Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Τα παράδοξα των ημερών μας είναι ότι:

• Έχουμε πλατύτερους δρόμους μα στενότερες αντιλήψεις.

• Ξοδεύουμε πολλά ενώ έχουμε λίγα.


• Αγοράζουμε πολλά και απολαμβάνουμε λίγα.


• Έχουμε μεγαλύτερα σπίτια αλλά μικρότερες οικογένειες.


• Διαθέτουμε περισσότερες ανέσεις, αλλά έχουμε λιγότερο χρόνο.


• Έχουμε περισσότερα πτυχία, αλλά λιγότερους λογικούς ανθρώπους.


• Η γνώση μας πληθύνθηκε, μα η κρίση μας λιγόστεψε.


• Διαθέτουμε πολλούς ειδήμονες, αλλά περισσότερα προβλήματα.


• Πολλαπλασιάζουμε τα υπάρχοντα μας και μειώνουμε τις αξίες μας.


• Μιλάμε πολύ, αγαπούμε σπάνια και μισούμε συχνά.


• Μάθαμε πώς να εξασφαλίζουμε τα προς το ζην, αλλά δε μάθαμε να ζούμε.


• Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή μας, αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.


• Διανύσαμε την απόσταση Γή-Φεγγάρι, αλλά δυσκολευόμαστε να διασχίσουμε ένα δρόμο για να συναντήσουμε το γείτονά μας.


• Κατακτήσαμε το διάστημα, αλλά χάνουμε το δικό μας πλανήτη.


• Διασπάσαμε το άτομο, αλλά όχι και τις προκαταλήψεις.


• Έχουμε υψηλότερα εισοδήματα, αλλά χαμηλότερες ηθικές αξίες.


• Ζούμε στην εποχή των υψηλών κερδών και των ρηχών ανθρωπίνων σχέσεων.


• Υπάρχουν περισσότερα τρόφιμα, αλλά χειρότερη διατροφή.


• Κτίζουμε πολυτελή σπίτια, αλλά διαλύουμε την οικογένεια.


• Η βιτρίνα της ζωής μας φαίνεται πλούσια και γεμάτη. Η αποθήκη της είναι έρημη και άδεια….


Ανώνυμος φοιτητής

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Αυτή είναι η Ελλάδα μας

Γι’ αυτό νιώθουμε υπερήφανοι! Έχουμε ομορφιές που καμία άλλη χώρα στη γη δεν έχει…

Ο Κώστας Γκολέμης (Media offline) και ο Φώτης Τραγανουδάκης (Public eye Studio) ένωσαν τις δυνάμεις τους και το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικό βίντεο με την τεχνική timelapse.

Εξελίσσοντας την τέχνη της φωτογραφίας και γνωρίζοντας πολύ καλά την τέχνη του μοντάζ και της κινούμενης εικόνας, έκαναν ένα βήμα μπροστά, δίνοντας μέσα από την δουλειά τους την απάντηση σε αυτούς που ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει ελπίδα για την Ελλάδα.

Χρειάστηκαν ώρες φωτογράφισης και χιλιάδες καρέ, με ειδικό εξοπλισμό που σχεδίασαν και πολύ προσεγμένο μοντάζ για να δημιουργηθεί το τελικό αποτέλεσμα.

Το αποτέλεσμα εκπληκτικό…

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, εγκώμιον εις την κοίμησιν


Τι είναι αυτό το μυστήριο το μέγα, που συντελείται γύρω από το πρόσωπό σου, ιερή Μητέρα και Παρθένε; «Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου». Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα σε μακαρίζουν, γιατί μονάχα Συ είσαι άξια για μακαρισμό!
Και να που όλες οι γενιές Σε μακαρίζουν. Εσένα είδαν οι θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, δηλαδή της Εκκλησίας, και σε μακάρισαν οι βασίλισσες, δηλαδή οι ψυχές των δικαίων, και θα σε υμνούν αιώνια. Γιατί Συ είσαι ο θρόνος ο βασιλικός, στον οποίον παραστέκονται Άγγελοι κοιτάζοντας τον Βασιλέα και Δημιουργό να κάθεται επάνω του.
Συ έγινες Εδέμ νοητή, πιο ιερή και πιο θεϊκή από την παλιά. Γιατί σε εκείνη την Εδέμ έμεινε ο Αδάμ ο γήϊνος, ενώ σ' Εσένα ο Κύριος του ουρανού.
Εσένα προεικόνισε η κιβωτός, γιατί Συ γέννησες τον Χριστό, τη σωτηρία του κόσμου, που καταπόντισε την αμαρτία και κατασίγησε τα κύματά της.
Εσένα προεικόνισε η βάτος, Εσένα είχαν επιγράψει προφητικώς οι θεοχάρακτες πλάκες, Εσένα προζωγράφισε η κιβωτός του νόμου και Σένα είχαν φανερά προτυπώσει η στάμνα η χρυσή και η λυχνία και η τράπεζα και η ράβδος του Ααρών που 'χε βλαστήσει.
Από Σένα προήλθε η φλόγα της θεότητος, το μέτρο και ο Λόγος του Πατρός, το γλυκύτατο και ουράνιο μάννα, το όνομα το απερίγραπτο και πάνω από όλα τα ονόματα, το φως το αιώνιο και απρόσιτο, ο άρτος της ζωής ο ουράνιος, ο καρπός που δεν γεωργήθηκε, αλλά βλάτησε από Σένα με σώμα ανθώπινο.
Εσένα δεν προμηνούσε το καμίνι που έβγαζε φωτιά και ταυτόχρονα δρόσιζε αλλά και έκαιγε κι ήταν αντίτυπο της θείας φωτιάς που μέσα Σου κατοίκησε;
Παρά λίγο όμως θα ξεχνούσα τη σκάλα του Ιακώβ. Τι δηλαδή; Δεν είναι φανερό σε όλους ότι Εσένα προεικόνιζε κι ήταν προτύπωσή Σου; Όπως ο Ιακώβ είχε δει τις άκρες της σκάλας να ενώνουν τον ουρανό με τη γη και να ανεβοκατεβαίνουν σ' αυτήν Άγγελοι, έτσι κι εσύ ένωσες αυτά που ήσαν πριν χωρισμένα, αφού μπήκες στη μέση Θεού και ανθρώπων κι έγινες σκάλα, για να κατεβεί σε μάς ο Θεός, που πήρε το αδύναμο προζύμι μας και το ένωσε με τον εαυτό Του κι έκανε τον ανθρώπινο νου που βλέπει τον Θεό.


Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΕΔΕΣΣΗΣ




Του μον. Θεολόγου Ιβηρίτη


Γνώριζα τον μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Καλλίνικο επί 15 περίπου χρόνια, από τότε που παρακολουθούσα τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Ποιμένας καλός, ιδιαίτερα αγαπούσε τα παιδιά. Πολλές φορές τον είδαμε στο σχολείο, στα κατηχητικά και σε άλλες εκδηλώσεις. Το μητροπολιτικό οίκημα ήταν πάντα ανοιχτό για όλους. Συχνά, ακόμα και σε ώρες ακατάλληλες, κατέβαινε ο ίδιος να μας ανοίξει όταν χτυπούσαμε το κουδούνι ζητώντας τον ιερομόναχο που έμενε μαζί του. Μετά πήγαινε να τον φωνάξει. Κι αν αυτός δεν ήταν εκεί, ο δεσπότης μας κερνούσε κάτι και μας έκανε συντροφιά. Πάντα κάτι καλό είχε να μας πει.

Τα τελευταία χρόνια συνήθως εξέφραζε την αγωνία του για περισσότερους συνεργάτες. Ήταν φανερό ότι ο ζήλος του οίκου του Κυρίου τον κατέτρωγε μέρα και νύχτα. Μεριμνούσε για όλη την επαρχία. Κατά κανόνα, στον μητροπολιτικό ναό χοροστατούσε κατά τον εσπερινό του Σαββάτου και λειτουργούσε τις πολύ μεγάλες γιορτές. Τον υπόλοιπο χρόνο περιόδευε στις άλλες 132 ενορίες της Ι. Μητροπόλεως. Συνήθως έδινε τα ονόματα όχι πολύ γνωστών και «μη εορταζομένων» Αγίων στις καινούργιες εκκλησίες της επαρχίας του (του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, των αγίων Ακύλα και Πρισκίλλης...). Έτσι, τις περισσότερες μέρες του χρόνου κάποιος ναός θα πανηγύριζε, κάποιου Αγίου τα λείψανα θα τιμώνταν, κάποια άλλη τοπική εκδήλωση θα υπήρχε, κι ο δεσπότης δικαιολογημένα θ᾿ απουσίαζε από την Έδεσσα.

Αλλά, κι όταν επέστρεφε, πριν το μεσημέρι, πήγαινε στο γραφείο του κι έμενε εκεί μέχρι τη μιάμιση, πολλές φορές και το απόγευμα. Και τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας ήταν πρόθυμος να δεχτεί οποιονδήποτε. Τον θυμάμαι να λέει σε κάποιον ιερέα, όταν τον χειροθετούσε πνευματικό: «Και τα μεσάνυχτα να σου χτυπήσει κανείς την πόρτα για εξομολόγηση, να του ανοίξεις.» Έτσι ένιωθε την ποιμαντική του ευθύνη. Αγαπούσε να συμμετέχει στις χαρές και στις λύπες των παιδιών του. Μερικές φορές βρέθηκε απρόσκλητος σε κηδείες. Ιερουργούσε προσεκτικά, με απλά άμφια και ήρεμες κινήσεις.

Βρήκε πολλές εφημεριακές θέσεις κενές, όταν πήγε στην Έδεσσα, και προσπάθησε να τις πληρώσει. Τον απασχολούσε έντονα το γεγονός ότι υπήρχαν χωριά χωρίς παπά. Δύσκολα τοποθετούσε δεύτερο ή τρίτο εφημέριο στις ενορίες των πόλεων. Κι όπου υπήρχαν δεύτεροι, τις Κυριακές και γιορτές λειτουργούσαν στα χωριά. Οργάνωνε ταχύρρυθμα εκκλησιαστικά φροντιστήρια για τους ολιγογράμματους υποψήφιους ή ήδη χειροτονημένους ιερείς. Προσέλκυσε δεκάδες από άλλες επαρχίες. Υπολογίζονται σε 60-70 οι ιερείς που χειροτόνησε στη διάρκεια της αρχιερατείας του. Και δεν ήταν εύκολος στις χειροτονίες. Έπρεπε να περάσουν μήνες γνωριμίας μ᾿ έναν έγγαμο και χρόνια δοκιμής για έναν άγαμο, για να τους χειροτονήσει. Ήταν όμως ανεπίφθονος προς τους συνεργάτες του. Πάντα ευγενικός, τους άφηνε να κινούνται ελεύθερα· επόπτευε μόνο και τους συμβούλευε διακριτικά.

Το κήρυγμά του είχε κάτι από τη χάρη του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που τόσο αγαπούσε και ανέφερε στις ομιλίες του. Το ίδιο και η μορφή του. Μικρόσωμος, ασκητικός και μειλίχιος, μιλούσε απλά και πατρικά, με πολλές παραστάσεις από τη ζωή των απλών ανθρώπων. Δεν κούραζε, κι όταν μιλούσε επί 20-25 λεπτά. Εκτός από τη θεία Λειτουργία, κήρυττε και σε άλλες ακολουθίες, χωρίς να σε απομακρύνει από τη μυσταγωγία τους. Την ίδια εκκλησιαστική ατμόσφαιρα αποπνέουν και οι εγκύκλιοί του. Όταν δεν υπήρχε προφορικό, φρόντιζε να διαβάζεται στις εκκλησίες το γραπτό κήρυγμα που με επιμέλεια ετοίμαζαν οι συνεργάτες του.

Αγαπούσε πολύ και συγχωρούσε. Γεύτηκε πολλές πίκρες, ποτέ όμως δεν αντέδρασε βίαια. Μόνο το πρόσωπό του έδειχνε κουρασμένο και τα γένια του που άσπριζαν. Δεχόταν ατάραχος τις κατά πρόσωπον επιθέσεις. Πολλές φορές αρνήθηκε να μηνύσει συκοφάντες του, γιατί τους θεωρούσε παιδιά του. Άφηνε τις ασύστατες εναντίον φήμες του να κυκλοφορούν, κι αυτό φαινόταν να βλάπτει τους πιστούς. Όταν όμως κανείς αναλογιστεί τη θέρμη με την οποία προσεύχονταν κατά την ασθένειά του και την αίσθηση του κενού που άφησε πίσω του, καταλαβαίνει πως ο δεσπότης είχε δίκιο. Όπως ό,τι γνήσιο και απλό, ο Εδέσσης Καλλίνικος αναδεικνύεται με την πάροδο του χρόνου.

Λίγα μόνο θ᾿ αναφέρουμε για την ταπείνωση, την ακτημοσύνη, την ελεημοσύνη του. Δεν δέχτηκε ποτέ «τυχερά». Πέθανε χωρίς δραχμή. Είχε λίγα ράσα και άμφια· τα περισσότερα, δώρα προσφιλών του προσώπων. Αν και είχε ελάχιστα έξοδα, τα χρήματά του τελείωναν πριν από το τέλος του μήνα. Ξαλάφρωνε από το βάρος τους γεμίζοντας τις τσέπες των φτωχών. Το ύφος του διόλου «δεσποτικό». Όταν κυκλοφορούσε χωρίς εγκόλπιο (κι αυτό, τις περισσότερες φορές), κανείς δεν υποπτευόταν πως ήταν επίσκοπος. Αν και είχε άξιους κι εκλεκτούς συνεργάτες με συγγραφική δραστηριότητα, θεωρούσε ματαιοπονία την έκδοση περιοδικού από τη μητρόπολη, ίσως διότι θα συνεπαγόταν προσωπική του προβολή. Δέχτηκε να εκδοθεί ημερολόγιο για την τοπική αγία νεομάρτυρα Χρυσή, μόνο υπό τον όρο να μην υπάρχει μέσα φωτογραφία του. Αν και τα ιδρύματα, κατηχητικά, κατασκηνώσεις κι άλλες παιδευτικές δραστηριότητες γνώρισαν μέρες ακμής κατά την αρχιερατεία του, το όνομά του ελάχιστα αναφέρθηκε στον τύπο. Εφάρμοζε το «λάθε βιώσας». Ελπίζουμε να τον δοξάσει ο Κύριος.

Όπως όλοι οι άγιοι ιεράρχες της Εκκλησίας μας, έτσι κι ο Καλλίνικος αγαπούσε τον μοναχισμό. Όταν του το είπαν, απάντησε: «Τον εαυτό μου αγαπώ. Δεν είμαι εγώ μοναχός;» Επισκεπτόταν συχνά το Άγιον Όρος. Την τελευταία φορά που χοροστάτησε σε πανήγυρη, αντί για αφηρημένα εγκώμια, στην πανηγυρική τράπεζα μίλησε για την ανατροφή που πήρε. Πώς η γιαγιά-πρεσβυτέρα τον ξυπνούσε τα μεσάνυχτα, να κάνει μετάνοιες, για να μην αφιερώνει όλη τη νύχτα στον ύπνο. Πώς η οικογένειά τους υποδεχόταν τους περιοδεύοντες μοναχούς. Ποια εντύπωση άφησε στην καρδιά του μικρού Δημήτρη η παρουσία τους και η σιωπή του υποτακτικού μπροστά στον γέροντά του. Και πολλά άλλα. Στο τέλος της πανηγύρεως οι παρόντες μοναχοί κατέληξαν: «Αυτός είναι δεσπότης. Αυτόν να καλούμε στις πανηγύρεις.»

Ένιωθε την καλογερική γιατί τη ζούσε. Η δίαιτά του ασκητική κι η εγκράτεια στις αισθήσεις του μεγάλη. Γι᾿ αυτό και φρόντιζε τα μοναστήρια της επαρχίας του. Τα τελευταία χρόνια της αρχιερατείας του τρία μοναστικά καθιδρύματα ιδρύθηκαν ή επανδρώθηκαν στα όριά της. Έτυχα σε συνάντησή του μ᾿ ένα γέροντα ασκητή (τον π. Παΐσιο) κι έναν ηγούμενο στο Άγιον Όρος. Χαιρόταν ο ένας ν᾿ ακούει τον άλλο να εκφράζει όσα κι ο ίδιος ζούσε και αισθανόταν. Μου θύμισε τον Μ. Αθανάσιο, όταν επισκέφθηκε τον Μ. Αντώνιο, και τον άγιο Παχώμιο που έλεγε ότι βλέπει στη γενιά του «τρία κεφάλαια ὑπὸ Θεοῦ αύξανόμενα εἰς ὠφέλειαν πάντων των νοούντων»: έναν επίσκοπο, τον Μ. Αθανάσιο· έναν αναχωρητή, τον Μ. Αντώνιο, και την κοινωνία του μοναστηριού του (Βίος α΄ οσίου Παχωμίου, 136).

Η Εκκλησία λειτουργεί καθολικά, χωρίς ν᾿ απολυτοποιεί το μερικό. Και, σαν τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ένας σωστός επίσκοπος είναι και καλός ιερουργός και σωστός μοναχός και σωστός κοινωνικός ηγέτης. Νοιάζεται για όλες τις ανάγκες του λαού κι όλους τους αγκαλιάζει. Τέτοιος υπήρξε κι ο Εδέσσης Καλλίνικος. Ας έχουμε την ευχή του κι ας παρακαλούμε τον Κύριο ν᾿ αναδεικνύει πολλούς σαν κι αυτόν.

* Ο κατά κόσμον Δημήτριος Πούλος γεννήθηκε στα Σιταράλωνα Αγρινίου στις 26 Ιανουαρίου 1919. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1942 και υπηρέτησε ως γραμματέας της Ι. Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας ώς το 1946 που στρατεύθηκε. Το 1949 επανήλθε στη θέση του γραμματέα, διακονώντας την Εκκλησία και ως λαϊκός ιεροκήρυκας, μέχρι το 1957, όταν εκάρη μοναχός με το όνομα Καλλίνικος, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και διακόνησε τη Μητρόπολη ως πρωτοσύγκελλός της και ιεροκήρυκας. Το 1967 εξελέγη και χειροτονήθηκε μητροπολίτης Εδέσσης, όπου υπηρέτησε την Εκκλησία μέχρι την προς Κύριον εκδημία του, το 1984, αφήνοντας μνήμη αγίου ανδρός. Σήμερα συμπληρώνονται 28 χρόνια από την κοίμησή του.

*Το παραπάνω κείμενο συντάχθηκε λίγο καιρό μετά την εκδημία του και, υπό τον τίτλο «Προσωπική κατάθεση», δημοσιεύθηκε το 1998 στο βιβλίο Κόσμημα της Εκκλησίας, σσ. 727-729, του σεβασμιοτάτου κ. Ιεροθέου, μητρ. Ναυπάκτου, πνευματικού του τέκνου. Το αναρτάμε εδώ, με επουσιώδεις αλλαγές.

το βρήκαμε εδώ

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Ο Άθως και το Θαβώρ

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης 

Από αιώνες, κάθε χρόνο, την παραμονή της Μεταμορφώσεως, αρκετοί μοναχοί αναχωρούν από την Μεγίστη Λαύρα με ζώα φορτωμένα με τρόφιμα, σκεπάσματα και λειτουργικά σκεύη και ανεβαίνουν προς την «’Αγίαν κορυφήν» του Άθωνας, σε ύψος 2,033 μέτρων, επάνω από τα σύννεφα, όπου βρίσκεται ένα μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκεί, την άλλη μέρα το βράδυ, θα κάνουν την ολονύχτιον αγρυπνίαν με τρόπο παρόμοιο προς όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους. Ανεβαίνοντας σιγά-σιγά, όπως τότε, οι Απόστολοι ανέβαιναν με τον Ίησοϋν «εις όρος υψηλόν» (Ματθ. 17, 1), ψάλλουν τους προεόρτιους ύμνους στο ρυθμό των κωδωνίσκων των μουλαριών: «Δεύτε συνανέλθωμεν τω Ιησού αναβαίνοντι εις το όρος το άγιον…».
Στον δρόμο, μοναχοί από διάφορα μέρη του Όρους και προσκυνηταί ποικίλων εθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, και αυτή η πομπή που συναποτελείται ομοιάζει τότε με τους Εβραίους που συγκεντρώνονταν από όλα τα μέρη της Παλαιστίνης μαζί με τους προσήλυτους για να εορτάσουν εις τον οίκον Κυρίου εις την Σιών (βλ. Β΄ Παραλ, 30,25). «Εκεί γαρ ανέβησαν αι ψυλαί, φυλαί Κυρίου, μαρτυρίου τω Ισραήλ, του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Κυρίου» (Ψ. 121,4).
Αυτή η «αγία Κορυφή», η οποία τακτικά ενδύεται με λαμπρό χιόνι, που άλλοτε αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και άλλοτε κρύβεται υπό την νεφέλη, ήταν προορισμένη να γίνη «Όρος του φωτός»· διότι η αρχαία λέξις «αίθων» σημαίνει: πυρώδης, αναλαμπών, αστράπτων… Η κορυφή κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των αγιορειτών. Βλέπουν αυτό το όρος σαν τον άξονα του κόσμου, που ενώνει τον ουρανό και την γη, σαν τον στύλον διά του οποίου οι προσευχές τους αναβαίνουν προς τον Θεόν, σαν το υποπόδιον του Θεού, σαν την εκλεκτήν κατοικίαν της Παντανάσσης, της «Μητρός του Φωτός».

Αναρίθμητες εικόνες ή χαλκογραφίες δείχνουν την Παναγίαν στον ουρανό, πάνω από την χιονισμένη κορυφή του Άθωνος, που εξαπλώνει στον κόσμο το Μαφορίον της, την «αγίαν Σκέπην» της προσευχής της.
Εκεί επίσης, κατά μια αρχαία και αδιάρρηκτη παράδοση, οι μοναχοί αναβαίνουν μερικές φορές για ένα προσωπικό προσκύνημα, για να προσευχηθούν πλησιέστερα προς τον ουρανό και για να λάβουν από τον θεόν μια πληροφορία για τις αποφασιστικές στιγμές της ζωής τους.
Εκεί, στον δέκατο αιώνα, εν ημέρα Μεταμορφώσεως, ο κτίτωρ της μονής των Ιβήρων, όσιος Ευθύμιος, είδε το φως του Θεού να εξαστράπτει ως πυρ φλέγων ενώ λειτουργούσε: «αίφνης φως αμέτρητον περιήστραψεν άπαντας και σεισμός εγένετο και όλοι έπεσαν πρυνείς κατά γης. Μόνος δε ο μακάριος Ευθύμιος ίστατο, φαινόμενος ως στύλος πυρός και μένων ακίνητος προ του ιερού θυσιαστηρίου».
Τέσσερεις αιώνες αργότερα, η Παναγία εμφανίστηκε στον άγιον Μάξιμον τον Καυσοκαλυβίτην μέσα σε άφθονο θείο φως και αρώματα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Κύριον, που ευλόγησε τον άγιον και τον γέμισε με θείαν αγαλλίασιν. Εκεί ακόμα, υστέρα από αιώνες τέτοιων γεγονότων που έμειναν κρυφά, ο Γέρων Ιωσήφ (+ 1959), ο μέγας ησυχαστής και πραγματικός πατήρ της σημερινής αναγεννήσεως της παραδόσεως της νοερός προσευχής στο Άγιον Όρος, συνάντησε τον συνασκητή του, τον Γέροντα Αρσένιον (+1983) και άρχισε την ζωή σκληρού αγώνος και περιπλανήσεως στις κλιτύς του Άθωνος. Και από την κορυφήν αυτήν, μία μέρα, που είχε φθάσει στην απελπισία, μια λαμπρή ακτίνα φωτός εξήστραψε και μπήκε στην καρδιά του. Και από τότε, όπως σ’ ένα Θαβώρ, ο νους του δεν σταμάτησε να μένει διαρκώς με τον Ιησούν ενωμένο μέσα στην καρδία του.
Υπάρχει επίσης η διήγησις ότι επτά ασκηταί ζουν σ’ αυτά τα ύψη γυμνοί και άγνωστοι και διατηρούν διά μέσου των αιώνων, από γενεά σε γενεά, την μυστική παράδοση της ασκήσεως και της θεωρίας.
Μύθος ή αλήθεια ή διήγησις αυτή δείχνει ακριβώς πόσο κεντρική είναι η θέσις της «Αγίας Κορυφής» στην συνείδηση και στην ζωή των αγιορειτών. Γι’ αυτό το μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως και δίπλα του ο πελώ¬ριος σιδερένιος σταυρός, που στέκονται σ’ αυτόν τον στενό βράχο, έχουν μια ιδιαίτερη συμβολική αξία και δείχνουν, σαν δυό σημεία, στον ουρανό και στον κάτω κόσμο, τα δυό χαρακτηριστικά της μοναστικής πολιτείας, η οποία είναι βίωσις του σταυρού, εκουσία και αδιάλειπτη συμμετοχή στο πάθος του Κυρίου, και είναι ταυτόχρονα η οδός της θεώσεως, μια ζωή μέσα στο φως της εσχατολογικής δόξης, που απεκάλυψε ο Χριστός, για μια στιγμή, στους Αποστόλους του, πάνω στο όρος Θαβώρ. Όπως ο Κύριος ανέβηκε στο όρος «κατ’ ιδίαν» με τους εκλεκτούς Μαθητές για να προσευχηθεί (Λουκ. 9, 28), έτσι και οι μοναχοί, απαρνούμενοι τον κόσμο, ζουν στον Άθωνα «εν ησυχία και προσευχή», ζουν εδώ και τώρα, μέσα στο φως της Μεταμορφώσεως. Ο Άθως είναι για αυτούς Θαβώρ, προτύπωσις της βασιλείας των ουρανών.
Στην δύση του Βυζαντίου, όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο αγιορείτης και μέγας διδάσκαλος του θείου φωτός, αγωνίστηκε εναντίον των ουμανιστών για την υπεράσπιση των ησυχαστών και την υποστήριξη της ορθοδόξου διδασκαλίας περί της θεώσεως του ανθρώπου — δηλαδή της πραγματικής συμμετοχής του στην ζωή του Θεού διά μέσου της ακτίστου χάριτος— το θέμα της Μεταμορφώσεως και της φύσεως του Θαβωρίου φωτός βρισκόταν στο κέντρο της διαμάχης. Σ’ όλα τα έργα τους, ο άγιος Γρηγόριος και οι ομόφρονές του, κάνουν αναρίθμητες αναφορές σ’ αυτό το θείο γεγονός και δείχνουν ότι η Μεταμόρφωσις του Κυρίου, ως πρότυπον της δικής μας θεώσεως, είναι κατ’ εξοχήν η εορτή του μοναχισμού, η πανήγυρις του Αγίου Όρους. Για χρόνια ο άγιος Γρηγόριος είχε ζήσει στους πρόποδες του Άθω, στην Μ. Λαύρα, και ως ησυχαστής στο υψηλότερα ευρισκόμενο κελλίον του αγίου Σάββα. Γι’ αυτόν όπως και για κάθε σύγχρονο αγιορείτη, ο Άθως ταυτίζεται με το Θαβώρ και με κάθε «όρος του Θεού», όπου ό Θεός αποκαλύφτηκε στους ανθρώπους. Γιά αυτούς είναι και Όρος Σιών, και όρος Σινά, όρος Κάρμελ, όρος των Ελαιών και όρος του Γολγοθά. Είναι επίσης παρόμοιο με όλα τα «άγια όρη» όπου ο Κύριος κατοίκησε «εν τοις αγίοις αυτού» (Ψ. 150,1) «εν αυναγωγή θεών» (Ψ.81,1), όμοιο με το όρος του Ολύμπου της Βιθυνίας, από το οποίο προήλθαν οι πρώτοι αγιορείτες, με το όρος του Λάτρου, με το όρος του Γάνου, με το βουνό του Αγίου Αυξεντίου και με όλα τα ένδοξα μοναστικά Κέντρα της Μικράς Ασίας• με τα άγια όρη της Ελλάδος, και παραλληλίζεται τέλος με το όρος του Ολύμπου – της αρχαίας κατοικίας του δωδεκαθέου. Συγγενεύει με τους ιερούς βράχους των Μετεώρων, όπου στον πιο ψηλό βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως, με τα όρη της Πελοποννήσου, της Μακεδονίας, των Καρπαθίων, της Σερβίας, της Αρμενίας με το σεβαστό Αραράτ, τα Καυκάσια όρη· με τα όρη της Ρωσσίας και με το μικρό «Άγιον όρος» του αγίου Σεραφείμ στο δάσος του Σαρώφ· με το Μοnte Cassino του αγίου Βενεδίκου, με το όρος του Μερκουρίου —φρούριο των βυζαντινών ασκητών στην Καλαβρία—, και με όλα τα άγια όρη της ορθοδόξου Δύσεως. Ο Άθως ταυτίζεται λοιπόν με όλ’ αυτά τα όρη που έγιναν Θαβώρ, για τους μοναχούς όλων των αιώνων, και που «μεταναστεύ¬ουν εκεί ως στρουθία» (Ψ. 10,11).
Σ’ αυτήν την νύχτα, μέσα στο στενό παρεκκλήσι, όπου μόνον λίγα πρόσωπα μπορούν να χωρέσουν, ενώ οι άλλοι προσπαθούν να ζεσταθούν λιγάκι δίπλα στη μεγάλη φωτιά που καίγεται απ’ έξω, οι φωνές των ψαλτών γίνονται σάλπιγγες της Εκκλησίας, που ανακηρύττουν στον κόσμο το μήνυμα του αιδίου φωτός.


(“Η βίωσις της Μεταμορφώσεως στη ζωή του αγιορείτου μοναχού”. -απόσπασμα- από τον Τόμο, «Μεταμόρφωση», εκδ. Ακρίτας, σ. 121-125)

το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Ὁ "ξεροκέφαλος" Νεομάρτυς Ἰωάννης καί ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Μονεμβασίας. Ὁ ἱερέας πατέρας του καταγόταν ἀπὸ τὸ Γεράκι, ἐνῶ ἡ μητέρα του ἀπὸ τὸ γειτονικὸ χωριὸ Γοῦβες τῆς Μονεμβασίας. Στὶς Γοῦβες, σύμφωνα μὲ μαρτυρίες, τοποθετήθηκε ἐφημέριος ὁ πατέρας τοῦ Νεομάρτυρα καὶ ἐκεῖ γεννήθηκε τὸ 1758 ὁ Ἰωάννης, γι’ αὐτὸ καὶ κατὰ πολλούς, πῆρε τὴν προσηγορία Γουβιώτης.
 Ἀπὸ μικρὸς ὁ Ἰωάννης, προσπαθοῦσε νὰ μιμεῖται τὴν ζωὴ τοῦ ἱερέα πατέρα του, τὸν βοηθοῦσε στὶς δουλειὲς τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ πάντα θυμόταν ὅτι αὐτὸς ἦταν “παπᾶ υἱὸς” καὶ ἔπρεπε νὰ προσέχει τὴν συμπεριφορά του, ὥστε νά᾽ ναι παράδειγμα γιὰ τὰ ὑπόλοιπα παιδιὰ τῆς ἡλικίας του...
Τὸ ἔτος 1770 οἱ ὀρδὲς τοῦ Ἀλβανοῦ Χατζῆ Ὀσμάν, ἀφοῦ κατέπνιξαν κάθε σημεῖο ἑλληνικῆς ἀντίστασης, ἔφτασαν καὶ στὶς Γοῦβες. Οἱ Ἀρβανίτες σκότωσαν τὸν πατέρα τοῦ Ἰωάννη καὶ ἐν συνεχείᾳ αἰχμαλώτισαν τὸν ἴδιο καὶ τὴν μητέρα του, ἐνῶ τοὺς πῆραν μαζί τους στὴν Λάρισα, ὅπου ἐκεῖ πουλήθηκαν δύο καὶ τρεῖς φορὲς ὁ καθένας ξεχωριστά. Ὕστερα ἀπὸ δύο χρόνια ξαναπουλήθηκαν ἀλλὰ αὐτὴ τὴν φορὰ ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τὸ ἴδιο ἀφεντικό, ἕναν Τοῦρκο ποὺ εἶχε κτήματα καὶ ὑποστατικά.
Αὐτὸς ὁ Τοῦρκος δὲν εἶχε παιδιὰ καὶ βλέποντας τὰ χαρίσματα τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἦταν....

 πολὺ ἔξυπνος γιὰ τὴν ἡλικία του, πρόθυμος, πειθαρχικὸς καὶ σβέλτος στὴν δουλειά, σκέφτηκε μαζὶ μὲ τὴν γυναίκα του νὰ τὸν κάνουν ψυχοπαίδι τους. Ἀπὸ τὴν στιγμή, λοιπόν, ἐκείνη, προσπαθοῦσε καθημερινὰ νὰ τὸν διαστρέψει ἀπὸ τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν καὶ νὰ τὸν κάνει Ὀθωμανό. Ἀρχικά, προσπάθησε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις καὶ κατόπιν μὲ φοβέρες καὶ βασανισμούς, νὰ κάμψει τὴν ἀντίσταση τοῦ 15χρονου Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔστεκε στερεὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν χριστιανικὴ πίστη του.
Μία μέρα ὁ ἀφέντης κουράστηκε νὰ παρακαλεῖ τὸν Ἅγιο νὰ ἀλλαξοπιστήσει καὶ θυμωμένος ὅπως ἦταν, τὸν ὁδήγησε στὴν αὐλὴ τοῦ Τζαμιοῦ. Ἐκεῖ μαζεύτηκαν πολλοὶ Ἀγαρηνοί, ποὺ προσπαθοῦσαν μὲ χτυπήματα, φοβέρες καὶ σπαθισμοὺς νὰ κάνουν τὸν Μάρτυρα νὰ τουρκίσει. Ἡ ἀπάντηση ὅμως τοῦ Ἰωάννη ἦταν ξεκάθαρη: Ἐγὼ δὲν γίνομαι Τοῦρκος.
Χριστιανὸς εἶμαι καὶ Χριστιανὸς θέλω νὰ πεθάνω.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν Ἀγαρηνὸ καὶ ἡ γυναίκα του προσπαθοῦσε καθημερινὰ μὲ μαγεῖες καὶ σατανικὰ γοητεύματα νὰ ξεμυαλίσει τὸν Ἅγιο ἢ νὰ τὸν κάνει νὰ κυριευτεῖ ἀπὸ σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ ἔτσι νὰ τὸν τουρκίσουν. Ἀλλά, ὁ Ἰωάννης, ἔχοντας τὸν Θεὸ μέσα του ἔμεινε καθαρὸς ἀπ’ ὅλα. Ἡ θεία χάρη τὸν φύλαξε ἀπ’ ὅλα τὰ διαβολικὰ τεχνάσματα τῆς γυναίκας τοῦ Ἀγαρηνοῦ.
Ἔφθασε ὅμως ἡ νηστεία τῆς Παναγίας, τὸν δεκαπενταύγουστο. Ὁ Τοῦρκος, μόλις κατάλαβε ὅτι ὁ Ἰωάννης δὲν ἤθελε νὰ χαλάσει τὴν νηστεία καὶ νὰ ἀρτυθεῖ, ἀποφάσισε νὰ τὸν κλείσει σ’ ἕνα στάβλο. Ἐκεῖ τὸν κλειδαμπάρωσε γιὰ ὅλο τὸ διάστημα τῶν 15 ἡμερῶν καὶ πότε τὸν κρεμοῦσε καὶ τὸν κάπνιζε μὲ ἄχυρα καὶ πότε τὸν χτυποῦσε μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ προσπαθώντας νὰ τὸν κάνει νὰ φάει καὶ νὰ χαλάσει τὴν νηστεία. Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὄχι ἁπλῶς δὲν ἔφαγε ἀρτυμένα φαγητά, ἀλλὰ οὔτε κἂν τὰ δοκίμασε καὶ παρακαλοῦσε καὶ προσευχόταν στὴν Παναγία νὰ τὸν βοηθήσει νὰ μὴν ἀρτυθεῖ, ἐνῶ προτιμοῦσε καλύτερα νὰ θανατωθεῖ παρὰ νὰ χαλάσει τὴν νηστεία.
Ὁ ἀφέντης του, βλέποντας ὅτι δὲν πείθεται, τὸν ἄφηνε νηστικὸ 2 καὶ 3 ἡμέρες, χωρὶς νὰ τοῦ δίνει τίποτε νὰ φάει. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωάννη στεκόταν κοντὰ στὸν γιό της καὶ βλέποντάς τον ἀποκαμωμένο ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ ἀπὸ τὴ νηστεία, τὸν παρακινοῦσε νὰ φάει λέγοντάς του: Φάε γιέ μου ἀπὸ αὐτὰ τὰ φαγητὰ γιὰ νὰ μὴν πεθάνεις καὶ ὁ Θεὸς καὶ ἡ Παναγία σὲ συγχωροῦν, γιατί δὲν τὸ κάνεις μὲ τὸ θέλημά σου, ἀλλὰ ἀπὸ ἀνάγκη. Λυπήσου με καὶ ἐμένα τὴν φτωχὴ καὶ στενοχωρημένη μητέρα σου καὶ μὴ θελήσεις νὰ πεθάνεις παράκαιρα καὶ μὲ ἀφήσεις ἀπαρηγόρητη σ’ αὐτὴ τὴν σκλαβιὰ καὶ ξενιτιά.
Στὶς παρακλήσεις αὐτὲς τῆς μητέρας του ὁ Ἰωάννης ἀπάντησε: Γιατί κάνεις ἔτσι μητέρα μου καὶ γιὰ ποιό λόγο κλαῖς; Γιατί δὲν μιμεῖσαι καὶ σὺ τὸν Πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θέλησε νὰ θυσιάσει τὸν μοναδικὸ γιό του, ἀλλὰ μόνο κλαῖς καὶ θρηνεῖς;
Ἐγὼ εἶμαι παπᾶ υἱὸς καὶ πρέπει νὰ φυλάγω καλλίτερα ἀπὸ τοὺς γιοὺς τῶν λαϊκῶν τοὺς νόμους καὶ τὰ ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας μας, γιατί ὅταν δὲν φυλᾶμε τὰ μικρά, πῶς μποροῦμε νὰ φυλάξουμε τὰ μεγάλα; Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, ἐξαγριωμένος πιὰ ὁ Τοῦρκος, στὶς 19 Ὀκτωβρίου 1773 τοῦ ἔδωσε μία θανατηφόρα μαχαιριὰ στὴν καρδιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες ὁ Ἅγιος Ἰωάννης πέθανε καὶ ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας στὶς 21 Ὀκτωβρίου.
Το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)