Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

"Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα. Ου προσκυνήσεις αυτοίς, ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς".


"Κύριε στο όνομα σου δεν προφητέψαμε; 
Και στο όνομα σου δεν βγάλαμε τα δαιμόνια;
 Και τότε θα τους αποκριθεί: φύγετε από εμπρός μου, 
εσείς πού εργάζεστε την ανομία, γιατί δεν σας αναγνώρισα ποτέ"

Ακούσωμεν τί λέγει ο Παντοκράτωρ,

ουαί οι εκζητούντες θεάσαθαι την φοβεράν ημέραν Κυρίου,
αύτη γαρ εστί σκότος, πυρί γαρ δοκιμάσει τα σύμπαντα...



Ο ασφυκτικός και αδιάφορος κληρικαλισμός και η στυγνή ακαδημοποίηση της ορθόδοξης θεολογίας, είτε σε σύνθεση , είτε σε αντιπαράθεση, κράτησαν το ποίμνιο δυστυχώς μακρυά από το ορθόδοξο πνεύμα και το γνήσιο εκκλησιαστικό ήθος.Όταν δεν ικανοποιήσαι από την κλειστή θρησκευτικότητα και μένεις ξένος από την διδασκαλία και το βίωμα, τότε ψάχνεις τον Χριστό αλλού και μάλιστα σε πιό "ευχάριστους" και προσιτούς τόπους, πού είναι πρόθυμοι να σε υποδεκτούν.

Ο πολύς κόσμος των πιστών χριστιανών μας αναλώνεται δυστυχώς σε μια εύκολη παραθρησκευτικότητα, σε μια "πνευματική αγυρτεία¨, πού αντικατέστησε την ορθή εκκλησιολογία και βίωμα.Τι τραγικό! Οι αρχηγοί της είναι πρόσωπα της εκκλησίας και μάλιστα εν ιερατική περιβολή.

Ένας υποπροωθούμενος νεομακρακισμός, ταλανίζει το ορθόδοξο ήθος, τον οποίο συνιστά η εσχατολαγνεία, η πολιτικοποίηση και εθνικοποίηση της θρησκείας, η αγιοποίηση ζωντανών προσώπων και η γεροντολαγνεία, οι παρασυναγωγές και οι διενοριακές φατρίες, η γλυκανάλατη συναισθηματικότητα,η εξάρτηση από προσωπαγείς θεολογίες και ηθικές και ύποπτα πρόσωπα, πού γυρεύουν οπαδούς και χειροκροτητές.Βασιλεύει η απαξία της ενοριακής ζωής, οι νεοφασιστικές απόψεις επί παντός επιστητού και εθνικού θέματος, η ξενοφιλία, θαύματα και προφητείες που αφορούν τους εκλεκτούς και ολίγους και ένας κατεστημένος ιερός πόλεμος κατά της "ιερατικής δυναστείας και δεσποτοκρατίας", πού "ταλανίζει τον δυστυχή λαό", ο οποίος θέλει λόγο, θέλει μπροστάρηδες, παπαφλέσσες, ιερείς με πρακτικά μυαλά και εξάρσεις, πρόθυμους να υποκύψουν στους Τρείς Πειρασμούς της Ερήμου: τον άρτο, την εξουσία και το σημείο, με οποιοδήποτε τίμημα και με την κοινή μακιαβελλική λογική. "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα", εξαργυρώνοντας την προδοσία τους με πλουτισμό και απόκτηση οπαδών και ακροατηρίων. Και το υπόδειγμα της Ναυπάκτου δεν είναι δυστυχώς το μόνο.

Ακούσαμε για ένα σύγχρονο δημοφιλές είδωλο ( pop idol), ο οποίος θεραπεύει την αλαλία με έναν λόγο και -τί τρομερό!- προέλαβε την έλευση του Αντιχρίστου από το 1983, υποσκελίζοντας και αυτόν τον ίδιο τον Γέροντα Παΐσιο. Μιλάμε δηλαδή για αστέρα πρώτου μεγέθους(super nova) και εν ζωή άγιο, πού αύριο θα ακουστεί ότι μυρόβλησε εν ζωή και μάλιστα θα καταγραφεί από έγκυρες πηγές πληροφόρησης για να διαιωνιστεί το είδος.

Παλιότερα, μόνιμη και σταθερή καταγγελία των θεολογούντων , ήταν το λεγόμενο "πνεύμα των αδελφοτήτων", μολονότι  έχω να καταθέσω εν πλήρει συνειδήσει σήμερα, πώς μια χαρά είναι οι άνθρωποι των αδελφοτήτων. Άλλους ταλανίζει το ευσεβιστικό και θρησκοληπτικό πνεύμα, οι οποίοι μάλιστα διαφημίζονται και ως παραδοσιακοί και ως καινοτόμοι, καθώς πνέει ο άνεμος και κατά την απόκτηση ωφελών εντυπώσεων.

Ο λόγος μας σαν νεαρού κληρικού, πού κληρονομεί το εκκλησιαστικό μέλλον, έστω και μεμονωμένα και σε μικρή διάσταση, δεν είναι ούτε παρακλητικός, ούτε δημοσιογραφικός. Είναι καταγγελτικός, ως ώφειλε και ως μη ώφειλε και ηθελημένα σκανδαλιστικός και εγερτήριος. Αποκαθηλώστε τα είδωλα. Ας λειτουργήσουν οι μηχανισμοί απαξίας και ελέγχου από την Εκκλησία.

Υπάρχει μια σταθερή αλήθεια: ""Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα. Ου προσκυνήσεις αυτοίς, ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς". Η θρησκεία ή η πίστη πού την αγνόησε επιδεικτικά , κατάντησε σιγά σιγά και προσωποπαγής και φατριαστική λατρεία.

Ο Κύριος δεν συγχωρεί τους ειδωλολάτρες. Ο Κύριος δεν συμβιώνει με την ειδωλολατρία.

 "Ἦν δὲ Ἡρῴδης θυμομαχῶν Τυρίοις καὶ Σιδωνίοις· ὁμοθυμαδόν τε παρῆσαν πρὸς αὐτόν, καὶ πείσαντες Βλάστον τὸν ἐπὶ τοῦ κοιτῶνος τοῦ βασιλέως ᾐτοῦντο εἰρήνην, διὰ τὸ τρέφεσθαι αὐτῶν τὴν χώραν ἀπὸ τῆς βασιλικῆς.  τακτῇ δὲ ἡμέρᾳ ὁ Ἡρῴδης ἐνδυσάμενος ἐσθῆτα βασιλικὴν καὶ καθίσας ἐπὶ τοῦ βήματος ἐδημηγόρει πρὸς αὐτούς.  ὁ δὲ δῆμος ἐπεφώνει· Θεοῦ φωνὴ καὶ οὐκ ἀνθρώπου.  παραχρῆμα δὲ ἐπάταξεν αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου ἀνθ' ὧν οὐκ ἔδωκε τὴν δόξαν τῷ Θεῷ, καὶ γενόμενος σκωληκόβρωτος ἐξέψυξεν"(πρξ 20-24)

Συμβιώνουμε και δίνουμε ταυτότητα ορθοδόξου σε ανθρώπους πού δίνουν δόξα στον εαυτό τους μάλλον παρά στον Κύριο!

το βρήκαμε εδώ

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΟΙ


Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος
ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι ὑποδέχτηκαν τὸν Χριστό, τὸ Φῶς ποὺ ἦρθε στὸ σκοτάδι τους, γιατὶ αὐτοὶ ἔγιναν Παιδιὰ τοῦ Φωτὸς καὶ τῆς Μέρας.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι γεύονται τὸν Ἄρρητο μὲ τὸ στόμα τοῦ νοῦ τους κάθε στιγμή, γιατὶ αὐτοὶ βρίσκονται στὴ Μέρα, ἐκεῖ θὰ βαδίσουν μὲ Ὀμορφιά, ὁ βίος τους δὲν θὰ χάσει ποτὲ τὴ Χαρά.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι ζοῦν στὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ ἀδιάκοπα, γιατὶ αὐτοὶ τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες χωρὶς τέλος θὰ εἶναι ἀδελφοὶ καὶ συγκληρονόμοι Του.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι ἄναψαν τὸ Φῶς στὴν καρδιά τους καὶ τὸ κράτησαν ἄσβηστο, χαρούμενοι αὐτοὶ στὴν ἔξοδο τοῦ βίου, τὸν Νυμφίο θὰ συναντήσουν, μαζί Του θὰ μποῦν στὸν Νυμφῶνα κρατώντας Λαμπάδες.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι γιὰ τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν διστάζουν ἢ δὲν νομίζουν πὼς εἶναι λάθος, γιατὶ αὐτοί, κι ἂν τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἔχουν, ποὺ δὲν τὸ εὔχομαι, εἶναι ὅμως βέβαιο, θὰ τρέξουν ὁπωσδήποτε νὰ τὸ ἀποκτήσουν.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι λαμπρύνονται μὲ τὸ θεῖο Φῶς, τὴν ἀσθένειά τους βλέπουν, τὴν ἀσχήμια τῆς στολῆς τῆς ψυχῆς τους καταλαβαίνουν,γιατὶ αὐτοὶ συνέχεια θὰ κλάψουν, μὲ τοὺς ποταμοὺς τῶν δακρύων τους θὰ καθαρίσουν τέλεια.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ, ὅσοι ἔχουν συνέχεια τὸ νοερὸ μάτι ἀνοιγμένο, μὲ κάθε προσευχή τους βλέπουν καλὰ τὸ Φῶς, καὶ στόμα μὲ στόμα μιλοῦν μαζί Του, γιατὶ αὐτοί, τῶν ἀγγέλων ἰσότιμοι, ἤ, τολμηρὸ ἴσως νὰ εἰπωθεῖ, πάνω ἔχουν φτάσει ἀπ’ τοὺς ἄγγελους, καὶ τὸ ἴδιο θὰ εἶναι στὴν ἄλλη ζωή. Γιατὶ οἱ ἄγγελοι ὑμνοῦν, ἐνῶ αὐτοὶ συνομιλοῦν. Κι ἂν τέτοιοι ἔγιναν καὶ συνεχῶς γίνονται, ἤδη τώρα, στὸν βίο αὐτό, ὅταν ἡ φθορὰ τῆς σάρκας τοὺς πιέζει, ποιοί θὰ γίνουν μετὰ τὴν Ἀνάσταση; Πῶς θὰ εἶναι ὅταν πάρουν τὸ πνευματικὸ καὶ ἄφθαρτο σῶμα; Πάντως ἴσοι, ὄχι μόνο μὲ τοὺς Ἄγγελους, ἀλλὰ μὲ τὸν Κύριο τῶν Ἀγγέλων, ὅπως ἔχει γραφεῖ: «γνωρίζουμε», λέει ὁ Ἰωάννης, «πὼς ὅταν μᾶς φανερωθεῖ θὰ εἴμαστε ὅπως Ἐκεῖνος».

ΜΑΚΑΡΙΟΣ, ὅποιος εἶδε τὸ Φῶς τοῦ κόσμου μέσα του νὰ ἔχει πάρει Μορφή, γιατὶ αὐτός, σὰν ἔμβρυο ἔχοντας τὸν Χριστό, Μητέρα Του θὰ θεωρηθεῖ, ὅπως ὁ ἴδιος Ἐκεῖνος ὁ ἀψευδὴς τὸ εἶπε, «Μητέρα μου, ἀδελφοὶ καὶ φίλοι αὐτοί εἶναι».


Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Ύμνοι θείων ερώτων, μετάφρ. Γ. Βαλσάμης

Αποδελτίωση: Έλλοπος
το βρήκαμε εδώ

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

''Φώτα''

- Ένα άγνωστο θρησκευτικό άρθρο του Παπαδιαμάντη (Γιώργος Βαλέτας, Από το Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 1941)

Σήμερον η Εκκλησία ημών εορτάζει την μεγάλην εορτήν των Θεοφανείων, και ποιείται μνείαν της βαπτίσεως του Χριστού εν τω Ιορδάνη. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής, όστις έμβρυον εν τη μήτρα είχεν αναγνωρίσει τον Λυτρωτήν και εσκίρτησεν, ανήρ γενόμενος υπήρξε και ο πρώτος πιστεύσας, υποδείξας και κηρύξας τον Χριστόν. «Ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», είπεν ότε είδε τον Ιησούν περιπατούντα. «Έρχεται άλλος οπίσω μου, ου ουκ ειμί ικανός λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού», έλεγε προς τους μαθητάς του. Τινές δε των μαθητών τούτων, εγκαταλιπόντες αυτόν, ηκολούθησαν τον Ιησούν, όθεν ο Ιωάννης εγκαρτερών και υποτασσόμενος έλεγεν, «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι». Εκ των μαθητών τούτων του Ιωάννου λέγεται ότι ήσαν ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και ο αδελφός αυτού Σίμων Πέτρος, όστις και πρώτος εκ των άλλων αποστόλων ωμολόγησε τον Χριστόν, «Ραββί, συ ει ο Χριστός, ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ». Προς τούτον λοιπόν τον Ιωάννην, τον κηρύττοντα και βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσήλθεν ο Χριστός ως άνθρωπος και εβαπτίσθη θέλων να δώση το παράδειγμα.


Επειδή περί βαπτίσματος ο λόγος, καλόν νομίζω ενταύθα να υποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περί του τρόπου καθ’ ον τελείται παρ’ ημίν το Βάπτισμα.

Οι παλαιοί πρακτικώτατοι και μεμορφωμένοι ιερείς, καίτοι αγράμματοι λεγόμενοι, είξευρον να εκτελώσι κανονικώτατα τας τρεις καταδύσεις και αναδύσεις, κρατούντες τον βαπτιζόμενον όρθιον προς ανατολάς βλέποντα, εφαρμόζοντες την δεξιάν επί της μασχάλης του βρέφους αβρώς άμα και ασφαλώς, φράττοντες δε δια της αριστεράς το στόμα αυτού. Εφρόντιζον περί της θερμοκρασίας του ύδατος και εκάστη κατάδυσις εγίνετο ακαριαία, το δε διάλειμμα μεταξύ των καταδύσεων εγίνετο αρκετόν, ώστε ν' αναπνεύση το βρέφος. (*)

Τοιούτω τρόπω ουδείς βαπτιζόμενος έπαθε ποτέ τι εν τη κολυμβήθρα. Το σημερινόν όμως σμήνος των ιερέων, τους οποίους η διεφθαρμένη πολιτική επιβάλλει πολλάκις αξέστους και ακαλλιεργήτους εις τους Σ. Σ. ιεράρχας να τους χειροτονώσιν, αφού κακώς εκτελεί, ή μάλλον κακώς παραλείπει τοσούτους άλλους τύπους, οφείλει τουλάχιστον να σεβασθή αυτό το θεμέλιον της πίστεως ημών, το άγιον βάπτισμα.

Γράφομεν ταύτα, διότι έχομεν λόγους να πιστεύωμεν ότι πολλοί των ιερέων, χαριζόμενοι εις την τυφλήν και μωράν πολλάκις φιλοστοργίαν αμαθών και προληπτικών γονέων, οίτινες νομίζουν, ότι κάτι θα πάθη το χαΐδευμένον νεογνόν των εν τη ιερά κολυμβήθρα, εκτελούσι σχεδόν ράντισμα, και όχι βάπτισμα.
Οι της Δυτικής Εκκλησίας είναι συγγνωστοί, διότι ηγνόησαν την έννοιαν του ελληνικού ρήματος βαπτίζω, baptizo, ότι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτώ, οι Έλληνες όμως δεν πρέπει ποτέ να την αγνοήσωσιν.
Είναι καιρός να φυλαχθή ο ιερός ούτος τύπος, διότι αν εξακολουθήση η αμάθεια του κλήρου, και πληθυνθή η αθεΐα και η ασέβεια, μετά μίαν γενεάν, ότε θα είμεθα μισοβαφτισμένοι όλοι, θα δεήση να διαταχθή γενικός αναβαπτισμός όλων των κατοίκων του Ελληνικού Βασιλείου, αρρένων και θηλέων. Διότι πρέπει να είμεθα συνεπείς. Η ημετέρα Εκκλησία εις μεν τους προσερχόμενους εκ των Δυτικών εις τους κόλπους της επιβάλλει τον αναβαπτισμόν, τους δε Αρμενίους τους μυρώνει μόνον, και τούτο διότι ούτοι μεν είναι κανονικώς βεβαπτισμένοι δια τριών αναδύσεων και κα-ταδύσεων, εκείνοι δε ατελώς μόνον δια ραντισμού. «Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, και σφραγίδι, ως γαρ όλεθρον εφυγον, Εβραίοι, φλιας πάλαι αιμαχθείσης, ούτω και ημίν εξόδιον το θείον τούτο, της παλιγγενεσίας λουτήριον έσται, ένεκεν και της Τριάδος, οψόμεθα φως το άδυτον».

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ
(«Εφημερίς», 6 του Γεν. 1888, 3α.)



Σημειώσεις

(*) Όλες αυτές οι λεπτομέρειες, που και οι παπάδες ακόμα δεν καλοξέρουν, μας φαίνονται περίεργες απ’ την πρώτη ματιά. Μα όσοι εδιάβασαν τη βιογραφία του Παπαδιαμάντη και τον παρακολούθησαν στα παιδικά του χρόνια, θα θυμούνται πως το παπαδοπαίδι εκείνο παρακολουθούσε βήμα προς βήμα τον πατέρα του σ' όλες τις λειτουργίες και τελετές, και τον βοηθούσε «και συνέψαλλε μετ' αυτού» και τον ρωτούσε για θρησκευτικές λεπτομέρειες και τύπους, γιατί ο πατέρας του ήταν αρχαιοπρεπής παπάς, απόγονος και μαθητής των κολλυβάδων της Σκιάθου, και γνώριζε κατά βάθος την παλαιά εκκλησιαστική τάξη, και την τηρούσε με φανατισμό. Ο Παπαδιαμάντης έχει γράψει και άλλα παρόμοια ειδικά λειτουργικά άρθρα, όπου κατήγγελλε ή καυτηρίαζε διάφορες παρατυπίες και παραλείψεις, π.χ. Τα «Μνημόσυνα και το Καθαρτήριον», «Ιερείς των πόλεων και ιερείς των χωρίων» κλπ. Το δε διήγημά του «Τα τραγούδια του Θεού» έχει την αρχή και την έμπνευσή του απ' το απλούστατο γεγονός μιας εκκλησιαστικής παρατυπίας, που ήθελε να την καυτηριάσει ο Παπαδιαμάντης. Και η παρατυπία αυτή ήταν ότι στην κηδεία ενός νηπίου εψάλη όχι η ειδική, μα η κοινή νεκρώσιμη ακολουθία. Για εκκλησιαστικές παρατυπίες παράβαλε και το διήγημα «Ο Καλόγερος», υπάρχουν όμως κι άλλα σκόρπια χωρία στα διηγήματα του.

Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσιν είς άγνωστον γλώσσαν.

***

Φρονώ ότι η καλή μνήμη οφείλει να είναι καλόν χωνευτήριον, ως ο στόμαχος, όστις δέχεται παντοία εδέσματα, χωρίς να ενθυμήται τα είδη αυτών.

***

Και το τρίτον παιδίον, ο Μήτσος, εκείνο το οποίον έβλεπα, ήρχετο εις το παντοπωλείον και εζήτει από τον μικρόν μπακάλην, όστις ήτο ακριβής εις τα σταθμά, αλλά δεν ενόει από ελεημοσύνην, ήρχετο και εζήτει να του στάξη «μια σταξιά λάδι στο γυαλί», αυτό το οποίον θα ήτο άξιον να στάξη μιαν σταγόνα νερού εις πολλών πλουσίων χείλη εις τον άλλον κόσμον!...

Και ητιολόγει την αίτησίν του, λέγων:

— Δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι!

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Χριστιανική χρονολογία



 Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός 
O χρόνος εννοείται χριστιανικά ως το πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται η αποκάλυψη του Θεού και συντελείται η σωτηρία του ανθρώπου και ο αγιασμός της κτίσεως της ιστορίας. Έχει δηλαδή σωτηριολογική σημασία, συνδεόμενος πάντοτε με την ανάπτυξη του σχεδίου της «θείας οικονομίας». Γι’ αυτό και δεν νοείται κυκλικά, ως ατέρμονη ανακύκληση, αλλά γραμμικά. Η ροή του είναι ανεπανάληπτη, με γεγονότα μοναδικά και σωτήρια, «εφ’ άπαξ» και «εις το διηνεκές». Κέντρο και «εντελέχεια» του γραμμικού – ευθύγραμμου – χρόνου είναι ο Χριστός, το Α και το Ω της ιστορίας, η Αρχή και το Τέλος. Η χριστιανική προοπτική είναι μόνιμα εσχατολογική και από αυτού αντλούν το περιεχόμενό τους οι περί χρόνου αντιλήψεις της Εκκλησίας.
Κόσμος και χρόνος νοούνται στο χριστιανισμό ως δημιουργία του Τριαδικού Θεού «εκ του μηδενός», έξω από κάθε έννοια «αρχετύπων» ή «ιδεών» στο Θεό. Κάθε έννοια «αναλογίας», άλλωστε, μεταξύ «κτιστού» (δημιουργίας) και «Ακτίστου» (Τριαδικού Θεού) είναι χριστιανικά (ορθόδοξα) ανύπαρκτη. Ο κόσμος και ο χρόνος έχουν αρχή και τέλος, προορισμό δηλαδή και «πλήρωμα» (Γαλ. 4,4). Ο Θεός, λοιπόν, δημιουργεί το χρόνο ως των «πάντων ποιητής, των τε αιώνων και πάντων των όντων» (Ι. Δαμασκηνός). Ο Θεός είναι «ο την του χρόνου φύσιν κατασκευάσας» (Μ. Βασίλειος). Ο άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος προσδιορίζει μάλιστα και τη σχετικότητα του χρόνου, αφού τον ορίζει ως «το κινήσει τινί μεριζόμενον και μετρούμενον». 


Η κίνηση της Γης και των λοιπών ουρανίων σωμάτων δημιουργεί τη συνείδηση της χρονικότητας και τη «μέτρησή» της. Στην πραγματικότητα, η μέτρηση του χρόνου είναι συμβατική για την Εκκλησία, ως «σώμα Χριστού» και «εν Χριστώ κοινωνία». Επειδή όμως η Εκκλησία ζει και κινείται μέσα στον κόσμο, έστω και αν δεν είναι «εκ του κόσμου» (Ιω. 18,36), δέχτηκε στην πορεία της τα εν χρήσει ημερολόγια των κοινωνιών, στις οποίες ζούσε το πλήρωμά της και αγωνιζόταν για τη σωτηρία του. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι χριστιανικά-ορθόδοξα σωτηρία δεν είναι η οποιαδήποτε φυγή από το χρόνο και τον κόσμο, αλλά η νίκη πάνω στο κακό του κόσμου, την αμαρτία. Τα ημερολόγια, συνεπώς, είναι ένα «πρόσλημμα» στο χριστιανισμό για τη διευθέτηση των ενδοκοσμικών συμβατικοτήτων χωρίς υποταγή σ’ αυτό.
Λέγοντας χριστιανικό κόσμο, εννοούμε το νέο πολιτειακό μόρφωμα, που αρχίζοντας ως μια άτυπη χριστιανική κοινοπολιτεία στους τρεις πρώτους αιώνες μ.Χ. εμφανίζεται ως συγκροτημένο πολιτειακό-κρατικό μέγεθος με τα εγκαίνια της Νέας Ρώμης-Κωνσταντινούπολης (330). Ως τον 6ο-7ο αι. ο χριστιανικός κόσμος χρησιμοποιεί τα τοπικά ή εθνικά ημερολόγια και χρονολογεί με το σύστημα των εθνικών. Δεν έχει δηλαδή ενιαίο και κοινό ημερολόγιο, ούτε αρχίζει τη χρονολογία του από Χριστού. Λόγω δε της σχέσης του με την Παλαιά Διαθήκη (την προφητική δηλαδή παράδοση) γινόταν από το χριστιανισμό αρχικά δεκτός ο εβραϊκός προσδιορισμός της ηλικίας του κόσμου, που φυσικά απέχει πολύ από τον υπολογισμό της επιστήμης. Μόλις το 691 μ.Χ. καθορίστηκε από τον 3ο κανόνα της «εν Τρούλλω» Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, ο χριστιανικός προσδιορισμός της ηίκἰας το κόσμου, με υπολογισμό της «κτίσεώς» (δημιουργίας) του το 5508 πριν από την ενανθρώπηση του Χριστού. Αυτό έγινε δεκτό από ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, που ήδη είχε αρχίσει να διαφοροποιείται, πολιτικά στην αρχή και πνευματικά-πολιτισμικά αργότερα, σε «ανατολικό» και «δυτικό». Ο πρώτος χριστιανικά χρονολογικός προσδιορισμός είναι, συνεπώς, «από κτίσεως κόσμου».
Η υπάρχουσα στην παγκόσμια χριστιανική κοινωνία ελευθερία φαίνεται από τον καθορισμό των εορτών ήδη στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Με βάση το ηλιακό ημερολόγιο, το ιουλιανό, που άρχισε να εφαρμόζεται το έτος 45 π.Χ., καθορίστηκαν οι χριστιανικές εορτές. Έτσι, η σύλληψη του Προδρόμου ορίστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου και σύλληψη του Ι. Χριστού (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου), σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, έξι μήνες μετά, στις 25 Μαρτίου. Αντίστοιχα η γέννηση του Προδρόμου ορίσθηκε στις 24 Ιουνίου και του Χριστού (τελικά) στις 25 Δεκεμβρίου, με προϋπόθεση τις ισημερίες και τα ηλιοστάσια και συμβολική ερμηνεία του λόγου του Προδρόμου για το Χριστό: «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δει ελαττούσθαι» (Ιω. 3, 30). Τα κριτήρια, δηλαδή, είναι πνευματικά και όχι κοσμικά ή επιστημονικά. Δεν πρέπει, εν τούτοις, να λησμονείται ότι το πολιτικό έτος άρχιζε στην Ανατολή στις 23 Σεπτεμβρίου, που ήταν και αρχή της Ινδίκτου ως το 460, όταν έγινε μετάθεση στην 1η Σεπτεμβρίου. Η τελευταία ημερομηνία απέκτησε και εκκλησιαστική σημασία ως αρχή του λειτουργικού έτους, κάτι που ισχύει μέχρι σήμερα. Δεν είναι βέβαια γνωστό πότε άρχισε αυτή η πρακτική, μαρτυρείται όμως τον 8ο αιώνα.
Η ίδια ελευθερία φαίνεται στη μετακίνηση χριστιανικών εορτών. Η περίπτωση του εορτασμού του Πάσχα είναι το κλασικότερο παράδειγμα, αλλά σ’ αυτό θα επανέλθουμε. Κάτι ανάλογο όμως συνέβη και με τα Χριστούγεννα. Μέχρι το 336 μ.Χ. εορτάζονταν μαζί με τα Θεοφάνια στις 6 Ιανουαρίου (κατά το ιουλιανό, πάντα, ημερολόγιο). Το έτος αυτό όμως στη Δύση μεταφέρθηκε η εορτή στις 25 Δεκεμβρίου, για την αντιμετώπιση κυρίως των εορτών του Μίθρα – θεού Ηλίου, που λάμβαναν χώρα κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Στην Ανατολή η νέα ημερομηνία της εορτής εισήχθη περί το έτος 380. Ακολούθησε δε ο προσδιορισμός των ημερομηνιών και των άλλων εορτών που συνδέονται με τα Χριστούγεννα (Περιτομή, Υπαπαντή, Ευαγγελισμός κ.λπ.).
Εδώ πρέπει να γίνει λόγος για το σύστημα των Ινδικτιώνων που ακολούθησε και ο χριστιανικός κόσμος. Indictio σημαίνει «ορισμός» και συνδέθηκε αρχικά με το φορολογικό σύστημα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η χρήση του συστήματος αυτού άρχισε επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού (297/8), αλλά με διάρκεια της Ινδίκτου 5 έτη. Για πρώτη φορά Ινδικτιών με διάρκεια 15 ετών αρχίζει το 312 μ.Χ. (πρώτη μνεία σε αυτοκρατορικά έγγραφα το 356/7). Εκκλησιαστικά έγινε δεκτή το 327 με αρχή την 24η Σεπτεμβρίου. Είναι λοιπόν η Ινδικτιών περίοδος 15 ετών, χρησιμοποιούμενη για τη χρονολόγηση εγγράφων ή και γεγονότων. Μετά τη συμπλήρωση αυτού του χρονικού διαστήματος άρχιζε νέα Ινδικτιών και προσδιοριζόταν το έτος αναφοράς (πρώτο, δεύτερο κ.ο.κ. – κάτι ανάλογο με το σύστημα των Ολυμπιάδων). Η συνήθης Ινδικτιών ονομάζεται βυζαντινή ή και ελληνική και αρχίζει, όπως ειπώθηκε, την 1ηΣεπτεμβρίου. Το σύστημα αυτό επικράτησε σ’ όλο το χριστιανικό κόσμο κατά τη βυζαντινή περίοδο, αλλά συνεχίστηκε και στα μεταβυζαντινά ελληνικά κείμενα (τα πατριαρχικά-εθναρχικά).
Η χρονολογία από τη Γέννηση του Ι. Χριστού αρχίζει τον 6ο αιώνα. Το νέο σύστημα ήταν έμπνευση του Διονυσίου του Μικρού ή Βραχέος (Exiguus), Σκύθη την καταγωγή και κατά την ιδιότητα μοναχού, κανονολόγου και χρονολόγου. Περί το 500 εγκαταστάθηκε στη Ρώμη και ασχολήθηκε με χρονολογικά ζητήματα (λ.χ. πασχάλιους πίνακες). Κατά τη σύναξη του έργου του Cyclus Decem Novennalis (532) για τον υπολογισμό του Πάσχα, διαιώνισε το όνομά του με τη σημείωση των ετών του πίνακα βάσει της χρονολογήσεως από τη Γέννηση του Χριστού και όχι «από κτίσεως Ρώμης», όπως γινόταν στη Δύση ή από του Αβραάμ ή της 1ης Ολυμπιάδας. Η νέα αυτή χρονολόγηση διαδόθηκε με βραδύτητα στη Δύση (Γαλλία και Αγγλία), πρώτος δε ιστορικός που τη χρησιμοποίησε σταθερά ήταν ο Βέδας ο Αιδέσιμος (Venerabilis) τον 8ο αιώνα. Από τότε επιβλήθηκε σ’ όλο το χριστιανικό κόσμο, αλλά και το μη χριστιανικό, όπως συμβαίνει σήμερα. Ο Διονύσιος όμως διέπραξε ένα μοιραίο λάθος. Ως έτος Γεννήσεως του Χριστού δέχτηκε το 754 από κτίσεως Ρώμης («Ab urbe condita»), ενώ είναι γνωστό ότι ο Ηρώδης πέθανε το 750//751, λίγο μετά τη σφαγή των νηπίων (Ματθ. 2, 16ε.), ο δε Χριστός κατά τη σφαγή των νηπίων ήταν περίπου δύο ετών. Άρα πρέπει να γεννήθηκε το έτος 748/749 από κτίσεως Ρώμης. Άρα η σημερινή χρονολογία υπολείπεται κατά 5 ή 6 έτη [οπότε σήμερα βρισκόμαστε στο έτος 2016 ή 2017 μ.Χ.].
Ένθετο της εφημ. Ελευθεροτυπία “Ιστορικά”, τχ. 64, 4-1-2001, σ. 34-7.  

το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)