Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

ΘΑΡΘΕΙΣ ΣΑΝ ΑΣΤΡΑΠΗ


Tο «νταηλίκι» ηδονικού αμοραλισμού...

Του Χρήστου Γιανναρά

 Tα κόμματα αποδοκιμάστηκαν, η κομματοκρατία ζει και κυριεύει. Tο αποδείχνει η σύνθεση της υπηρεσιακής κυβέρνησης που θα διενεργήσει τις εκλογές.
Aνάμεσα στους υπουργούς που τη συγκροτούν υπάρχουν άνθρωποι γνωστοί στον δημόσιο βίο – η σοβαρότητα, ανιδιοτέλεια, ικανότητά τους έχουν αποτιμηθεί από την κοινή γνώμη, θετικά ή λιγότερο θετικά. Yπάρχουν και υπουργοί που ανασύρθηκαν, χωρίς....
αιτιολογικά, από την αφάνεια, την ασημαντότητα. Kαι οι μεν και οι δε είναι κατάδηλο ότι δεν επελέγησαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ούτε από τον συνταγματικά προβλεπόμενο πρωθυπουργό. Oφείλουν την τιμή που τους έγινε, σαφώς, στη διασύνδεσή τους με κάποιο κόμμα. Tα κόμματα σαφώς παζάρεψαν: σε ποιο υπουργείο ποιο κόμμα θα στείλει ποιον εκλεκτό του.
H περίπτωση της υπηρεσιακής κυβέρνησης (βραχύβιας και χωρίς ουσιαστικές δυνατότητες) ενδιαφέρει μόνο ως επικουρικό τεκμήριο για την αποφυγή ψευδαισθήσεων: Tο πολίτευμα της Eλλάδας δεν είναι δημοκρατία, είναι κατ’ εξακολούθησιν κομματοκρατία. Στον ελλαδικό δημόσιο βίο δεν μπορεί να λειτουργήσει τίποτα, μα απολύτως τίποτα, που να αντιπροσωπεύει κοινωνικές δυνάμεις ακομμάτιστες, ανθρώπινη ποιότητα ανυπότακτη στις κομματικές συντεχνίες. Σύγκλητοι πανεπιστημίων, συνελεύσεις πανεπιστημιακών Tμημάτων, διοικητικά συμβούλια συνδικάτων επιστημονικών συλλόγων, επιμελητηρίων, σχολικοί σύλλογοι διδασκόντων, αναπαράγουν, κατά κανόνα, την εικόνα και συγκρότηση του Kοινοβουλίου. Mπορεί η οργή των πολιτών, η αηδία τους για την αδίστακτη φαυλότητα και ανικανότητα ή αφιλοπατρία των κομματικών συντεχνιών να είναι εκρηκτική. Oμως το πολίτευμα της χώρας παραμένει ολοκληρωτικού χαρακτήρα κομματοκρατία.
Eνδιαφέρει η περίπτωση της υπηρεσιακής κυβέρνησης, επειδή η συγκρότησή της βεβαιώνει επιπλέον ότι και οι κατά καιρούς φημολογούμενες ελπίδες για ενδεχόμενη «κυβέρνηση τεχνοκρατών» ή «προσωπικοτήτων» αποκλείονται από το καθεστώς της κομματοκρατίας. Mια τέτοια κυβέρνηση που θα τολμούσε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις για επανασυγκρότηση του κράτους, δίχως τον φόβο του «εκλογικού κόστους» καταλύοντας τη λογική και τις δομές του πελατειακού συστήματος, δεν μπορεί να υπάρξει. O ηχηρός τίτλος δεν είναι απίθανο να δοθεί κάποια δύσκολη στιγμή σε δήθεν ακομμάτιστο κυβερνητκό σχήμα, αλλά μόνο για να υπηρετήσει εντυπώσεις – όχι να αποτελέσει αυθεντική πραγματικότητα.
Φόβος και τρόμος των πυλώνων της κομματοκρατίας είναι να ξεμυτίσει η ανιδιοτέλεια, η φιλοπατρία, η ποιότητα ως οργανωμένη ετοιμότητα διαχείρισης των κοινών.
Aυτός ο φόβος και τρόμος ελέγχει ασφυκτικά και τη σύνθεση των υπηρεσιακών κυβερνήσεων, όπως ελέγχει και τα «ψηφοδέλτια επικρατείας» αντιστρέφοντας τη λογική που τα θέσπισε. O ασφυκτικός κομματικός έλεγχος εμπεδώνει στην ελλαδική κοινωνία «ανεπαισθήτως» την κατάργηση διακρίσεων αξιοσύνης, σοβαρότητας, δοκιμασμένου ηγετικού ταλέντου. H κομματοκρατία, όπως κάθε ολοκληρωτισμός, βολεύεται με τις μετριότητες. Tους φανερά προκισμένους που παρεισφρέουν στα κόμματα από νοσηρό ναρκισσισμό, ξέρει να τους οδηγεί έντεχνα στον αυτευνουχισμό τους.
Oι υπηρεσιακές κυβερνήσεις εξοφλούν υποχρεώσεις των κομμάτων, γραμμάτια παροχής υπηρεσιών. Kατά κανόνα υπηρεσίες στα κόμματα σπεύδουν να προσφέρουν άνθρωποι (δημόσιοι λειτουργοί, και όχι μόνο) που ξέρουν ότι οι ικανότητές τους δεν επαρκούν για να τους εξασφαλίσουν υψηλές θέσεις και προβολή στον δημόσιο βίο. Γι’ αυτό σπεύδουν έγκαιρα να προσκολληθούν σε κάποιο πλοκάμι της κομματοκρατίας, να δανειστούν δεκανίκια για την άνοδο σε κορυφές.
Mην ξεχνάμε ότι στην Eλλάδα είναι θεσμικά καταργημένη η αξιολογική κρίση όσων ανέρχονται στις ανώτατες βαθμίδες των κρατικών αξιωμάτων. Oι κορυφαίοι της Δικαιοσύνης, οι αρχηγοί των Eνόπλων Δυνάμεων, οι επικεφαλής Aνεξάρτητων Aρχών, οι διοικητές κρατικών οργανισμών, Tραπεζών, νοσοκομείων και παντός είδους ιδρυμάτων, διορίζονται από την εκάστοτε κομματική κυβέρνηση. Eπομένως και η αγνότερη δημιουργική φιλοδοξία να φτάσει κανείς σε τέτοιο ηγετικό μετερίζι, προϋποθέτει οπωσδήποτε να έχει φιλήσει ποδιές αηδιαστικής κομματικής μαγαρισιάς. Kαι σε τέτοια φιλήματα διαπρέπουν κατά κανόνα οι πιο μειονεκτικοί σε προσόντα.
Oσο βαθαίνει η «κρίση» τόσο και πιο αποκαλυπτική γίνεται. Φανερώνεται όλο και καθαρότερα το μέγεθος της συντελεσμένης καταστροφής, σωστός εφιάλτης. Kαι οι ελπίδες μας, η μια μετά την άλλη, αποδείχνονται φρούδες. Στην πρώτη φάση, με τους «αγανακτισμένους», πιστέψαμε ότι μια «κυβέρνηση τεχνοκρατών» θα μπορούσε να διαπραγματευθεί τις συνέπειες των κακουργημάτων της κομματοκρατίας (τα «μνημόνια») και να προχωρήσει σε σύγκληση Συντακτικής Eθνοσυνέλευσης για σύνταξη καινούργιου Συντάγματος. Φάνηκε, κάποια στιγμή, ο πανικός να εξαναγκάζει τα κόμματα σε μια τέτοια λύση, αλλά μέσα σε ώρες η κομματοκρατία είχε σπασμωδικά ανασυνταχθεί.
Mε τις πρόσφατες εκλογές ελπίσαμε ότι η πασίδηλη οργή της λαϊκής ψήφου θα πυροδοτούσε διεργασίες ριζικών ενδοκομματικών ανακατατάξεων, αυτοκάθαρσης από την κόπρο και τη μικρόνοια. Θα αφύπνιζε πατριωτισμό και φιλότιμο, προκειμένου να συνεργαστούν τα κόμματα σε συγκυβέρνηση για την αναχαίτιση των συνεπειών από τα κακουργήματά τους. Kαι αυτή η ελπίδα διαψεύστηκε.
Nα το ξαναπούμε: H δημοκρατία δεν είναι συνταγή, είναι άθλημα, και οι επιδόσεις στο άθλημα συνάρτηση τής κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Tριάντα οχτώ χρόνια η κομματοκρατία αφιόνισε την ελλαδική κοινωνία με την ηδονική ψευδαίσθηση ότι δημοκρατία είναι να ζεις βίο τρυφηλότατο με δανεικά. Nα μην παράγεις τίποτα, μόνο να διεκδικείς εκβιαστικά, γκανγκστερικά, όλο και τρυφηλότερη ευζωία.
Σήμερα, στο πρόσωπο του Tσίπρα η ελλαδική κοινωνία ζητάει να ξαναζήσει το «νταηλίκι» ηδονικού αμοραλισμού του Aνδρέα, το παραισθησιογόνο παραμύθι: Nα λέμε «οι βάσεις φεύγουν», ενώ έχουμε υπογράψει την παραμονή τους. Nα υπάρχει πάντα κάποιος Tσοβόλας «να τα δώσει όλα», όλα δανεικά για την ακόρεστη καταναλωτική μας λαγνεία.
Kαταψηφίζουμε με οργή τους παλιούς ζητώντας σε καινούργιους δημοκόπους ατόφιο το παλιό.

το βρήκαμε εδώ

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Ομιλία του Γέροντα Εφραίμ στους προσκυνητές της Ι.Μ. Βατοπαιδίου

Ο Γέροντας Εφραίμ μιλάει για την σωστή αντιμετώπιση της κρίσης από τον ελληνικό λαό και τους στενούς δεσμούς της Ορθοδοξίας με την Ελλάδα. Κάνει λόγο για "δυσκολίες που θα περάσουμε, αλλά δεν θα πρέπει να απογοητευτούμε και να δειλιάσουμε" μπροστά σ' αυτές.

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

ʼΕξ ευωνύμων…

του Νίκου Κοσμίδη
« Ωστε, αδελφοί μου αγαπητοί, έστω πας άνθρωπος ταχύς εις το ακούσαι, βραδύς εις το λαλήσαι, βραδύς εις οργήν• οργή γαρ ανδρός δικαιοσύνην Θεού ου κατεργάζεται» (Ιακώβου 1:19-20).


Με αυτά και με κείνα ήρθε και η στιγμή για τις νεώτερες γενιές να ζήσουμε πολιτικές καταστάσεις, που νομίζαμε ότι είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Πολλές οι μετεκλογικές συζητήσεις και οι ερμηνείες για ένα αποτέλεσμα που το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να διαχειριστεί. Πολλά και τα ερωτήματα για τα κριτήρια εκλογής των ψηφοφόρων, που θέλουν την Ευρώπη, επιθυμούν την παραμονή στην νομισματική ένωση, ζητούν αλλαγή πολιτικής με λίγο από άρωμα αριστεράς και πατριωτισμού, προσβλέπουν σε βελτίωση των οικονομικών και που μεταξύ όλων των άλλων άνοιξαν την είσοδο του Κοινοβουλίου και σε δυνάμεις που πιστεύαμε ότι κρατούσαμε κλεισμένες στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.


Αυτό που με προβληματίζει παρατηρώντας όχι μόνο το προκλητικό για το σύστημα εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά και τα όσα προηγήθηκαν τα τελευταία δυο χρόνια, έγκειται στην αντίληψη περί κοινωνικής δικαιοσύνης του Ελληνικού λαού και μάλιστα όσων, σε πείσμα των καιρών, βλέπουν τη ζωή τους συνδεδεμένη με τη Χριστιανική πίστη. Όχι στα πλαίσια μιας θρησκευτικής ιδιώτευσης, αλλά ως ζωντανής σχέσης και μαρτυρίας.


Έχει παρέλθει ο καιρός που επιτρέπονταν στους Χριστιανούς η ενδοσκόπηση και η απόσυρση στα «πνευματικά» ζητήματα, χάριν της ησυχίας. Διαπιστώνουμε σήμερα, μεσούσης της κρίσης, πως αυτή η μάλλον στρεβλή διάκριση πνευματικών, κοσμικών ή και ακαθάρτων ενασχολήσεων, απέτρεψε ανθρώπους, που αναζητούν την πλήρωσή τους στη σχέση τους με τον Θεό εν τη Εκκλησία, να ασκήσουν όχι μόνο γόνιμη κριτική αλλά και να συμβάλουν ενεργά στις κοινωνικές εξελίξεις.


Αρκετοί στον εκκλησιαστικό χώρο, λυπούνται, λένε, για την πολιτική και κοινωνική κατάντια της χώρας που εγκατέλειψε τις αιώνιες αξίες της Ελληνορθοδόξου παράδοσης, εγκαλώντας τους υπευθύνους να επιστρέψουν σε μετάνοια. Μετάνοια για την οικονομική κακοδιαχείριση, την προδοσία της εμπιστοσύνης του λαού, το ξεπούλημα της χώρας, τα σκάνδαλα, την υποθήκευση του μέλλοντος όχι μόνο της γενιάς μου, αλλά και αυτών που θ’ ακολουθήσουν; Ορθά όλα αυτά! Με τις ιδεολογικές αρχές που κατευθύνουν τα πολιτικά προγράμματα όμως τι γίνεται; Και μην μου πείτε ότι πέθαναν οι ιδεολογίες. Είναι άσχετη η παγκόσμια κρίση φτώχειας και ανέχειας, που βιώνει πολύ έντονα και η χώρα μας, με τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν δεκαετίες τώρα και με τα συμφέροντα που αυτές εξυπηρετούν, ιδιαίτερα σήμερα; Ας το σκεφτούμε καλά αυτό, όταν μακαρίζουμε και αναπολούμε τον «παράδεισο» της ευμάρειας που χάσαμε. Ευμάρειας για ποιους και εις βάρος ποιών;


Κάπου εκεί και με τη συνεχή, γενική και αόριστη αναφορά στα πνευματικά αίτια της κρίσης, ωσάν να διαλαλούμε κάτι πρωτοπόρο και αποκαλυπτικό, αρχίσαμε να ελπίζουμε πως θα ανακαλύπταμε εκ νέου τις χαμένες αξίες του κοινοτισμού, της προσφοράς και της αλληλεγγύης. Εμπνευσμένοι από τις Κυριακές ευαγγελικές περικοπές οι κληρικοί μας, μας ενθύμισαν τη σημασία της φιλανθρωπίας στη ζωή του Χριστιανού. Και ο εκκλησιαστικός λόγος μοιάζει να σταματά εκεί. Έτσι ο κόσμος είδε πια στην Εκκλησία τον αντικαταστάτη των υπηρεσιών της κοινωνικής πρόνοιας, που υπό άλλες συνθήκες θα αναμέναμε να ασκεί ένα οργανωμένο Ευρωπαϊκό κράτος.


Δεν μπορεί κανένας να παραβλέψει το γεγονός πως αυτές τις δύσκολες ώρες χωρίς την προσφορά των Χριστιανών, και όχι μόνο, η κοινωνική εξαθλίωση θα είχε οδηγήσει σε κατοχικές εικόνες. Οι άμεσες ανάγκες των συνανθρώπων μας, δεν μπορούν να περιμένουν την εκδήλωση κάποιου ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος από τους Ευρωπαίους και λοιπούς εταίρους, ούτε τη συμπόνια των λίγων εχόντων και κατεχόντων, ούτε την παγκόσμια επανάσταση των προλετάριων για την ανατροπή του καπιταλισμού.


Η πολιτική εξουσία βλέποντας αυτά τα οφέλη, τόνιζε σε κάθε σχετική αναφορά της όλο το προηγούμενο διάστημα, τη σημασία του κοινωνικού ρόλου της Εκκλησίας, συμπληρώνοντας, όμως, πως κάθε άλλη ανάμιξη στα κοινά υπερβαίνει τους διακριτούς ρόλους. Μια ερμηνεία που έφτασε να Την εξισώνει με φιλανθρωπικές οργανώσεις, ακτιβισμούς και τις κοινωνικές δραστηριότητες των καλών κυριών.


Ήγγικεν όμως ο καιρός που η φιλανθρωπία από μόνη της δεν μπορεί ν’ απαλύνει την κοινωνική οργή κι εμείς στεκόμαστε ανήμποροι να απαγκιστρωθούμε από το ρόλο που άλλοι μας ταίριαξαν, εξυπηρετώντας δικές τους σκοπιμότητες, για ν’ απευθύνουμε, όχι ένα φθηνό παρηγορητικό ευχολόγιο, αλλά λόγο αναζωπυρωτικό και μεταστροφής.


Ποια θα είναι τελικά η συμβολή της Εκκλησίας στην πορεία των πραγμάτων; Τι έχει να μας εμπνεύσει η Ορθόδοξη πίστη μας, που με τέτοιο ζήλο προσπαθούμε να διασφαλίσουμε αμόλυντη από στρεβλώσεις και πλάνες;


Φτάσαμε να θεωρούμε δεδομένη την αδυναμία της Εκκλησίας να απαντήσει στις προκλήσεις των καιρών. Πολλοί από μας κατασκευάσαμε δικαιολογίες για να αναπαύσουμε τη συνείδησή μας, επικαλούμενοι την Αγία Γραφή, τους Πατέρες και τελευταίως μετά μανίας «παραινέσεις» και «αποκαλύψεις» οσίων Γερόντων. Άλλοι πάλι στις κουλτουριάρικες χριστιανοπαρέες, επιδιδόμαστε με μαεστρία στη διαπίστωση των αδυναμιών και στην έκφραση της απογοήτευσής μας, μεταθέτοντας τις ευθύνες αλλού. Και υπάρχουν και κείνοι που δε βλέπουν κανένα πρόβλημα στο ότι αυξανόμενο μέρος της κοινωνίας και ιδιαίτερα της νεολαίας, αντιμετωπίζει την Εκκλησία ως κομμάτι του συστήματος, ενώ ονειρεύονται την επιστροφή στις «ένδοξες» ημέρες του όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, βρίσκουμε τελικά τον τρόπο για να στηρίξουμε το θρησκευτικό μας ιδεολόγημα, τις ποικιλώνυμες ορθοδοξίες μας.


Οι καιροί παρήλθαν και οι ισχνές αγελάδες έγιναν ακόμα ισχνότερες. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε και τον Χριστό και τα τριάκοντα αργύρια και αποτύχαμε. Δεν μπορεί• πρέπει πια να έχουμε ταρακουνηθεί! Ζητούμενο τώρα δεν είναι να ξεφύγουμε από την τακτοποίηση του παρελθόντος. Πάει, μας προσπέρασε πριν καν το καταλάβουμε. Δεν πειράζει. Εμείς ας την χαιρετήσουμε, λοιπόν, περιχαρείς για τη χάρη που μας έκανε.


Ναι, πιστεύουμε όλοι στο έργο καταλαγής και ενότητας που επιτελεί η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, ειδικά σ’ αυτούς τους διχαστικούς καιρούς. Το έργο αυτό επικαλούνται και οι ποιμένες μας, όταν τους απευθύνονται βολές για τη σιωπή - πνευματική ή φοβική, η ιστορία θα το δείξει- που πολλοί θεωρούν ότι επιδεικνύουν μπροστά στα όσα ζούμε. Αναμφίβολα το τελευταίο που θα θέλαμε είναι η μετατροπή του ναού σε κομματικό περίπτερο και του κηρύγματος σε ντελίριο πολιτικολογίας. Έστω και ασυναίσθητα, εισερχόμαστε στην εκκλησία με την ελπίδα της μετοχής μας σε μια άλλη κοινωνία, διαφορετική απ’ αυτή του συμβιβασμού, της υποκρισίας και του ατομικού συμφέροντος. Από την άλλη μήπως οι ίδιοι δεν είμαστε μέσα και έξω;


Ξεχάστε όμως ότι έγραψα. Περισσότερο λόγια οργής μοιάζουν. Καλύτερα, ίσως, τα λόγια υπομονής. «Μακροθυμήσατε ουν, αδελφοί, έως της παρουσίας του Κυρίου… ιδού ο κριτής προ των θυρών έστηκεν» (Ιακώβου 5:7,9).
το βρήκαμε εδώ

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

"Η Αλήθεια είναι πρόσωπο!"

Η πέμπτη ερώτηση από  ομιλία που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού στις 16 Δεκεμβρίου 2011 με τον κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ
Η υποδομή της Χριστιανικής μας ταυτότητας, υπόθεση ζωής
Δημήτριος Τσελεγγίδης
Ερώτηση 5

Άλλο ερώτημα αν υπάρχει. Το λαϊκόν στοιχείον! Ορίστε, εσείς πίσω! Και από κάποια κυρία μετά, γιατί έτσι θα φανεί ότι δεν είναι υπόθεση των ανδρών, αλλά όλων των ψυχών! Ορίστε!


Λοιπόν, κατ’ αρχήν να σας ευχαριστήσω που μας τιμάτε με την παρουσία σας. Απλά ήθελα να κάνω μίαν ερώτηση εγώ: ο Πόποβιτς έλεγε είναι στον άνθρωπο άπειροι οι δρόμοι της Σωτηρίας, όσες κι οι ψυχές των ανθρώπων. Ο π. Αλέξανδρος ο Σμέμαν στο ημερολόγιό του έλεγε ότι προκειμένου να σωθεί κάποιος άνθρωπος μπορούμε να καταργήσουμε, έλεγε, όλους τους κανόνες, όλους τους κανόνες προκειμένου να σωθεί· έτσι έλεγεν τουλάχιστον στο ημερολόγιο. Ο π. Παΐσιος έλεγε πάλι να προσέξουμε, λέει, κανόνες, να μην γίνουν, λέει, κανόνια για την Εκκλησία και να την ρίξουμε κάτω.
Η ερώτηση είναι: 1η ερώτηση: Τι είναι τελικά αυτή η πνευματική ζωή, που προηγουμένως αναφέρατε, είναι κάτι συγκεκριμένο; Τι είναι τελικά; Δηλαδή πρέπει ίσως έτσι κάπως να το… ίσως, δεν ξέρω, έχω το λογισμό ότι ίσως πρέπει να προσδιορίσουμε κάποια πράγματα ή δεν πρέπει;
2η ερώτηση: Παρακαλώ ορίστε, τον ορισμό, τι είναι η αίρεση τελικά;
Και η 3η ερώτηση που έχει σχέση με την 2η, η ερώτησή μου είναι, όταν ένας άνθρωπος αμαρτάνει θανάσιμα, όπως είπατε προηγουμένως, με κάποια, ίσως, σαρκικά αμαρτήματα, είναι αυτό το πράγμα αίρεση με τη γενικότερη έννοια κι όχι με την ειδική;
Ευχαριστώ.


Κι εγώ ευχαριστώ για τα ερωτήματά, που ήταν και πληθωρικά και σημαντικά.
Το 1ο ερώτημα: Σας είπα ευθύς εξαρχής, απ’ το πρώτο ερώτημα που μου τέθηκε ότι εδώ δεν ήρθα να σας μιλήσω ως Τσελεγγίδης, ας πούμε, δεν ήρθα να σας πω τη γνώμη μου. Αν συμβεί σε κάποια στιγμή, είπα σε κάποια στιγμή ότι «εδώ σας λέω τη γνώμη μου», πετάξτε με στα σκουπίδια, δεν με απασχολεί. Αλλά δεν ήρθα εδώ για να σας πω τη γνώμη μου. Έτσι λοιπόν, με όλο το σεβασμό στους Πατέρες που αναφέρατε, θα πω αυτό που λέει ο Χριστός. Επειδή είπατε για πολλούς δρόμους, αν και μπορώ να σας το ερμηνεύσω τι εννοούν, θα σας πω πρώτα, όμως, τι είπε ο Χριστός. Ο Χριστός είπε «εγώ ειμί η οδός». Δεν είπε «εγώ ειμί οδός», που αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχουν κι άλλοι, αλλά είπε «Η οδός». Το είπε δε, σε μία συνάφεια συγκεκριμένη, που έχει πολύ μεγάλη σημασία. Εγώ είμαι η Αλήθεια, εγώ ειμί η Αλήθεια, εγώ ειμί η οδός, εγώ ειμί η ζωή. (Ιωάν. 14, 6)
Δηλαδή, ως Αλήθεια που είμαι -είναι αυτό που λέμε Πίστη, έτσι- η Αλήθεια έχει έναν καθολικό χαρακτήρα, του όλου· δεν είναι κάτι το οποίο είναι αυτονομημένο ή δεν είναι κάποια ιδέα, είναι πρόσωπο και μάλιστα ενυπόστατο. Και το λέει «εγώ είμαι Αλήθεια», γιατί Αυτός  είναι το εξαγγελτικό πρόσωπο προς την κτίση, Αυτός έκανε την κτίση, Αυτός την αναδημιουργεί διά της Εκκλησίας, και Αυτός είναι το όνομα υφ’ ω δει ημάς σωθήναι, το μόνο, ο μόνος Κριτής της Οικουμένης, όχι των πιστών, όλων των ανθρώπων, όλων των εποχών. Επομένως έχει έναν κυρίαρχο λόγο, που αποκαλύπτει εν Αγίω Πνεύματι τον Τριαδικό Θεό. Έτσι λοιπόν λέει ότι «Εγώ είμαι η Αλήθεια», όχι να σας πω την Αλήθεια! Μιλάμε, επομένως, μια άλλη γλώσσα. Είναι υποστατική η Αλήθεια, είναι πρόσωπο δηλαδή η Αλήθεια. Αυτό το πρόσωπο δεν έχει ένα χαρακτήρα, έτσι, αποκαλυπτικό, γνωσιολογικό, άρα ξέρουμε αυτό είναι η Αλήθεια. Όχι. Λέει «Εγώ είμαι η Ζωή» κι όταν λέει η Ζωή εννοεί η όντως ζωή, η αΐδιος ζωή, αυτό που οτιδήποτε έχει ζωή οφείλεται σε Μένα, κατά ένα μέτρο, που τους έχω δώσει, αλλά η αΐδια ζωή –εννοεί εδώ την Αγιοτριαδική- είμαι Εγώ. Και προσέξτε τώρα· ο δρόμος, τώρα, για να ‘ρθείτε εκεί είναι ένας και μοναδικός, δεν υπάρχει άλλος, είμαι Εγώ. Δηλαδή, δι’ Εμού θα πάτε.
Υπάρχει τώρα, έρχομαι στην αίρεση· πρώτα στις θρησκείες. Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι λένε –και στις θεολογικές σχολές- υπάρχουν πολλοί δρόμοι. Πού το βρήκαν αυτό, εν σχέσει με αυτό που λέει ο Χριστός, εγώ δεν το έχω καταλάβει ακόμη! Είναι μάλλον εκ του πονηρού, εκτός και αν διευκρινίζεται· και θα έρθω μετά στη διευκρίνιση. Λέει ο άλλος ότι, ε, να έχουμε διάλογο με τις μονοθεϊστικές θρησκείες. Το Ισλάμ και ο Ιουδαϊσμός πιστεύει σε έναν Θεό. Το ερώτημα είναι, το να πιστεύεις σε έναν Θεό, μας φέρνει κοντά; Ποιος είναι αυτός ο Θεός; Είναι άλλος Θεός! Προσέξτε! Ενώ ο Θεός είναι ένας και μοναδικός, είναι Αυτός, ο Τρισυπόστατος, που μας αποκάλυψε δηλαδή ο Θεός Λόγος, έρχεται τώρα ο Ιουδαϊσμός π.χ. και δεν δέχεται Αυτόν που είπε ότι «εγώ είμαι ο δρόμος για να πάτε στον Θεό». Στους ίδιους τους Ιουδαίους το είπε, σε διάλογο μαζί τους, ότι εσείς δεν δέχεστε Εμένα, επομένως δεν μπορείτε να πάτε στον Πατέρα· δεν υπάρχει άλλος δρόμος! Και για να πας, δεν πας αγνώστως, πηγαίνεις εν πλήρη αισθήσει και συνειδήσει, με όλη αυτή την διαδικασία, να γίνεις μέλος Του, να έχεις τη ζωή Του κλπ. Άρα, όταν δεν δέχεται την ύπαρξή Του, ει γαρ έγνωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν (Α’ Κορίνθ. 2, 8), Τον σταύρωσαν κιόλας! Και μέχρι σήμερα δεν δέχονται την Θεότητά Του, επομένως δεν δέχονται την οδό. Τότε, πώς μπορεί να έχουν την αλήθεια, και πώς μπορούμε εμείς, ως συζητητές, να τους δείξουμε την αλήθεια, αφού ο δρόμος προς την αλήθεια είναι ο ίδιος; Ένα το κρατούμενο.
Το άλλο είναι το Ισλάμ· πάλι θα λέγαμε τα ίδια. Αφού οι Ισλαμιστές δεν δέχονται την Θεότητα του Λόγου ως Αρειανοί. Άρα η οποιαδήποτε συζήτηση μπορεί να έχει μόνον ακαδημαϊκό χαρακτήρα· δεν αγγίζει τα πράγματα, γιατί αρνούνται το βασικότερο, ότι είναι Θεός! Μα άμα βγάλεις από τον Χριστό την Θεότητα, από κει και πέρα είναι ανύπαρκτη, είμαστε ανύπαρκτοι εμείς ως Εκκλησία, που είμαστε το σώμα Του, δυνάμει του γεγονότος, όπως σας είπα, ότι εκ της κεφαλής έρχεται σε μας η ζωή Του· το Πνεύμα Του έχουμε πάρει στο Άγιο Χρίσμα, τη ζωή Του έχουμε, δηλαδή το αίμα Του, είμαστε συγγενείς του Χριστού εκ των οστέων Αυτού και εκ της σαρκός Αυτού (Εφεσ. 5, 30), όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, διότι κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη εκ του Θεού εγεννήθημεν, άρα μιλάμε σ’ ένα τελείως διαφορετικό χώρο.
Μπορεί να νοηθεί και σωστά, με την διευκρίνιση ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι, ότι ο Θεός, και προφανώς εδώ αυτό υπονοείται από τους Πατέρες, αλλά εγώ ήθελα να πω το δογματικό πρώτα και μετά να διευκρινίσω αυτό. Καθένας μας έχει μία στιγμή στη ζωή του, που λέμε ήρθε η ώρα του, να προσεγγίσει τον Θεό· άλλος Τον προσέγγισε νέος, άλλος Τον προσήγγισε μεσήλικας, άλλος Τον προσήγγισε –ουσιαστικά εννοώ- γέρος στην ηλικία. Ο Θεός είπα ότι μας καταδιώκει ως ο μανιωδέστερος των εραστών· ο Χριστός, έστηκα επί την θύρα και κρούω (Αποκάλ. 3, 20), λέει. Κάποτε, μέσα από τις δυσκολίες που μας φέρνει στον κάθε ένα, μας ξυπνάει κάποιο γεγονός που μας δυσκόλεψε και αυτό, που μπορεί να είναι ένας θάνατος πλησιεστέρου συγγενούς, μπορεί να είναι μία αρρώστια, ο άλλος λέει «Δόξα τω Θεώ, έχω καρκίνο!», λέει και οι άλλοι σφίγγονται μπροστά και δε θέλουν να χρησιμοποιήσουν ούτε τη λέξη, «άνοιξε τα μάτια μου, είμαι ευγνώμων στον Θεό, διότι τώρα Τον εγνώρισα!». Είδατε; Είναι ένας δρόμος! Αλλά ο δρόμος αυτός είναι πάλι ο Χριστός, ο μοναδικός! Αυτοί, θα λέγαμε, είναι τρόποι, με τους οποίους προσεγγίζουν, αλλά οι τρόποι αυτοί, όταν δεν είναι εν Χριστώ, όταν δεν Τον αναγνωρίζουν, γιατί αυτοί όλοι εδώ που λέμε, όλοι αναγνωρίζουν τον Χριστό μέσα από τις δυσκολίες κλπ., οπότε νομιμοποιείται αυτή η έκφραση.
Αίρεση. Αίρεση στα ελληνικά η λέξη αυτή σημαίνει «παίρνω κάτι», από ένα όλο παίρνω κάτι, το αυτονομώ δηλαδή και το νοηματοδοτώ εγώ διαφορετικά. Έτσι ήταν ο Άρειος, έτσι ο Νεστόριος κτλ, κτλ, κτλ. Αυτά όμως όλα, αναφέρονται στο θέμα της Πίστης. Δηλαδή αιρετικός, κατά την ακρίβεια, είναι μόνον εκείνος ο οποίος έχει εσφαλμένη Πίστη στον Τριαδικό Θεό. Και αυτά είναι πολλά σημεία, δεν είναι μόνο τα δόγματα, που έχει διατυπώσει η Εκκλησία· τα διατύπωσε τα δόγματα γιατί αμφισβητήθηκαν. Υπάρχουν κι άλλα σημεία· της Αιωνίου ζωής, ο άλλος σου λέει «υπάρχει Αιώνιος ζωή;». Αυτό είναι ένα δόγμα, και λέω, μα, το ομολογούμε, στο Σύμβολο της Πίστεως! Κατάλαβες, νομίζει ότι μπορεί να έχει μία άλλη άποψη στο θέμα αυτό. Αυτός γίνεται αιρετικός στην πράξη. Βεβαίως, δεν θα έρθει κανένα αφοριστήριο ιδιωτικό, όπως δεν θα έρθει ένα τέτοιο ενδεχομένως σε έναν, ο οποίος μοιχεύει, ας πούμε. Λέει, εγώ μοιχεύω και δεν έχω πρόβλημα. Έτσι νομίζει ότι δεν έχει πρόβλημα, γιατί αν ζούσε προηγουμένως μέσα στη συζυγική πίστη, θα αισθανόταν ότι τώρα δεν έχει αυτή την χάρη, που έχει πάρει στην Εκκλησία και δεν έχει αυτήν την διακοινωνία… Τέλος πάντων, αυτό είναι το λιγότερο· έχει κι άλλα πολλά προβλήματα που δεν θέλει να τα ομολογήσει απλώς.
Επομένως η αίρεση αφορά στο δόγμα.


Και η τελευταία ερώτησή σας. Ναι, ναι, στην πράξη δεν εφαρμόζει αυτό που καλύπτει το δόγμα, έτσι; Το οποίο είναι η εν Χριστώ ζωή μας, η αγιοπνευματική ζωή. Αυτό λοιπόν το πράγμα δεν το λέμε αίρεση. Αυτό είναι αμάρτημα και ανάλογα με την βαρύτητα που έχει, υπάρχουν τα 8 θανάσιμα αμαρτήματα που λέγονται κτλ, αλλά κάθε αμαρτία, να ξέρετε, μας χωρίζει από τον Θεό. Κι ας πω εγώ αυτό, το οποίο είναι το πιο απλό, από όπου αρχίζει κανείς. Όταν αποστεί ο νους από τον Θεό. Λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «νους αποστάς του Θεού», νους, ο οποίος χωρίζεται δηλαδή από τον Θεό, «ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης». Προσέξτε, «κτηνώδης» είναι ο βιολογικός, γίνεται βιολογικός άνθρωπος. Αν λοιπόν ο νους έχει αποσυνδεθεί και δεν προσεύχεται ο άνθρωπος, το βλέπουμε στην καθημερινότητα, ασχολείται με το τι θα φάει, τι θα πιει, πώς θα διασφαλίσει την υγεία του, πώς θα έχει ασφάλιστρα, χίλια δυο· έχει τον φόβο του θανάτου ουσιαστικά και προσπαθεί να πιαστεί από παντού, όμως έχει βαθύτατο αίσθημα ανασφάλειας. Αυτός λοιπόν είναι ο βιολογικός άνθρωπος. Όταν ενδώσει σ’ αυτή την εκκοσμίκευση, σιγά-σιγά από την βιολογικότητα την απλή περνάει στον δαιμονισμό! Και τον δαιμονισμό δεν εννοώ εδώ την κυριαρχία του σατανά μέσα του, αλλά την επήρεια μέσω των παθών του που τον κατευθύνει. Παράδειγμα να πω, ένας μανιώδης καπνιστής. Του λες, «δεν σε βλάπτει στην υγεία;», λέει «με βλάπτει», «ε, τότε γιατί δεν το κόβεις; Το θεωρείς καλό;», «όχι», «τότε γιατί δεν το κόβεις;». «Δεν μπορώ», λέει. «Θέλεις;». «Θέλω, αλλά δεν μπορώ, ή δεν θέλω να μπορώ! Μ’ αρέσει με όλες τις συνέπειες που θα έχει..».
Στα ναρκωτικά κτλ, δεν έχει την δύναμη να αντισταθεί. Δηλαδή, όταν ο διάβολος, διά των παθών μας, αποκτήσει κυριαρχικά δικαιώματα στον υπαρξιακό μας χώρο και να θέλουμε να τον διώξουμε δεν φεύγει εύκολα. Γι’ αυτό μας επισημαίνει η Εκκλησία και τον κίνδυνο να συνταχτούμε με τον πονηρό, να συμπεθεριάσουμε μαζί του και, από την άλλη μεριά, ότι δεν μπορούμε να δουλεύουμε σε δύο κυρίους. Αυτό πρακτικά το καταλαβαίνει κανείς· όταν δηλαδή προσέχει το λογισμό του –σ’ αυτό ήθελα να έρθω- και μόνο τον λογισμό να κάνεις για ένα πράγμα που δεν επιτρέπεται, είτε να επιθυμήσεις τα χρήματα κάποιου είτε να επιθυμήσεις σαρκικώς κάποιο πρόσωπο είτε να επιθυμήσεις κάποια δόξα και σου φαίνεται καλό αυτό το πράγμα κτλ. με του νου σου, μετά, όταν ερχόμαστε στο διά ταύτα διαπιστώνει ο άνθρωπος ότι δεν είναι εκείνος που ήταν. Δηλαδή χάνεται η κοινωνία του, αυτήν που υποτίθεται ότι είχε. Γιατί αν είχε το καταλαβαίνει! Αν δεν έχει, λέει τι ‘ναι αυτά που λες εσύ –εμείς οι δογματολόγοι, που επισημαίνουμε την μεγάλη σημασία των δογμάτων, την απόκλιση- μπα, και τι έγινε; τίποτα, εγώ δεν κατάλαβα τίποτα όταν είπα και αυτό το πράγμα ή έκανα και εκείνο το πράγμα.
Κάνει ο άνθρωπος μία συμπροσευχή π.χ., για να πιάσουμε ένα, τον κανόνα που ετέθη, και σου λέει και τι έγινε; Εγώ δεν αισθάνθηκα τίποτε! Μα δεν αισθάνθηκες τίποτε γιατί είσαι αναίσθητος· γιατί αν είχες αίσθηση ζωής αγιοπνευματικής δεν θα μπορούσες να το κάνεις χωρίς συνέπειες. Άρα νωρίτερα, πριν κάνουμε τις μεγάλες αμαρτίες, κάνουμε τις μικρές. Είναι αυτό που υπαινίχθην με το «μα», λέει, «από άγνοια». Έσπρωξε η κυρία, ας πούμε επισκέπτρια, χωρίς να το επιδιώκει, το βάζο και το έσπασε. Λέει, αχ, συγγνώμη, δεν το ήθελα. Ναι, πράγματι δεν το ήθελε. Δεν το πρόσεξα, δεν το είδα, δεν ήξερα ότι είναι εδώ. Ναι, αλλά αυτό έσπασε, ε; Το πράγμα έγινε. Και λέει, είδες, όμως, δεν το ήθελα. Και ίσως πολλοί δίνουν ελαφρυντικό στον εαυτό τους, ότι αφού είχε άγνοια, δεν το ‘κανε δηλαδή επί σκοπώ, που είναι το χειρότερο και διαβολικό, αλλά κακό είναι που έχουμε άγνοια. Άγνοια δεν έχει ποτέ ο άνθρωπος, δεν αμαρτάνει, δεν αστοχεί, όταν βρίσκεται στη σχέση του με τον Θεό, βρίσκεται εν προσευχή· δεν μπορεί να αμαρτήσει, θα τον πληροφορήσει ο Θεός, με τον οποιονδήποτε τρόπο Αυτός θα κρίνει.
Άρα, όταν κάτι κάνουμε από άγνοια, χτυπήσαμε με το αυτοκίνητο ή αστοχήσαμε σε οτιδήποτε άλλο, να μας προβληματίσει. Κι όπως έλεγε πολύ ωραία, και ο πατήρ Παΐσιος και ο πατήρ Εφραίμ, αν ζητήσουμε τον φάκελο εν προσευχή, θα μας τον δώσει. Κι είναι εκπληκτικό· δεν λέει πολλά ο φάκελος που έρχεται στο νου μας. Λέει μία λέξη: κατάκριση… έπαρση… Μας λέει μία λέξη, η οποία όμως αμέσως διαζωγραφείται μέσα στο νου μας, ποιο ήταν αυτό αφετηριακά. Πρώτα δηλαδή έρχεται η έπαρση, για ένα πράμα, έτσι, πήγε ο νους ατελώς εκεί που πήγε, και μετά έγινε κάτι· και λες, μα, γιατί μου έγινε αυτό; εγώ δεν έκανα τίποτε! Ζήτησε τον φάκελο και θα σου έρθει και θα δεις ότι έκανες και μάλιστα πολύ σοβαρό. Αυτό που σου συνέβη είναι πολύ μικρό αξιολογικά. Το μεγαλύτερο ήταν που συνέβη πριν την άγνοια.
Ο Θεός όμως δεν είναι μνησίκακος, στο αποκαλύπτει αν εσύ κατευθυνθείς ταπεινά εκεί. Γιατί, με το να Του το ζητήσεις σημαίνει ζητάς το έλεός Του γιατί δεν βλέπεις, ζητάς να σε φωτίσει. Λοιπόν τότε περνάμε σε μία άλλη διαδικασία πνευματική, η οποία όσο εκλεπτύνεται η συνείδηση και η σχέση με τον Θεό, βλέπει κανείς και τις μικρές σκόνες και όσο δεν τα δίνει σημασία φτάνει σ’ αυτήν την αφασία, την οποία εισπράττουμε σήμερα κτλ, και γίνονται οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι μες στην Εκκλησία αυτοί, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι οι αγιότατοι. Γιατί να ξέρετε, με βάση τη δεοντολογία της Εκκλησίας, για να γίνεις διάκος πρέπει να βρεθείς τουλάχιστον στην πρώτη κατάσταση των καθαρουμένων, δηλαδή να έχεις φροντίσει πολύ για την κάθαρσή σου· και ναι μεν δεν έχεις καθαριστεί εξ ολοκλήρου και είσαι στις απόρροιες, τέλος πάντων, του φωτισμού και μπορείς να γίνεις, με την καθοδήγηση του Πνευματικού, που βλέπει, να γίνεις διάκος. Δεν μπορείς όμως να γίνεις ιερέας αν δεν φτάσεις στον φωτισμό. Γιατί; Έρχεται ο άλλος και σε ρωτάει ένα πρόβλημα, πώς θα του απαντήσεις; Αυτά που ρωτάν συνήθως οι πιστοί, ο φωτισμένος άνθρωπος είναι αυτός, ο οποίος τα πέρασε, και διά της καθάρσεως, και το βλέπει καθαρά και αμέσως απαντά. Και λες πώς μ’ απήντησε, κι ήταν σωστό αυτό που απήντησε! Αν έχει ταπεινό φρόνημα κανείς πληροφορείται αμέσως από τον Θεό και αναπαύεται εσωτερικά, και από τη σύγχυση και ο λογισμός του κτλ, και λέει, μα, πώς, λέει, το βρίσκει κάθε φορά; Ό,τι και να του πω αμέσως το βρίσκει! Απλούστατα! Κι εγώ θυμάμαι κάποτε που ρώτησα, καλά, λέω, πώς το λέτε, πώς το είδατε, πώς το είπατε αυτό; Λέει, είναι πολύ απλό, λέει, όπως το είδα. Καλά, πώς το βλέπετε; Καλά, όλα τα βλέπετε; Άλλα βλέπω κι άλλα μου ‘ρχονται. Και πώς το λες, ένα πράγμα με τέτοια βεβαιότητα; Λέει, το λέω όπως μου έρχεται. Βλέπετε; Αυτός έχει τη σύνδεση, το παίρνει, τον αναπαύει και αναπαύει και τον άλλο· γιατί έχει φροντίσει νωρίτερα τον εαυτό του. Και ο Επίσκοπος είναι εκείνος, ο οποίος βρίσκεται στο στάδιο, οφείλει να βρίσκεται, στο στάδιο της θεώσεως και βλέπει όλα αυτά παρακάτω, αν πρέπει δηλαδή να γίνονται.
Κι επειδή μίλησα γι’ αυτήν την διάκριση, να σας πω και ένα προσωπικό γεγονός. Μια φορά είχα ένα πρόβλημα και ο πνευματικός μου ήταν πολύ μακριά. Βρισκόμουν σε κάποιον άλλον χαρισματούχο και σκέφτηκα να επωφεληθώ την παρουσία του προκειμένου να λύσω το πρόβλημά μου, κατ’ εξαίρεσιν εάν με δεχόταν. Και του είπα ότι έχω κάποιο πρόβλημα, μπορώ να σας μιλήσω; Λέει, ευχαρίστως. Του λέω, έτσι, ιδιαιτέρως να εξομολογηθώ. Πήγα λοιπόν στο εξομολογητήριο κι άρχισα να του λέω ένα περίπλοκο πρόβλημα που είχα. Διαπίστωνα όμως, καθ’ ην ώρα εγώ μιλούσα, ότι δεν με παρακολουθούσε· έχει κανείς την αίσθηση αυτή, νομίζω ότι καταλαβαίνεις αν ο άλλος σε προσέχει ή δεν σε προσέχει, όσο και να μην έχεις χαρίσματα. Λοιπόν μετά από λίγο δεν άντεξα στον πειρασμό και τον ρωτάω: με συγχωρείτε, γέροντα, προσέχετε τι λέω; Λέει, λέγε εσύ. Συνεχίζω εγώ να λέω, αλλά βλέπω, πεπεισμένος πλέον, ότι δεν με παρακολουθεί και προβληματίζομαι γιατί μιλώ αναλύοντας εγώ το πρόβλημα για να το καταλάβει;  Και μου λέει, λέγε εσύ. Α, λέω, με συγχωρείτε, γέροντα, θα μου επιτρέψετε να σας πω, έτσι ευθέως, εγώ έχω την αίσθηση ότι δεν με παρακολουθείτε· θέλω να μου πείτε, με παρακολουθείτε ή δεν με παρακολουθείτε; Ε, λέει, για να σου πω την αλήθεια, δεν σε παρακολουθώ. Λέω, τότε εγώ, γέροντα, γιατί μιλάω; Και μου λέει: απλούστατα, γιατί ήθελες να μιλήσεις. Έτσι δεν μου είπες, λέει, στο σαλόνι ότι θέλεις να μου μιλήσεις; Ε, κι εγώ σου είπα να ‘ρθεις να μου μιλήσεις. Τα χρειάστηκα εγώ. Λέω, αφού δεν με προσέχετε, εσείς τι κάνετε; Λέει, τη σύνδεση. Λέει, με συγχωρείς, εσύ εμένα ήρθες να ακούσεις ή τον Χριστό; Μα λέω εγώ, το ‘πιασα βεβαίως, το συμφέρον είναι ν’ ακούσεις το Χριστό, λέω, το Χριστό ήρθα ν’ ακούσω. Ε, λέει, πώς θα σου μιλήσω εγώ εκ μέρους του Χριστού αν δεν συνδεθώ εγώ με το Χριστό; Οπότε; Δεν το είπα το πρόβλημα. Ήμουν ακόμη περίπου στη μέση, αλλά τα αποφασιστικά στοιχεία που έδειχναν το αδιέξοδό μου, ήτανε μετά που θα του τα έλεγα. Φυσικά αμέσως παραιτήθηκα από το να του παρουσιάσω το πρόβλημα. Καταλαβαίνετε; Εγώ νόμιζα ότι πρέπει να του εξηγήσω, να δει το πρόβλημά μου, και να μου δώσει την απάντηση.
Είναι σαν να πας στο Χριστό και να πεις: Χριστέ μου, άκουσέ με σε παρακαλώ, να σου πω το πρόβλημά μου! Μα αυτός το είδε πριν εγώ γεννηθώ, το είδε και το γνωρίζει και μπορεί να μου το δώσει. Άρα λοιπόν βρισκόμαστε σε μια πολύ ζωντανή πραγματικότητα. Οπότε λέω, σταματώ, πέστε μου. Μου δίνει την απάντηση και μένω έκπληκτος. Διότι είχα την απορία πώς μπορεί να βρεθεί λύση σ’ αυτό το πρόβλημα. Κι όταν μου το ‘πε, αμέσως μέσα μου είπα, αυτή είναι η απάντηση, λύθηκε το πρόβλημα. Και του λέω, με συγχωρείτε, εσείς πάντα το βλέπετε; Λέει· μερικές φορές δεν το βλέπω, δεν βλέπω δηλαδή το πρόβλημα, αλλά το πληροφορούμαι. Ε, πώς γίνεται αυτό; Να σου πω ένα παράδειγμα. Ήρθε κάποιος νέος και μου ‘πε μία αμαρτία του. Εγώ αμέσως, με βάση τους ισχύοντες κανόνες, του έδωσα την  απάντηση. Έρχεται, λέει, μετά από δύο ώρες, ένας άλλος νεαρός και μου λέει ακριβώς το ίδιο πρόβλημα. Ε, κάνω εγώ τη σύνδεση και του δίνω μια απάντηση, η οποία ήταν όχι απλώς διαφορετική, σχεδόν αντίθετη με την προηγούμενη! Όταν έφυγε ο δεύτερος προβληματιζόμουν, πώς έδωσα αυτή τη διαφορετική απάντηση στο ίδιο ακριβώς ερώτημα. Αλλά ήταν βέβαιος, όπως μου είπε, ότι έδωσε τη σωστή απάντηση. Και είχα την απορία, έκανα προσευχή, ο Θεός δεν μου το απεκάλυπτε. Μετά από μία εβδομάδα ο δεύτερος ήρθε για συμπληρωματική δήλωση! Ήρθε να κάνει συμπληρωματική, λέει, εξομολόγηση. Μπορώ να σας πω; Να μου πείτε. Ε, είπε τα σχετικά, όταν τελείωσε λέει, θα μου διαβάσετε την ευχή; Λέει, όχι, γιατί να στην διαβάσω; Λέει, μα, σας είπα τόσα πολλά στοιχεία, που ανατρέπουν την προηγούμενη εξομολόγησή μου· αυτή δεν ήταν συμπληρωματική, ήταν ανατρεπτική, ουσιαστικά, της προηγουμένης. Λέει, όχι, αυτά που σου είπα. Λέει, δεν θα μου πείτε τίποτα; Όχι. Ε, πώς γίνεται αυτό; Λέει, σου τα είπα στην προηγούμενη εξομολόγηση. Μα στην προηγούμενη εξομολόγηση, λέει, εγώ δεν σας την είπα την αλήθεια. Εγώ όμως, λέει, σου την είπα. Τι συνέβαινε; Του έδωσε την απάντηση που θα του έδινε αν έκαμνε ειλικρινή εξομολόγηση!
Βλέπετε το πνεύμα του Θεού; Ο εξομολόγος, ο οποίος έχει τη συνείδηση ότι δεν λειτουργεί έτσι, από μόνος του και τι θα του πει ο λογισμός του, αλλά βρίσκεται σ’ αυτή τη σχέση, του έδωσε, του είχε πει και τον κανόνα του κτλ, και λέει μετά σε μένα, επειδή είχαμε έτσι μία σχέση άνεσης για να μου το πει, λέει: είδα λοιπόν ότι ο Θεός μου εξήγησε γιατί μου έβαλε στο στόμα μου αυτό που είπα την προηγούμενη φορά. Και ήταν το σωστό, έστω κι αν αυτός δεν είπε την αλήθεια. Όταν την είπε είχε πάρει ήδη την απάντηση· και χωρίς να την πει, το τι έπρεπε να κάνει και τι έπρεπε να υποστεί.
Βλέπετε, λοιπόν, πόσο ασφαλείς μπορεί να είμαστε όταν έχουμε ταπεινό φρόνημα γιατί ταπεινοίς δίδωσι χάριν (Ιακώβ., 4, 6) και όταν πιστεύουμε αληθινά στον Θεό και ζωντανά ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, αυτό που γιορτάζουμε πρέπει να το μεταφράζουμε στη ζωή μας. Γιατί το Χριστολογικό δόγμα, αυτό είναι το δόγμα της ενανθρωπήσεως, όπως και όλα τα δόγματα αν δεν μεταφράζονται πρακτικώς στη ζωή μας, δεν έχουν καμία σημασία. Είναι σαν το διάβολο που σας λέω· τα ξέρει αλλά δεν τον ωφελούν.
Γι’ αυτό έχει τεράστια σημασία να πιστεύουμε ότι το Πνεύμα της Αληθείας, που μας είπε ο Χριστός, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται, αυτό θα μας οδηγήσει λέει, εις πάσαν την αλήθειαν και τα ερχόμενα αναγγελλεί ημίν. Δεν υπάρχει παρελθόν και μέλλον, είναι διαρκές παρόν! Και θα παραμείνω, λέει, μαζί σας, φεύγοντας ο Χριστός, έως της συντελείας των αιώνων. Αυτό είναι ένα θέμα εμπειρικό, αυτό το ζούμε. Ζούμε δηλαδή ή οφείλουμε να ζούμε αν δεν το ζούμε να προβληματιστούμε γιατί δεν το ζούμε, ότι είναι αυτή η μεγαλύτερη ευεργεσία που δεν μπορούσαμε ούτε καν να τη φανταστούμε, ότι ο Θεός είναι παρών, ζωτικά παρών όμως, όχι ως ένας οφθαλμός που βλέπει τα πάντα ή τα βλέπει αστυνομικά, μας περιμένει στη γωνία, αλλά μας καταδιώκει η ευσπλαχνία Του και μας δίνει τη δυνατότητα εδώ και τώρα να έχουμε αυτήν την γεύση της μέλλουσας βασιλείας στο μέτρο της πρόγευσης, στο μέτρο του αρραβώνος. Γιατί τον αρραβώνα του Πνεύματος ακριβώς πήραμε, εμείς ως Ορθόδοξοι. Και μην το θεωρούμε αυτό, όπως ανοήτως λένε κάποιοι, αυτό δεν είναι ρατσισμός; Γιατί να θεωρούμε τους άλλους κατώτερος; Δηλαδή, αφού ο Θεός θέλει πάντας σωθήναι (Α’ Τιμ., 2, 4) κι αφού εμείς μένουμε ζωντανοί και κοινωνούμε σ’ αυτό το σώμα, αυτό είναι μια ευεργεσία, για την οποία δοξολογούμε τον Θεό.
Εμείς δεν μνησικακούμε για εκείνους που δεν το θέλουν. Αλλά δεν μπορείς να λες,  έλα όπως είσαι. Υπήρξε και αυτό το σλόγκαν κάπου, το ‘χετε ακουστά. Ελάτε στην Εκκλησία όπως είστε.
Να, τώρα κοιτάξτε ένα απ’ το χώρο της ηθικής ζωής, για να απαντήσω και στο ερώτημά σας και σ’ αυτό που τέθηκε ευθύς εξ αρχής και το είπα και εγώ προφορικά στην ομιλία μου, το να ανακρίνουμε αυτό που ακούμε. Όταν άκουσα εγώ, λοιπόν, «ελάτε όπως είστε», πήγε ο άλλος, με όλα τα συναφή, πήγε ένα ζευγάρι –μου έλεγε ένας πνευματικός- μετά από αυτό που λέχτηκε, χτυπάει την πόρτα στο μοναστήρι· ήταν η γυναίκα με το μπικίνι, αυτός με ένα μαγιό. Βγαίνει η μοναχή, τι θέλετε; Λέει, να προσκυνήσουμε. Λέει, πώς έτσι από δω; Λέει, να, περνούσαμε, λέει, κι είδαμε ότι είναι μοναστήρι, είπαμε να κατεβούμε, πηγαίνουμε στη θάλασσα, να προσκυνήσουμε. Μα, λέει, έχουμε εδώ κάποια ρούχα για την κυρία, για τον κύριο, ας πούμε, να ρίξετε επάνω σας, δεν μπορείτε, λέει, να ‘ρθείτε έτσι. Μα, λέει, εδώ ελέχθη, από την ηγεσία της Εκκλησίας, ελάτε όπως είστε!
Βλέπετε; Αυτοί έτσι το μετέφρασαν! Το ερώτημα είναι τώρα, ποιος έχει το δίκιο; Αυτοί που άκουσαν ελάτε όπως είστε, ντυμένοι, ημίγυμνοι, αύριο και γυμνοί να μπουν στην Εκκλησία; Γιατί τους είπε όπως είστε· εγώ σου λέει έτσι είμαι και δεν έχω πρόβλημα κιόλας, εσείς γιατί έχετε πρόβλημα; Πονηροί θα είστε! Άρα, ακούμε όμως αυτό από επίσημα χείλη. Εμείς τι θα κάνουμε τότε; Θα πούμε ότι εμείς λέμε κάτι άλλο; Δικαιούμαστε στην Εκκλησία να πούμε; Θα ανατρέξουμε στο Χριστό. Γι’  αυτό είπα εγώ, να έχει κανείς μια υπαρξιακή στάση απέναντι στο Χριστό. Δηλαδή, να είναι η ύπαρξή του προσανατολισμένη τι λέει επ’ αυτού ο Χριστός. Κι άμα το ζητάει, θα του το πει. Ο Χριστός δεν είπε ελάτε όπως είστε· είπε ακριβώς το αντίθετο: εάν θέλετε να γίνετε μαθητές μου θα πρέπει ν’ αρνηθείτε όλους εκείνους που εμποδίζουν αυτή τη σχέση. Η γυναίκα σας; Τα παιδιά σας; Ο πατέρας σας; Η μητέρα σας; Ο ίδιος σας ο εαυτός; Εάν μάλιστα δεν τον μισήσετε αυτόν και όλους τους άλλους, δεν μπορείτε όχι να μπείτε στη Βασιλεία του Θεού, δεν μπορείτε να γίνετε μαθητές μου! Δηλαδή, δεν μπορείτε να έχετε δεκτικότητα της ζωής μου!
Άρα, πρέπει να παραιτηθούμε, είναι αυτό το ίδιον θέλημα που έλεγα, που κυρίως το εκφράζει «εγώ νομίζω». Όχι «εγώ νομίζω». Δεν είπε ο επίσκοπος αυτό, «αλλά εγώ νομίζω»· αυτό είναι προτεσταντικό πέρα για πέρα. Ζητούμε ταπεινά να μάθουμε τι φρονεί η Εκκλησία επ’ αυτών. Αν έχουμε, όχι τότε ξαφνικά, αλλά νωρίτερα, αν έχουμε την πνευματική ωριμότητα θα λειτουργήσει μέσα μας αυτό το πράγμα και θα ανάψει ένα κόκκινο φως, να μου επιτραπεί να πω· κάτι δεν πάει καλά εδώ. Και τότε θα ανησυχήσουμε, θα ρωτήσουμε, και θα μάθουμε. Άρα χρειάζεται αυτό πολύ νωρίτερα. Και να το ανακρίνουμε με βάση του ποιο είναι το θέλημα του Θεού.
Θα μου πείτε τώρα εσείς, καλά μας τα λες κύριε καθηγητά, αλλά εσύ είσαι επαγγελματίας θεολόγος, μ’ αυτά ασχολείσαι κάθε μέρα, με μας τι θα γίνει; Να σας πω ένα παράδειγμα. Ήμουν στο εξωτερικό σε έναν ναό, όπου ήρθε κάποιος επίσκοπος από άλλη επαρχία, φιλοξενούμενος, και του εδόθη το βήμα να κάνει και το κήρυγμα στη Θεία Λειτουργία. Όταν εβγήκαμε από την Θεία Λειτουργία μού λέει κάποιο γνωστό μου πρόσωπο, πώς σου φάνηκε το κήρυγμα; Εγώ δεν μιλώ. Πες μου, πώς σου φάνηκε το κήρυγμα; Ε, λέω, τι σημασία έχει πώς μου φάνηκε το κήρυγμα; Όχι, όχι, πες μου. Ε, τώρα τι θα κάνουμε, κουτσομπολιό; Πώς μου φάνηκε εμένα ή πώς δεν μου φάνηκε; Γιατί με ρωτάς; Λέει, ξέρεις, από αυτά που άκουσα κάτι δεν μου άρεσε. Ε, τώρα δεν σου άρεσε… και τι θα πει αυτό; Τι θα πει δεν σου άρεσε; Πες μου ποιο ήταν αυτό; Λέει, το σημείο εκείνο, το οποίο μόλις το άκουσε τι έγινε; η ψυχή δεν το απεδέχθη! Λέει, όταν το άκουσα αισθάνθηκα μία άπωση αυτού του πράγματος. Το απέρριψε η ψυχή. Τι ήταν αυτό; Ήτανε το Πνεύμα το Άγιο, το Άγιο Χρίσμα δηλαδή, που έχουμε μέσα μας, κι επειδή υπήρχε μία πνευματική ετοιμότητα, μια νήψη, ένα ενδιαφέρον πνευματικό, ας το πούμε με την γενική αυτή έκφραση, πληροφόρησε αμέσως ότι εδώ υπήρχε λάθος. Λέω, μου κάνει εντύπωση πράγματι. Ήταν το μοναδικό, λέω; Σε άλλο τέτοιο σημείο της ομιλίας όχι; Όχι, μόνο σ’ εκείνο. Λέω, πράγματι, εδώ μπάζει! Ήταν εσφαλμένο αυτό το πράγμα. Και λέω τώρα εγώ, γιατί ήταν εσφαλμένο. Μόλις είπα τον λόγο, γιατί ήταν εσφαλμένο, λέει «αυτό είναι». Δεν το εγνώριζε προηγουμένως αλλά όταν εγνωστοποιήθηκε το απεδέχθη. Γιατί το απεδέχθη; Πάλι το Πνεύμα του Θεού ήτανε που συνηγορούσε ότι αυτή είναι η αλήθεια, παρότι δεν είχε, ας πούμε, επαγγελματικές θεολογικές σπουδές. Θέλω να πω με τούτο ότι δεν είμαστε πεταμένοι σ’ αυτόν τον κόσμο· έχει την πρόνοιά Του ο Θεός για μας, αρκεί εμείς να νοιαζόμαστε. Κι αν νοιαζόμαστε πνευματικά για την σχέση μαζί Του, τότε θα μας πληροφορεί και για τα δογματικά και για οτιδήποτε άλλο στη ζωή μας. Αλλά να ζούμε κι όχι να νομίζουμε ότι επειδή πήραμε τις εντολές, ας πούμε, του Θεού σαν κάτι, έναν καταστατικό χάρτη, για μια εξωτερική, έτσι, μόρφωση και ο νους μας βρίσκεται σε ταξίδια αναψυχής, καμιά φορά και ανεπιστρεπτί.


Παρέτεινα τον λόγο, εμένα δεν με πειράζει, αν υπάρχει ερώτημα ευχαρίστως, αλλά δεν ξέρω και η αίθουσα αν θα πρέπει να κλείσει. Δεν βλέπω όμως ερωτήματα.
Ευχαριστώ πολύ για τα ερωτήματά σας και την ευκαιρία που είχαμε να επικοινωνήσουμε μετά πολλής χαράς μαζί σας. Ευχαριστώ και τους πατέρες και τους διοργανωτές και τον κύριο πρόεδρο.


Εκ μέρους του πανιερωτάτου μητροπολίτου Λεμεσού να ευχαριστήσουμε τον κύριο καθηγητή, τον κ. Τσελεγγίδη, για τον κόπου που υπεβλήθη να έρθει εδώ απόψε να μας παρουσιάσει την εισήγησή του. Νομίζω ότι πέρα από τις δογματικές του γνώσεις η εμπειρία του και οι επαφές του με ενάρετους και αγίους άνδρες, νομίζω ότι διήνθισε τον λόγον του με εύστοχα παραδείγματα, αλλά και ο ίδιος, επειδή αγωνίζεται πνευματικά και γι’ αυτό και βλέπετε πόσο όμορφα μας έχει μεταφέρει υψηλές δογματικές θέσεις της Εκκλησίας μας.
Αλλά παράλληλα να ευχαριστήσουμε και τους εκπροσώπους του ΠΑΧΟΚ, που είχαν την ευγενή καλοσύνη να μας φέρουν εδώ τον καθηγητή και να υπάρξει αυτός ο συνπνευματισμός απόψε.
Ευχαριστούμε όλους σας κι ελπίζουμε την άλλη φορά, κ. καθηγητά, να έχουμε και περισσότερο κόσμο και πολλές, πιο πολλές ερωτήσεις. Ευχαριστούμε, καλό βράδυ.
Απομαγνητοφώνηση: Ιερά Μονή Παντοκράτορος

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία

Aπό τη σημερινή ημέρα δεν είναι λογικό να περιμένουμε εκπλήξεις. Tο ευτυχέστερο δυνατό αποτέλεσμα της εκλογικής διαδικασίας θα είναι η πρόσκαιρη αποτροπή συνθηκών χάους: ανεξέλεγκτης βίας, λεηλασιών, αιματοχυσίας.

Tου Χρηστου Γιανναρα

H ελληνική κοινωνία έχει βυθιστεί σε παρακμή χωρίς προηγούμενο. Στα τετρακόσια χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό οι συνθήκες επιβίωσης των Eλλήνων ήταν ασύγκριτα δυσκολότερες από τις σημερινές, συνήθως εφιαλτικές. Tο ίδιο και στα χρόνια των μεγάλων συμφορών: το 1897, το 1922, στην πολυαίμακτη ανταρσία του 1946 - 1950. Oμως....
σε όλες αυτές τις δραματικές περιστάσεις, όπως και στις επανειλημμένες πτωχεύσεις του κράτους, στον λιμό που συνόδεψε τη γερμανική κατοχή, στο μαρτύριο της προσφυγιάς που προηγήθηκε και σε κάθε άλλη συλλογική οδύνη, ο Eλληνας δεν έπαυε να βρίσκει στήριγμα ζωής στην ελληνικότητά του. Nα σώζει τη βεβαιότητα ότι αξίζει να είναι Eλληνας, «ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιωτέραν» – το ζούσε. Oχι με αφηρημένες, ψυχολογικές - επιδερμικές καυχήσεις, αλλά με σαρκωμένη την «ευγένεια» της προνομιακής καταγωγής σε πράξη: στη γλώσσα, στην ιστορική μνήμη και συνείδηση, στη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια: θησαύρισμα εμπιστοσύνης.

Σήμερα, σε συνθήκες παρακμής που μοιάζουν να τις έχουμε επιδιώξει μεθοδικά, η ελληνικότητα είναι αναπηρία, κουσούρι ή αναχρονιστικό ιδεολόγημα που προσφέρεται για καπηλεία: ψυχολογικό ντοπάρισμα αφελών. Nα είσαι Eλληνας δεν παραπέμπει σε ιδιαιτερότητα πολιτισμού, σε συνέχεια θησαυρισμάτων αρχοντιάς και καλλιέργειας, ούτε δηλώνει ένταξη σε ζωντανό σώμα σχέσεων κοινωνίας, σε «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. H ελληνικότητα της παρακμής είναι μόνο κρατική υπηκοότητα, Eλληνας επομένως σημαίνει μειονεκτικός συμπλεγματικός μεταπράτης που μόνο αντιγράφει, μόνο δανείζεται, πιθηκίζει το αλλότριο βαρβαρικό που του γυαλίζει. Oλα στη σημερινή παρακμιακή Eλλάδα είναι δάνεια, όλα απομιμήσεις, ο Eλληνας δεν παράγει, δεν έχει τίποτε δικό του να προτείνει. Aκόμα και τη γλώσσα του την πειθάρχησε στη βαρβαρική αρχή της «χρησιμότητας»: κατάργησε τους τόνους και τα πνεύματα για «ευκολία», αποκόπηκε από τη συνέχεια της ελληνικής εκφραστικής – αν είναι κάτω των σαράντα ετών δεν καταλαβαίνει ούτε τον Παπαδιαμάντη, του είναι ξένη γλώσσα το «Tη υπερμάχω». Θυσίασε ακόμα και το βασικό όχημα που του εξασφάλισε ιστορική επιβίωση επί τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια: τη μικρή κοινότητα – δέχτηκε αδιαμαρτύρητα το κορυφαίο έγκλημα του μεταπρατισμού: τον «Kαποδίστρια» και τον «Kαλλικράτη».

Δεν υπάρχει κόμμα στις σημερινές εκλογές που να εκφράζει έστω και ίχνος ελάχιστο πρόθεσης για αντίσταση στην παρακμή. Oλοι μιλάνε για «κρίση» και την καταλαβαίνουν σαν οικονομική αποκλειστικά δυσπραγία, γι’ αυτό και συναγωνίζονται σε αηδιαστική, ναυτιώδη κενολογία με μοναδικό μέλημα να εντυπωσιάσουν το άσκεπτο πλήθος και να υφαρπάσουν την ψήφο του. Tους βολεύει να συρρικνώνουν την παρακμή σε μόνη την οικονομική κρίση: δίχως το κουράγιο και την εντιμότητα να αποβάλουν από τα κόμματά τους τουλάχιστον τους αυτουργούς της καταστροφής στην οικονομία, πού να βρουν την ευθυκρισία και την τόλμη να αναθεωρήσουν τις πολιτικές που οδήγησαν εσκεμμένα στην παλιμβαρβαρική αγλωσσία, στη ρήξη και διακοπή της συνέχειας πολιτισμού των Eλλήνων, στη διαστροφή και κατασυκοφάντηση της ελληνικής ιστορίας, να καταγγείλουν τις πολιτικές που διέλυσαν το κύτταρο επιβίωσης του Eλληνισμού, τη μικρή κοινότητα;

O, τι πιο αποτροπιαστικό σε ανευθυνότητα, εγωλαγνεία και καιροσκοπισμό έχει να επιδείξει η ιστορία εκατόν ογδόντα χρόνων κρατικού βίου, το ενσάρκωσαν στην προεκλογική αυτή περίοδο οι φιγούρες: Eυάγγελος Bενιζέλος και Aντώνης Σαμαράς. Aπορεί κανείς για τον ολοσχερή πολιτικό αυτεξευτελισμό τους και για το δραματικό ανθρώπινο κατάντημα – άραγε δεν υπάρχει δίπλα τους ένας φίλος ειλικρινής ή στενός συγγενής, κάποιος με τίμια οδύνη, για το θέαμα τέτοιας αυτοδιαπόμπευσης και καταισχύνης; O Eυ. Bενιζέλος, με τη παγερή ευγλωττία επαγγελματία ψευδομάρτυρα, να θέλει να πείσει ότι αγνοεί, ακόμα σήμερα, την αποκάλυψη του Στρος - Kαν για το πώς πρακτορεύτηκε η παράδοση της Eλλάδας στον ζυγό του ΔNT, ότι αγνοούσε, δεν έβλεπε από τον υπουργικό του θώκο (όπου με όρκο ανέβηκε) τα όσα προετοίμασαν μεθοδικά και συνόδευσαν αδυσώπητα το εντεταλμένο κακούργημα. Kαι από την άλλη το θέαμα του A. Σαμαρά, φαιδρό και συνάμα καταθλιπτικό, να χτυπιέται στα προεκλογικά ανάβαθρα, με το κατά παραγγελίαν νευρόσπαστο πάθος της μετριότητας που μεγαλαυχεί, να τσιρίζει επαγγελίες και υποσχέσεις προκλητικά ανεδαφικές. Ωσάν να βρισκόμαστε σε εκλογές άλλων καιρών, ωσάν να μην είναι ολοφάνερη η διάλυση του κράτους, επαπειλούμενο το χάος, παραλυμένη από τη βύθισή της στον μηδενισμό η κοινωνία. Kαι ωσάν να μην έχει αποδειχθεί στην πράξη η ατολμία και ηγετική ανεπάρκεια του A. Σαμαρά.

«Oταν ο ήλιος του πολιτισμού είναι χαμηλά στον ορίζοντα, ακόμα και οι νάνοι ρίχνουν μεγάλες σκιές». Tο είπε ο Karl Kraus και το επιβεβαιώνει κάθε κοινωνία σε παρακμή. Oπου βρεθείς κι όπου σταθείς στην Eλλάδα σήμερα ανασαίνεις μπόχα σήψης και αποσύνθεσης, κατακλύζεσαι από μαρτυρίες και πιστοποιήσεις παράλυσης θεσμών και λειτουργιών, εκθηριωμένης φαυλότητας και αναιδέστατης ανικανότητας, βενιζέλειου αμοραλισμού και σαμαρικής ανερμάτιστης υπερφροσύνης. Δεν υπάρχει πτυχή του κοινού βίου που να μην κραυγάζει το κοινωνικό αδιέξοδο, την αδυσώπητη παρακμή: το σχολειό, η εφορεία, τα δημόσια έργα, η χωροταξία, τα δικαστήρια, η αστυνομία, οι φυλακές, ο στρατός, η «διοικούσα» Eκκλησία, ο συνδικαλισμός, η τοπική «αυτοδιοίκηση», τα νοσοκομεία και η περίθαλψη, τα τηλεοπτικά κανάλια και τα ραδιόφωνα, τα νεκροταφεία, τα ασφαλιστικά ταμεία – όλα, μα όλα σαρκώνουν στεντορείως την παρακμή. Mαρτυρούν το αδιέξοδο κάτσιασμα, τη βαρβαρότητα των εγωκεντρικών προτεραιοτήτων, τη χαμένη αίσθηση και χαρά να κοινωνείς τη ζωή, να μετέχεις, να μοιράζεσαι.

Kαι η «διανόηση» του τόπου επιμένει να ερμηνεύει την εξόφθαλμη παρακμή αποκλειστικά σαν αδυναμία μας να «εκδυτικιστούμε» επαρκώς, να «εξατομικευτούμε», να υποταχθούμε δίχως αντιστάσεις στον μεταπρατισμό, στη φανταχτερή αλλοτρίωση, στην παραίτηση από τη γλώσσα, την Iστορία, την πάλη για «νόημα». H πείρα δύο αιώνων προσπάθειας για επιβολή του κοραϊκού ιδεολογήματος δεν διδάσκει τίποτα τη «διανόηση» ούτε την πολιτική εξουσία.

Tο ψυχορράγημα ενός λαού με τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια ιστορία θα διαρκέσει ακόμα πολύ. «Πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία». 
το βρήκαμε εδώ

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012




"Κύριε, βοήθα να θυμόμαστε 
πώς έγινε τούτο το φονικό
την αρπαγή, το δόλο, την ιδιοτέλεια
Το στέγνωμα της αγάπης…Κύριε, βοήθα να τα ξεριζώσουμε"

Γιώργος Σεφέρης

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)