Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Ο Όσιος Ποιμήν και το ...μαξιλάρι

Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Τά πνεύματα μέσα στήν μικρή συνοδεία τῶν μοναχῶν ἦταν πολύ ἠλεκτρισμένα. ῾Η κατάσταση δέν ἔπαιρνε ἄλλο. Μᾶλλον εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νά πάρει ὁ πειρασμός πόδι ἀπό τόν τόπο τους. Νά πάει ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, μόνος ἤ ἔστω μέ ἄλλους πού τά κριτήριά τους ὅμως θά ἦταν πολύ πιό κάτω ἀπό τά δικά τους. ῎Οχι μόνο τούς προκαλοῦσε μέ τήν στάση του, ἀλλά γινόταν καί πολύ κακό παράδειγμα γιά τούς διάφορους προσκυνητές πού τύχαινε νά περάσουν ἀπό ἐκεῖ καί νά βρεθοῦν μάλιστα σέ κάποια ἀγρυπνία τους. ῾Η κακή εἰκόνα του ἀντανακλοῦσε σέ ὅλους τους. Τί θά λέγανε καί γι᾽ αὐτούς;

Στήν ἀρχή δέν πολυέδωσαν σημασία. Τό ἀντιμετώπισαν μᾶλλον χαλαρά. ῾Ορισμένοι ἴσως καί νά τό διασκέδασαν. ᾽Αλλά ὅταν παρόλη τήν παρατήρηση πού τοῦ ἔγινε, ἀρχικά ἀπό κάποιον ἀδελφό κι ἔπειτα ἀπό τόν ἴδιο τόν Γέροντα, ἐκεῖνος συνέχιζε τήν ἴδια τακτική, ἄρχισαν νά τό θεωροῦν ἐνοχλητικό. Καί ἡ ἐνόχληση γρήγορα πῆρε τήν μορφή τῆς ταραχῆς καί τῶν νεύρων. Ναί, ὁ νέος καλόγερος πού εἶχε φτάσει στήν συνοδεία τους πρίν ἀπό μερικές μῆνες, μέ καλές συστάσεις εἶναι ἀλήθεια, χωρίς νά προκαλεῖ κάποιο ἄλλο πρόβλημα πέρα ἀπό αὐτό, ἔγινε τό ἀγκάθι τοῦ μικροῦ μοναστηριοῦ τους.

῾Μά νά μήν ἀκούει οὔτε καί τόν Γέροντα; Μεγάλη ψυχή ἔχει ὁ Γέροντάς μας πού τόν ἀνέχεται ἀκόμη καί δέν τόν ἔχει διώξει᾽, ἦταν τό μόνιμο σχεδόν σχόλιο τῶν παλαιοτέρων καί γεροντοτέρων καλογέρων.

Κάνα δυό προσπάθησαν νά τόν δικαιολογήσουν. ῾Νέος εἶναι. Κάνει τόν ἀγώνα του. Δέν μᾶς ἐνοχλεῖ σέ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό αὐτό. ᾽Αλλά, καί σ᾽ αὐτό πού φαίνεται ὅτι ἐνοχλεῖ, κοιτάξτε: ἔρχεται πάντα στίς ἀκολουθίες καί στίς ἀγρυπνίες. Δέν ἔλειψε ποτέ. ῾Απλῶς...τόν πιάνει ὁ ὕπνος᾽.

Νά, λοιπόν, τό πρόβλημα μέ τόν καλόγερο ᾽Αγάθωνα πού εἶχε γίνει ἀγκάθι γιά τούς πολλούς καί τούς τάραζε: στίς ἀκολουθίες καί μάλιστα στίς ἀγρυπνίες μετά ἀπό λίγο κοιμόταν.

Τόν πρῶτο καιρό, εἴπαμε, δέν ἔδωσαν σημασία. ῞Υστερα ὅμως πήγαιναν καί τόν ξυπνοῦσαν. Μαλακά στήν ἀρχή, ἔπειτα πιό ἀπότομα. Κάποτε κυριολεκτικά τόν τράνταζαν. Κι αὐτός πεταγόταν ἐπάνω, συγχυσμένος, τρομαγμένος, ψελλίζοντας ῾συγγνώμη᾽, γιά νά σταθεῖ γιά λίγο ξυπνητός καί πάλι στήν συνέχεια νά καταπέσει.

Εἶναι ἐκπληκτικό γιά ἐμᾶς τούς ταλαίπωρους ἀνθρώπους τό πῶς ἕνα μικρό θεωρούμενο πρόβλημα μπορεῖ νά γίνει μεγάλο. Κάτι ἀνεπαίσθητο πού σέ ἄλλες στιγμές δέν τοῦ δίνουμε σημασία, κάτω ἀπό συγκεκριμένες συνθῆκες μπορεῖ νά πάρει τεράστιες διαστάσεις καί νά φτάσει στό σημεῖο νά μᾶς ῾σπάει τά νεῦρα᾽. Μία σταγόνα νεροῦ γιά παράδειγμα. Ποιός τῆς δίνει σημασία; Κι ὅμως, ὅταν σταλάζει ἐπίμονα, στόν ἴδιο τόπο, μέ τόν ἴδιο ρυθμό, συνέχεια καί συνέχεια, γίνεται ἐνόχληση, βάσανο, μαρτύριο.
Κάτι παρόμοιο ἔγινε καί στούς συγκεκριμένους καλόγερους. ῾Η μικρή κοινωνία τους ταράχτηκε καί συγχύσθηκε ἀπό ἕνα ἐλάχιστο πρόβλημα: τήν ἀδυναμία ὕπνου ἑνός νέου καλογέρου, πού δέν ἄντεχε στίς ἀγρυπνίες. Καί δέν εἶναι κάτι ἄγνωστο τό πόσο μεγαλοποιοῦνται τά θέματα, τά ὅποια θέματα, ἐκεῖ πού συνυπάρχουν πολλές φορές λίγοι. ῾Μικρό χωριό κακό χωριό᾽ δέν λέει ἡ παροιμία; Νά, λοιπόν, πῶς τό τίποτα ἤ τό ὀλίγιστο κατάντησε νά γίνει μεγάλο. Νά δημιουργηθεῖ πρόβλημα, νά φτάσουν στό σημεῖο οἱ καλόγεροι νά συζητᾶνε καί νά ζητᾶνε ἀπό τόν Γέροντα νά διώξει τόν...πειρασμό.

῾Ο Γέροντας τούς ἄκουσε. Προσπάθησε νά κατανοήσει τόν πειρασμό τους, πού εἶχε ἀρχίσει νά γίνεται πειρασμός καί γιά τόν ἴδιο. ᾽Αλλά κάτι μέσα του τόν ἔτρωγε. ῎Ενιωθε ὅτι τό νά ἀπομακρύνει τόν ᾽Αγάθωνα μπορεῖ νά φαίνεται ὡς λύση, ἀλλά μᾶλλον θά ἀποτελεῖ καί δική τους ἧττα. Θά τούς εἶχε νικήσει ὁ πειρασμός. ᾽Αλλά πάλι ἔτσι, ἡ ταραχή θά συνεχιζόταν.
῾᾽Επερώτησον τόν πατέρα σου καί ἀναγγελεῖ σοι᾽, μουρμούρισε. Νόμισε πώς βρῆκε τήν λύση. ῾Ναί, αὐτός θά μᾶς κατευθύνει σωστά. Θά μᾶς πεῖ ἄν εἶναι σωστό νά τόν ἀπομακρύνουμε ἤ ὄχι. ῾Ο ἀββᾶς Ποιμήν. ῾Ο μεγάλος Γέροντας, ὁ διορατικός καί προορατικός, ὁ σοφός καί συνετός, πού ἡ ἀγάπη του εἶναι μιά ἀγκαλιά γιά ὅλον τόν κόσμο. ᾽Αρκεῖ νά δεχτεῖ βεβαίως τήν πρόσκλησή μου᾽.

῾Ο ἀββᾶς δέχτηκε. Δέν μποροῦσε νά ἀρνηθεῖ τό πέρασμά του ἀπό ἐκεῖ πού ὑπῆρχαν ἀδελφοί πού πάλευαν καί ἀγωνίζονταν τόν πνευματικό ἀγώνα. Γιατί ἤξερε τό πόσο ὁ πονηρός πολεμάει τούς ἀνθρώπους καί μάλιστα τούς καλόγερους. ῾Λιοντάρι πού ὠρύεται καί ζητάει ποιόν νά καταπιεῖ᾽, κατά πῶς γράφει καί ὁ μαθητής τοῦ Κυρίου ἅγιος Πέτρος.

῎Εκανε θερμή προσευχή πρός τόν Κύριο νά ἐλεήσει τά πλάσματά Του. Νά τοῦ δώσει φώτιση νά κατανοήσει τό πρόβλημα γιά τό ὁποῖο τόν εἰδοποιοῦσε ὁ ἡγούμενος. Νά γίνει τό ὄργανο ᾽Εκείνου, ὥστε ἀφενός νά καταντροπιασθεῖ ὁ πονηρός, ἀφετέρου νά δοξαστεῖ τό ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου.

Τόν ὑποδέχτηκαν ὅλοι μέ μεγάλες τιμές. Ἡ παρουσία του κάθε φορά συνοδευόταν πράγματι μέ ἐκδηλώσεις πού ἔφθαναν κάποιες φορές καί σέ ἐπίπεδο ὑπερβολῆς. ῾Ο ἀββᾶς Ποιμήν ἦταν καί γιά τήν συνοδεία αὐτή ὁ μεγάλος καθοδηγητής τους. ῎Ηξεραν πώς ὅ,τι τοῦ ἔθεταν ὡς πρόβλημα καί λογισμό θά ἔπαιρναν τήν ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ. Περίμεναν λοιπόν καί γιά τό συγκεριμένο πού εἶχε ἀναφανεῖ. Γιατί ὁ ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος εἶχε φροντίσει νά στείλει σέ ἐξωτερικό διακόνημα τόν ᾽Αγάθωνα, τούς εἶχε πληροφορήσει γιά τόν σκοπό τοῦ ἐρχομοῦ του.
῾Ο ὅσιος Πατέρας ἄκουσε τό πρόβλημα. Εἶδε τήν ταραχή. Καί κατάλαβε αὐτό πού τόν λύπησε πιό πολύ ἀπό ὅλα: ὄχι τήν ἀδυναμία τοῦ ἀδελφοῦ μέ τόν ὕπνο, ἀλλά τήν ἀδυναμία τῶν ὑπολοίπων ἀδελφῶν νά τόν ὑπομείνουν καί νά ἀντιμετωπίσουν τόν τρισκατάρατο πού βρισκόταν καλά κρυμμένος ἀπό πίσω, δουλεύοντάς τους μέ τά ἐκ δεξιῶν λεγόμενα ὅπλα: τήν διακράτηση ἐν προκειμένῳ ἑνός τυπικοῦ. ῾Η αὐστηρότητά τους σχεδόν τόν τρόμαξε.

῾᾽Αδελφοί᾽ εἶπε. ῾Χαίρομαι πού βρίσκομαι ἀνάμεσά σας, ἀνάμεσα σέ πιστούς πού λατρεύουν τόν Κύριο καί ἀγωνίζονται τόν καλόν ἀγώνα. ῾Η χάρη τοῦ Κυρίου πού σᾶς δίνεται καί θά σᾶς δοθεῖ εἶναι πλούσια. ᾽Αλλά δέν βλέπετε τί γίνεται μέ τήν συγκεκριμένη περίπτωση πού μοῦ λέτε; Δέν βλέπετε πώς τό ἔλλειμμα βρίσκεται στήν δική σας πλευρά ὡς ἔλλειμμα ἀγάπης; ῾Ο ἀπόστολος δέν λέει πώς ῾ἡ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει, οὐδέποτε ἐκπίπτει᾽;  ῾Η ἀγάπη ὅλα τά ἀνέχεται, ὅλα τά ὑπομένει, ποτέ δέν ξεπέφτει. Ποῦ εἶναι ἡ δική σας ἡ ἀνοχή; Ποῦ εἶναι ἡ ὑπομονή σας; Ποῦ ἡ διάρκεια τῆς ἀγάπης σας; Καί ἡ ἔλλειψη αὐτή δέν ἀποδεικνύει ὅτι δέν ζεῖτε σωστά ὡς μέλη τοῦ Κυρίου μας; ῾Ο καθένας μας δέν συνιστᾶ μέλος τοῦ σώματος ᾽Εκείνου, συνεπῶς εἴμαστε δεμένοι καί μέ ᾽Εκεῖνον ὡς κεφαλή ἀλλά καί μεταξύ μας; ῎Αν ὑπάρχει κάποια ἀδυναμία σέ ἕνα μέλος, σημαίνει ὅτι τά ἄλλα μέλη πρέπει νά τήν δοῦν καί ὡς δική τους ἀδυναμία. Πιστεύετε λοιπόν ὅτι ἡ αὐστηρότητα, ἡ ἀπότομη στάση σας ἀπέναντι στόν ἀδελφό σας θά τόν διορθώσει; ῎Αλλη στάση ζωῆς ἔξω ἀπό τήν ἀγάπη δέν ὑπάρχει, ἄν θέλουμε νά διορθώσουμε τόν πάσχοντα συνάνθρωπό μας᾽.

῎Εκανε παύση ὁ ἀββᾶς. Δέν εἶχε συνηθίσει νά ρητορεύει. Μόνιμη ἐπιλογή του ἦταν νά εἶναι τό παράδειγμα καί ὅποιος θέλει μετά νά τόν ἀκολουθεῖ. ῾῾Ο ποιήσας καί διδάξας᾽ ἦταν ἡ κατευθυντήρια γραμμή του.

῾Δέν αἰσθάνομαι καλά πού σᾶς κάνω τόν δάσκαλο᾽, εἶπε καί ἔσκυψε τό κεφάλι πρός τό μέρος τῆς καρδιᾶς. Τό ἀνασήκωσε καί πάλι. ῾᾽Αλλά ἐπειδή μέ κινεῖ τό πνεῦμα τῆς ὑπακοῆς στόν ἡγούμενο σᾶς τά λέω. ῾Τῷ αἰτοῦντί σε δίδου᾽, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου μας. Καί δέν θέλω νά σᾶς περιπαίζει ὁ διάβολος᾽ συμπλήρωσε.

῾Γέροντα, σέ καταλαβαίνουμε καί ὁ λόγος σου μᾶς φέρνει καί πάλι στόν ἴσιο δρόμο τοῦ Χριστοῦ μας᾽ εἶπε μέ συστολή ὁ ἡγούμενος. ῾Τί νά κάνουμε συγκεκριμένα ὅμως μέ τόν ἀδελφό; Νά μήν τοῦ ποῦμε ὅτι πρέπει νά εἶναι ξύπνιος στίς ἀκολουθίες; Νά μήν τόν ξυπνᾶμε᾽; Κοντοστάθηκε. ῾Γέροντα, ἐσύ τί θά ἔκανες; Πές μας καί θά τό κάνουμε κι ἐμεῖς᾽.

Πιάστηκε ἡ ἀναπνοή τους. ῾Η ἀπάντηση τοῦ ὁσίου θά καθόριζε καί τήν δική τους στάση. ῎Ηδη μέσα τους ἡ συνείδηση τούς ἔλεγχε. Καταλάβαιναν ὅτι δέν λειτουργοῦσαν ἀπέναντι στόν ἀδελφό μέ ἀγάπη. ῞Οτι ἡ στάση τους δέν ἦταν χριστιανική. ῞Οτι συμπεριφέρονταν σάν τούς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, μέ ὑπερηφάνεια.

῾Ο ἀββᾶς δέν ἔσπευσε νά ἀπαντήσει. Φαινόταν ὅτι προσευχόταν μέ ἔνταση καί θέρμη. Δάκρυα πῆραν νά ἀναβλύζουν στά ἁγιασμένα μάτια του.

῾᾽Αδελφοί᾽, εἶπε σιγά, ἔχοντας ἐπίγνωση τοῦ βάρους τῶν λόγων του. ῾Στήν θέση σας ἐγώ, ὅταν ἔβλεπα τόν ἀδελφό νά κοιμᾶται...᾽

-τά μάτια τῶν ἀδελφῶν ἀνοίχτηκαν διάπλατα καί τά αὐτιά τους τεντώθηκαν στό ἔπακρο μή χάσουν τό παραμικρό ἀπό τά λεγόμενά του-

 ῾...στήν θέση σας, λοιπόν, θά ἔπαιρνα ἕνα μαξιλάρι νά τό βάλω κάτω ἀπό τό κεφάλι του γιά νά τόν ἀναπαύσω περισσότερο. Γιατί ὁ ἀδελφός γιά μένα εἶναι ὁ κρυμμένος Χριστός.
 
το βρήκαμε εδώ

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Θρησκευτικός τουρισμός;;


Απόσπασμα από το κήρυγμα του μητροπολίτη Γόρτυνος κ. Ιερεμία, με το οποίο στείνει στο...αποσπασμα τον θρησκευτικό τουρισμό:
 
"Ο λεγόμενος «τουρισμός» για τα μοναστήρια αποτελεί βεβήλωση του ιερού τους χώρου. Όσοι μοναχοί και μοναχές τον δέχονται, απ᾽ αυτό και μόνο δείχνουν ότι δεν ζουν σωστά την αφιέρωσή τους στον Χριστό. Εδώ, στο σημείο αυτό, έχω να σας πω με χαρά και ιερή καύχηση το εξής:

Προ καιρού στην Βουλή των Ελλήνων έγινε μία ημερίδα για τα μοναστήρια της Αρκαδίας. Ο λόγος πήγε στον τουρισμό των μοναστηρίων. Τότε εγέρθηκε από την θέση του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλέξανδρος και ετάχθη με σφοδρότητα εναντίον του τουρισμού στα μοναστήρια. Την τόλμη αυτή του Σεβασμιωτάτου κ. Αλεξάνδρου μιμήθηκα στην συνέχεια και εγώ, μιλώντας κατά της βεβηλώσεως των μοναστηρίων μας με τον τουρισμό και ότι πρέπει να αποβληθεί από τα ιερά αυτά και αγαπητά σκηνώματα του Κυρίου".
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του κηρύγματος, του μητροπολίτη Γόρτυνος Ιερεμία:

"1. Στο προηγούμενο κήρυγμα, αδελφοί μου χριστιανοί, σας μίλησα για τους μάρτυρες και το μαρτύριο. Και κατέληξα να σας πω ότι πρέπει και εμείς να προετοιμάζουμε τον εαυτό μας με προσευχή και με άσκηση, για να είμαστε έτοιμοι για μαρτύριο. Τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας εκεί μας πάνε. Οι χριστιανοί πάντως, αδελφοί μου, πάντοτε είναι μάρτυρες, γιατί η Εκκλησία μας «αεί – πάντοτε – διώκεται», λέγει κάπου ο Χρυσόστομος. Και όταν σταμάτησε η εποχή των διωγμών έχουμε ως συνέχεια στην Εκκλησία τον μοναχισμό, που αποτελεί άλλο είδος μαρτυρίου.
Ναί, χριστιανοί μου! Ως μάρτυρα του Χριστού πρέπει να βλέπουμε τον μοναχό και την μοναχή. Το λέγει ο άγιος Αθανάσιος αυτό, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας, για τον διδάσκαλό του τον άγιο Αντώνιο. Στην βιογραφία του γι᾽ αυτόν λέγει ότι ο μέγας Αντώνιος «ην εκεί (στην έρημο δηλαδή) καθ᾽ εκάστην μαρτυρών τη συνειδήσει». Αυτό σημαίνει ότι ο μέγας Αντώνιος στην έρημο ανέκρινε συχνά τον εαυτό του, τους λογισμούς του και τα έργα του και βίωνε το μαρτύριο της πτώσεως της ανθρωπίνης φύσεως.

2. Για τον μοναχισμό λοιπόν θα σας μιλήσω σήμερα, αδελφοί μου χριστιανοί, με λίγα λόγια, όσο μπορώ σε ένα σύντομο λειτουργικό κήρυγμα. Κατά πρώτον, θέλω να σας πω αυτό που ξέρετε, ότι οι μοναχοί και οι μοναχές ζουν παρθενικά, δεν παντρεύονται δηλαδή. Αυτό, χριστιανοί μου, για να σας το πω καθαρά, δεν είναι φυσικό, αλλά είναι υπέρ-φυσικό. Το φυσικό του ανθρώπου, μετά την πτώση του, είναι ο γάμος. Η παρθενία είναι μιά παραδείσια κατάσταση· γιατί λέγουν οι άγιοι Πατέρες ότι στον Παράδεισο οι πρωτόπλαστοι ζούσαν παρθενικά. Και αν δεν αμάρταναν, θα πολλαπλασιάζονταν μεν, αλλά κατά άλλον τρόπο, με παρθενικό τρόπο, τον οποίο θα υπεδείκνυε η σοφία του Θεού.

Μετά την πτώση του ανθρώπου έχουμε τον γάμο με την σημερινή του έννοια. Το να παρθενεύει κανείς μετά την πτώση, αυτό σημαίνει ότι κάνει ένα άλμα εις ύψος, πηδάει το φράγμα της πτώσης και επανέρχεται στην παραδείσια κατάσταση ήδη από αυτήν την ζωή. Αλλά το φυσικό του ανθρώπου στην πεπτωκυία κατάστασή του, ξαναλέγω, είναι να παντρεύεται. Το να μην παντρεύεται, επαναλαμβάνω, είναι υπερφυσικό. Γι᾽ αυτό και αυτοί που παρθενεύουν πρέπει να είναι ενωμένοι με τον υπέρ φύσιν Θεό, να ζούν ασκητικά, ώστε να ζουν συνεχώς την υπέρ φύσιν παρθενική ζωή που προτίμησαν. Γι᾽ αυτό και λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ότι «όπου φύσεως ήττα έγνωσται, εκεί του υπέρ φύσιν παρουσία επέγνωσται»! Επειδή λοιπόν ο μοναχός πρέπει να ζει «στον θείο κόσμο του», γι᾽ αυτό και εσείς οι λαϊκοί, χριστιανοί μου, όταν πηγαίνετε σε μοναστήρια, να μη μιλάτε με τους μοναχούς και τις μοναχές για «φτηνά» πράγματα, όλο δηλαδή για τα υλικά, γιατί τους βγάζετε από τον κόσμο τους, τους βγάζετε από τα νερά τους. Με τους μοναχούς θα μιλάτε για θεϊκά πράγματα, για την αγάπη του Χριστού και τον γλυκό Παράδεισο.

3. Θα ήθελα τώρα να σας πω πώς ιστορικά εμφανίστηκε ο μοναχισμός με την σημερινή του μορφή. Η παρθενία βέβαια και η άσκηση ήταν πάντοτε στην Εκκλησία. Έχει όμως ένα ωραίο ενδιαφέρον η ιστορία της εμφανίσεως του μοναχισμού. Σας την λέγω με λίγα λόγια: Μέχρι τον άγιο Κωνσταντίνο η Εκκλησία ήταν διωκόμενη. Με τον άγιο Κωνσταντίνο έπαυσαν οι διωγμοί. Θα σας πω τώρα, χριστιανοί μου, μιά δυνατή και σπουδαία αλήθεια: Όταν η Εκκλησία διώκεται, γίνεται ηρωική, γιατί γίνεται μαρτυρική. Όταν παύει να διώκεται, χάνει κάτι από την δόξα της. Ο διωγμός κάνει καλό στην Εκκλησία. Έτσι λοιπόν, επί μεγάλου Κωνσταντίνου, επειδή έπαυσαν οι διωγμοί και επειδή και ο άρχοντας ήταν χριστιανός, όλοι έγιναν χριστιανοί. Με το «όλοι» μπήκε «μπουλούκι» στην Εκκλησία με το κοσμικό τους φρόνημα. Η Εκκλησία τότε, τον 4ο αι., άρχισε να κοσμικοποιείται.

Μερικοί τώρα ευσεβείς και ζηλωτές, που ζούσαν την προηγούμενη κατάσταση του αίματος και του μαρτυρίου, διαμαρτυρήθηκαν γι᾽ αυτήν την κοσμικοποίηση της Εκκλησίας και είπαν: «Μπρος! Πάμε στα βουνά, πάμε έξω από τον κόσμο, για να ζήσουμε αυτό που είχαμε πρώτα. Στον κόσμο η Εκκλησία πήρε πολύ κοσμικό φρόνημα». Έτσι, χριστιανοί μου, άρχισαν να συγκροτούνται μοναστήρια με την σημερινή έννοια. Από αυτήν την ιστορική έρευνα της αρχής των μοναστηρίων μας βγαίνει το συμπέρασμα και το δίδαγμα ότι ο μοναχισμός αποτελεί μιά αντίδραση, μια διαμαρτυρία για την κοσμικότητα στην Εκκλησία. Το φρικτό όμως είναι αυτή η κοσμικότητα να μπαίνει και στα μοναστήρια, το να θέλουν δηλαδή οι μοναχοί να ζουν κοσμικά. Αυτό δεν είναι μοναχισμός! Κρίμα το σχήμα που φόρεσαν τέτοιοι μοναχοί. Αλλά και σεις, χριστιανοί μου, προσοχή! Όταν πηγαίνετε στα μοναστήρια, να πηγαίνετε με σεμνότητα και σεβασμό, σαν κι εσείς οι ίδιοι να είστε μοναχοί. Την σεμνότητα την εννοώ και στην ενδυμασία σας, ω γυναίκες! Ο λεγόμενος «τουρισμός» για τα μοναστήρια αποτελεί βεβήλωση του ιερού τους χώρου. Όσοι μοναχοί και μοναχές τον δέχονται, απ᾽ αυτό και μόνο δείχνουν ότι δεν ζουν σωστά την αφιέρωσή τους στον Χριστό. Εδώ, στο σημείο αυτό, έχω να σας πω με χαρά και ιερή καύχηση το εξής:

Προ καιρού στην Βουλή των Ελλήνων έγινε μία ημερίδα για τα μοναστήρια της Αρκαδίας. Ο λόγος πήγε στον τουρισμό των μοναστηρίων. Τότε εγέρθηκε από την θέση του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλέξανδρος και ετάχθη με σφοδρότητα εναντίον του τουρισμού στα μοναστήρια. Την τόλμη αυτή του Σεβασμιωτάτου κ. Αλεξάνδρου μιμήθηκα στην συνέχεια και εγώ, μιλώντας κατά της βεβηλώσεως των μοναστηρίων μας με τον τουρισμό και ότι πρέπει να αποβληθεί από τα ιερά αυτά και αγαπητά σκηνώματα του Κυρίου. Ώστε λοιπόν και οι δύο Επίσκοποι της Αρκαδίας ταχθήκαμε εναντίον του τουρισμού στα μοναστήρια. Πρώτος όμως ο Σεβασμιώτατος Κυνουρίας κ. Αλέξανδρος!

4. Πολλά, αγαπητοί μου, θέλω να σας γράψω για τον μοναχισμό, αλλά δεν επαρκεί ο χρόνος. Τελειώνοντας σας λέγω ότι και εσείς οι λαϊκοί πρέπει να ζήτε σαν μοναχοί και μοναχές. Και βέβαια έτσι είναι! Δεν έκανε δυο Ευαγγέλια ο Χριστός, ένα για τον μοναχό και ένα για τον λαϊκό. Το ίδιο Ευαγγέλιο είναι για όλους, μοναχούς και λαϊκούς. Όλοι πρέπει να πάμε προς την θέωση και όλοι σκοπό έχουμε να αγιάσουμε. Όλοι λοιπόν πρέπει να ζούμε σαν μοναχοί. Και το εξηγώ καλύτερα: Ο μοναχισμός είναι κυρίως οι τρεις αυτές αρετές: η ΥΠΑΚΟΗ, η ΑΚΤΗΜΟΣΥΝΗ και η ΠΑΡΘΕΝΙΑ. Σας λέγω τώρα: Το «Πάτερ ημών...» είναι προσευχή για όλους και όχι μόνο για τους μοναχούς. Το «Πάτερ ημών...» όμως λέει στην αρχή «γενηθήτω το θέλημά Σου». Αυτό είναι η αρετή της υπακοής. Λέμε, Θεέ μου, να γίνει το δικό Σου θέλημα και όχι το δικό μου. Παρακάτω στο «Πάτερ ημών...» λέμε «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».

Μ᾽ αυτό το αίτημα δεν ζητάμε από τον Θεό χρήματα και πλούτη, αλλά ζητάμε το καθημερινό μας ψωμί. Αυτό είναι η αρετή της ακτημοσύνης. Και τελευταία στο «Πάτερ ημών...» παρακαλάμε τον Θεό «ρύσαι ημάς από του πονηρού». Αυτό είναι ευχή παρθενίας. Όλοι μας λοιπόν πρέπει να ζούμε μοναχικά, γιατί, για να πάμε στον γλυκό Παράδεισο, πρέπει να περάσουμε από την «στενήν και τεθλιμμένην οδόν». Αυτή η στενή οδός είναι το μοναστικό βίωμα. Στην πορεία μας όμως αυτή δάσκαλοί μας και πρότυπά μας θα είναι οι μοναχοί και οι μοναχές, γιατί, λέγουν οι Πατέρες ότι «φως για τους λαϊκούς είναι οι μοναχοί», όπως «φως για τους μοναχούς είναι οι άγγελοι».

Με πολλές ευχές,

† Ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας

 

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Αφιέρωμα στη Σαντορίνη – Ηλίας Βενέζης



Πάει και η Σαντορίνη! Καθώς ο ήλιος του Αιγαίου δέρνει τα ερείπια, καθώς τα δάκτυλα των ρημαγμένων ανθρώπων ποτίζουν την άνυδρη γη της Σαντορίνης, εμείς που τη λατρέψαμε προσπαθούμε να την κρατήσουμε μέσα μας έτσι όπως ήταν  πριν από το σεισμό , έτσι που θέλουμε να μείνει… Ανοίγουμε τις σελίδες ενός οδοιπορικού, η μνήμη ξαναζωντανεύει την αίσθηση όλα είναι όπως πριν από το σεισμό:

«…Ακινητεί ο ήλιος, λουφάζει  κύματα, πύκνα, ύλη ανένδοτη, φως τρομερό στους άγριους βράχους της Σαντορίνης, τους γυμνούς, στο πιο μοναδικό το πιο εξαίσιο τόπιο του Αιγαίου Πουθενά του κόσμου ο ταξιδιώτης δεν θα το αισθανθεί αυτό, δεν θα το αισθανθεί τόσο: το φως να μην είναι στοιχείο που ενώνεται με την ύλη- με τη γη , με το νερό- ερχόμενο απ’ έξω. Αλλά να είναι ουσία οργανική της ίδιας της ύλης, του νερού της γης. Αναβλύζει το φως της Σαντορίνης από τα ενδον, από το νερό, από το χώμα και δυναστεύει τα πάντα. Δυναστεύει ψηλά, στην κορφή των βράχων, τα κρεμασμένα άσπρα σπίτια των ανθρώπων. Στα στρώματα της γης, που την έκοψε άγρια το ηφαίστειο και ένα μέρος της το καταπόντισε στο βυθό, δυναστεύει τους βράχους. Δυναστεύει κάτω, χαμηλά τα σκοτεινά νερά τα «συστήματα των υδάτων». Δυναστεύει το μαύρο, θαλάσσιο ασάλευτο τέρας που ύψωσε ο πόντος από τα έγκατά του, τη Νέα Καμμένη. Και δυναστεύει προπάντων τα πρόσωπα, την καρδιά των ανθρώπων. Ω τα ήμερα χαμογελαστά καλοσυνάτα πρόσωπα των ανθρώπων της Σαντορίνης! Η γη τους είναι ξερή και άνυδρη. Πίνουν νερό της βροχής κι έρχονται χρονιές που μήτε το νερό της βροχής δεν θα πέσει από το σύννεφο. Η θάλασσα τους είναι δύσκολη και τα γυμνά, μικρά βουνά τους δεν βγάζουν τίποτα άλλο από πέτρα άσπρη, αλαφρόπετρα. Πείνουν και βασανίζονται. Κολλημένοι εκεί γερά σα στρείδια, δεμένοι κρεμασμένοι από το βράχο τους. Κάθε τόσα χρόνια το ηφαίστειο κάτω από τα πόδια τους σείει τα έγκατα, αναταράζει τις άσπρες φωλιές τους τινάζει φλόγες. Μες στους τόσους αιώνες των δυναστών του Αιγαίου, των Φράγκων και των Βενετσιάνων και των Σαρακηνών και των κουρσάρων, οι άνθρωποι του νησιού υπέφεραν τα πάνδεινα, μαρτυρήσανε. Και τώρα ξεκομμένοι από την άλλη Ελλάδα, τριγυρισμένοι από το πέλαγός τους, χωρίς λλιμάνι ζουνε τη ζωή τους δύσκολα. Θα πρεπε να τους είχε γονατίσει τόσο παρελθόν σκληρό, τόσος κίνδυνος τόση αγωνία τόση ξερή γη. Κι όμως τίποτα από αυτά δε μένει στην καρδιά τους. Μένει μονάχα αυτό η δύναμη της Σαντορίνης η οριστική: το φως.




Η κυρούλα με το τυραννισμένο διψασμένο πρόσωπο, χάθηκε μες στο άσπρο φως στα μονοπάτια του Μεροβιγλίου. Κι εμείς ενώ το φως δυνάστευε τη Σαντορίνη αρχίσαμε να χαμηλώνουμε κατεβαίνοντας το δύσκολο μονοπάτι του βράχου γυρεύοντας να πατήσουμε το κάστρο της Φιορέντζας…..[…]

Άξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς. Kάτω απ' τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας, βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!

Σαν να μας έσεισε αγέρας βίαιος. Kάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Kαι τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η "Θεοσκέπαστη". Πάνω απ' τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ' το ηφαίστειο.





Oι ύμνοι τώρα έρχονται πιο καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Eλλήνων. Mονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Kαι μπρος στο Iερό, κάτω απ' το φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, αποτραβηγμένες στη δέησή τους, μονάχες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξιπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε τα τροπάρια απ' τη Σύνοψη, οι άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν το πέλαγο, τα "συστήματα των υδάτων" όλα ήταν κατάνυξη κ' ερημιά. Oι γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του Mικρού Παρακλητικού Kανόνος:



"Προστασίαν και σκέπην ζωής εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Πάρθενε, συ με κυβέρνησον προς τον λιμένα σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".



Άκουσον τα βήματά μας, μα ήταν σα να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.



Mας συνεπήρε κ' εμάς το μυστήριο, η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ' εμείς για ό,τι αγαπούμε και για τους ανθρώπους.



Σαν τέλειωσε η παράκληση κ' οι γυναίκες σηκωθήκαν απ' τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή. Mας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Kάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα όλο το νησί, με τα πόδια, ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι ξεκινήσανε και φέτος. Mε τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ' τον Πύργο, ξιπόλυτες, κ' η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ' τη χάρη της, μετά τη Θεοσκέπαστη, θ' ανηφορίζαν για τ' άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.



Bγάλανε απ' το μπογαλάκι τους το γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ' τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Mα επιμένανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά μες στα μάτια, σαν να το γυρεύαν για χάρη.



"Tώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη", είπαν.





Αποχαιρετιστήκαμε. Εμείς μείναμε να ζήσουμε λίγο ακόμα τη Θεοσκέπαστη , μια ακόμα ελληνική ώρα. Καθώς έβλεπα να ανηφορίζουνε το σκαλισμένο στο βράχο μονοπάτι του Σκάρου, οι μαυροφορεμένες ξυπόλητες γυναίκες της Σαντορίνης πηγαίνοντας να ανάψουν τα καντήλια στα άλλα ξωκκλήσια, ικέτιδες για τα παιδιά τους, πεινασμένες, διψασμένες στην άνυδρη γη τους – θυμήθηκα απότομα την μακρινή μεγάλη πόλη την πρωτεύουσα των Ελλήνων. Ω τι ξένη πόλη, ξεκομμένη από τονκορμό της Ελλάδας, απληροφόρητη για τα βάσανα της για την πικρία και την καρτερία της ,αδιάφορη και αλάζων αυτή η πόλη των Αθηνών.

Ηλίας Βενέζης



Αφιέρωμα στη Σαντορίνη – Ηλίας Βενέζης
Περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 698 σελ 1031

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

«Η ΜΑΝΑ ΜΑΣ»



c5949b98a954ba20a6a6d17790280cde_L.            

 

Το  Μητροπολίτου Καστορίας Σεραφεμ

Καὶ πάλι βρισκόμαστε στὸ μήνα Αὔγουστο. Ὁ τελευταῖος μήνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας ἔτους, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν 1η Σεπτεμβρίου, ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου, ἀρχίζει ἡ καινούργια ἐκκλησιαστικὴ χρονιά.
.            Ἀφιερωμένος ὁ μήνας αὐτὸς κατὰ τὰ ἔνδοξα βυζαντινὰ χρόνια στὸν Τίμιο Σταυρό, ἐξ οὗ καὶ τὴν 1η Αὐγούστου γιορτάζουμε τὴν Πρόοδο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἐξήρχετο, δηλαδή, ὁ Τίμιος Σταυρός, τὸ Τίμιο Ξύλο, ποὺ φυλασσόταν στὸ Ἱερὸ Παλάτι, ἔφθανε στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ ἐπὶ δεκαπέντε συνεχεῖς ἡμέρες περιήρχετο ὁλόκληρη τὴν Πόλη πρὸς ἁγιασμὸ τῶν πιστῶν.
.            Ὅλες αὐτὲς τὶς ἡμέρες τελοῦνταν διάφορες Ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ Ἀγρυπνίες, καθὼς καὶ ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ, «βαπτιζόταν τὸ Τίμιο Ξύλο μέσα σὲ ἁγιασμένο νερό», προκειμένου νὰ φυλαχθοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς μολυσματικὲς ἀσθένειες καὶ ἐπιδημίες τὶς ὁποῖες εὐνοοῦσε ὁ καύσωνας τοῦ Αὐγούστου. Καὶ ἡ νηστεία, ἀκόμη, ἀφιερωμένη στὸν Τίμιο Σταυρό. Συνδεδεμένη μαζὶ μὲ τὴν προσευχὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, γίνεται σκάλα συνομιλίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἐκζητήσεως τοῦ θείου ἐλέους. «Νηστείᾳ, ἀγρυπνίᾳ, προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών». Μέθοδοι τὶς ὁποῖες χρησιμοποιοῦσε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία μας καὶ πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ χρησιμοποιοῦμε μέχρι σήμερα, γιὰ νὰ φυλάξουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια, ἀλλὰ καὶ ὡς ἕνα μέτρο γιὰ νὰ ἑλκύσουμε τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.            Τὸ Τίμιο Ξύλο ὅμως κλάπηκε ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα κειμήλια, καὶ μεταφέρθηκε στὴ Δύση. Ἔτσι σταμάτησε ἡ λιτανεία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ ἀφιερώθηκε ἐν συνεχείᾳ ὁ μήνας αὐτὸς στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας, ἀπὸ τὴν 1η Αὐγούστου σχεδὸν μέχρι καὶ τὴν 31η, ἀφοῦ γιορτάζουμε τὴν κατ᾽ ἐξοχὴν θεομητορικὴ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως στὶς 15 τοῦ αὐτοῦ μηνός. Τὸ πρόσωπο, λοιπόν, τῆς Παναγίας μονοπωλεῖ τὴ σκέψη ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ βρίσκονται σ᾽ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς γῆς τὸ μήνα αὐτό.

.            Γιορτάζει ἡ μάνα τοῦ κόσμου.
.             Ἡ μάνα, ποὺ καταλαβαίνει, ποὺ ἀκούει καὶ ὑπακούει γοργά, ὡς Γοργοϋπήκοος, ὅπως ὀνόμασε τὸν ἑαυτό της στὴ Μονὴ Δοχειαρίου στὸ Ἅγιον Ὄρος.
.            Ἡ μάνα, ποὺ σκεπάζει τὰ παιδιά της, ποὺ τοὺς σκουπίζει τὰ δάκρυα στὶς συμφορὲς καὶ στὶς δοκιμασίες.
.            Ἡ μάνα, ποὺ γαληνεύει τὶς καρδιὲς ἀπὸ τὶς τρικυμίες τοῦ βίου, ποὺ εἰρηνεύει τὸ νοῦ, ὅπως θὰ γράψει καὶ θὰ ψάλλει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης.
.            Ἡ μάνα, ποὺ μόλις ἀντικρύσει κανεὶς τὴν εἰκόνα της, γεμίζει ἀπὸ χαρά, γι᾽ αὐτὸ καὶ ψάλλει μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο: «Ἐν ὕμνοις εὐχαρίστοις δοξολογῶ καὶ γεραίρω τὸ ἄμετρον ἔλεος καὶ τὴν πολλὴν δύναμίν σου πᾶσιν ὁμολογῶ».
.            Ἡ μάνα, ἡ προστάτης ὅλων τῶν Χριστιανῶν. «Χριστιανῶν ἡ προστάτις Παρθένε μήτηρ Κυρίου».
.            Στὴ μάνα μας.
.            Στὴ μάνα τοῦ κόσμου ἀφήνουμε τὴν ἐλπίδα μας καὶ τὴν ἀπαντοχή μας πάντοτε καὶ ἰδιαίτερα τὶς δύσκολες αὐτὲς ἡμέρες ποὺ διέρχεται ἡ πατρίδα μας.
.            Στὴν Παναγία μας ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας, ὅπως ἔλεγε ἡ Ὁσία Σοφία τῆς Κλεισούρας.
.            Τὴν Παναγία παρακαλοῦμε μὲ τὰ ἱερὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως συμβούλευε ὁ Γέροντας Παΐσιος προκειμένου νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της.
.            Τὴν Παναγία παρακαλοῦν καὶ σήμερα πρόσωπα ποὺ ἐμεῖς δὲν τοὺς δίνουμε καμμία σημασία ἐπαναλαμβάνοντας καθημερινὰ χιλιάδες φορὲς τὸν ἀρχαγγελικὸ χαιρετισμό, τὸ «Θεοτόκε Παρθένε».
.            Μαζὶ μὲ ὅλη τὴ χορεία τῶν Ἁγίων στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, μαζὶ μὲ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν καὶ σήμερα στὸ σκάμμα τῆς ζωῆς καὶ μὲ τὶς προσευχές τους στηρίζουν τὸν κόσμο, τὴν παρακαλοῦμε κι ἐμεῖς:

Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας,
Γιὰ τὴν πατρίδα μας,
Γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς ποὺ ὑποφέρουν,
Γιὰ τοὺς ἀναγκεμένους ἀδελφούς μας,
Γιὰ τοὺς χτυπημένους ἀπὸ τὶς μάστιγες τῆς ἐποχῆς μας,
Γιὰ τὸ αἷμα ποὺ χύνεται στὴ Συρία, στὴν Αἴγυπτο καὶ σ᾽ ἄλλες χῶρες,
Γιὰ κάθε ἀνθρώπινη ψυχὴ ποὺ βρίσκεται σὲ κάθε ἀνάγκη.
Ἂς μιλήσει ἡ Παναγία στὶς καρδιὲς τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς.
Ἂς μιλήσει στὶς καρδιὲς ὅλων μας.
Ἂς μᾶς διδάξει τὴν ταπείνωση γιὰ νὰ βροῦμε τὸν χαμένο μας ἑαυτό.
Ἂς μᾶς βοηθήσει νὰ ἀποκτήσουμε καὶ πάλι αὐτὸ τὸ ὁποῖο χάσαμε, δηλαδή, τὴν τροφή μας μὲ τὴν ζωοτρόφο καὶ ζωογόνο Παράδοσή μας.
Παναγία μου, χαρά μου, παρηγορία μου, ἐλπίδα μου, ἀναπνοή μου, σῶσον ἡμᾶς ἐκ πάσης περιστάσεως.

το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)