Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Προυποθέσεις πνευματικής ωφέλειας



ΠΟΛΛΟΙ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ καυχῶνται, γιατὶ γνωρίζουν κάποιον ἐνάρετο κληρικὸ ἢ μοναχὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν πνευματικὰ μαζί του. Ἐκ πρώτης ὄψεως αὐτὸ θεωρεῖται θετικὸ καὶ μακάρι ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ ἐπικοινωνοῦσαν μὲ ἐνάρετους ἀνθρώπους καὶ νὰ παραδειγματίζονταν ἀνάλογα. Στὴν πραγματικότητα ὡστόσο τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά, γιατὶ ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία αὐτὴ δὲν ἔχουμε τὰ ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα. Καὶ διερωτᾶται κανείς, γιατὶ συμβαίνει αὐτό, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι μένουν ἀνεπηρέαστοι καὶ ἄρα ἀδιόρθωτοι; Ποῦ βρίσκεται τὸ ἀδύνατο σημεῖο; Τί πρέπει νὰ προσέξουν; Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παρομοιάσει τοὺς χριστιανοὺς αὐτοὺς μὲ χέρσο ἀγρό, ποὺ δὲν ἀποδίδει τίποτα, ὅσους σπόρους καὶ ἂν ρίξεις. Χρειάζεται προηγουμένως νὰ καθαριστεῖ, νὰ σκαφτεῖ βαθιά, νὰ κοποῦν οἱ ἄγριες ρίζες, νὰ λιπανθεῖ καὶ μετὰ νὰ σπείρει ὁ γεωργός, ὁ ὁποῖος στὴ συνέχεια πρέπει νὰ ποτίζει καὶ νὰ βοτανίζει, γιὰ νὰ περιμένει τὴ σοδειά.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ στὰ πνευματικά. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀλλοιώσει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, χρειάζεται νὰ ὑπάρχει πνευματικὸς ἀγώνας καὶ ἱερὸς ζῆλος. Ὁ ράθυμος καὶ κοσμικὸς ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὠφεληθεῖ, ὅσες νουθεσίες καὶ νὰ τοῦ δώσει ἕνας πολύπειρος κληρικὸς ἢ μοναχός. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει ἡ καλὴ προαίρεση, ἡ σταθερὴ ἀπόφαση γιὰ ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ ὁ διαρκὴς ἀγώνας κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν. Ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης ἔλεγε γιὰ τὸ θέμα αὐτό: «Ὅσο ἔχεις, τόσο θὰ πάρεις». Δηλαδή, προϋπόθεση τῆς πνευματικῆς ὠφέλειας εἶναι νὰ ὑπάρχει ἀγώνας κατὰ τῆς ἁμαρτίας, μετάνοια, ἐγρήγορση καὶ ταπείνωση.
Μερικοὶ χριστιανοὶ νομίζουν ὅτι πνευματικὴ ζωὴ σημαίνει παθητικὴ ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀκοῦν, εὐχαριστιοῦνται, χειροκροτοῦν τὸν ὁμιλητὴ καὶ μετὰ τίποτα ἄλλο. Καμία μεταβολή, καμία ἀναθεώρηση, καμία διόρθωση καὶ στὰ μικρὰ θέματα τῆς ζωῆς. Δὲν θέλουν νὰ διαταράξουν τὴν κοσμική τους μακαριότητα καὶ νὰ κόψουν «ἀθῶες συνήθειες», ποὺ μὲ βεβαιότητα τοὺς κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Μὲ τὴν ἴδια ραθυμία μελετοῦν καὶ τὰ διάφορα πνευματικὰ βιβλία. Συνήθως γιὰ τὸν ἑαυτό τους δὲν παίρνουν τίποτα, γιὰ τοὺς ἄλλους ὅμως βάζουν ἀρκετὰ βέλη στὴ φαρέτρα τους. Χρησιμοποιοῦν τοὺς λόγους τῶν Ἁγίων ὡς ὅπλα κατὰ τῶν ἀδελφῶν τους, ἐνῶ δὲν θέλουν νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν αὐτογνωσία. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους πολλοὶ κληρικοὶ τοὺς χαρακτηρίζουν ρηχοὺς καὶ ἀδιάβροχους, ποὺ πρέπει νὰ δουλέψουν πολύ, γιὰ νὰ προκόψουν κατὰ Θεόν. Ὅμως ὑπάρχουν δίπλα τους καὶ κάποτε εἶναι ἀπαιτητικοὶ καὶ ἐπίμονοι, γεγονός, ποὺ δημιουργεῖ διάφορα προβλήματα στὴν ἐνορία. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπισή τους χρειάζεται ἀνοχή, ὑπομονὴ καὶ εἰλικρινὴς ἀγάπη, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι αὔριο ἴσως κάνουν τὴ μεγάλη στροφή.

Ορθόδοξος Τύπος,28/06/2013

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Ἐπικίνδυνος ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν ὁδὸν τῶν ἁγίων Πατέρων

Τοῦ κ. Ἰωάννου Τάτση, Θεολόγου

ΠΟΡΕΙΑ ἐπικίνδυνη καὶ καταστροφικὴ διαγράφεται τὰ τελευταῖα χρόνια σὲ πολλοὺς τομεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀφήσαμε τὴν πεῖρα τῶν ἁγίων πατεράδων μας καὶ πορευόμαστε σὲ ἀτραποὺς σκοτεινές.


Ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κατατρώει τὰ σπλάχνα τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ αἱρέσεις δὲν καταδικάζονται συνοδικῶς καὶ ὅσοι μὲ πόθο καὶ ἀγάπη κοσμικὴ προσεγγίζουν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ γίνονται ἕνα μὲ αὐτούς, αὐτοπροσδιορίζονται ὡς ἀληθινοὶ χριστιανοί. Κατηγοροῦν μάλιστα ὅσους τοὺς ἀντιστρατεύονται ὡς φανατικοὺς καὶ ἀκραίους. Τὴν ἀντιαιρετικὴ δράση καὶ διδασκαλία τῶν Πατέρων ἀντικατέστησε ἡ ἀγαπολογία καὶ οἱ ἀτέρμονες διάλογοι, τὰ συνέδρια μετὰ πλουσίων γευμάτων, οἱ φιλοφρονήσεις καὶ οἱ συμπροσευχὲς μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἡ διαχριστιανικὴ καὶ διαθρησκειακὴ προσέγγιση καὶ κατανόηση.


Οἱ Σύνοδοι τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὰ τῆς πίστεως οὔτε καταδικάζουν αἱρέσεις. Οἱ σφεντόνες τοῦ πνεύματος ἔμειναν πλέον χωρὶς λάστιχα καὶ αὐτοί, ποὺ εἶχαν χρέος νὰ διαφυλάσσουν τὸ ποίμνιο ἔπιασαν φιλίες μὲ τοὺς βαρεῖς λύκους. Οἱ νέοι πέφτουν στὰ δίχτυα παραθρησκευτικῶν ὀργανώσεων καὶ σεκτῶν, χάνουν τὴν σωματικὴ καὶ πνευματική τους ὑγεία καὶ δὲν βρίσκουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Περιπλανῶνται στὰ ὄρη τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἄγνοιας, τῆς κοσμικῆς ἐπιφανειακῆς ζωῆς καὶ
δὲν βρίσκεται ὁ ποιμένας, ποὺ θὰ τοὺς ἀναζητήσει.


 Οἱ Μητροπόλεις ἱδρύουν Μὴ Κυβερνητικὲς Ὀργανώσεις καὶ ἀσκοῦν φιλανθρωπία μὲ τὶς ἐπιδοτήσεις καὶ ἐπιχορηγήσεις τοῦ Κράτους. Οἱ ποιμένες συναντῶνται εὐκαίρως ἀκαίρως καὶ συζητοῦν γιὰ τὸ νέο Μητροπολιτικὸ μέγαρο, τὸ νέο αὐτοκίνητο ἢ τὸ καινούργιο κινητὸ τηλέφωνο εὐφραινόμενοι ἀπὸ τὴν ἑορταστικὴ τράπεζα τοῦ ἀδελφοῦ Συνεπισκόπου. Γιὰ τὸ ποίμνιο λόγος οὐδείς. Τὰ τῆς πίστεως ἐγκαταλελειμμένα εἰς χεῖρας τοῦ Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος στέφεται μὲ λόγους ἐγκωμίων, ὅταν ἐπισκεφθεῖ τὴν Μητρόπολή μας.


 Ἡ πεῖρα τῶν Πατέρων περνάει ἀπὸ τὸ κόσκινο τῆς δικῆς μας ἐκκοσμικευμένης ζωῆς, τῆς χαλαρῆς πνευματικῆς μας κατάστασης καὶ ὡς γνήσιοι μεταπατερικοὶ θεολόγοι μεγάλου βεληνεκοῦς ἀνερυθρίαστα ἀμφισβητοῦμε τοὺς ἁγίους, τοὺς «καταγγέλλουμε» γιὰ ἀντιδυτικισμό, ἀντιφεμινισμό, ὑπερβολὲς καὶ σκληρότητα ἀπέναντι στοὺς ἀδελφούς μας αἱρετικούς. Δὲν τοὺς ἔχουμε πιὰ ἀνάγκη. Τοὺς ξεπεράσαμε. Εἴμαστε πολὺ πιὸ μπροστὰ ἀπὸ αὐτούς. Ἐμεῖς ζοῦμε τὸ παρόν. Ἂν κά- ποια ἀπὸ αὐτά, ποὺ εἶπαν, ἔχουν συνάφεια μὲ τὸ δικό μας κόσμο, ἂς τὰ δεχτοῦμε. Ἂν ὅμως «δὲν μᾶς κάνουν», τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ τὰ ξεπεράσουμε καὶ νὰ τὰ ἀρνηθοῦμε;


 «Ἀλλάζουμε τὰ φῶτα» στὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, γιὰ νὰ ξεφύγουν οἱ νέοι μας ἀπὸ τὸν κατηχητισμό. Ὡς πότε θὰ ἔχουμε κλειστὰ τὰ μυαλὰ τῶν παιδιῶν, ὅπως τόσα χρόνια ἔκαναν ἐκεῖνα τὰ παρωχημένα πλέον κατηχητικά; Ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ ἀνοιχτοῦμε στὸν ἄλλον, τὸν ξένο, τὸν ἀλλόθρησκο, τὸν ἑτερόδοξο καὶ νὰ τοῦ ποῦμε ὅτι εἶναι ἀδελφός. Τί κι ἄν πιστεύει σὲ ἄλλο θεό; Ὅλες οἱ θρησκεῖες, ὅλοι οἱ θεοὶ εἶναι σεβαστοί! Ἂς σωπάσουν πλέον οἱ ἀντιπαπικοὶ Πατέρες. Ἂς μὴ ἀκουστεῖ ξανὰ ἡ φωνὴ τοῦ πατρο-Κοσμᾶ ἡ ἐλέγχουσα τὸν Πάπα.


 Ἂς τεθοῦν στὸ περιθώριο οἱ διδασκαλίες τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ οἱ ἀγῶνες τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. Τώρα οἰκοδομεῖται ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη! Ἡ ἀγάπη μεταξὺ ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς ἀνεξαρτήτως θρησκείας καὶ πίστης! Ἂς μὴ μᾶς χωρίσει πλέον κα- μιὰ διχαστικὴ πατερικὴ φωνὴ καὶ οἱ Σύνοδοι ἂς τεθοῦν στὴν ὑπηρεσία τῆς καταλλαγῆς. Τὰ ἐμπόδια ὅλα ἂς ἀρθοῦν ἀπὸ τὴ μέση. Οἱ Κανόνες τῶν Συνόδων ἂς ἀναθεωρηθοῦν. Οἱ Πατέρες μὲ νέο πνεῦμα καὶ πνοὴ ἂς ἀναγνωστοῦν καὶ μεταπατερικὰ ἂς κριθοῦν. Οἱ ἀντιδρῶντες ἂς καθαιρεθοῦν ἢ μὲ κάθε τρόπο στὸ περιθώριο ἂς τεθοῦν. Εἶναι θεμιτὲς οἱ ἀπειλές, ἂν πρέπει κάποιοι ἐνοχλητικοὶ νὰ πάψουν νὰ μιλοῦν. Ἂν δὲν μποροῦν ἀκόμη τὸ ρυθμὸ τῆς σύγχρονης ζωῆς νὰ ἀντιληφθοῦν, ἂν κολλημένοι στὴν παράδοση παραμένουν, τοὺς πρέπει ἡ ἀπομόνωση καὶ ἡ ἀπόρριψη.


 Κι ὅμως ὑπάρχουν κάποιοι, ποὺ σὲ ὅλα τοῦτα ἀντιδροῦν. Καλόγεροι ποὺ πῆραν τὰ βουνὰ καὶ νυχθημερὸν τὸ κομποσχοίνι τους τραβοῦν μὲ πόνο γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἐπίσκοποι μακριὰ ἀπὸ τὰ κέντρα ἀποφάσεων, πρεσβύτεροι καὶ μοναχοὶ καὶ κάποιοι ἀκόμη λαϊκοὶ μὲ θάρρος, χωρὶς φόβο μπροστὰ στὶς ἀπειλές, ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι κατὰ τὸ δυνατόν, ἀντιστέκονται μὲ κάθε τρόπο. Γράφουν, μιλοῦν, ἀφυπνίζουν τὸν λαό, τὴν πατερικὴ πεῖρα μεταδίδουν, τὶς ἐπισκοπικὲς ἐκτροπὲς στηλιτεύουν, τὴν κοσμικότητα ἀποδοκιμάζουν. Μπαίνουν στὰ σπίτια τῶν πονεμένων, τῶν ἀσθενῶν, μπαίνουν στὶς φυλακὲς καὶ τὰ νοσοκομεῖα, μιλοῦν μὲ ἀγάπη στοὺς μαθητὲς στὰ σχολεῖα, προσεύχονται, ἀγωνίζονται, ἀγρυπνοῦν καὶ ἀγωνιοῦν. Δίνουν ἀπὸ τὰ δικά τους, μεταδίδουν τὴν πεῖρα τῶν Ἁγίων, βαπτίζουν ὀρθοδόξους τοὺς αἱρετικούς, καλοῦν στὴ σωτηρία τοὺς πλανηθέντες. Οἱ «προοδευτικοὶ» τοὺς λένε ἀκραίους, παραδοσιόπληκτους, φανατικούς, θρησκοφασίστες, ἰδιόρρυθμους, ἀνυπάκουους στὴν ἐκκλησιαστική τους ἀρχή, ἀλλὰ ἐκεῖνοι θαρρετὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνεχίζουν.


 Τὸ πλοῖο κλυδωνίζεται. Κάποιοι ρέγχουν ξαπλωμένοι στὸ ἀμπάρι του, κάνοντας πὼς δὲν καταλαβαίνουν τὴν τρικυμία. Θὰ πρέπει νὰ πεταχτοῦν στὴν τρικυμισμένη θάλασσα. Τότε τὸ πλοῖο θὰ πορευτεῖ γαλήνια. Καὶ ἐκεῖνοι ἴσως μάθουν νὰ μὴ νοιάζονται πλέον γιὰ τὴν ξεραμένη κολοκύνθη τῆς ματαιοδοξίας τους, ἀλλὰ γιὰ τὸν πεινῶντα γιὰ νινευϊτικὴ μετάνοια καὶ σωτηρία λαό.
Το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Οι άξιοι κληρικοί





ΣΥΧΝΑ ἀναφερόμαστε στοὺς ἀνάξιους κληρικούς, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν μὲ τὴ συμπεριφορά τους καὶ δημιουργοῦν διάφορα σκάνδαλα, ἐνῶ ξεχνᾶμε τοὺς κληρικούς, ποὺ ἐργάζονται στὴν Ἐκκλησία μὲ φόβο Θεοῦ καὶ ἱερὸ ζῆλο. Καὶ εἶναι ἀρκετοὶ αὐτοί. Δόξα τῷ Θεῷ!
Οἱ Μητροπολίτες ἔχουν ὑποχρέωση νὰ τοὺς προσέχουν καὶ νὰ τοὺς στηρίζουν, γιατὶ καὶ αὐτοὶ ὡς ἄνθρωποι ἔχουν ποικίλα προβλήματα, τόσο οἰκογενειακὰ ὅσο καὶ ἐνοριακά. Τὸ λέω αὐτό, γιατὶ ἔχουμε περιπτώσεις, ὅπου συμβαίνει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Μητροπολίτες νὰ θέτουν στὸ περιθώριο τοὺς εὐλαβεῖς κληρικούς, γιατὶ φοβοῦνται ὅτι θὰ χάσουν τὴ λάμψη τοῦ ἀρχιερατικοῦ τους ἀξιώματος. Πρόκειται γιὰ κατάσταση, ποὺ μόνο ὡς πνευματικὴ δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ.


Ὅμως ἀξίζει νὰ παρακολουθήσουμε τὴν ἀγωνία, ποὺ ἔχει γιὰ τὸ ποίμνιό του ἕνας εὐαίσθητος ἱερέας.
Δείχνει αὐτό, ποὺ οἱ περισσότεροι ἱερεῖς δὲν προσέχουν λόγῳ ραθυμίας. «Κάθε φορά, ποὺ σκέφτομαι πόσο ἀποδοτικὸς εἶμαι στὸ ποιμαντικό μου ἔργο, μὲ πιάνει μελαγχολία. Αἰσθάνομαι ὅτι σχεδὸν τίποτα δὲν κατορθώνω, ὅτι ὅλα παραμένουν ἴδια, ὅπως τὰ εἶχα βρεῖ πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἴδιοι παραμένουν καὶ οἱ ἄνθρωποι, χωρὶς ἀλλαγὲς στὴ συμπεριφορὰ καὶ τὸν τρόπο ζωῆς γενικότερα».
Πράγματι οἱ ἄνθρωποι δύσκολα μεταβάλλονται, παρὰ τὶς συνεχεῖς προσπάθειες τοῦ ἱερέα τους. Μπορεῖ νὰ σέβονται τὸν ἱερέα τους καὶ νὰ τὸν ἐπαινοῦν, μένουν ὅμως ἀνεπηρέαστοι. Καὶ αὐτὸ προβληματίζει τὸν ποιμένα, ποὺ κοπιάζει γιὰ τὸ ποίμνιό του. Παρηγορεῖται ὡστόσο, γιατὶ τὸ φαινόμενο εἶναι γενικό. Τὸ βλέπει καὶ στοὺς παραθεριστὲς τοῦ καλοκαιριοῦ, ποὺ κατακλύζουν τὴν ἐνορία του καὶ δὲν εἶναι ἄλλοι ἀπὸ τοὺς ταξιδεμένους ἐνορίτες του. Εἶναι πάντα ἴδιοι. Συνεχίζουν νὰ ζοῦν μὲ τὶς ἁμαρτωλές τους συνήθειες καὶ τὸ ἦθος τους δὲν εἶναι χριστιανικό. Μένουν καὶ αὐτοὶ ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τους.
Εἶναι βέβαια, σχολαστικὸ καὶ πρόωρο νὰ θέλει ἕνας κληρικὸς νὰ δεῖ τὴν καρποφορία τοῦ ἔργου του. Δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχεῖ γι᾽ αὐτό. Ἐὰν ἡ συνείδησή του εἶναι ἥσυχη, πρέπει νὰ αἰσθάνεται χαρὰ καὶ νὰ δοξολογεῖ τὸ Θεό, πάντα μὲ ταπεινὸ φρόνημα. Ἀπολογία θὰ δώσει μόνο στὸν Κύριο, ποὺ τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης. Οἱ κρίσεις τῶν ἀνθρώπων πρέπει νὰ τὸν ἀφήνουν ἀδιάφορο. Ὁ ἱερός του ζῆλος πρέπει νὰ διατηρεῖται καὶ νὰ αὐξάνεται ἀπὸ τὸν προσωπικό του πνευματικὸ ἀγώνα. Νὰ διατηρεῖ νεανικὸ φρόνημα καὶ νὰ ἐργάζεται μὲ πλήρη ἀφοσίωση καὶ θερμὴ προσευχή.
Στὴν ἐποχή μας ὅλα αὐτά, ποὺ σημειώνω ἐδῶ ἠχοῦν κάπως παράξενα στὴν πλειονότητα τῶν κληρικῶν, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς κοσμικόφρονες Μητροπολίτες. Αὐτοὶ ἔχουν ἄλλη νοοτροπία καὶ ἄλλες προτεραιότητες. Δὲν νοιάζονται γιὰ τὸ ποίμνιο, οὔτε καὶ σκέφτονται τοὺς κινδύνους, ποὺ ἀντιμετωπίζει. Ἐκεῖνο, ποὺ ἰδιαίτερα τοὺς ἀπασχολεῖ εἶναι νὰ ἱκανοποιοῦνται τὰ τρία πάθη: ἡ φιλοχρηματία, ἡ φιλοδοξία καὶ ἡ φιληδονία. Ἐὰν τὸ πετυχαίνουν αὐτό, ὅλα βαίνουν καλῶς. Δὲν σκέφτονται τίποτα πιὸ πέρα.Ὅλα ἀρχίζουν καὶ τελειώνουν σ᾽ αὐτὰ τὰ φοβερὰ πάθη.
Πάντως, πρέπει νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι οἱ φιλοχρήματοι, οἱ φιλόδοξοι καὶ οἱ φιλήδονοι κληρικοὶ δὲν θὰ εἰσέλθουν στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἂς φοροῦν βαρύτιμους σταυροὺς καὶ ἀπαστράπτουσες μίτρες.
Ορθόδοξος Τύπος, 14/06/2013
το βρήκαμε εδώ

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ


  .       
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος
 Ἀπό τό βιβλίο:«Ἀναστάσεως ἡμέρα» ἐκδ. Πέτρου Μπότση, Ἀθῆναι 2011

  «Ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὅ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ» (Ἰωάν. δ´ 5) Ἡ περιοχὴ ὁλόκληρη ἀπὸ τὴν Ἰουδαία μέχρι τὴν Γαλιλαία ὀνομάζεται Σαμάρεια. Τὸ ὄνομά της τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸ βουνὸ Σαμάρεια. Ὁ δρόμος ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὴν Γαλιλαία ἐξακολουθεῖ νὰ περνάει ἀπὸ τὴν Συχὰρ (τὴ σημερινὴ Ἄσκαρ). Ἐκεῖ εἶναι ἕνα κομμάτι γῆς ποὺ τὸ εἶχε ἀγοράσει ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Ἐμώρ κι ἔχτισε ἐκεῖ ἕνα θυσιαστήριο, πού τὸ ὀνόμασε «Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ» (Γέν. λγ´ 19-20). Ἀργότερα ὁ Ἰακὼβ δώρησε τὴν γῆ αὐτὴ στὸν γιό του Ἰωσήφ.
.         «Ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη» (Ἰωάν. δ΄ 6). Ἡ πηγὴ αὐτὴ εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακὼβ εἴτε ἐπειδὴ ὁ προπάτοράς μας Ἰακὼβ εἶχε κατοικήσει κοντὰ στὸ πηγάδι αὐτὸ μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια του εἴτε ἐπειδὴ τὸ πηγάδι αὐτὸ τὸ ἔφτιαξε ὁ ἴδιος. Κουρασμένος ἀπὸ τὸν ἀπόκρημνο καὶ ἀνηφορικὸ δρόμο ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ ὣς ἐκεῖ, ὁ Κύριος κάθησε δίπλα στὸ πηγάδι γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Ἡ ἕκτη ὥρα, ὅπως τὴν μετροῦσαν στὴν Ἀνατολή, ἦταν ἡ μεσημβρία.
.         Ὁ Κύριος ἔφτασε ἐκεῖ τὴν ὥρα πού ὁ ἥλιος μεσουρανοῦσε κι ἡ ζέστη ἦταν μεγάλη. Ἦταν κεκοπιακώς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας πού ἔκανε γιὰ τὴν σωτηρία μας, ὅπως κεκοπιακώς ἦταν κι ἀργότερα, ὅταν ἀνέβαινε στὸ σταυρὸ αἱμόφυρτος καὶ πονεμένος. Γιατί δὲν ταξίδεψε νύχτα, πού εἶχε καὶ δροσιά; Οἱ νύχτες γιὰ τὸν Κύριο ἦταν ἀφιερωμένες στὴν προσευχή. Κι ἂν ὑποθέσουμε στὴν συγκεκριμένη περίπτωση πώς θὰ ταξίδευε νύχτα, τὸ εὐαγγέλιο θὰ ἦταν φτωχότερο κατὰ ἕνα μοναδικὸ γεγονὸς κι ἀπὸ μιὰ πολὺ διδακτικὴ καὶ σωστικὴ ἀποκάλυψη. Ταξίδευε μέρα, μὲ τὰ πόδια, στοὺς ἀνηφορικοὺς κι ἀπότομους δρόμους καὶ μὲ μεγάλη ζέστη, κουρασμένος καὶ διψασμένος, γιατί βιαζόταν νὰ ἐκμεταλλευτεῖ κάθε στιγμὴ τοῦ ἐπίγειου βίου Του, μέρα καὶ νύχτα, γιὰ τὴ σωτηρία μας.
.         «Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν». (Ἰωάν. δ´ 7). Ὁ εὐαγγελιστής τονίζει πώς ἡ γυναίκα ἦταν Σαμαρεῖτις, ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι χαρακτήριζαν τοὺς Σαμαρεῖτες ὡς εἰδωλολάτρες. Δός μοι πιεῖν, τῆς εἶπε ὁ Κύριος. Ἦταν κουρασμένος καὶ διψασμένος, σημάδι πώς τὸ σῶμα Του ἦταν ἀληθινὰ ἀνθρώπινο σῶμα κι ὄχι ὁμοίωμα, ὅπως ἰσχυρίστηκαν κάποιοι αἱρετικοί. Ὅπως τὸ σῶμα Του δάκρυζε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ὑπόφερε ἀπό τούς πόνους Του στὸ σταυρό, ἔτσι εἶχε καὶ τὴν αἴσθηση τῆς πείνας καὶ τῆς δίψας.
.          Ἂν τὸ ἤθελε, θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ ξεπεράσει τὴν ἀνάγκη αὐτή, ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτήν. Θὰ μποροῦσε μὲ τὴ θεϊκή Του δύναμη νὰ τὴν ἀναστείλει γιὰ κάποιο διάστημα ἢ καὶ νὰ τὴν καταργήσει ἐντελῶς. Πῶς ὅμως ἔτσι θά ᾽δειχνε ὅτι ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος; Πῶς θὰ μποροῦσε «κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι»; (Ἑβρ. β´ 17), πῶς θὰ τοὺς ὀνόμαζε ἀδελφούς Του; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς διδάξει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν καρτερία στὶς θλίψεις, ἂν ὁ Ἴδιος δὲν εἶχε ὑποφέρει καὶ δὲν εἶχε ὑπομείνει τὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς; Καὶ τελευταῖο, θὰ μποροῦσε ἡ τελικὴ νίκη Του νά ᾽χει τὴν λαμπρότητα πού μᾶς δυναμώνει καὶ μᾶς φωτίζει στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἂν ὁ Ἴδιος δὲν τὰ εἶχε ὑπομείνει πρῶτος ὅλα καὶ μάλιστα στὸν ὕψιστο βαθμό;
.         Θὰ ρωτήσει κανείς: «Πῶς γίνεται Ἐκεῖνος ποὺ μποροῦσε νὰ πολλαπλασιάσει τοὺς ἄρτους καὶ νὰ περπατάει στὸ νερό, σὰν σὲ στέρεο ἔδαφος, νὰ μὴ μπορεῖ μετὰ ἀπὸ ἕνα τόσο κοπιαστικὸ καὶ μακρὺ ταξίδι, μ’ ἕνα Του λόγο (ἢ καὶ μὲ μιά Του σκέψη) ν’ ἀνοίξει ξαφνικὰ μιὰ πηγὴ μὲ νερὸ στὸ βράχο ἢ στὴν ἄμμο καὶ νὰ σβήσει τὴν δίψα του;».
.         Σίγουρα αὐτὸ ἀνήκει στὴν δύναμή Του. Τὸ ἔκανε ὁ Μωυσῆς αὐτὸ στὴν ἔρημο. Τὸ ἔκαναν καὶ πολλοὶ ἅγιοι στὸ ὄνομά Του, ἀπὸ τότε ποὺ ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία μας. Πῶς λοιπὸν δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάνει ὁ Ἴδιος; Μποροῦσε, μὰ δὲν ἤθελε. Ποτέ Του δὲν ἔκανε οὔτε ἕνα μοναδικὸ θαῦμα μόνο γιὰ τὸ δικό Του καλό, γιὰ νὰ ταΐσει, νὰ ποτίσει ἤ νὰ ντύσει τὸν ἑαυτό Του. Ὅλα τὰ θαύματα τὰ ἔκανε γιὰ τοὺς ἄλλους. Δὲν ὑπάρχει σκιὰ ἰδιοτέλειας στὴ ζωή Του. Ἀκόμα κι ὅταν μικρὸ παιδὶ ἔφυγε γιὰ ν’ ἀποφύγει τὸ ξίφος τοῦ Ἡρώδη, δὲν τὸ ἔκανε γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλά γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὥρα Του δὲν εἶχε φτάσει ἀκόμα. Ὅταν ὅμως ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο Του ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, δὲν προσπάθησε ν’ ἀποφύγει τὸν θάνατο, δὲν ἔφυγε. Ἀντίθετα, πῆγε νὰ τὸν συναντήσει.
.         Ὅλα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, κάθε συμπεριφορά Του καὶ κάθε ἔργο πού ἔκανε σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, τὰ πάντα καθοδηγοῦνταν ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη ἀγάπη Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς κι ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη σοφία Του.
.          Δός μοι πιεῖν. Ὁ Δημιουργὸς τὸ ζητάει αὐτὸ ἀπὸ τὸ πλάσμα Του. Τὰ λόγια αὐτὰ ἀντηχοῦν ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ εἶπε μόνο στὴ Σαμαρείτιδα. Ἀπευθύνονται σ’ ὅλες τὶς γενιὲς τῶν ἀνθρώπων, ὣς τὴν συντέλεια τοῦ κόσμου.
.         Δός μοι πιεῖν, λέει σήμερα ὁ Χριστὸς στὸν καθένα μας. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ νεροῦ, Ἐκεῖνος πού παρέχει τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανούς, τὰ ποτάμια καὶ τὶς πηγές, δὲν τὸ λέει αὐτὸ ἐπειδὴ διψάει γιὰ νερό. Διψάει γιὰ τὴν ἀγαθή μας θέληση, γιὰ τὴν ἀγάπη μας. Ὅταν τοῦ δίνουμε κάτι, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ δικό μας, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ δικό Του. Κάθε ποτήρι νερὸ πού ἔχουμε στὴ γῆ δικό Του εἶναι, Ἐκεῖνος τὸ δημιούργησε. Γιὰ κάθε ποτήρι ψυχροῦ ὕδατος ποὺ δίνουμε στοὺς ἀδελφούς Του τοὺς ἐλαχίστους, ἔχει πληρώσει μὲ τὸ τίμιο αἷμα Του. Μὲ τὴν ἀνεξάντλητη κι ἀμίμητη ταπείνωσή Του ὅμως δὲν ζητάει ἀπὸ τὴ Σαμαρείτιδα ὡς Δημιουργὸς ἀπὸ τὸ πλάσμα Του, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ ἄνθρωπο. Μᾶς δείχνει ἔτσι τὴν ταπείνωσή Του καὶ φανερώνει τὴν περιορισμένη καὶ ἐνδεῆ ἀνθρώπινη φύση Του. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσει κάτι ἀπὸ κάποιον ἄλλον, ὅπως ἔχει καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξυπηρετήσει καὶ νὰ ἐλεήσει τὸν ἄλλον.
.         «Οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι» (Ἰωάν. δ´ 8). Ὁ Κύριος δὲν ἦταν μόνο κουρασμένος καὶ διψασμένος, ἀλλά πεινοῦσε κιόλας, ὅπως κι οἱ μαθητές Του. Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ ἀκόμα ἀπόδειξη πώς ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος καὶ πώς δὲν ἔκανε θαύματα στὶς περιπτώσεις πού ἡ θαυματουργία δὲν λειτουργοῦσε γιὰ τὸ γενικότερο καλό, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει τὴν ἀπουσία τῶν μαθητῶν, ὥστε νὰ ἐξηγήσει γιὰ ποιὸ λόγο ὁ Κύριος ζήτησε νερὸ ἀπὸ τὴ γυναίκα. Ἂν οἱ μαθητὲς ἦταν ἐκεῖ θὰ εἶχαν βγάλει ἐκεῖνοι νερό, ὁπότε ἡ γυναίκα δὲν χρειαζόταν ν’ ἀναφερθεῖ.
.         Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Θεία πρόνοια ἤθελε νὰ δημιουργήσει τὴν εὐκαιρία γιὰ τὴ δική μας διδαχή, ὥστε ὅταν κι ἐμεῖς συναντᾶμε τὸν ἐχθρό μας στὴν ἀνάγκη του, νὰ τὸν βοηθᾶμε. Κι ὅταν τὸ ἔθνος μας βρίσκεται σὲ ἔχθρα μὲ τοὺς γειτονικοὺς λαούς, ἐμεῖς σὰν ἄνθρωποι νὰ μὴν τολμᾶμε νὰ ἐπεκτείνουμε τὴν ἔχθρα σὲ κάθε ἄνθρωπο τοῦ ἔθνους αὐτοῦ. Ὅταν μᾶς δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, εἶναι καθῆκον μας νὰ βοηθᾶμε κάθε ἄνθρωπο πού ἔχει ἀνάγκη, χωρὶς νὰ προσέχουμε ἂν ἀνήκει στὸ δικό μας ἔθνος ἢ ὄχι.
.         «Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαμαρείταις» (Ἰωάν. δ´ 9). Ἡ γυναίκα εἶχε τὴν ἄποψη ποὺ εἶχαν ὅλοι στὴν ἐποχή της, πώς ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ μισεῖ μόνο ἕνα ἐχθρικὸ ἒθνος, ἀλλὰ καὶ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀνήκει στὸ ἔθνος αὐτό. Στὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη ὁ Κύριος ἐπισήμανε τὴν ἔχθρα καὶ τὸ μίσος ποὺ ἔνιωθαν οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες. Καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξηγεῖ γιατί κι οἱ Σαμαρεῖτες ἔνιωθαν τὸ ἴδιο μίσος γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Γιὰ νὰ σπάσει τὸ φράγμα τοῦ μίσους ἀνάμεσα στὰ ἔθνη, πρέπει πρῶτα νὰ σπάσει κανεὶς τὸ φράγμα πού δημιουργεῖ τὸ μίσος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς λογικὸς τρόπος γιὰ νὰ θεραπεύσει κανεὶς τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴ μεγάλη ἀρρώστια τοῦ ἀμοιβαίου μίσους.
.         «Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν» (Ἰωάν. δ´ 10). Ἡ  δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κατανοηθεῖ τόσο μὲ τὴν ὑλικὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ ἔννοια. Ἀπὸ τὴν ὑλικὴ ἄποψη ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κατανοήσουμε πώς ἀναφέρεται σ’ ὅλα ὅσα ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγαθότητά Του δημιούργησε καὶ ἔδωσε γιὰ χρήση καὶ βοήθεια στὸν ἄνθρωπο.
.         Ἂν ἐσύ, γυναίκα, γνώριζες πώς τὸ νερὸ αὐτὸ δὲν ἀνήκει οὔτε στοὺς Σαμαρεῖτες οὔτε στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλ’ εἶναι τοῦ Θεοῦ· ἂν γνώριζες πώς ὅταν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸ νερό, αὐτὸς δὲν ἔβαλε πινακίδες ποὺ νὰ λένε πὼς «αὐτὸ εἶναι γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες» ἢ «γιὰ τοὺς Ἰουδαίους», ἀλλὰ «γιὰ τοὺς ἀνθρώπους», τότε θὰ ἔβγαζες τὸ νερὸ αὐτὸ μὲ δέος, ἀφοῦ εἶναι δῶρο Θεοῦ, καὶ θὰ τὸ ἔδινες στὸν διψασμένο ἄνθρωπο νὰ πιεῖ μὲ ἀκόμα μεγαλύτερο δέος, ἀφοῦ τὸ προσφέρεις στὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ κόσμος ὁλόκληρος εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο· κι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δῶρο Θεοῦ στὸν κόσμο.
.         Ἀπὸ πνευματικὴ ἄποψη τώρα, ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Παραδίνοντας ὁλόκληρο τὸν ὁρατὸ κόσμο στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του, ὁ Θεὸς τοῦ δίνει τὸν Ἴδιο Του τὸν Ἑαυτό. Ἂν ἐσύ, γυναίκα, γνώριζες τί πολύτιμο δῶρο ἔστειλε ὁ Θεὸς στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Σαμαρεῖτες, καθὼς καὶ σ’ ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς χωρὶς ἐξαίρεση, ἡ ψυχή σου θὰ ἔτρεμε. Θὰ ἔκλαιγες ἀπὸ χαρά, θὰ ἔμενες ἄφωνη ἀπὸ θαυμασμό, δὲν θὰ τολμοῦσες νὰ σκέφτεσαι κὰν γιὰ ἀμοιβαία ἔχθρα καὶ γιὰ μίσος ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Σαμαρεῖτες.
.         Νὰ ξέρεις πώς ἂν ἐπρόκειτο νὰ σοῦ ἀποκαλυφτοῦν ὅλα τὰ μυστήρια Ἐκείνου ποὺ τώρα μιλάει μαζί σου, Αὐτοῦ πού κρίνοντας ἀπὸ τὴν ἐξωτερική Του ἐμφάνιση τὸν λογαριάζεις γιὰ κάποιον συνηθισμένο ἄνθρωπο, ποὺ ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοράει κι ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ μιλάει τὸν θεωρεῖς Ἰουδαῖο, «σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν». Μὲ τὸ «ὕδωρ ζῶν» ἐννοεῖ ὁ Κύριος τὴν φωτιστικὴ καὶ ζείδωρη δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ὑποσχέθηκε στοὺς πιστούς. «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα ῞Αγιον, ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰωάν. ζ´ 38-39). Ἡ γυναίκα ὅμως δὲν ἤξερε καὶ δὲν καταλάβαινε τίποτα ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ καὶ γι’ αὐτὸ συνέχισε νὰ ρωτάει:
.         «Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν. ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ´ 13, 14). Δούλους δὲν ἔχεις, δοχεῖο δὲν ἔχεις, τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Πῶς λοιπὸν θ’ ἀντλήσεις τὸ δροσερὸ καὶ ζωογόνο νερό; Ἡ γυναίκα ἔβλεπε τὸν Κύριο κάτω ἀπὸ τὸ κάλυμμα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας, τὸν λογάριαζε κάποιον συνηθισμένο θνητό, ἕναν ἀβοήθητο ἄνθρωπο. Ὕδωρ ζῶν, καὶ τότε καὶ τώρα, ὀνομάζεται τὸ νερὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ πηγή, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ νερὸ ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ πηγάδια καὶ στέρνες.
.         Ὑπάρχει ὅμως καὶ πηγαδίσιο νερὸ πού ὀνομάζεται δροσερό, ζῶν ὕδωρ, ὅταν τὸ πηγάδι αὐτὸ τροφοδοτεῖται ἀπὸ πηγή. Ἡ πηγὴ βρίσκεται στὸν πυθμένα τοῦ πηγαδιοῦ, ἀπ’ ὅπου ρέει τὸ νερὸ καὶ τὸ γεμίζει. Σὲ κάποια στιγμὴ ὅμως τῆς ἔρχεται μιὰ δεύτερη σκέψη καὶ βιάζεται νὰ τὴν ἐξωτερικεύσει: μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιακώβ; Σὰ νὰ ᾽θελε νὰ πεῖ: Μήπως μπορεῖς ἐσὺ νὰ δημιουργήσεις μιὰ ἄλλη πηγὴ νεροῦ, δίπλα στὴν πρώτη; Ὁ πατέρας μας Ἰακὼβ δὲν δημιούργησε τὴν πηγή, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν ἔχτισε καὶ τὴν περιόρισε. Ἂν ἐσύ μπορεῖς νὰ δημιουργήσεις μιὰ ἄλλη πηγή, νὰ φτιάξεις τρεχούμενο νερό, αὐτὸ θὰ ἦταν ὕδωρ ζῶν, καὶ τότε βέβαια θὰ ἤσουν μείζων τοῦ πατέρα μας Ἰακώβ. Εἶσαι ἀνώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον; Τὸ πηγάδι αὐτὸ τοῦ Ἰακὼβ ἔχει τόσο ἄφθονο νερό, ὥστε ἀπ’ αὐτὸ ἤπιε ὁ ἴδιος, ἤπιαν τὰ παιδιά του, τὰ ζωντανά του κι ὅλοι ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε ἐδῶ κοντά, καθὼς κι οἱ ταξιδιῶτες ποὺ περνοῦν ἀπ’ ἐδῶ, κι οἱ ἐπισκέπτες. Κι αὐτὸ γίνεται αἰῶνες τώρα καὶ τὸ νερὸ στὸ πηγάδι δὲν στερεύει. Μήπως ἐσύ μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι καλλίτερο κι ἀνώτερο ἀπ’ αὐτό;
.         Τὰ λόγια αὐτὰ τῆς Σαμαρείτιδας ἀπὸ τὴ μιὰ φανερώνουν τὴν ὑπερηφάνειά της γιὰ τὸν πατέρα τους Ἰακώβ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη διατυπώνουν κάτι περισσότερο ἀπὸ ἀμφιβολία, κάτι σὰν εἰρωνεία στὸν Κύριο Ἰησοῦ. Δὲν ἦταν τόσο ἀγενὴς καὶ δημόσια ἡ εἰρωνεία ὅσο ἐκείνη ποὺ ἔγινε κατὰ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, ὅταν οἱ ἄνθρωποι πού ἄκουσαν τὸν Κύριο νὰ τοὺς λέει πὼς κοιμᾶται τὸ κορίτσι, τὸν περιγελοῦσαν (κατεγέλων αὐτοῦ), ἦταν ὅμως μιὰ ἔμμεση καὶ κρυφὴ εἰρωνεία. Ὁ Κύριος ὅμως ποὺ σκοπὸ Του εἶχε νὰ τραβήξει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν λάσπη τῆς ἁμαρτίας, ἦταν προετοιμασμένος νὰ δεχτεῖ ἐμπαιγμοὺς καὶ εἰρωνεῖες τόσο ἀπὸ ἀνθρώπους ὅσο κι ἀπὸ δαίμονες. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μέμφεται τὴν γυναίκα γι’ αὐτὴν τὴν αἰχμηρὴ εἰρωνεία, ἀλλά προχωρεῖ μὲ στόχο τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς της:
.         «Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν·ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ´ 13,14). Ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾶ στὴ γυναίκα μὲ τὸν τρόπο πού θά ᾽θελε ἐκείνη. Δὲν θὰ τῆς πεῖ πόσο ἀνώτερος εἶναι ἀπὸ τὸν Ἰακώβ. Ἐκεῖνος βλέπει τὴν αἰτία τῆς παρανόησης ἀνάμεσα στὸν Ἴδιο καὶ στὴν γυναίκα, ἡ γυναίκα ὅμως δὲν τὴν βλέπει.
.         Ἡ παρανόηση προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι Αὐτὸς τῆς μιλάει γιὰ τὸ πνευματικὸ νερό, τὸ ζωογόνο. Ἡ γυναίκα ὅμως εἶναι μαθημένη νὰ σκέφτεται μὲ τὴ γήινη ἀντίληψη, ἐκείνη πού νιώθουν κι οἱ αἰσθήσεις. Ἐκείνη κατανοεῖ τὸ νερὸ ποὺ μπορεῖ νὰ δεῖ, ποὺ δημιούργησε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ξεδιψάει πρόσκαιρα τὴν φυσικὴ δίψα. Τὸ ζῶν ὕδωρ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλάει ὁ Κύριος εἶναι ἡ ζωοποιὸς Θεία Χάρη ποὺ ἀναζωογονεῖ καὶ ξεδιψάει τὴν ψυχή, ποὺ τὴν ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, ἐνῶ ἀκόμα βρίσκεται στὴν παροῦσα. Ὅταν ἡ ζωοποιὸς αὐτὴ Χάρη εἰσέρχεται στὸν ἄνθρωπο, ἀνοίγει μέσα του μιὰ ἀνεξάντλητη πηγὴ ζωῆς, χαρᾶς καὶ δύναμης.
.         «Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν» (Ἰωάν. δ´ 15). Ἡ γυναίκα βρίσκεται ἀκόμα ἐγκλωβισμένη στὴ δική της ἀντίληψη, σκέφτεται ἀκόμα τὸ ἐπίγειο νερό. Στὴν καλλίτερη περίπτωση θά ᾽παιρνε τὸν Κύριο γιὰ κάποιον μάγο, ἱκανὸ νὰ κάνει ἕνα θαῦμα μὲ ἀπάτη. Γιὰ νὰ ἐξουδετερώσει λοιπὸν τὴν ἀνθρώπινη αὐτὴ ἀντίληψη τῆς γυναίκας, ὁ Κύριος γυρίζει ξαφνικὰ τὴν συζήτηση σὲ ἄλλο θέμα.
.         «Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας» (Ἰωάν. δ´ 16-18). Τῆς τὸ εἶπε αὐτὸ γιὰ νὰ τὴν μάθει νὰ σκέφτεται πνευματικά, ὄχι σαρκικά. Ὁ Κύριος δὲν τὸ λογαριάζει συνετὸ νὰ κάνει κάποιο θαῦμα μπροστά της, μὰ νὰ δείξει πώς ὁ Ἴδιος εἶναι προφήτης. Ξέρει πώς αὐτὸ θὰ ἔχει τὸ ἴδιο δυνατὸ ἀποτέλεσμα μὲ τὴ θαυματουργία. Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου. Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς δὲν ἔχει ἄντρα, μὰ θέλει ν’ ἀκούσει τὴ δική της ἀπάντηση. Τὴν ταρακουνᾶ, φανερώνοντας τὴν παντογνωσία Του.
.         Πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες. Αὐτὴ ἦταν μιὰ δυνατὴ ἔκπληξη γιὰ τὴ γυναίκα. Τώρα ὅμως ἀκούει κι ἕνα ἔνοχο μυστικό της, πού πολὺ θά ᾽θελε νὰ κρύψει, ὅπως, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ. Αὐτὸ λειτούργησε σὰν κεραυνὸς πού ἄστραψε στὸν γαλανὸ οὐρανό.
.         Ἀλλά μὴ κατακρίνεις τὴν Σαμαρείτιδα, ἀνθρώπινη ψυχή. Μὴ τὴν καταδικάζεις. Ρώτησε καλύτερα τὸν ἑαυτό σου: «Ποιὸς εἶναι ὁ σύζυγός μου;» Δὲν εἶχες ἤδη πέντε ἄντρες ἴσαμε τώρα; Κι ὁ σύντροφος πού ἔχεις τώρα δὲν εἶναι κάποιος ἄλλος κι ὄχι ὁ νόμιμος σύζυγός σου; Ἡ ψυχὴ εἶναι ἐκκλησία. Κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός. Μὲ λίγα λόγια, σύζυγος (Νυμφίος) τῆς χριστιανικῆς ψυχῆς εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Ἂν ὅμως παραμένεις δεμένη σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἂν εἶσαι «συζευγμένη» μ’ αὐτὸν κι ἂν οἱ πέντε αἰσθήσεις σου εἶναι ταιριασμένες μαζί του, τότε θὰ βρίσκεσαι στὴν ἴδια ἁμαρτωλὴ καὶ δύστυχη κατάσταση ὅπου βρέθηκε κι ἡ Σαμαρείτιδα. Ἂν εἶσαι δυσαρεστημένη κι ἀπογοητευμένη ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις σου, τότε τὶς ἔχεις πραγματικὰ ἀπορρίψει, ἔχεις πάρει διαζύγιο ἀπ’ αὐτές. Τότε θὰ εἶναι σὰν πέντε νεκροὶ σύζυγοι, ὁπότε ἐσύ ἀποφασίζεις νὰ ζήσεις μὲ τὸν ἕκτο σύντροφο, πού βέβαια δὲν εἶναι νόμιμος σύζυγός σου, ἀλλά διάδοχος τῶν ἄλλων πέντε, πού ὅλοι μαζὶ ὁλοκληρώνουν τὴν αἰσθητική σου ἀντίληψη. Αὐτὸ εἶναι τὸ ψέμα κι ἡ λάσπη ποὺ ἔχουν μαζέψει οἱ αἰσθήσεις μέσα σου κι ἔχουν σχηματίσει ἕνα σωρὸ ἀπὸ σκουπίδια.
.         Ἡ συνομιλία τοῦ Κυρίου μὲ τὴ Σαμαρείτιδα εἶναι συζήτηση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἄπιστη ψυχή. Ἡ συνομιλία αὐτὴ περιέχει ἕνα μήνυμα γιὰ σένα. Εἶναι συνομιλία ἀνάμεσα στὸν Οὐράνιο Νυμφίο καὶ τὴ νύμφη Του, τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Κύριος ἐπικέντρωσε τὴν συζήτησή Του στὸν ἄντρα τῆς Σαμαρείτιδας. Θὰ μποροῦσε νὰ ἐκτυλιχτεῖ διαφορετικὰ ἡ συζήτηση μαζί της, νὰ τῆς φανέρωνε μὲ ἄλλον τρόπο πώς ἦταν προφήτης. Θὰ μποροῦσε νὰ τῆς ἀποκαλύψει κάποιο ἄλλο μυστικὸ δικό της ἢ τῶν γονιῶν της ἢ τῶν γειτόνων της στὸ Συχάρ. Κι ἡ γνώση αὐτὴ νὰ εἶχε καταπλήξει ἐξ ἴσου τὴν γυναίκα. Σκόπιμα ὅμως ἔφερε τὴν συζήτηση στὸ σύζυγο τῆς γυναίκας, ἐπειδὴ αὐτὸ ἔχει νὰ προσφέρει κάτι καὶ σὲ σένα. Σὲ σένα καθὼς καὶ σ’ ὅλες τὶς ψυχὲς πού δημιούργησε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ θὰ συνεχίσει νὰ δημιουργεῖ ὣς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.
.         Ἡ ἐρώτηση γιὰ τὸν σύζυγό σου, ψυχή, εἶναι ἡ σπουδαιότερη κι ἡ πιὸ ἀποφασιστική. Ὅποιος κι ἂν εἶναι ὁ σύντροφός σου, εἶσαι σύζυγος τοῦ προσώπου αὐτοῦ. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ὁ κόσμος, θὰ καταστραφεῖς μαζί του. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ἡ ἁμαρτία, θὰ πεθάνεις μαζί της. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ὁ διάβολος, θὰ εἶσαι μαζί του αἰώνια. Σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς παραπάνω περιπτώσεις, θὰ πίνεις νερὸ ποὺ θὰ σοῦ προκαλεῖ ὅλο καὶ περισσότερη δίψα. Μόνο ἂν ὁμολογήσεις τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς νόμιμο Σύζυγό σου καὶ τὸν συζευχθεῖς μὲ πίστη κι ἀγάπη, θὰ πίνεις τὸ ζῶν ὕδωρ, τὸ δροσερὸ καὶ ζωογόνο νερὸ πού θὰ σὲ ξεδιψάσει γιὰ πάντα καὶ θὰ σὲ ὁδηγήσει στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ τὴν αἰώνια ζωή.
.         «Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν» (Ἰωάν. δ´ 19-22). Ὁ Κύριος στοχεύει σκόπιμα ν’ ἀγγίξει μιὰ πνευματικὴ χορδὴ τῆς Σαμαρείτιδας. Καὶ τὸ κατορθώνει αὐτὸ ἀναφέροντας τὸ παρελθόν της. Ἡ γυναίκα, ποὺ ὣς τότε ἔνιωθε μόνο τὶς αἰσθήσεις καὶ τὴν κοσμικὴ ἀντίληψη νὰ κυριαρχοῦν μέσα της, ἄρχισε ξαφνικὰ νὰ αἰσθάνεται πώς ξυπνάει ἡ πνευματικὴ ἀντίληψη, ποὺ ὣς τότε ἦταν ναρκωμένη.
.         Καὶ τὸ πρῶτο ποὺ κάνει, εἶναι ν’ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ ὡς προφήτη. Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ σὰν ἀρχή. Κι ἀμέσως μετὰ ἄρχισε ν’ ἀναπτύσσεται ραγδαία τὸ ἐνδιαφέρον της γιὰ τὰ πνευματικὰ πράγματα. Ἔτσι θέτει στὸν Κύριο ἕνα ἐρώτημα ποὺ ἦταν πολὺ ἐπίκαιρο στὶς μέρες της. Ποιό ἦταν αὐτό; οἱ ἀτέλειωτες φιλονικίες πού εἶχαν αὐτὴν τὴν ἐποχὴ Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρεῖτες γιὰ τὸν τόπο ὅπου ἔπρεπε νὰ λατρεύεται ὁ Θεός. Ποιός ἦταν πιὸ θεάρεστος τόπος; Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἢ τὸ βουνὸ τῆς Σαμάρειας; Ποιός λατρεύει καλύτερα καὶ προσεύχεται σωστότερα στὸν Θεό, αὐτὸς ποὺ κάνει μετάνοιες καὶ προσεύχεται ἐδῶ ἢ ὁ ἄλλος ποὺ κάνει μετάνοιες καὶ προσεύχεται ἐκεῖ; οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν. Ἡ γυναίκα δὲν λέει «ἐμεῖς», ἀλλὰ «οἱ πατέρες ἡμῶν». Ἤθελε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ δώσει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στὸ ὄρος αὐτὸ καὶ νὰ δικαιώσει ἔτσι περισσότερο τοὺς Σαμαρεῖτες τῆς ἐποχῆς της. Ἦταν σὰ νά ᾽θελε νὰ πεῖ: Δὲν διαλέξαμε ἐμεῖς τὸ ὄρος τοῦτο γιὰ τόπο λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ οἱ πατέρες μας· κι ἐκεῖνοι ἦταν ἀνώτεροι ἀπὸ μᾶς καὶ πιὸ κοντὰ στὸν Θεό.
.         Πάλι ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾶ στὴν γυναίκα μ’ ἕνα «ναὶ» ἡ ἕνα «ὄχι». Προχωρεῖ προσπαθώντας ν’ ἀφυπνίσει καὶ νὰ στηρίξει τὴν ψυχή της. Γύναι, πίστευσόν μοι… Πίστεψε Ἐμένα, γυναίκα, ὄχι ἐκείνους ποὺ σοῦ λένε πώς πρέπει νὰ λατρεύεις τὸν Θεὸ στὸ ὄρος αὐτὸ ἢ στὴν Ἱερουσαλήμ. Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ προσκυνήσετε τῷ πατρί οὔτε στὸ ὄρος αὐτὸ οὔτε στὴν Ἱερουσαλήμ. Ὁ Κύριος σκόπιμα χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «πατὴρ» ἀντὶ γιὰ «θεοὺς» (οἱ Σαμαρεῖτες προσκυνοῦσαν καὶ «Θεὸ» καὶ «θεούς»). Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ γυναίκα θὰ κατανοήσει πώς μὲ τὴν καινούργια ἀντίληψη γιὰ τὸν Θεὸ θὰ μάθει καὶ τὴ νέα λατρεία. Ἡ λατρεία τοῦ Πατέρα δὲν θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ συγκεκριμένο τόπο. Κι ἔτσι ἡ ἀποκλειστικότητα ποὺ διεκδικοῦσαν οἱ Σαμαρεῖτες κι οἱ Ἰουδαῖοι καταργεῖται. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Κύριος προφητεύει κάτι πού θὰ γίνει σύντομα καὶ ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο.
.         Μ’ ὅλο ποὺ ὁ Κύριος δίνει καὶ στὶς δυὸ αὐτὲς μορφὲς ἀποκλειστικότητας τὸ ἴδιο βάρος καὶ προφητεύει τὸ τέλος καὶ τῶν δύο, στὰ θέματα τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ δίνει κάποια ὑπεροχὴ στοὺς Ἰουδαίους, ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὅ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὅ οἴδαμεν. Ὁ Κύριος γνωρίζει πὼς ἡ γυναίκα τὸν βλέπει σὰν Ἰουδαῖο, γι’ αὐτὸ καὶ μιλάει σὰν Ἰουδαῖος. Ἐσεῖς οἱ Σαμαρεῖτες, εἶπε, δὲν γνωρίζετε ποιὸν προσκυνᾶτε, γιατί προσκυνᾶτε πολλοὺς θεοὺς καὶ εἴδωλα. Ὁμολογεῖτε τὴν θεότητα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰακώβ, ταυτόχρονα ὅμως προσφέρετε θυσία στὰ πολυάριθμα εἴδωλα τῶν Ἀσσυρίων καὶ τῶν Βαβυλωνίων. Οἱ Ἰουδαῖοι γνωρίζουν τουλάχιστον πὼς ὑπάρχει ἕνας Θεός, μ’ ὅλο ποὺ τὸν προσκυνοῦν καὶ κεῖνοι, ὅπως καὶ σεῖς, μὲ πετρωμένες καρδιές, μὲ σκοτισμένο νοῦ καὶ νεκρὲς συνήθειες. Παρὰ ταῦτα, ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος, ὁ Μεσσίας θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ Ἰουδαίους. Ἀπὸ Ἐκεῖνον θὰ ἔρθει ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸ ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς στοὺς προπάτορές μας καὶ τὸ ἴδιο προφήτεψαν οἱ προφῆτες. Ἔτσι φρόντισε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι ἔγιναν τὰ πράγματα.
.         «Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. δ´ 23-24). Ἡ λατρεία τῶν Σαμαρειτῶν δὲν εἶναι ἀληθινή, γιατί δὲν ξέρουν ποιὸ θεὸ προσκυνοῦν. Ἡ λατρεία στὴν Ἱερουσαλὴμ δὲν εἶναι παρὰ σκιὰ τῆς ἀληθινῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, «σκιὰ τῶν μελλούμενων ἀγαθῶν» (Ἑβρ. ι´ 1). Τόσο τὸ ψεύτικο, τὸ μὴ ἀληθινό, ὅπως καὶ ἡ σκιά, σύντομα θὰ ἐξαφανιστοῦν καὶ στὴ θέση τους θὰ βασιλέψει ἡ ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.
.         Ὁ Ἥλιος τῆς καινούργιας μέρας ἀνέτειλε. Ἡ αὐγὴ τῆς καινούργιας μέρας χαράζει καθαρὰ καὶ διαλύει τὸ σκοτάδι καὶ τὶς σκιές. Περνάει πολὺς καιρὸς κι ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι χαραυγή. Ὅταν τὸ φῶς τῆς καινούργιας μέρας λάμψει παντοῦ, τότε οἱ ἄνθρωποι θὰ γνωρίσουν τὸν Θεὸ ὡς Πατέρα καὶ θὰ τὸν προσκυνήσουν σὰν γιοί Του, ὄχι σὰν δοῦλοι Του. Δὲν θὰ τὸν λατρεύουν μὲ λέξεις καὶ θυσίες νεκρές, ἀλλ’ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, μὲ ψυχὴ καὶ σῶμα, μὲ πίστη καὶ ἔργα, μὲ σοφία κι ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος στὴν πληρότητά του θὰ λατρεύσει τὸν Θεὸ στὴν δική Του πληρότητα. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ συνίσταται ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, θὰ τὰ καθαγιάσει καὶ τὰ δύο στὸν Θεό, καὶ θὰ τὸν προσκυνήσει μὲ τὰ δύο. Οἱ προσκυνητὲς θὰ ὑποκλιθοῦν ὄχι σὲ κάποιο πλάσμα, μὰ στὸν Ἴδιο τὸν Δημιουργό, ὄχι σὲ κακοὺς δαίμονες, ποὺ ἐμφανίζονται σὰν θεοί, ἀλλά στὸν Ἕνα Πολυεύσπλαχνο Πατέρα τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀλήθειας. Τέτοιοι εἶναι οἱ προσκυνητὲς ποὺ ἀναζητοῦν τὸν Οὐράνιο Πατέρα. Πνεῦμα ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα, δὲν εἶναι οὔτε σάρκα οὔτε ἄγαλμα οὔτε νεκρὸς λόγος ἢ ἕνας τόπος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι τὸν προσκυνοῦν, πρέπει νὰ τὸ κάνουν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ. Ὁ ἄνθρωπος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ θνητὸ κόσμο γύρω του, γι’ αὐτὸ καὶ μὲ τοὺς θνητοὺς συμπεριφέρεται κι αὐτὸς ὡς θνητός. Ὅταν ὅμως ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν ἀθάνατο Θεό, πρέπει νὰ τὸν προσεγγίσει μὲ ὅ,τι εἶναι ἀθάνατο. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «οὐ γὰρ ζητῶ τὰ ὑμῶν, ἀλλά ὑμᾶς» (Β´ Κορ. ιβ´, 14).
.         Ὁ παλιὸς κόσμος ὑπηρετοῦσε τὸν Θεὸ μὲ νομικὲς φόρμες. Πρόσφερε θυσία στὸν Θεὸ τράγους καὶ κριάρια, σεβόταν τὸ Σάββατο κι ἐκτελοῦσε τοὺς ἀπαραίτητους καθαρισμούς, εἶχε λησμονήσει ὅμως τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη. Διάβαζε τὰ λόγια, «θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμὲνην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψαλμ. ν´ 17), μὰ δὲν τὰ καταλάβαινε καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τὰ τηροῦσε. Ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς ὅμως θὰ λατρεύει τὸν Θεὸ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἦρθε ὁ Κύριος στὴν γῆ, γιὰ νὰ δώσει τὸ παράδειγμα τέτοιας λατρείας καὶ προσκύνησης. Ἡ δυσωδία τῶν τράγων καὶ τῶν κριαριῶν πού προσφέρονταν θυσία ἀπὸ ἀνθρώπους μὲ πέτρινες καρδιὲς καὶ σκοτισμένες ψυχές, ἦταν προσβλητικὴ γιὰ τὸν Θεό. Παλιότερα ὅμως νὰ μὴν ἦταν δυσωδία ἀλλά εὐωδία. Τότε ὅμως οἱ θυσίες προσφέρονταν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰσαάκ, τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸ Μωυσῆ. Ἡ εὐωδία αὐτὴ δὲν προερχόταν ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὶς σάρκες τῶν ζώων, ἀλλ’ ἀπὸ τὶς εὐλαβικὲς ψυχὲς καὶ τὶς φιλόθεες καρδιὲς τῶν πιστῶν δούλων Του.
.         Ἀργότερα ποὺ οἱ ψυχὲς ἐκείνων ποὺ ἔκαναν θυσίες ζώων μαράθηκαν κι οἱ καρδιὲς τους πέτρωσαν, καμιὰ θυσία δὲν μποροῦσε νὰ προσφέρει εὐωδία στὸν Θεό. Ὁ Θεὸς δὲν ζητᾶ τὴ μυρουδιὰ πού βγαίνει ἀπὸ τὶς σάρκες καὶ τὸ αἷμα, ἀλλ’ ἐκεῖνο πού βγαίνει ἀπὸ τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι ὅλες οἱ μυρουδιὲς ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ θυσιαστήρια, γιὰ τὸν Κύριο ἦταν δυσωδία. Κι αὐτὸ ἴσχυε γιὰ ὅλα τὰ θυσιαστήρια, εἴτε τῆς Ἱερουσαλὴμ εἴτε τῆς Σαμάρειας. Πάνω σ’ ὅλη τὴν κόπρο τοῦ κόσμου, ἀπ’ ὅπου ἀναδυόταν ἡ μυρουδιὰ κι ὁ θάνατος, ἦρθε ὁ Κύριος νὰ σπείρει τὰ ἄνθη τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀλήθειας, πού θὰ κατέστρεφαν τὸν θάνατο καὶ θ’ ἀφάνιζαν τὴν δυσωδία. Ἔτσι ὁ νέος κόσμος παρουσιάζεται στὸν Θεὸ ὡς «νύμφη», ἁγνὴ καὶ καταστόλιστη.
.         «Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; ᾿Αφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις·» (Ἰωάν. δ´ 25-28). Τί παράξενο σκηνικό! Τί περίεργη ἀλληλουχία σκηνῶν καὶ γεγονότων! Ὁ Κύριος στέκεται στὸ κέντρο μόνος Του, ἀκίνητος, ὅπως ἡ αἰωνιότητα.
.         Ἡ γυναίκα προκλήθηκε ἀπὸ τὰ πνευματικὰ λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ξαφνικὰ θυμήθηκε τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, πού τὸν περίμεναν κι οἱ Σαμαρεῖτες, ὅπως ἀκριβῶς οἱ Ἰουδαῖοι. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα, εἶπε ἡ γυναίκα. Γιὰ ἐκείνην, ὅπως καὶ γιὰ ὅλους τούς ἄλλους, ἡ ἰδέα τοῦ Μεσσία ἦταν κάτι μακρινό, κάτι ποὺ βρισκόταν πιὸ μακριὰ κι ἀπὸ τὴν γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντα. Κι ἔνιωσε μεγάλη ἔκπληξη, ὅταν ὁ Κύριος τῆς ἀποκάλυψε πὼς Ἐκεῖνος ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. Ἡ γυναίκα ἔμεινε ἄφωνη ἀπὸ θαυμασμό, δὲν τοῦ ἀπάντησε. Κι ἐκείνη τὴν ὥρα ἔφτασαν οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τὴν πόλη καὶ θαύμασαν ποὺ εἶδαν τὸν Κύριο νὰ μιλάει μὲ μιὰ γυναίκα καὶ μάλιστα ἄπιστη, Σαμαρείτιδα. Κι ἔμειναν ἄφωνοι κι ἐκεῖνοι.
.         Ἡ γυναίκα δὲν ἤξερε τί ἄλλο νὰ ρωτήσει ἢ νὰ πεῖ. Παράτησε τὴ στάμνα της ἐκεῖ κι ἔτρεξε στὴν πόλη. Ἤθελε τὸ συντομότερο ν’ ἀναγγείλει αὐτὸ πού ἀνακάλυψε. Αὐτὴ ἦταν μιὰ πολὺ ἐκφραστικὴ σκηνή, πιὸ εὔγλωττη ἀπ’ ὅλα τὰ λόγια τοῦ κόσμου. Ἡ γυναίκα ἔτρεξε, ἔφτασε στὴν πόλη καὶ μίλησε σὲ ὅλους γιὰ τὸν παράξενο ἄνθρωπο ποὺ γνώρισε στὸ πηγάδι. «Μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;» Δὲν τολμάει νὰ πεῖ πώς, «Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός», μ’ ὅλο ποὺ εἶχε ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς σπάνιας πνευματικῆς σοφίας Του. Ἔτσι, σὰ νὰ διστάζει γι’ αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ πεῖ ρωτάει: Μήτι οὗτος ἐστὶν ὁ Χριστός; Εἶναι σὰ νὰ ἤθελε νὰ πεῖ: Εἶμαι μιὰ ξένη γυναίκα καὶ δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι σίγουρη γι’ αὐτὸ· ἐσεῖς εἶστε ἄντρες κι ὁπωσδήποτε πιὸ προσεχτικοὶ καὶ πιὸ λογικοὶ ἀπὸ μένα. Γι’ αὐτὸ «ἔρχου καὶ ἴδε». Ἔτσι ἡ γυναίκα, τόσο μὲ τὴν ἐπιτηδειότητά της ὅσο καὶ μὲ τὴ μετριοφροσύνη της, κατόρθωσε νὰ τραβήξει τὴν προσοχὴ ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Συχάρ, ποὺ «ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν».
.         Μόλις ἔφυγε ἡ γυναίκα ξεκίνησε μιὰ συζήτηση ἀνάμεσα στὸ Διδάσκαλο καὶ τοὺς μαθητές Του. «᾿Εν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε». Εἶχαν ἀγοράσει τρόφιμα στὴν πόλη καὶ τοῦ ἔφεραν νὰ φάει. Κι ὁ δάσκαλός τους σίγουρα πεινοῦσε. Ἀντὶ νὰ φάει ὅμως, συνέχισε τὴ θεϊκὴ ἀποστολή Του, γιὰ τὴν ὁποία ἦρθε στὸν κόσμο. Δὲν ἔδωσε προσοχὴ στὴ σωματικὴ πείνα. Ἦταν πολὺ σπουδαία στιγμὴ καὶ δὲν ἤθελε νὰ περάσει ἀνεκμετάλλευτη. Δὲν θ’ ἀντάλλαζε μὲ τίποτα τὴν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς γιὰ λίγο φαγητό. Ἔτσι ἀπάντησε στοὺς μαθητές Του:
.         «Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν;» (Ἰωάν. δ´ 32-33). Ὁ Κύριος τοὺς μιλοῦσε γιὰ πνευματικὴ τροφὴ κι οἱ μαθητές Του γιὰ σωματική. Ἡ ἴδια περίπου σκηνὴ εἶχε γίνει καὶ νωρίτερα, ὅταν ὁ Κύριος μιλοῦσε στὴ γυναίκα γιὰ πνευματικὸ νερὸ καὶ κείνη ἔλεγε γιὰ τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ. Τώρα Ἐκεῖνος μιλοῦσε γιὰ πνευματικὴ τροφὴ κι οἱ μαθητὲς Του σκέφτονταν τὴ σωματική.
.        «Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ἰωάν. δ´ 34). Τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα εἶναι καὶ τοῦ Υἱοῦ θέλημα, ἀφοῦ ὁ Πατέρας κι ὁ Υἱὸς μοιράζονται τὴν ἴδια ὕπαρξη. Πῶς λοιπὸν τώρα ὁ Κύριος τοὺς ἔλεγε γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα κι ὄχι γιὰ τὸ δικό Του; Γιατί μιλοῦσε γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Πατέρα κι ὄχι γιὰ τὸ δικό Του; Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα καὶ τὸ δικό Του; Δὲν ἔχουν τὸ ἴδιο θέλημα; Δὲν ἔχουν τὸ ἴδιο ἔργο; Ναί, τὸ ἴδιο ἔχουν. Κατονομάζει ὅμως τὸ θέλημα ἀπὸ τὸ ὁποῖο καθοδηγεῖται: τοῦ Πατέρα Του· τὸ ἔργο ποὺ ἔχει νὰ ἐκτελέσει: τοῦ Πατέρα Του. Κι αὐτὰ γιὰ χάρη μας. Γιὰ νὰ διδάξει σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀνυπάκουους καὶ ὑπερήφανους τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπείνωση.
.         Προσέξτε ὅμως πόσο εὐχάριστο εἶναι στὸν Κύριο τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του! Δὲν τὸ βλέπει σὰν καθῆκον, ἀλλά σὰν τροφή! · ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, τοῦ Πατέρα μου. Τί θεϊκὸ παράδειγμα, τί εὐγενικὸς ἔλεγχος σὲ ὅλους ἐμᾶς, πού ὅλη μέρα μιλᾶμε γιὰ τὸ καθῆκον μας, λὲς καὶ πρόκειται γιὰ βάρος. Ἂν πράγματι κοιτάξουμε τὸν Κύριο καὶ τὴν τήρηση τοῦ θελήματός Του ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ τὸ βαρὺ καθῆκον Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἄλλη, πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε λογικὰ πώς κανένας στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲν τὸ δέχεται τόσο εὐχάριστα, ὅπως τὴν καθημερινὴ τροφή Του. Αὐτὸ εἶναι ποὺ λέει ὁ Κύριος: πὼς κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του, ὄχι τὸ δικό Του, ὅπως λέει καὶ σ’ ἕνα ἄλλο σημεῖο: «καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλά τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με» (Ἰωάν. ϛ´ 38). Αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς ὁ Υἱὸς εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα. Δείχνει ἀπλά τὴ μεγάλη ἀγάπη πού τρέφει ὁ Υἱὸς πρὸς τὸν Πατέρα Του.
.         Ὁ ἴδιος εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει ἐπίσης πώς ὁ Πατέρας ἀκούει πάντα τὸν Υἱό. «Ἐγώ δὲ ἤδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις» (Ἰωάν. ια´ 42). Ἡ τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Πατέρα ἀνταποκρίνεται ἔτσι στὴν τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἡ τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνταποκρίνεται στὴν τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ. Κι ἡ τέλεια ὑπακοὴ κυριαρχεῖ σὲ ἑνότητα μὲ τὴν τέλεια ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Υἱοῦ εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα. Ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Πάτερα εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ. Κι ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ.
.         «Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη» (Ἰωάν. δ´ 35). Λίγο νωρίτερα ὁ Κύριος μιλοῦσε στοὺς μαθητές Του γιὰ πνευματικὴ τροφή, τώρα τοὺς λέει γιὰ πνευματικὸ θερισμό. Ὁ πνευματικὸς θερισμὸς εἶναι κοντά, φαίνεται, ὅπως φαίνεται καὶ ὁ ἐπίγειος θερισμός. Ὅταν τὰ στάχυα γίνονται κίτρινα ἢ λευκά, ὅλοι ξέρουν πὼς ὁ θερισμὸς πλησιάζει. Ὅταν πλήθη ἀνθρώπων ἔρχονται κοντὰ στὸν Χριστό, εἶναι φανερὸ πώς ὁ πνευματικὸς καρπὸς ἔχει ὡριμάσει.
.         Ὅταν οἱ Σαμαρεῖτες ἄκουσαν γιὰ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν Σαμαρείτιδα, δὲν εἶπαν πὼς ἡ γυναίκα αὐτὴ τρελλὰθηκε, ἀλλά παράτησαν τὴ δουλειά τους κι ἔτρεξαν ὅλοι μαζὶ νὰ τὸν δοῦν. Ἐπάρατε τούς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε, δεῖτε τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων πού τρέχουν κοντά μας! Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγρὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὥριμη σοδειὰ πού περιμένει τοὺς θεριστές. Ἔτσι εἶναι. «Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι» (Λουκ. ι´ 2). Ἐσεῖς εἶστε οἱ θεριστὲς τοῦ ἀγροῦ τοῦ Θεοῦ. Γιατί μοῦ προσφέρετε ὑλική, πρόσκαιρη τροφή, ὅταν ὑπάρχει μπροστά μας τόσο πλούσιος κι ὑπέροχος θερισμός; Ὅταν ὁ νοικοκύρης βλέπει μπροστά του τέτοιο θερισμό, δὲν ξεχνάει νὰ φάει ἀπὸ τὴν χαρά του; Κι ὅταν βρεθεῖ μπροστὰ σὲ τέτοια θαυμάσια θέα, δὲν τρέχει ἀμέσως νὰ θερίσει τὴν σοδειά του καὶ νὰ τὴν μαζέψει στὶς ἀποθῆκες ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα, προτοῦ τὴν καταστρέψει ἡ καταιγίδα; Γι’ αὐτὸ μὴ φροντίζετε ὑπερβολικά γιὰ τὴν τροφή σας ἢ γιὰ τὸν ἑαυτό σας ἢ γιὰ Μένα. Τρέξτε γρήγορα στὸ θερισμό, γιὰ νὰ μὴ χάσετε τὸ μισθό σας.
.         «Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε» (Ἰωάν. δ´ 36-38).
.          Στὸν ἀπέραντο ἀγρό τοῦ Θεοῦ, πολλὲς φορὲς δὲν προλαβαίνουν οἱ ἴδιοι ἐργάτες καὶ νὰ σπείρουν καὶ νὰ θερίσουν, ἐπειδὴ οἱ μέρες τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μετρημένες. Μερικοὶ ἄνθρωποι σπέρνουν καὶ πεθαίνουν προτοῦ προλάβουν νὰ δοῦν τὸν καρπὸ τοῦ κόπου τους. Μετὰ γεννιοῦνται ἄλλοι, ὅταν ὁ καρπὸς πού ἔσπειραν μεγάλωσε, ὡρίμασε κι ἔγινε κίτρινος γιὰ θερισμό. Κι ἔτσι αὐτοὶ γίνονται θεριστὲς καὶ μαζεύουν τὸν ὥριμο καρπὸ ποὺ δὲν ἔσπειραν. Ὁ ἀγρὸς τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ ἔχει σπαρεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχή μὲ ζωή. Σποριάδες ἦταν οἱ προπάτορές μας, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, προφῆτες καὶ δίκαιοι, κυρίως οἱ προφῆτες. Ἐκεῖνοι ἔσπειραν, μὰ δὲν εἶδαν τὸν καρπὸ ν’ αὐξάνει καὶ νὰ ὡριμάζει. Ἔζησαν ὅλοι μὲ πίστη καὶ πέθαναν μὲ πίστη, χωρὶς νὰ δοῦν τοὺς καρποὺς τῆς ἐπαγγελίας. Τοὺς εἶδαν μόνο ἀπὸ μακριά, μὲ τὴν πνευματική τους ὅραση (βλ. Ἑβρ. ια´ 13).
.         Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶπε κάποτε στοὺς μαθητές Του: «Πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν» (Ματθ. ιγ´ 17). Οἱ σποριάδες δὲν βλέπουν ἐκεῖνα πού βλέπουν οἱ θεριστές: τὸν καρπὸ καὶ τὸ θερισμό. Κι οἱ δυό τους ὅμως θὰ λάβουν μισθὸ γιὰ τὸν κόπο τους, γιατί κι οἱ δυό τους εἶναι ἐργάτες στὸν ἀγρό τοῦ Θεοῦ, «ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων».
.       Ὁ Κύριος ἐπαινεῖ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τῶν προφητῶν καὶ τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ταυτόχρονα ὅμως ἐνθαρρύνει τοὺς ἀποστόλους στὸν ἀγώνα τοῦ θερισμοῦ τους. Εἶναι σὰ νά ᾽θελε νὰ πεῖ: Αὐτοὶ ἔκαναν μεγαλύτερους ἀγῶνες ἀπό σᾶς, γιατί εἶναι πιὸ δύσκολο καὶ πιὸ κουραστικὸ νὰ σπέρνεις, χωρὶς νὰ βλέπεις τὸν καρπὸ στὸν ἀγρό σου, παρὰ νὰ θερίζεις τὸν ὥριμο καρπό. Ἐσεῖς μπήκατε στὸ δικό τους κόπο. Ἐκεῖνοι ἀγωνίστηκαν καὶ πέθαναν σὰν μισθωτοὶ καὶ δοῦλοι, χωρὶς νὰ δοῦν στὸ μεταξὺ τὸν Κύριο τοῦ ἀγροῦ. Ἐσεῖς ἔχετε τὸν Κύριο ἀνάμεσά σας, ἐργάζεστε σὰν γιοί, ὄχι σὰν μισθωτοὶ ἤ δοῦλοι. Στὴν οὐσία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐργάζεται, ἐσεῖς εἶστε οἱ συνεργάτες Του. Γι’ αὐτὸ εὐφρανθεῖτε καὶ σπεύσετε μὲ χαρὰ νὰ θερίσετε τὸν ὥριμο καρπό.
.         «᾿Εκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα» (Ἰωάν. δ´ 39). Δεῖτε πόσο ὥριμος εἶναι ὁ καρπός! Δεῖτε πόσο πλούσιος εἶναι ὁ θερισμός! Ἡ διψασμένη γῆ ρούφηξε γρήγορα τὸ νερό. Πολλοὶ Σαμαρεῖτες πίστεψαν στὸν Χριστὸ ἀκόμα καὶ προτοῦ τὸν δοῦν, μόνο μὲ τὰ λόγια ποὺ ἄκουσαν ἀπὸ τὴ γυναίκα. Ἡ Σαμαρεῖτις δὲν ἦταν ἀπόστολος, οὔτε κι ἔκανε κάποιο θαῦμα. Ἀντίθετα μάλιστα, ἦταν μιὰ γυναίκα ἁμαρτωλή. Κι ἔτσι ὅμως τὰ λόγια της εἶχαν πλούσιο θερισμὸ ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τοὺς εἰδωλολάτρες.
.         Τί ντροπή, τί ἀμηχανία γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, τὸν Ἐκλεκτὸ Λαό! Ἐκεῖνοι ἄκουσαν ἀπὸ τὸ στόμα Του ὅλα τὰ δυνατὰ λόγια, μὰ παράμειναν κουφοὶ καὶ τυφλοί, ἀμετανόητοι καὶ σκληρόκαρδοι! Ἡ Σαμαρεῖτις δὲν κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτὸ της τὰ καλὰ λόγια πού ἄκουσε ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἔτρεξε ἀμέσως νὰ τὰ μεταδώσει καὶ στοὺς ἄλλους, γι’ αὐτὸ καὶ τῆς ἀξίζει κάθε ἔπαινος. Εἶναι σὰν τὴ γυναίκα πού βρῆκε τὴ χαμένη δραχμὴ κι ἀμέσως φώναξε τὶς γειτόνισσές της λέγοντας: «Συγχάρητέ μοι ὅτι εὗρον τὴν δραχμὴν ἣν ἀπώλεσα» (Λουκ. ιε´ 9).
.         «Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ» (Ἰωάν. δ´ 40-41). Οἱ Ναζαρηνοὶ ζητοῦσαν νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὸ χεῖλος τοῦ ὄρους (βλ. Λουκ. δ´ 29), «διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ». Οἱ Γαδαρηνοὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ἀφήσει καὶ νὰ φύγει μακριὰ (Λουκ. η΄ 37). Αὐτοὶ ἐδῶ οἱ Σαμαρεῖτες ὅμως τοῦ ζήτησαν νὰ μείνει μαζί τους, «ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς». Ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε στὸ αἴτημά τους κι ἔμεινε μαζί τους δυὸ μέρες. Κι ὁ θερισμὸς ἦταν πραγματικὰ μεγάλος, πλούσιος, τόσο γιὰ ἐκείνους πού τὸν πίστεψαν ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ ἄκουσαν ἀπὸ τὴ γυναίκα, ὅσο καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ πίστεψαν ἄμεσα στὰ δικά Του λόγια.
.         Ἐν συνεχείᾳ ἔλεγαν στὴ γυναίκα: «οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστὸς» (Ἰωάν. δ´ 42). Δὲν μᾶς εἶναι γνωστὰ ὅσα εἶπε ὁ Κύριος τὶς δυὸ αὐτὲς μέρες στοὺς πνευματικὰ πεινασμένους καὶ διψασμένους ἀνθρώπους. Δὲν γράφτηκε τίποτα γι’ αὐτά. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅμως πώς τὰ λόγια Του εἶναι ὕδωρ ζῶν, πού ὅταν τὸ πίνει ὁ ἄνθρωπος δὲν ξαναδιψάει ποτὲ πιά. Αὐτὸ φαίνεται πρῶτον ἀπὸ τὸ μεγάλο πλῆθος ἐκείνων πού πίστεψαν στὸν Κύριο καὶ δεύτερον ἀπὸ τὴν ὀρθὴ ὁμολογία τῆς πίστης τους: «οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστὸς».
.         Ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς θεοὺς πού πίστευαν οἱ Σαμαρεῖτες, μέσα τους διατηροῦσαν καὶ κάποια πίστη στὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ κρατοῦσαν τὴν πίστη αὐτὴ ὄχι ἐπειδὴ γνώριζαν τὸν Θεὸ αὐτό, ἀλλ’ ἀπὸ σεβασμὸ στὸν Ἰσραὴλ (Ἰακώβ), πού κάποτε εἶχε ζήσει ἀνάμεσά τους. Γι’ αὐτὸ κι ἡ Σαμαρεῖτις μίλησε γιὰ τὸν «πατέρα μας Ἰακὼβ» (Ἰωάν. δ´ 13). Οἱ Σαμαρεῖτες σίγουρα θὰ εἶχαν ἀκούσει τὴν προφητεία γιὰ τὸ ἄστρο πού θ’ ἀνατείλει ἀπὸ τὸν Ἰακὼβ «ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ ᾿Ιακώβ», (Ἀριθμ. κδ´ 17). Ὅταν ὁ βασιλιὰς τῶν Μωαβιτῶν Μπαλὰκ ξεκίνησε πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν, κάλεσε τὸν προφήτη Βαλαὰμ ν’ ἀνακοινώσει νίκη ἐναντίον τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει τὸ στρατό του. Ὁ Μπαλὰκ ὑποσχέθηκε στὸ Βαλαὰμ νὰ τοῦ δώσει μεγάλα δῶρα γιὰ τὶς ὑπηρεσίες του κι ὁ Βαλαὰμ πῆγε στὸ στρατόπεδο τοῦ βασιλιᾶ. Ὅταν ὅμως προσπάθησε νὰ κάνει τὰ μαγικά του καὶ νὰ προφητεύσει αὐτὰ πού ἤθελε ὁ Μπαλάκ, ξαφνικὰ τὸν ἐπισκέφτηκε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κι ἄρχισε νὰ προφητεύει ὄχι αὐτὰ πού ἤθελε ὁ Μπαλάκ, ἀλλ’ ἐκεῖνα ποὺ ἤθελε ὁ Θεός. «Ὡς καλοὶ οἱ οἶκοί σου Ἰακώβ, αἱ σκηναί σου Ἰσραήλ». Ὅταν ὁ Μπαλὰκ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ἐπιτίμησε τὸν Βαλαάμ, ἐκεῖνος ὅμως δὲν πτοήθηκε καὶ συνέχισε: «Φησὶ Βαλαὰμ υἱὸς Βεώρ, φησὶν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινῶς ὁρῶν, φησὶν ἀκούων λόγια ἰσχυροῦ, ὅστις ὅρασιν Θεοῦ εἶδεν ἐν ὕπνῳ, ἀποκεκαλυμμένοι οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ·… ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραὴλ» (Ἀριθμ. κδ´).
.         Καὶ νὰ ποὺ ἐμφανίστηκε Ἐκεῖνος ποὺ προεῖδε ὁ Βαλαὰμ ἀπὸ παλιά. Τὸ ἄστρο ἔλαμψε ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἰακὼβ κι ἦταν λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, πιὸ ὄμορφο ἀπὸ τὸ καλλίτερο ὄνειρο. Κι οἱ Σαμαρεῖτες τὸ εἶδαν καὶ χάρηκαν. Τὸ εἶδαν καὶ πίστεψαν. Ἤπιαν μέχρι κορεσμοῦ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν κι ἔζησαν στὸν αἰώνα. Ὁ Σωτήρας μας Χριστὸς δὲν ἔδωσε τὸ ζῶν ὕδωρ μόνο στοὺς Σαμαρεῖτες καὶ τοὺς Ἰουδαίους. Τὸ ἔδωσε κι ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ δίνει μέχρι σήμερα σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς του δίψας στὴν ἔρημο αὐτῆς τῆς ζωῆς. Κάποτε ὁ Κύριος στάθηκε στὴν Ἱερουσαλὴμ «ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (Ἰωάν. ζ´ 37).
.         Πρόσεξε πῶς τὸ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής: ἔκραξε, λέει. Ὁ Καλὸς Ποιμὴν δὲν ψιθυρίζει. Φωνάζει, κράζει τὸ ποίμνιό Του, τὸ καλεῖ στὸ νερό. Ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Χριστὸς στέκεται στὴ μέση τῆς ἐρήμου αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ κράζει σ’ ὅλους τούς ταξιδιῶτες πού εἶναι ἐξαντλημένοι ἀπὸ τὴ δίψα. Εὐλογημένοι εἶναι ὅσοι ἀκοῦν τὴ φωνή Του καὶ τὸν πλησιάζουν μὲ πίστη. Ὁ Χριστὸς δὲν θὰ τοὺς ρωτήσει οὔτε ποιὰ γλώσσα μιλᾶνε οὔτε σὲ ποιὸ ἔθνος ἀνήκουν. Οὔτε τὴν ἡλικία τους θέλει νὰ μάθει οὔτε ἂν εἶναι πλούσιοι ἢ φτωχοί. Θὰ δώσει σὲ ὅλους ὕδωρ ζῶν γιὰ νὰ τοὺς ἐνισχύσει καὶ νὰ τοὺς ἀναζωογονήσει, νὰ τοὺς ἀνανεώσει καὶ νὰ τοὺς ἀναγεννήσει, νὰ τοὺς υἱοθετήσει, νὰ τοὺς βγάλει ἀπὸ τὸ πύρινο καμίνι αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας.
.         Πόσο ὑπέροχο εἶσαι, ὕδωρ ζῶν! Γλυκύτατε Σωτήρα μας, δροσερή, κρυστάλλινη κι ἀνανεωτικὴ πηγή, πόσο πλούσιος καὶ ζωοποιὸς εἶσαι! Πνεῦμα Ἅγιο, Παράκλητε, προσάγαγε στὸν Κύριο Ἰησοῦ ὅλους ἐκείνους πού οἱ ψυχὲς τους διψοῦν γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ κραυγάζουν: «Ἡ ψυχή μου διψᾶ γιὰ τὸν Θεό, γιὰ τὸν Ζῶντα Θεό!»

Δόξα καὶ ὕμνος Σοι, Κύριε Ἰησοῦ, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τῇ ὁμοουσίῳ καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)