , σε εκείνους που θα πιστεύουν με την καρδιά και σε εκείνους που θα πιστεύουν με το μυαλό.Γιαυτό και όσοι Χριστιανοί  ακολουθήσουν τον Αντίχριστο δεν θα νοιώθουν καμία αμφιβολία και αβεβαιότητα αλλά θα νομίζουν ότι κάμουνε και το χρέος τους κιόλας κινούμενοι στα γνωστά ήσυχα νερά τους.
Αναφέρει για το θέμα αυτό ο Άγιος Γαβριήλ ο νέος από την Γεωργία :
«Για τους πιστούς χριστιανούς η μεγαλύτερη θλίψη θα είναι ότι αυτοί θα φεύγουν στο δάσος, αλλά οι κοντινοί τους άνθρωποι θα δέχονται το χάραγμα του Αντιχρίστου. Στους εσχάτους καιρούς οι οπαδοί του Αντιχρίστου θα πηγαίνουν στην Εκκλησία, θα βαπτίζονται, θα κηρύττουν για τις ευαγγελικές εντολές. Όμως μην τους πιστεύετε. Αυτοί δεν θα έχουν τα καλά έργα. Μόνο με τα καλά έργα μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τον αληθινό Χριστιανό»
Αλλά και τα Θεολογικά κηρύγματά  πλέον καταντήσανε συναισθηματικές αγαπολογίες με κοινωνικές και ψυχολογικές  αναφορές και ζήτημα πλέον είναι να ακούσουμε σήμερα να μιλάνε για Παράδεισο ,Κόλαση, Δευτέρα Παρουσία και Κρίση.
Ας αναβαπτιστούμε λοιπόν στην αγία Ορθοδοξία μας που μυρίζει Αγιορείτικο μοσχολίβανο και όχι λεβαντίνικη κολόνια. Στην πίστη μας που μας έμαθαν οι αγράμματοι μεν πατεράδες και παππούδες μας,  μα μοσχομυρισμένοι από την ευωδία Του Παναγίου Πνεύματος. 

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου - Συγκέντρωση υπογραφών κληρικών και λαϊκών


Το παρακάτω κείμενο υπογράφουν ήδη έξι Μητροπολίτες, πολλοί Ηγούμενοι, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί. Ὅσοι ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καί λαϊκῶν ἐπιθυμοῦν νά συμμετάσχουν στήν μικρή αὐτή κατάθεση ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἠμποροῦν νά τό δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνῶ μέ τό κείμενο ἐναντίον της ”Νέας Ἐκκλησιολογίας τοῦ Πατριάρχου Βαρθο­λομαίου” καί προσυπογράφω». Νά ἀποστείλουν δέ τήν δηλωση μέ τό ὄνομά τους καί τήν κληρική, μονα­στι­κή ἤ ἐπαγγελματική τους ἰδιότητα στή διεύθυνση: Περιοδικό «Θεοδρομία», Τσιμισκῆ 128, 546 21 Θεσσαλονίκη, Fax: 2310.276590 καί e-mail: synaxisorthkm@gmail.com 
Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. Βαρθολομαίου
Μέ θλίψη γίναμε ὅλοι μάρτυρες τῶν διαδραματισθέντων πρό ὀλίγων μηνῶν στήν Ἁγία Γῆ. Μεταξύ τῶν ἄλλων, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος διατύπωσε στό πλαίσιο τῆς συναντήσεώς του μέ τόν Πάπα Φραγκῖσκο στά Ἱεροσόλυμα στίς 25 Μαΐου τρ.ἔ. μία καινοφανῆ καί ἐντελῶς ξένη πρός τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογία·
ὡς ἡ χειρότερη ἔκφανση καί τό ἀποκορύφωμα μιᾶς παρεκκλίνουσας ἐκκλησιολογικῆς πορείας πού ἔχει ἐκκινήσει ἤδη ἀπό πολλοῦ, ἡ νέα αὐτή ἐκκλησιολογία, ἀπορρίπτει τό ἀκατάλυτον καί ἄφθαρτον τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί Αὐτή, κατά τούς ἁγίους Πατέρες, εἶναι «ὁ Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εἰς ὅλους τούς αἰῶνας καί εἰς ὅλην τήν αἰωνιότητα. Διά τοῦτο ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει “σπίλον ἤ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων”»[1] . Ἀντιθέτως, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Πατριάρχου, ἡ Ἐκκλησία, παρά τό θέλημα τοῦ Παντοδυνάμου Χριστοῦ, ἔχει διασπασθεῖ.
1. Διατυπώσεις τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς «διεσπασμένης ἐκκλησίας»
«Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν “ἀρχῇ Λόγου”,  τοῦ “ὄντος πρός τόν Θεόν”, καί “Θεοῦ ὄντος” Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ “αὐθεντίαν” καί  “ἀλήθειαν”. Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία,  ὁ Χριστός, καί ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία».
«Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καί διά τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν “θεολογικῶν”, “πρακτικῶν” καί “κοινωνικῶν” αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικήν  πολεμικήν» [2].
Ἡ θέση αὐτή δέν εἶναι παντελῶς νέα· ἤδη πολύ ἐνωρίς ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης εἶχε ἐκφράσει τήν ἄποψή του ὑπέρ τῆς ἰσότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ:
«Μιά κοινή μυστηριακή κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀναδυθεῖ, διατηρηθεῖ καί μεταδοθεῖ διαχρονικῶς ἀπό τήν ἀποστολική διαδοχή [...] ἡ Μεικτή Ἐπιτροπή ἔχει δυνηθεῖ νά διακηρύξει, ὅτι οἱ Ἐκκλησίες μας ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη ὡς Ἀδελφές Ἐκκλησίες, ἀπό κοινοῦ ὑπεύθυνες γιά τή διαφύλαξη τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, μέ πιστότητα πρός τό θεῖο σχέδιο, καί μέ ἕναν τελείως ἰδιαίτερο τρόπο ὅσον ἀφορᾷ στήν ἑνότητα [...] Μέ αὐτήν τήν προοπτική παρακινοῦμε τούς πιστούς μας, Καθολικούς καί Ὀρθοδόξους, νά ἐνισχύσουν τό πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό ἕνα Βάπτισμα καί ἀπό τή συμμετοχή στή μυστηριακή ζωή»[3].  
«Διά τήν συνειδητοποίησιν τῶν ἐπιβλαβῶν στοιχείων τῆς παλαιᾶς ζύμης, ἥτις ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς ἀληθοῦς καί σῳζούσης μετανοίας, ὠφελιμότατος εἶναι ὁ διάλογος [...] Ἐφ’ ὅσον δηλονότι μία Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι ἄλλη τις Ἐκκλησία εἶναι ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος καί ἀρχηγός τῆς σωτηρίας, ἀποκλείεται, ὡς ἀντιφάσκουσα εἰς τήν παραδοχήν ταύτην, ἡ προσπάθεια ἀποσπάσεως πιστῶν ἀπό τῆς μιᾶς καί προσαρτήσεως αὐτῶν εἰς τήν ἑτέραν. Διότι ἑκάστη τοπική Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀνταγωνίστρια τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ΄ ἕν σῶμα μετ’ αὐτῶν καί ἐπιθυμεῖ τήν βίωσιν τῆς ἑνότητος αὐτῆς ἐν Χριστῷ, τήν ἀποκατάστασιν δηλονότι αὐτῆς, διαταραχθείσης κατά τό παρελθόν, καί ὄχι τήν ἀπορρόφησιιν τῆς ἄλλης»[4].
Ἡ παράδοξη αὐτή διεύρυνση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἄφησε ἐκτός τοῦ περιβόλου της τούς αἱρετικούς Προτεστάντες· περί τῆς 9ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006), ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐδήλωσε τό ἔτος 2008:
«Ἀπηλλαγμένοι λοιπόν τῶν ἀγκυλώσεων τοῦ παρελθόντος καί ἀποφασισμένοι νά παραμείνωμεν ἡνωμένοι καί νά ἐργασθῶμεν ἀπό κοινοῦ, ἐθέσαμεν, πρό δύο ἐτῶν, κατά τήν διάρκειαν τῆς Θ’ Συνελεύσεως ἐν Porto Alegre Βραζιλίας, τάς βάσεις μιᾶς νέας περιόδου εἰς τήν ζωήν τοῦ Συμβουλίου»[5] 
Πρός κοινή ἔκπληξη, τό τελικό κείμενο τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης διακηρύσσει περί τῶν «ἐκκλησιῶν» τοῦ Π.Σ.Ε.:
«Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ἡ ὁλότητά της. Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν καθολικότητά της ὅταν εἶναι σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες [...] Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλο εἴμαστε πτωχευμένοι»[6].
Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας), θεολογικός σύμβουλος τοῦ Πατριάρχου, ἐπίσης θεωρεῖ ὡς ἐντός «ἐκκλησίας» ὅσες (δι)αιρέσεις καί σχίσματα ἐφαρμόζουν ἕνα ὁποιοδήποτε «βάπτισμα»:
«Τό βάπτισμα δημιουργεῖ ἕνα ὅριο στήν Ἐκκλησία. Τώρα μέ αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο εἶναι κατανοητό νά ὑπάρξει διαίρεση, ἀλλά ὁποιαδήποτε διαίρεση μέσα σέ αὐτά τά ὅρια δέν εἶναι τό ἴδιο μέ τήν διαίρεση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτῶν πού βρίσκονται ἔξω ἀπό αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο [...] Ἐντός τοῦ βαπτίσματος, ἀκόμη καί ἄν ὑπάρχει μία διάσπαση, μία διαίρεση, ἕνα σχίσμα, ἀκόμη μπορεῖς νά μιλᾶς γιά Ἐκκλησία»[7].
Διευρύνοντας αὐθαιρέτως τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κ. Ἰωάννης περιόρισε τό ἐπ’ αὐτῷ καί τό πεδίο τῶν αἱρέσεων· κατ’ αὐτόν «ἐκκλησιαστικοποιεῖται» κάθε αἵρεση ἡ ὁποία δέν ἀντιπίπτει ἐκπεφρασμένως στό Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὅπως δηλαδή ὁ Μονοφυσιτισμός-Μονοθελητισμός (τῶν λεγομένων «προχαλκηδονίων»), ἡ Εἰκονομαχία, ὁ ἀντι-ησυχασμός, ὁ ἐθνοφυλετισμός κ.λπ. :
«Ἡ αἵρεση, δηλαδή ἡ ἀπόκλιση ἀπό αὐτό πού πιστεύει καί ὁμολογεῖ μέ τό Σύμβολο τῆς πίστεώς της ἡ Ἐκκλησία, ὁδηγεῖ αὐτομάτως ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Τό πρόβλημα ὅμως ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού ἡ ὀπτική αὐτή γωνία ἀπολυτοποιεῖται [...]»[8].
Ὅλα τά παραπάνω φαίνονται ὡς προβολή καί προέκταση τῆς παλαιᾶς προτάσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, μέντορος τῶν μετά ταῦτα πρωτεργατῶν τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ:
«Εἰς τήν κίνησιν πρός ἕνωσιν, δέν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νά βαδίσῃ πρός τήν ἄλλην, ἀλλ’ ὅλαι ὁμοῦ νά ἐπανιδρύσωμεν τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τήν Ἀνατολήν καί τήν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρά καί τάς τότε ὑφισταμένας θεολογικάς διαφοράς»[9].
2. Ἔμπρακτη ἐφαρμογή διαχρονικῶς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας
Οἱ πεποιθήσεις αὐτές τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἔχουν ἐμπράκτως βεβαιωθεῖ μέ διάφορες παλαιότερες ἐκδηλώσεις τοῦ οἰκουμενιστικοῦ γίγνεσθαι: ἐπί παραδείγματι, μέ τήν παρουσία ἤ καί συμπροσευχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου σέ ἑσπερινό τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς τῆς Ρώμης (Ἰούνιος 1995), στήν κηδεία τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου Β΄ (Ἀπρίλιος 2005), σέ παπική λειτουργία στό Βατικανό (Ἰούνιος 2008), σέ συνεδρία τῆς Συνόδου τῶν Καθολικῶν Ἐπισκόπων (Ὀκτώβριος 2008) καί στήν πρώτη ἐπίσημη λειτουργία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου (Μάρτιος 2013). Μέ τήν ἀπό κοινοῦ εὐλόγηση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπό τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τόν Καρδινάλιο Cassidy (Φανάρι, Θρονική Ἑορτή 1992), καθώς καί μέ τή συμμετοχή τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ σέ Πατριαρχική Λειτουργία στό Φανάρι (Νοέμβριος 2006), ὅπου ὁ Πάπας, φορώντας ὠμοφόριο, ἀπήγγειλε τό «Πάτερ ἡμῶν» καί τοῦ ἐψάλη Πολυχρόνιον! Μέ τήν πρόσφατη (Μάιος 2014) συμπροσευχή στήν Ἱερουσαλήμ, ἐνώπιον τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἀκόμη, μέ τήν ἐπίδοση ἁγίου Ποτηρίου ὡς δώρου στόν νεο-εκλεγέντα οὐνίτη (ἐν Ἀθήναις) ἐπίσκοπο «Καρκαβίας», Δημήτριο Σαλάχα (Μάιος 2008). Μέ τή συμμετοχή τοῦ παπικοῦ ἐπισκόπου Louis Pelâtre στόν ἑσπερινό τῆς ἀγάπης στό Φανάρι τό Πάσχα τοῦ 2009, ἔθος πού συνεχίσθηκε καί τά ἑπόμενα ἔτη, μέ εἴσοδο τῶν ἑτεροδόξων στό ἱερό Βῆμα διά τῆς Ὡραίας Πύλης. Μέ τή συμμετοχή τοῦ κ. Βαρθολομαίου στή Σύνοδο τῶν Ἀγγλικανῶν στό Labeth Palace (Νοέμβριος 1993). Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, διανθίσθηκαν μέ συμπροσευχές, προσφωνήσεις ἤ καί κοινές ἐκκλησιολογικές δηλώσεις. Στό πλαίσιο τῆς οἰκουμενιστικῆς στοχεύσεώς του ὁ κ. Βαρθολομαῖος δέν παρέλειψε νά παροτρύνει καί τόν νέο Πατριάρχη Βουλγαρίας, Μακαριώτατο κ. Νεόφυτο, νά ἐπανέλθει τό Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας στήν οἰκουμενική κίνηση ἀπ΄ ὅπου ἀπεχώρησε τό 1998[10].
3.  Ἄρνηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πίστεως «εἰς Μίαν Ἐκκλησίαν»
Οἱ ὡς ἄνω δηλώσεις καί τά γεγονότα προσδιορίζουν τή σταθερή ἐκκλησιολογική γραμμή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ἡ πρόσφατη ἐν Ἱεροσολύμοις δήλωσή του, ἀναδεικνύει σαφῶς καί τήν προφανῆ ἀντιφατικότητα ἤ τή διγλωσσία τῆς ἐκκλησιολογίας αὐτῆς, χαρακτηριστικές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθώς προβάλλει μέν τήν Μίαν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ὡς «διεσπασμένην ἐν χρόνῳ». Ἐν προκειμένῳ τό πατριαρχικό κείμενο δημιουργεῖ σύγχυση καί σαφῶς δέν ὑπαγορεύεται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο εἶναι Πνεῦμα «εὐθές»[11]. Εἶναι ἀκόμη εὐνόητο, ὅτι ἡ θέση αὐτή συνιστᾷ συνειδητή ἄρνηση τοὐλάχιστον τῆς ἑνότητος τῆς «Μιᾶς» Ἐκκλησίας ὡς ἰδιότητος καί ὀντολογικοῦ Της δεδομένου. Ἡ συμπερίληψη τῆς ἰδιότητος αὐτῆς στό ἐκκλησιολογικό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀποτελεῖ τήν ἔκφραση τῆς αὐτοσυνειδησίας καί ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί κατά συνέπειαν ὅποιος – κληρικός ἤ λαϊκός - ἀμφισβητεῖ συνειδητῶς ἤ ἀπορρρίπτει τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ὁριοθετεῖται μέ κάθε ἀκρίβεια στούς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἰδιαιτέρως στά μονοσήμαντα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, εὐλόγως ἐκπίπτει ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὑποκείμενος σέ καθαίρεση ἤ ἀφορισμό κατά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους[12].
4. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αἰωνίως ἀκατάλυτη, ἡ ἑνότητα Χριστοῦ καί πιστῶν ἀδιάσπαστη
Ἡ σαφής ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου, ὅτι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι» [13] τῆς Ἐκκλησίας, πολλῷ μᾶλλον ἐπειδή «τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστίν καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί»[14], καταρρίπτει κάθε ἰσχυρισμό τοῦ Πατριάρχου, ὅτι «ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων» στή β΄χιλιετία τῆς ἱστορίας Της! Εἶναι σαφεῖς ἐν προκειμένῳ οἱ διαπιστώσεις τῶν ἁγίων Πατέρων:  γιά τόν Μ. Βασίλειο ὁ Χριστός «ἐν μέσῳ» τῆς Ἐκκλησίας «ἐγένετο, χαριζόμενος αὐτῇ τό μή σαλεύεσθαι»[15]· ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ὀνομάζει τήν Ἐκκλησία «κληρονομίαν Χριστοῦ μεγάλην καί οὐ παυσομένην, ἀλλ’ ἀεί βαδιουμένην», ὁ δέ Χρυσόστομος Ἰωάννης διακηρύσσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζεται ἀπό τήν Γραφή «ὄρος, διά τό ἀπερίτρεπτον καί πέτρα, διά τό ἄφθαρτον»[16]. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ Πενταπόλεως, ὁμόφωνος μέ τήν ὁμολογία πάντων τῶν ἁγίων Πατέρων, βεβαιώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «μόνη ἐστίν ὁ στύλος καί τό ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας[17], διότι τό Πνεῦμα τό παράκλητον μένει ἐν αὐτῇ εἰς τόν αἰῶνα»[18]Ἡ συνεχής παρουσία τοῦ Πνεύματος διασφαλίζει τήν Ἐκκλησία, καί γι΄ αὐτό εἶναι ὁλοκληρωμένο, «περατωθέν», τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἔργον ἐκπεράνας εὔφρανε φίλους»[19].
Στήν Ἐκκλησία πιστεύουμε ὡς εἰς αἰώνιο θεανθρώπινο καθίδρυμα τό ὁποῖον «οὐ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐκταθήσεται μόνον, ἀλλά καί πανταχοῦ τοῦ αἰῶνος»[20] καί συνεπῶς δέν ἡττᾶται ἤ παρέρχεται· εἶναι πασιφανές, ὅτι αὐτή ἡ χωροχρονική ἔκταση δέν ἀφορᾷ μιά νοητή«ἄχρονη» Ἐκκλησία, ἀλλά τήν «ἐν χρόνῳ» στρατευομένη, ἡ ὁποία εἶναι καί ἱστορικῶς ἐμφανέστατη ὡς ἑνότητα-κοινωνία πιστῶν[21], διότι εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» καί«οἶκος τοῦ Θεοῦ περίοπτος τοῖς ἁπανταχοῦ»[22].
Ἡ ὑπερφυής ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ εἶναι κάτι τό δεδομένο, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας[23], τόν Χριστό, μέ τή συνεχῆ παρουσία τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός Του σ’ Αὐτήν[24], ἕως τῆς συντελείας, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Οἱ πιστοί, ὡς τό Σῶμα τῆς Κεφαλῆς, τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀπαραίτητο συμπλήρωμά Της, «τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» Χριστοῦ[25], γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἡ Μία Ἐκκλησία «ἐκτός χρόνου», δηλαδή χωρίς ἐπί γῆς πιστούς· γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἔνθα γάρ ἡ κεφαλή, ἐκεῖ καί τό σῶμα· οὐδενί γάρ μέσῳ διείργεται ἡ κεφαλή καί τό σῶμα· εἰ γάρ διείργετο, οὐκ ἄν εἴη σῶμα, οὔκ ἄν εἴη κεφαλή [...] Ὅρα πῶς αὐτόν κοινῇ πάντων χρῄζοντα εἰσάγει [...] Διά πάντων οὖν πληροῦται τό σῶμα αὐτοῦ. Τότε πληροῦται ἡ κεφαλή, τότε τέλειον σῶμα γίνεται, ὅταν ὁμοῦ πάντες ὦμεν συνημμένοι καί συγκεκολλημένοι»[26]Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός δοξάζεται καί ἐν Χριστῷ καί ἐν τῷ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ, τῆς ὁποίας μόνης εἶναι Σωτήρ ὁ Θεάνθρωπος[27], ὁ ὁποῖος «ἐκτρέφει καί θάλπει αὐτήν»[28]. Ὅποιος δέν πιστεύει στή συνέχεια τῆς Ἐνσαρκώσεως, τήν Ἐκκλησία, δέν πιστεύει στόν Χριστό· ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἐντός τοῦ χρόνου Σαρκώσεως. Καί ὅπως ὁ Κύριός μας ἐθέαθη, ψηλαφήθηκε καί προσκυνήθηκε ἐν σαρκί, ἐν χρόνῳ, ἔτσι ἐπίσης συνεχίζει νά συμβαίνει καί μέ τό Σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία - ἑνωμένη καί ἁγία - ἐν χρόνῳ. Ἄν θά δεχόμασταν τή διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας, θά δεχόμασταν λοιπόν τήν ἐκμηδένιση τῆς Ἐνσαρκώσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου[29].
5. Ἐπειδή ὁ Χριστός «οὐ μεμέρισται» ἡ ἑνότητα εἶναι δεδομένον «κτῆμα» τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Ἐκκλησία ἔχοντας ὡς ὀντολογικό Της δεδομένο τήν ἑνότητα, δέν τήν ἐπιζητεῖ, ἁπλῶς τήν διατηρεῖ - «τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης»[30] -, εἶναι δέ αὐτή οὐσιῶδες  χαρακτηριστικό Της, καθ΄ὅσον «τό τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλ΄ ἑνώσεώς ἐστι καί συμφωνίας ὄνομα»[31]Ἐκκλησία διῃρημένη καί διεσπασμένη εἶναι τραγέλαφος καί ψιλή φαντασία. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης ὁ Θαυματουργός στρεφόμενος κατά τῆς προτεσταντικῆς θεωρίας περί «ἀοράτου Ἐκκλησίας» φαίνεται νά ἐρωτᾷ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: «Πρός τί καί τό ὄνομα Ἐκκλησία, ἀφοῦ τά μέλη εἰσί μεμονωμένα καί πρός ἄλληλα ἄγνωστα, καί δέν ἀποτελοῦν ὀργανικόν τι σύστημα οὐδ’ ἕνωσιν ἀδιάσπαστον κατά τήν ἀληθῆ σημασίαν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς;»[32]
Ἡ ἑνότης τῆς δογματικῆς πίστεως εἶναι λοιπόν ἐπίσης δεδομένον τῆς Ἐκκλησίας· διότι καθώς ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστός δέν μπορεῖ νά διασπασθεῖ - «οὐ μεμέρισται ὁ Χριστός»[33] -,  ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία ὑφίσταται «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»[34]καί ὄχι δογματική πολυφωνία· ἡ Ἐκκλησία διαμορφώνει ἑνιαία πίστη στό χριστεπώνυμο πλήρωμα, «κατά μίαν τῆς πίστεως καί χάριν καί κλῆσιν τούς πιστούς ἀλλήλοις ἑνοειδῶς συνάπτουσα»[35].
6. Ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν δέν βλάπτει τήν Ἐκκλησία
Ὅποιος ἐκπίπτει ἀπό τήν ὁμοφωνία τῆς θεολογικῆς ὁμολογίας, καί καθίσταται λοιπόν ξηρό κλῆμα πού ἀπεκόπη ἀπό τήν Ἄμπελο[36], εἶναι ὁ ἴδιος ὑπεύθυνος, καθώς σαφῶς προειδοποιεῖ ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης: «Μένε εἰς Ἐκκλησίαν καί οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν δέ φύγῃς ἀπό Ἐκκλησίας, οὐκ αἰτία ἡ Ἐκκλησία [...] Ἐάν δέ ἐξέλθῃς ἔξω, θηριάλωτος γίνῃ· ἀλλ’ οὐ παρά τήν μάνδραν τοῦτο, ἀλλά παρά τήν σήν μικροψυχίαν [...] Ἐκκλησία γάρ οὐ τοῖχος καί ὄροφος, ἀλλά πίστις καί βίος»[37].
Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν Λατίνων καί ἡ ἀπουσία τῶν αἱρετικῶν Προτεσταντῶν ἀπό τή Μία καί Καθολική Ἐκκλησία δέν Τήν ἔβλαψε («οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας») καί οὔτε θά μποροῦσε νά τήν βλάψει· σαφέστατα δηλώνουν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες σέ Σύνοδο τοῦ 18ου αἰῶνος τήν θεανθρώπινη ἀρτιμέλεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔκπτωση τῶν Λατίνων ἐξ ὑπερηφανίας τοῦ Πάπα: «Ὕστερον μέντοι πρό χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀποσφαλείς καί εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καί καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείας τοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καί ἀπεσχίσθη [...] Νῦν δέ τά μέν τέσσαρα μέρη τοῦ ῥηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατά χώραν συνημμένα τε καί συνεραμμένα, δι’ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καί ἀκυμάντως τό τοῦ βίου τούτου πέλαγος [...]. Οὕτως οὖν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβής Ἐκκλησία ἐπί τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδή Πατριάρχαις, καί μένει ἀδιάσειστος καί ἀκλόνητος»[38].
Βεβαίως, ἡ αἵρεση δέν εἶναι μόνον ἡ εἰς τά καίρια βλάβη τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, ἀλλά καί στά ἐλάχιστα, τά ὁποῖα πάντοτε ἐξελίσσονται ἐπί τά χείρω. Μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγιος Ταράσιος παρατηρεῖ: «Τό γάρ ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται»[39]Καί ὁ μέγας Πατριάρχης ΚΠόλεως Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος συμφωνεῖ: «Εἴτε γοῦν ἐν μείζονι εἴτε ἐν ἐλάττονι διαμαρτάνοι τις τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, αἱρετικός ἐστιν»[40].
7. Ἔχει καταλυθεῖ ἡ Ἱερωσύνη τῶν Ἐπισκόπων ;
Συνεπής ἑρμηνεία τῆς νέας αὐτῆς ἐκκλησιολογίας, καθιστᾷ τόν Πατριάρχη καί ἅπαντες τούς Ἐπισκόπους «ἐλλιπεῖς» ὡς πρός τήν πραγματική Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς τοποτηρητές, ἀλλ΄ ὄχι διαδόχους τῶν Θρόνων τους, καί ἐπόπτες, ἀλλ’ ὄχι τελειωτές τῶν θείων Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἐπίσκοποι δέν μετέχουν στό πλήρωμα τῆς Ἱερωσύνης τῆς Ἐκκλησίας, ἄν ἀληθεύει ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Ἄν διεσπάσθη ἐν χρόνῳ ἡ Μία Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε ἡ ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ἡ ὁποία εἶναι ἐν Πνεύματι κοινωνός τῆς ἐπουρανίου Ἱεραρχίας κατά τόν ἅγιο Μάξιμο[41], ἔχει «θρυμματισμένο»  τόν φωτισμό τῆς Ἱερωσύνης, διότι «θεοπτικῶς ὁ ἱεράρχης πρῶτον ἐλλάμπεται, εἶτα μεταδίδωσι τοῖς ὑπ΄ αὐτόν, εἶτα τελειοῖ τούτοις, οἷς μεταδίδωσι τῆς ἐλλάμψεως» [42].
Ἀπό τίς παραπάνω σύντομες, κατά τό δυνατόν περιεκτικές, δογματικές διαπιστώσεις καθίσταται ἡλίου φαεινοτέρα ἡ ἀπόσταση τῶν κατά καιρούς πατριαρχικῶν δηλώσεων ἀπό τήν Ὀρθοδοξία: ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος πιστεύει σέ μία «διευρυμένη καί διῃρημένη» Ἐκκλησία· διευρυμένη, διότι θεωρεῖ τούς αἱρετικούς ὡς ἀνήκοντες σέ αὐτήν δυνάμει ὁποιουδήποτε «βαπτίσματος», παρά τά αἱρετικά τους δόγματα καί τό σχίσμα τῆς ἀκοινωνησίας, διῃρημένη δέ, διότι δέν ὑπάρχει «διακοινωνία» ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν. Μολονότι διῃρημένη «ἐντός τῆς ἱστορίας», ἡ Μία Ἐκκλησία συνεχίζει νά ὑφίσταται «κάπου-κάπως», κατά τόν κ. Βαρθολομαῖο. Εἶναι ὅμως καταφανές στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ ἑνότητά Της εἶναι ὀντολογικό καί ἀναφαίρετο γνώρισμά Της, διότι Αὐτή εἶναι Σῶμα τοῦ ἀδιαιρέτου καί Παντοδυνάμου Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά διαιρεθεῖ, διότι αὐτό εἶναι κατάλυσή Της καί «ἧττα» τῆς Θεότητος, οὔτε μπορεῖ νά παύσει νά ὑφίσταται, διότι Αὐτή ἀποτελεῖ ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς αἰωνίου ἐπί γῆς σωτηρίας. Ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μεταξύ ἄλλων καί στήν ἑνιαία δογματική πίστη, ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ὁποίας συνιστᾷ αἵρεση, ἀμφισβήτηση τῶν προϋποθέσεων τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Χριστός ἀπεφάνθη, ὅτι ὅποιος χωρισθεῖ ἀπό τήν Ἄμπελο, δηλ. τόν Ἴδιο, ξηραίνεται ὡς τό κλῆμα καί ἀπόλλυται[43]. Ὁ κ. Βαρθολομαῖος θεωρεῖ ὅτι ἡ Ζῶσα καί εὔχυμος Ἄμπελος τοῦ Κυριακοῦ Σώματος χωρίς τά ξηρά κλήματα πού μέ δική τους εὐθύνη ἀπεκόπησαν εἶναι ἐλλιπής, «διεσπασμένη», καί πρέπει ὁπωσδήποτε νά τά «ἐγκεντρίσουμε» σέ Αὐτήν ἐκ νέου, νεκρά ὄντα, στό ἐκκλησιαστικό Σῶμα τῆς ὄντως Ζωῆς, τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ.
8. Ἡ παλαιά ἀντίδραση μέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα
Ἡ καινοτόμος ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ἔχει προωθήσει τόν Οἰκουμενισμό ἀπό τό σημεῖο τῆς ἀπαξιώσεως τῶν δογμάτων, ἴδιον τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, στήν παροῦσα φοβερή διαστρέβλωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως· προφανῶς ἡ διακήρυξη «διαλύσεως» τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν Οἰκουμενισμό, ὥστε ἡ «νέα-ἐκκλησία» νά «ἐπανιδρυθεῖ» σέ ἁρμονία μέ τίς οἰκουμενιστικές προδιαγραφές.
Ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, τό Ἅγιον Ὄρος σύσσωμο εἶχε ἀντιδράσει στά οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα. Τρεῖς Μητροπολῖτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐφάρμοσαν τήν προβλεπόμενη ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες καί τούς ἱερούς Κανόνες, τόν 31ον Ἀποστολικό καί τόν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας, νόμιμη ἐκκλησιαστική ἀντίσταση διά τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου. Τό ἴδιο ἔπραξαν καί ὀκτώ ἀθωνικές ἱερές Μονές: «διά τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρίᾳ ΝΒ΄ τῆς 13ης Νοεμβρίου 1971, [...] ἑκάστη Ἱερά Μονή, ὡς αὐτοδιοίκητος, ἀφέθη ἐλευθέρα νά πράττη κατά συνείδησιν εἰς τό θέμα τοῦτο»[44]Ἡ διακοπή ἐκείνη τοῦ μνημοσύνου, χωρίς περαιτέρω ἀποτείχιση ἤ παντελῆ ἀκοινωνησία, ἀποτελοῦσε ἐπαινετή στάση, διότι καθώς ὁρίζει ὁ 15ος ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας[45](ἔτους 861), ὅσοι ἀμύνονται ἔτσι «οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»· ὅσοι μέ τέτοια πρόθεση διακόπτουν τό μνημόσυνον Ἐπισκόπων ἑτεροφρόνων, «οὐκ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» καί γι΄ αὐτό «οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται [...] ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται»[46].Λυπούμεθα, διότι ἡ πορεία τῶν πραγμάτων δέν ἐμπνέει αἰσιοδοξία γιά ἀλλαγή πλεύσεως τοῦ κ. Βαρθολομαίου. Στήν προσεχῆ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στό Φανάρι, γιά τή Θρονική Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στά τέλη τοῦ ἐρχομένου Νοεμβρίου καί πάλιν ἀναφαίνεται στόν ζοφερό ὁρίζοντα τυπικόν αὐξημένης λειτουργικῆς συμμετοχῆς τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία, φοροῦντος ὠμοφόριο, μέ λειτουργικό ἀσπασμό πρός αὐτόν (πού δέν προβλέπεται γιά ὅσους δέν λειτουργοῦν ἀλλά παρίστανται μόνον), μέ ἀπαγγελία ἀπό αὐτόν τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», προσευχῆς μέ σαφῆ εὐχαριστιακή ἀναφορά («τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον») καί πού πρέπει νά ἀπαγγέλλεται ἀπό τόν Προεστῶτα ἐκ μέρους τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ· ἀκόμη μέ θυμιάτιση τοῦ Πάπα καί μέ παραχώρηση σέ αὐτόν τοῦ ἄμβωνος, γιά νά κηρύξει. Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἁπλῆ συμπροσευχή, διότι ἀσφαλῶς, ἡ Θεία Λειτουργία δέν ἄρχεται ἀπό τό «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», ἀλλά ἀπό τό «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία»[47]. Κατά τόν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν «ἀπό τήν πλευρά τῆς Παραδόσεως, ὁ μυστηριακός χαρακτήρας τῆς Εὐχαριστίας δέν μπορεῖ τεχνητῶς νά περιορισθεῖ σέ μία πράξη, σέ μία στιγμή τοῦ ὅλου τυπικοῦ. Ἔχουμε μία “τάξη” στήν ὁποία ὅλα τά μέρη καί ὅλα τά στοιχεῖα εἶναι ἀναγκαῖα, εἶναι ὀργανικῶς συνδεδεμένα μετ΄ ἀλλήλων σέ μία μυστηριακή δομή. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Εὐχαριστία εἶναι μυστήριο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καί ἡ ἐκπλήρωση ἤ ὁλοκλήρωσή της “καθίσταται ἐφικτή” ἀπό ὅλη τή Λειτουργία»[48].
Εὐχόμεθα, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος νά ἀναλογισθεῖ τή μέγιστη εὐθύνη του ἔναντι ἐκείνων τούς ὁποίους ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί τήν ἀπογύμνωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν «χιτῶνα τῆς ἀληθείας, τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας»[49]Τίποτε ἀπό τά ὀρθόδοξα δόγματα δέν θά ἐκπέσει ποτέ. Τίποτε δέν θά μεταβληθεῖ ποτέ. Καί ποτέ δέν θά προστεθεῖ καμμία ἀπόφαση νέα πού νά ἀλλοιώνει τίς παλαιές.  Δογματική ἐξέλιξη δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει  καμμία, κανενός εἴδους[50].
«Ὁ δέ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τό κρῖμα, ὅστις ἄν ᾖ»[51]
Ἀκολουθοῦν μετά τίς ὑποσημειώσεις οἱ ὑπογραφές δύο χιλιάδων περίπου προσώπων, Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ὅσοι ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καί λαϊκῶν ἐπιθυμοῦν νά συμμετάσχουν στήν μικρή αὐτή κατάθεση ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἠμποροῦν νά τό δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνῶ μέ τό κείμενο ἐναντίον της Νέας Ἐκκλησιολογίας τοῦ Πατριάρχου Βαρθο­λομαίου” καί προσυπογράφω». Νά  ἀποστείλουν δέ τήν δηλωση μέ τό ὄνομά τους καί τήν κληρική, μονα­στι­κή ἤ ἐπαγγελματική τους ἰδιότητα στή διεύθυνση: Περιοδικό «Θεοδρομία», Τσιμισκῆ 128, 546 21 Θεσσαλονίκη, Fax: 2310.276590 καί e-mail:synaxisorthkm@gmail.com 


[1]ΑΓ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος· μελετήματα  Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1987, σελ.182 (Κεφάλαια Ἐκκλησιολογικά, §33). Βλ. καί Ἐφ.5, 27. 
[2]. «Οικουμενικός Πατριάρχης προς Πατριάρχη Ιεροσολύμων: Αμφότεροι φυλάσσσομεν πνευματικάς καί κυριαρχικάς Θερμοπύλας», Amen.gr (24 Μαϊ 2014)http://www.amen.gr/article18151 (παράγραφος §4).
[3]. «Common Declaration Signed in the Vatican by Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew I, June 29, 1995», EWTN Global Catholic Network,http://www.ewtn.com/library/PAPALDOC/BARTHDEC.HTM. Βλ. καί Ἐπίσκεψις 520 (31-7-1995) 20.
[4]. Προσφώνησις πρός τήν παπικήν ἀντιπροσωπείαν ὑπό τόν Καρδινάλιο William Keeler, κατά τήν Θρονική Ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως (1998) ἐν Ἐπίσκεψις, ἔτος 29ον, ἀρ. 563 (31-11-1998).
[5]. « Ὁμιλία ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑξηκοστῆς ἐπετείου ἀπό τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» (Καθεδρικός Ναός Ἁγίου Πέτρου Γενεύης, τήν 17ην Φεβρουαρίου 2008) ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=876&tla=gr
[6]. Μτφρ. ἀπό τό Called to be the One Church, §6 καί 7 ἐν God, in your Grace ... Official Report of the Ninth Assembly of the World Council of Churches, ὑπό Luis N. Rivera-Pagán, WCC Publications, Geneva 2007, σ. 257.
[7]. «Orthodox Ecclesiology and the Ecumenical Movement», Sourozh Diocesan Magazine (Ἀγγλία), τόμ. 21 (Αὔγουστος 1985), σ. 16.
[8]. «Ἐκκλησία καί ἔσχατα», Ἐκκλησία καί Ἐσχατολογία, Ἱ.Μ. Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2001, σ. 30.
[9]. Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων 1967, ἐν Α. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ἀπό τήν πορείαν τῆς ἀγάπης: ἡ ἐπίσκεψις τῆς Α.Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμεν. Πατριάρχου Ἀθηναγόρου εἰς Ἀγγλίαν –Νοέμβριος 1967, Ἀθῆναι 1968, σελ. 87.
[10]. «Χαιρετισμός τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά τήν Ὑποδοχήν ἐν τῇ Αἰθούσῃ τοῦ Θρόνου τοῦ Μακ. Πατριάρχου Βουλγαρίας κ. κ. Νεοφύτου» (Φανάριον, 20 Σεπτεμβρίου 2013) ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1757&tla=gr· «Ἔχομεν δι᾿ ἐλπίδος ὅτι ἡ Ἁγιωτάτη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας ὑπό τήν Ὑμετέραν πεπνυμένην καθοδήγησιν, Μακαριώτατε, θά συμμετέχῃ, κατά παράδοσιν καί πανορθόδοξον ἐν Διασκέψεσιν ἀπόφασιν, εἰς τούς διορθοδόξους καί διαχριστιανικούς διαλόγους».
[11]Ψαλμ. 50, 12· πρβλ. καί Ἰακ. 5, 12· «ἤτω δέ ὑμῶν τό ναί ναί καί τό οὔ οὔ, ἵνα μή εἰς ὑπόκρισιν πέσητε».
[12]. Βλ. ἱερόν ζ΄Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ACO 1,1,7,105ἑ.).
[13]Ματθ. 16, 18.
[14]Α΄ Κορ. 1, 25.
[15]Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣὉμιλία εἰς τόν με΄ Ψαλμόν 5, PG 29B, 424B.C.
[16]ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος Δ΄ (Κατά Ἰουλιανοῦ Βασιλέως Α΄) 67, PG 35, 588C-589A. Τό χωρίον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου παρά τῷ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣἹερά Παράλληλα, Στοιχεῖον Ε, τίτλος ΣΤ΄, PG 95, 1436A.  
[17]Α΄ Τιμ. 3, 15
[18]ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣΜελέται δύο· Α΄: Περί τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Β΄: Περί τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ἐκδ. Ν. Παναγόπουλος, Ἀθῆναι 1987, σ. 32.
[19]Πεντηκοστάριον, Ὄρθρος Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ἰαμβικός κανών, ᾠδή α΄. 
[20]ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ,  Εἰς τόν Ψάλμ. 44, PG 55, 203.
[21]. Ὅτι εἶναι ὁρατή εἶναι ἐμφανές καί στήν Ἁγία Γραφή· βλ. Πράξ. 2, 41 καί 2, 47: «ὁ δέ Κύριος προσετίθει καθ΄ ἡμέραν τούς σῳζομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ».
[22]Ματθ. 5, 14 καί ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣἘξήγησις ὑπομνηματική εἰς τόν Προφήτην Ἠσαΐαν 1, 2 PG 70, 69A.B. Βλ. καί ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣΕὐαγγελική προπαρασκευή 6, 18 PG 22, 457D
[23]Ἐφ. 1, 22.23
[24]Ἰω. 14, 16 καί Λουκ. 24, 49
[25]Ἐφ. 1, 22.23· «καί αὐτόν ἔδωκε κεφαλήν ὑπέρ πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις έστί τό σῶμα αὐτοῦ, τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου»
[26]Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους 1, 3, 2· PG 62, 26.
[27]Ἐφ. 3, 21· «αὐτῷ ἡ δόξα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς πάσας τάς γενεάς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων· ἀμήν»· Ἐφ. 5, 23· «... ὡς καί ὁ Χριστός κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτός ἐστι σωτήρ τοῦ σώματος».
[28]Ἐφ. 5, 29 
[29]. ΑΝΩΝΥΜΟΣ (Ὀρθόδοξος Ἱερεύς), Τά προσφάτως διαδραματισθέντα στήν Ἁγία Πόλη καί τό ἐκκλησιολογικό τους ὑπόβαθρο, http://www.impantokratoros.gr/B15881B3.el.aspx  
[30].  Ἐφ. 4, 3.
[31]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τήν Πρός Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολήν 1, PG 61, 13
[32]ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣαὐτόθι, σ. 27.
[33]Α΄ Κορ. 1, 13 
[34]Ἐφ. 4,5 
[35]. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Μυσταγωγία 24, PG 91, 705Β.
[36]Ἰω. 15, 4-6
[37]ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὅτε τῆς Ἐκκλησίας ἔξω εὑρεθείς Εὐτρόπιος 1, PG 52, 397.
[38]Ἀποκρίσεις (1716/1725) τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους, (Ἀπόκρισις 5), εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1953, τόμ. Β', σ. 794ἑξῆς.
[39]Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος,Πράξις Α’, Mansi 12, 1031-1034. 
[40]Πρός τόν Βασιλέα· ἐπέμφθη αὐτῷ τῇ ιβῃ τοῦ Μαρτίου 6,  ἐν Γενναδίου Σχολαρίου Ἅπαντα τά Εὑρισκόμενα, τόμ. 3, ἐκδ. Louis Petit – X.A. Siderides, Paris 1930, σ. 161.
[41]Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας  5, 2.4 PG 4,161A.  
[42]ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραχίας 5, 2.4 PG 4,164Α. Πρβλ. ΑΓ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας 3,2 PG 3, 428A.
[43].  Ἰω. 15, 4-6 
[44]. Βλ. τό σχετικόν Γράμμα τῆς Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου ἐν Θεοδρομία ΙΑ΄1 (Ἰαν-Μάρ 2009) 77. Τά συναφῆ ὅλα στίς σσ. 75-81.
[45]. ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1982, σ. 358. 
[46]. Βλ. τή γνώμη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου (αὐτόθι, σ. 344) περί τῶν Κανόνων τῆς Πρωτοδευτέρας «... ἀναγκαῖοι μέν ὄντες εἰς τήν τῆς Ἐκκλησίας εὐκοσμίαν καί κατάστασιν, βεβαιούμενοι δέ καί ἐπικυρούμενοι ἀπό τε τοῦ Νομοκάνονος τοῦ Φωτίου, ἀπό τούς ἑρμηνευτάς τῶν κανόνων καί ἀπό ὅλην τήν Ἐκκλησίαν».
[47]Πρβλ. ΠΡΕΣΒ. ΑΝ. ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ Συμπροσευχή μέ αἱρετικούς· προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 118 καί γενικῶς σσ. 113-118.  
[48]«Theology and Eucharist» (§6), http://www.schmemann.org/byhim/theologyandeucharist.html  
[49]Κοντάκιον τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (13-19  Ἰουλίου) 
[50]Πρβλ. ΠΡΩΤΟΠΡ. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, «Ὁ Οἶκος τοῦ Πατρός», ἐν Ἀνατομία Προβλημάτων τῆς Πίστεως, μτφρ. Ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 133. 
[51]. Γαλ. 5, 10

Υπέγραψαν ήδη: 
Υπογραφές κληρικών
Υπογραφές λαϊκών

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)