Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Παραδοσιακό αγιορειτικό κέρασμα α'

Το παραδοσιακό αγιορειτικό κέρασμα είναι συνήθως λουκούμι, ρακή, νερό και καφές.
Δεν γνωρίζω να υπάρχει κάποιος συμβολισμός σε αυτά που προσφέρονται ή είναι μία μακραίωνη συνήθεια που ανάγεται στους οθωμανικούς ή παλαιότερους χρόνους, αλλά θα έλεγα ότι με το λουκούμι γλυκαίνεσαι και ανακτάς γρήγορα δυνάμεις λόγω των σακχάρων που περιέχει, με τη ρακή κόβεται ο ιδρώτας του πεζοπόρου, με το νερό ξεδιψάς και με τον καφέ τονώνεσαι. Πολλές φορές το παραδοσιακό αγιορειτικό κέρασμα συνοδεύεται και με φρούτα, όπως σύκα κ. ά., όταν βέβαια είναι στην εποχή τους.
Με αφορμή το παραδοσιακό αγιορειτικό κέρασμα σκέφτηκα να προσφέρω στους αναγνώστες ένα είδος πνευματικού κεράσματος από μικρές αγιορειτικές ιστορίες που άκουσα ή ήμουν μάρτυρας ή ακόμα και σκέψεις μ' αφορμή βιβλία αγιορειτών ή πρώην αγιορειτών πατέρων.


Το λουκούμι

Υπήρχε μία μικρή έκθεση αγιορείτικου εργόχειρου στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας ακριβώς στην είσοδο της μονής, μπαίνοντας προς τα δεξιά.
Κάποτε σε μία από τις περιπλανήσεις μου φιλοξενήθηκα στη μονή της Μεγίστης Λαύρας και επισκέφθηκα την έκθεση. Ήταν καλοκαίρι. Υπήρχαν εκεί δύο νέοι μοναχοί που ήταν υπεύθυνοι της έκθεσης. Αφού αγόρασα μερικά πράγματα, οι μοναχοί με ρώτησαν τα γνωστά, από πού είμαι κτλ. Χάρηκαν όταν τους είπα ότι ήμουν προσκυνητής, που αγαπούσα να ταξιδεύω με τα πόδια, πεζοπορώντας στα μονοπάτια και στους λόγγους του Αγίου Όρους, και που το ταξίδι μου είχε και πνευματικό περιεχόμενο, με συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες κλπ.
"Η Παναγία θα μεσιτεύσει στον Υιό της για τη σωτηρία και όλων των προσκυνητών του Αγίου Όρους, ακόμα και αν έχουν ταξιδεύσει έστω και μία και μόνον φορά σ' αυτό" μου είπε ο ένας από αυτούς.

"Για όλους;" είπα αμφιβάλλοντας. "Μα ανάμεσα στους προσκυνητές υπάρχουν ξένοι, άνθρωποι άλλων θρησκευμάτων, άθεοι, αδιάφοροι, κακοί" αντέτεινα εγώ. "Πώς το ξέρετε αυτό;"
"Ένας Λαυριώτης ασκητής, που ασκήτευε μόνος του, ο Μάξιμος, κοιμήθηκε αυτές τις μέρες και βρήκαμε στα πράγματά του ένα τετράδιο με οράματα και πράγματα που του' χαν συμβεί και τα κατέγραψε. Υπάρχουν ακόμα και προφητείες μέσα" μου είπαν.
Η περιέργειά μου φυσικά εκτοξεύθηκε. "Και τι γράφει για τους προσκυνητές;" ρώτησα. "Είδε την Παναγία και του τό' πε" απάντησαν. "Μπορώ να δω κι εγώ αυτό το τετράδιο;" "Ε, καλά, για σένα... , καλά, έλα, αύριο από εδώ και θα το έχουμε. Θα μπορείς να το δεις κι εσύ…".
Μιλήσαμε ακόμα λίγο για το τετράδιο και τον Μάξιμο. Μετά η έκθεση έπρεπε να κλείσει και οι μοναχοί να φύγουν. Την άλλη μέρα όμως έπρεπε να φύγω κι εγώ, εκείνη τη φορά ήμουν με παρέα προσκυνητών αν και συνήθως ταξιδεύω μόνος. Φεύγοντας, είχα σκοπό να περάσω από την έκθεση και να ρωτήσω για το τετράδιο, αλλά η έκθεση ήταν κλειστή, άνοιγε αργότερα. Πόσο θα' θελα σήμερα να έχω δει αυτό το τετράδιο και το τι έγραφε μέσα. Γιατί να φύγω την άλλη μέρα;
Αλλά ας επαναλάβουμε αυτό που μου είπαν ότι κατέγραψε εκείνος ο λαυριώτης ασκητής:
Η Υπεραγία Θεοτόκος θα μεσιτεύσει, τω καιρώ εκείνω, στον Κύριο και Υιό της, υπέρ της σωτηρίας και όλων των προσκυνητών του Αγίου Όρους, όλων των εποχών, ακόμα και αν ήρθαν έστω και μία φορά στο περιβόλι της, έστω και για μία ώρα.

Η ρακή

Στην κουζίνα της Ιεράς Μονής Καρακάλλου, καθαρίζοντας πατάτες και κρεμμύδια μαζί με άλλους επισκέπτες και μοναχούς, γνώρισα έναν νέο μοναχό που μιλούσε σπαστά ελληνικά. Τον ρώτησα από πού είναι και μου είπε πώς ήταν αμερικανός. "Πώς έγινες μοναχός εδώ" ρώτησα με περιέργεια. Αυτή είναι μέσες άκρες η ιστορία του.
Ο μοναχός, ας τον ονομάσουμε John Smith, ήταν μοναχοπαίδι οικογένειας δικαστικών στην Αμερική (Η.Π.Α.). Οι γονείς του ήταν αρκετά πλούσιοι και είναι γνωστό ότι οι δικαστές στην Αμερική βρίσκονται πολύ ψηλά στην κοινωνική πυραμίδα. Η οικογένειά του ήταν ευαγγελικοί, σημαίνοντα στελέχη κάποιας ευαγγελικής εκκλησίας, ο πατέρας του ήταν μάλιστα και "ιερέας" αυτής της εκκλησίας, και ανέθρεψαν το παιδί τους με ισχυρές χριστιανικές αρχές. Όταν μεγάλωσε, ο John Smith, αποφάσισε να σπουδάσει θεολογία και οι γονείς του, αν και ήθελαν ο γιος τους να ακολουθήσει το δικαστικό επάγγελμα, δεν έφεραν αντίρρηση.
Στη ευαγγελική θεολογική σχολή, ο John Smith, διδάχθηκε και για τις ιστορικές, όπως τις έλεγαν, αρχαίες εκκλησίες, ανάμεσα τους βέβαια και για την ορθοδοξία. Στην περιέργειά του για αυτές τις αρχαίες εκκλησίες και αν υφίστανται σήμερα, ο John Smith θυμόταν ότι οι καθηγητές του απέφευγαν να απαντήσουν ξεκάθαρα, ή να δώσουν περισσότερες αναφορές, και άφηναν υπονοούμενα ότι δεν υπήρχαν πια.
Ο φοιτητής John Smith πηγαίνοντας μία φορά κάπου, σε κάποια πόλη της Αμερικής, είδε μπροστά του μία ορθόδοξη εκκλησία της ρωσικής διασποράς. Δεν είχε ποτέ του δει ως τότε πως ήταν μια τέτοια εκκλησία και μπήκε μέσα. Αυτό ήταν. Σε λίγο καιρό θα γίνει ορθόδοξος. Στην Αμερική αυτοί που αλλάζουν ομολογία δεν βαπτίζονται, αλλά μόνο χρίονται. Είναι συμφωνία μεταξύ των χριστιανικών δογμάτων της Αμερικής.
Κάποτε ταξίδεψε στην Ευρώπη, και κάπου άκουσε για το Άγιον Όρος, και μετά τις απαραίτητες διατυπώσεις, πήρε το διαμονητήριο για επίσκεψη τεσσάρων ημερών. Δεν ήξερε τότε ελληνικά. Πρώτη μέρα έμεινε στην Ιβήρων, δεύτερη στη Καρακάλλου.
Ο ορθόδοξος τώρα John Smith βασανιζόταν πάρα πολύ καιρό από τον ακόλουθο λογισμό. Ότι ο ίδιος δεν ήταν ορθόδοξος, γιατί δεν είχε βαφτισθεί. Και ότι δεν θά' πρεπε να συμμετέχει στα μυστήρια της εκκλησίας, αφού δεν ήταν ορθόδοξος. Δεν είχε βαπτισθεί. Όσους όμως ρώτησε στην Αμερική γι' αυτό, του είπαν ότι δεν χρειαζόταν να βαπτισθεί. Έτσι με τον καιρό έπαψε να ρωτάει, αλλά τώρα στο Άγιον Όρος ο λογισμός επανήλθε δριμύτερος.
Σκεφτόταν ότι ίσως έπρεπε να ρωτήσει κάποιον εδώ, στο Άγιον Όρος, αλλά ξένος και χωρίς να ξέρει ελληνικά, το έβλεπε αδύνατο.
Ήταν στο αρχονταρίκι, όταν ήρθε ένας μοναχός και τον ρώτησε αν ήταν ο John Smith. Στην καταφατική του απάντηση, ο μοναχός τού είπε ότι τον ζητούν στο τηλέφωνο της μονής. Ο John Smith πηγαίνει προς το τηλέφωνο και σκέφτεται ότι κάτι συνέβει στους γονείς του και ότι ψάξαν και τον βρήκαν οι διάφορες υπηρεσίες για να του ανακοινώσουν το κακό νέο.
Σηκώνει το τηλέφωνο. "Είσαι ο John Smith; " ρωτάει ένας στα αγγλικά. Στην καταφατική απάντηση λέει "Είμαι ο μοναχός Α από την Ιερά Μονή Αγίου Παύλου και, επειδή γνωρίζω αγγλικά, ο ηγούμενος της μονής Παρθένιος μού είπε να σου πω να βαπτιστείς!". Και κλείνει το τηλέφωνο.
Ο John Smith θα θελήσει να γίνει μοναχός στην Αγίου Παύλου, αλλά κατόπιν παρέμβασης του γνωστού γέροντος Παϊσίου, θα μείνει στην Καρακάλλου. Ήταν ίσως το όλο περιστατικό με το τηλέφωνο μία παρέμβαση του γέροντος Παϊσίου; Ο John Smith δεν ήξερε. Εγκαταβίωσε εκεί στην Καρακάλλου, αφού βαπτίστηκε πρώτα, κι άλλο τίποτα δεν ρώτησε. Ο πατέρας του ήρθε δυό, τρεις φορές να τον δει και όπως μού είπε ο John Smith το πήρε καλά.
"Τι ένοιωσες, όταν άκουσες αυτό στο τηλέφωνο; " τον ρώτησα.
"Δέος. Χαρά και φόβο μαζί. Μου μιλούσε ο ίδιος, ο ζων Θεός".

Το νερό

το παρακάτω το έγραψε κάπου ο γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, αλλά νομίζω όχι με τον ίδιο τρόπο. Το βάζω εδώ όπως το μηρύκασε ο νους μου από αυτό που θυμόμουν. Έχει σχέση με το νερό.
Όλοι ξέρουμε ότι το νερό αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου. Αποτελεί ταυτόχρονα και δομικό συστατικό του σώματός μας κατά τουλάχιστον 60-70% νερό (κατά βάρος), ενώ φθάνει μέχρι και το 90% εκείνου των κυττάρων.
Το νερό μετατρέπεται συνεχώς. Το νερό της ξηράς καταλήγει στα ποτάμια, τις λίμνες και τις θάλασσες, όπου εξατμίζεται σε υδρατμούς. Οι υδρατμοί συμπυκνώνονται και πέφτουν ως βροχή, χιόνι ή χαλάζι. Η ανακύκλωση του νερού του πλανήτη μέσω συνεχών μετατροπών στη φυσική του κατάσταση είναι γνωστή και ως υδρολογικός κύκλος ή κύκλος του νερού.
Αλλά αυτός ο κύκλος του νερού είναι μέρος ενός κλειστού συστήματος. Το ίδιο νερό εξατμίζεται, συμπυκνώνεται, πέφτει ως βροχή, καταλήγει στη θάλασσα και ξανά από την αρχή. Το ίδιο νερό. Το ίδιο νερό είναι συνέχεια.
Κάποιος πεθαίνει, το νερό του σώματός του καταλήγει στη θάλασσα, εξατμίζεται συμπυκνώνεται, πέφτει ως βροχή, πίνεται, σχηματίζει άλλα σώματα.
Έτσι μπορούμε να πούμε ότι μέσα μας, ως δομικό στοιχείο του σώματός μας, φέρουμε το νερό όλων των περασμένων ανθρώπων, όλων των γενεών, γυναικών και ανδρών, όλων των φυλών, των άσπρων, των μαύρων, των Αλβανών, των Αφγανών, των Τούρκων, των μουσουλμάνων, όλων.
Του Άβελ και του Κάιν, των φίλων και των εχθρών, όλων.
Όλων αξεδιάλυτα.

Ο καφές

Ανωνύμου γέροντος.
Γέροντα, είναι δύσκολο να αγαπά κάποιος τους εχθρούς του;
Α, αυτό είναι εύκολο. Το ν' αγαπάς τον εχθρό σου είναι εύκολο, το ν' αγαπάς τα πεινασμένα παιδιά στην Αφρική είναι ευκολότερο. Ν' αγαπάς τον κοντινό σου άνθρωπο, τον συγγενή σου, τον γείτονά σου, τον συνάδελφό σου, αυτόν τον γνωστό που δεν ανέχεσαι την παρουσία του δίπλα σου, είναι το δύσκολο. Το να αγαπάς αυτόν τον πλησίον σαν τον εαυτούλη σου, το ίδιο, είναι το δυσκολότερο πάντων.

το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Οι περιπέτειες ενός ανίδεου προσκυνητή

Πρωτοδιάβασα το βιβλίο οι Περιπέτειες ενός προσκυνητού όταν ήμουν δεκαέξι, δεκαεπτά χρονών. Δεν πίστευα ποτέ πώς το διάβασμά του θα μου αποκάλυπτε έναν εσωτερικό κόσμο για τον οποίον ήμουν εντελώς ανυποψίαστος. Αμέσως με γοήτευσε ο κόσμος των ρώσων προσκυνητών που περιέτρεχαν με τα πόδια τις ατέλειωτες εκτάσεις της τσαρικής Ρωσίας, βέρτσια επί βερτσίων, με ένα δισάκι στον ώμο, μόνο και μόνο για να προσκυνήσουν θαυματουργές εικόνες, λείψανα αγίων και να γνωρίσουν πνευματικούς στάρετς. Και το σπουδαιότερο, η εσωτερική προσευχή, η αδιάλειπτη νηπτική ευχή, η φιλοκαλία, όπως περιγράφονται στις αναζητήσεις αυτού του ρώσου προσκυνητού του βιβλίου, συνάρπαζε με την ένταση, το βάθος και την ποιότητά της έναν έφηβο, όπως ήμουν τότε εγώ. Τι κεκρυμμένος θησαυρός ξεπηδούσε από τις σελίδες αυτού του βιβλίου!


Υπήρχαν άραγε έλληνες γέροντες που να έχουν αναπτύξει την νηπτική ευχή και την πνευματικότητά τους σ' αυτό το επίπεδο που έγραφε το βιβλίο; Και που άραγε βρίσκονταν;


Ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις

Τότε καθώς άρχιζα να ταξιδεύω στον Άγιον Όρος, στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, ένα όνομα άκουγα συνέχεια να επανέρχεται στις συζητήσεις των προσκυνητών, το όνομα ενός προορατικού, πνευματικού έλληνα στάρετς, του παπά Εφραίμ από τα Κατουνάκια. Αποφάσισα να πάω να τον γνωρίσω. Μην πας, μου έλεγαν, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις. Είναι άρρωστος, πάνε τόσοι να τον δουν, που έχει χάσει την ησυχία του, και αναγκάστηκε να μην δέχεται πια επισκέψεις προσκυνητών στο κελλί του. Μην πας, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις, έλεγαν οι προσκυνητές, μην πας, έλεγαν κι οι μοναχοί, μην πας, αντηχούσαν και τα αρχονταρίκια των μονών του Αγίου Όρους.

Το ταξίδι αρχίζει

Και που μένει ο π. Εφραίμ, ρωτούσα. Στα Κατουνάκια. Και που είναι αυτά τα Κατουνάκια, συνέχιζα. Είναι περιοχή στην έρημο του Αγίου Όρους που υπάγεται στη Μονή Μεγίστης Λαύρας και στην οποία βρίσκονται ησυχαστήρια της. Η περιοχή είναι βραχώδης και απόκρημνη και βρίσκεται μεταξύ Μικρής Αγίας Άννας, Καρουλιών και Αγίου Βασιλείου.
Έρημος; Έρημος από βράχια; Όσο άκουγα τόσο πιο πολύ ήθελα να πάω. Έτσι φορτώθηκα το μικρό μου σακίδιο, τους αποχαιρέτησα όλους και έφυγα κατά κει, μόνος. Με συνάρπασε η ιδέα να ζήσω κι εγώ περιπέτειες προσκυνητού κατά το μέτρο βέβαια του δυνατού.
Στην Αγία Άννα, μού έκαναν ένα γενικό σκαρίφημα του τόπου που βρισκόταν το κελλί του πατρός Εφραίμ, αλλά μού τόνισαν, μην πας, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις, και το μονοπάτι δεν είναι καλό και μπορεί να χαθείς. Τότε δεν υπήρχαν οι σημερινές σημάνσεις των μονοπατιών και οι μοναχοί έκαναν πρόχειρα σχέδια και έδιναν οδηγίες όπως, θα βρεις δύο κυπαρίσσια, συνέχισε προς τα δεξιά, πιο κάτω το μονοπάτι χάνεται για λίγο, διασχίζει μια σάρα, περπατάς πάνω σε πέτρες, πρόσεχε γιατί οι πέτρες φεύγουν από τα πόδια σου, μετά θα δεις έναν σταυρό σιδερένιο στα δεξιά, εσύ προχώρησε προς τα αριστερά και ρώτα πιο κάτω στους Δανιηλαίους για περισσότερες λεπτομέρειες κτλ.
Το ταξίδι μου άρχισε. Ξεκίνησα πρωί, αποφασισμένος να πάω να επισκεφθώ τον πατέρα Εφραίμ, με το σκαρίφημα στο χέρι, όπου είχα γράψει και άλλες συμπληρωματικές οδηγίες.


Χάνομαι και σώζομαι

Στο ενδιάμεσο της διαδρομής χάθηκα, παρόλο που ακολουθούσα όσο γινόταν πιστά τις οδηγίες και αφού κάθε τόσο ανανέωνα την πιστότητά τους με πληροφορίες άλλων μοναχών που βρίσκονταν ενδιάμεσα και τούς επισκεπτόμουν, όπως των Δανιηλαίων.
Χάθηκα σε εκείνη την απίστευτη πέτρινη ερημιά. Ο βραχίονες του Άθωνα πέφτουν απότομα στο πέλαγος και στα ενδιάμεσα σχηματίζονται χαράδρες και σάρες με πέτρες που κατρακυλούν από ψηλά, ψηλά από τις κορυφές, και το σαθρό, εκείνο αεικίνητο σχεδόν έδαφος, με τις πέτρες που κατρακυλούν, εξαφανίζει τα ίχνη των μονοπατιών. Πιο πέρα μπλέχτηκα σε βάτα, σε θάμνους, και προσπαθώντας να καταλάβω πού υπάρχει μονοπάτι, κατέβαινα άθελά μου προς τη θάλασσα, σε έδαφος που έμοιαζε γκρεμός, τόσο ήταν κατηφορικό. Ίδρωσα, κουράστηκα, δίψασα, και άρχισα να σκέφτομαι ότι πραγματικά χάθηκα. Η ώρα περνούσε και το απόγευμα πλησίαζε. Παναγιά μου βοήθησέ με, είπα, πού' χω χαθεί εδώ στην ερημιά, βλέποντας μπροστά μου δύο τεράστιους αγκαθωτούς θάμνους να μου κλείνουν τον δρόμο. Με κόπο άνοιξα τους θάμνους, που με φιλοδώρησαν με μερικά αγκάθια, και εκεί που ανέμενα να δω μπροστά μου μία πυκνή έκταση αγκαθωτών θάμνων και βάτων που θα ήταν αδύνατον να την διασχίσω πια, πέφτω μπροστά σε δρόμο, σε μονοπάτι που ανέβαινε κάτω από τη θάλασσα, μέσα σε ανηφορική χαράδρα. Βγαίνω στο μονοπάτι, σηκώνω τα μάτια ψηλά και εκεί στα είκοσι μέτρα, βλέπω μία χαμηλή περίφραξη και μία μικρή χαμηλή πορτούλα, έναν σταυρό, και πιο πάνω, αρκετά προς τα πάνω, ένα κελλί.
Πλησιάζω στη χαμηλή πορτούλα και βλέπω μια επιγραφή με άσπρα γράμματα, καρφωμένη μπροστά στην πορτούλα που έγραφε "Αγαπητοί προσκυνητές, να μας συγχωρείτε, ο π. Εφραίμ είναι άρρωστος και δεν δέχεται επισκέπτες. Ο Θεός μαζί σας" ή κάτι παρόμοιο. Είχα λοιπόν φτάσει! Είχα σωθεί!

Θα με δεχθεί ο πατήρ Εφραίμ;

Κοιτάζω και βλέπω ένα μικρό σιδερένιο κουδουνάκι πάνω στην πόρτα. Το χτυπώ. Τίποτα. Το ξαναχτυπώ. Πάλι τίποτα. Καμιά κίνηση από το κελί. Όπως ήμουν κουρασμένος, κάθησα χάμω και περίμενα. Σηκώνομαι μετά από λίγα λεπτά. Ξαναχτυπώ το κουδουνάκι. Πάλι τίποτα. Σκεφτόμουν την αδάμαστη θέληση όλων εκείνων των αρχαίων προσκυνητών στην άνω Αίγυπτο και στη Θηβαίδα που έμεναν έξω από τα κελιά των αββάδων για δυο και τρεις μέρες περιμένοντας να τους ανοίξουν για ν' ακούσουν κάτι πνευματικό και αναθαρρούσα. Τι θα έκανα άραγε εγώ εάν δεν άνοιγε ο πατήρ Εφραίμ, αναλογιζόμουν. Πόσο άραγε θα μπορούσα να περιμένω στην κατάσταση που ήμουν; Μια μέρα; Να κοιμηθώ άραγε εδώ μπροστά σ' αυτή τη σιδερένια πορτούλα; Και που νά' χει νερό τριγύρω;
Τότε ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του κελιού και κατηφόρισε προς το μέρος μου κάποιος σα μοναχός. Μόλις έφτασε κοντά στην εσωτερική πλευρά της εξωτερικής πορτούλας, χωρίς να με ρωτήσει τι θέλω, μου λέει:
- Ευλόγησον, με συγχωρείς πολύ, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις.
- Ευλόγησον, γιατί;
- Εεε, είναι άρρωστος, το έγραψε και στην πινακίδα.
- Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αν είναι άρρωστος, αφήστε με να τον βοηθήσω!
Το είπα παρακαλετά, αλλά δεν ξέρω γιατί ή πώς μου ήρθε να το πω αυτό. Ήμουνα βλέπετε έφηβος τότε και η εφηβεία, το ξέρετε, είναι ανδρεία και τολμηρή. Αυτός με κοίταξε άναυδος, του επανέλαβα το ίδιο, και, χωρίς να μου πει τίποτα, επέστρεψε βιαστικά πίσω στο κελλί.
Μετά από λίγο ήρθε τρέχοντας πίσω. Άνοιξε την πόρτα και είπε ότι ο πατήρ Εφραίμ ήθελε να με δει. Ανέβηκα κάτι σαν αυλή και έφτασα στο σπιτάκι. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα.
Είδα τον πατέρα Εφραίμ. Χαμογελούσε, πιστέψτε με, γελούσαν τα μάτια του. Ώστε ήρθες να με βοηθήσεις είπε. Έσκυψα να του φιλήσω το χέρι χωρίς να πω τίποτα. Κάθησε, παιδί μου, κάθησε. Με περιεργαζόταν με μάτια που γελούσαν. Αφού ήρθες να με βοηθήσεις, τότε μείνε. Αυτές τις ημέρες θα κάνουμε την κουρά του δόκιμου από εδώ, του πατρός Ιωσήφ, θα έρθουνε συγγενείς του από τον κόσμο, μείνε να μας βοηθήσεις. Αλλά ξέρεις, παιδί μου, εμείς εδώ είμαστε μοναχοί και ακολουθούμε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Νηστεύουμε, προσευχόμαστε, υπακούμε στον γέροντα μας. Αν θα μείνεις εδώ, θα πρέπει να ακολουθείς και εσύ τον ίδιο τρόπο ζωής. Μάλιστα η μεγαλύτερη αρετή για μας είναι η υπακοή. Εγώ είμαι ο γέροντας του κελλιού αυτού. Θα μπορούσες να με υπακούς ως γέροντα, για όσο καιρό θα μείνεις εδώ; Ναι, γέροντα, απάντησα.

Η κουζίνα

Εκεί που καθόμασταν υπήρχε ένα παλιό ξύλινο τραπέζι, μερικές καρέκλες και ένας πάγκος. Απέναντι υπήρχε ένας καπνισμένος, μαύρος τοίχος και μπροστά ένας πάγκος με σκονισμένα, καπνισμένα γυάλινα μπουκάλια σε διάφορα χρώματα και μερικές ξύλινες τάβλες καρφωμένες στον τοίχο με διάφορα σκεύη. Ήταν η κουζίνα. Μαύρη και γκρίζα σκόνη παντού. Προφανώς η καύση των ξύλων για την παρασκευή φαγητού είχε καπνίσει όλο το χώρο.
Όταν καίγονταν τα ξύλα, οι ανταύγειες της φωτιάς πάνω στα καπνισμένα χρωματιστά γυάλινα μπουκάλια δημιουργούσαν την εντύπωση ενός μεσαιωνικού αλχημικού εργαστηρίου, όπου, έτσι μου φαινόταν, ο δόκιμος τότε Ιωσήφ πάλευε εκεί να μετασχηματίσει ταπεινά υλικά σε χρυσό φαγητό. Αλλά μήπως αυτό δεν ήταν το κελλί; Ένα εργαστήρι ψυχών, όπου με την βοήθεια του γέροντα αμαρτωλές, ανάξιες ψυχές, μετασχηματίζονταν σε ναούς του Αγίου Πνεύματος;

Τι τρώγαμε

Ο δόκιμος ήταν επιφορτισμένος με την παρασκευή του φαγητού. Η παρασκευή ήταν η εξής. Σε ένα φθαρμένο εμαγιέ τσουκάλι, έβραζε με ελάχιστο νερό πατάτες μαζί με τη φλούδα τους, έτσι όπως ήταν άπλυτες. Εκεί προσέθετε και ένα, δύο κρεμμύδια, μερικά σκόρδα, όλα με τις φλούδες τους. Όταν έλιωναν όλα αυτά, προσέθετε και τυχόν φαγητό που είχε περισσέψει. Την πρώτη φορά που έφαγα εκεί, είχε ρίξει μέσα παλιά ξινισμένη φακή. Αυτός ο, πώς να το πω, ανάλατος πολτός, μοιραζόταν στα τρία, σε μικρές μερίδες. Ο γέροντας έβγαζε και από ένα κουτί στάχτη και το έριχνε στο φαγητό του. Μάλιστα, ένα κουτάλι στάχτη! Ο πατήρ Εφραίμ ανακάτευε στο φαγητό του μια μεγάλη, γερή κουταλιά στάχτη. Το φαγητό εκείνο φυσικά ήταν αδύνατον να με χορτάσει. Την πρώτη φορά τούς ρώτησα αν αυτό ήταν μόνο. Φαίνεται ότι η απορία στα μάτια μου θα ήταν τόσο αθώα που ο πατήρ Εφραίμ, χαμογελώντας, με προέτρεψε να πάω έξω στην αυλή, όπου υπήρχε μια μουριά, να κόψω μούρα σε ένα τσίγκινο πιάτο και να τα φέρω να τα φάμε. Πήγα πράγματι έξω, βρήκα την μουριά, έκοψα όσο γινόταν περισσότερα μούρα και τα πήγα στο τραπέζι. Μόλις τα έφερα, άρχισαν να τα τρώνε έτσι όπως ήταν, άπλυτα, με τα μυγάκια και τα άλλα πλάσματα του Θεού. Να τα πλύνω, πάτερ; Τότε μου εξήγησε ο πατήρ Εφραίμ ότι το νερό ήταν βρόχινο, λιγοστό, το μάζευαν σε μια δεξαμενή και έπρεπε να μην το σπαταλούν. Υπάκουσα. Αλλά ο πάτερ Εφραίμ μού είπε ότι θα μπορούσα να πηγαίνω κάθε μέρα στην μουριά και να κόβω όσα μούρα θέλω και να τα φέρνω να τα τρώμε.


Που κοιμόμουν

Μου έδωσαν το καλό δωμάτιο, πάνω στον πρώτο όροφο. Είχε μια τάβλα ξύλινη, σχηματισμένη από δύο σανίδες, για κρεβάτι. Στον απέναντι τοίχο εικόνες και μια μικρή βιβλιοθήκη και πάνω από το κρεβάτι τη φωτογραφία μέσα σε κορνίζα ενός γέρου καταβεβλημένου μοναχού που κρατούσε στα χέρια του ένα κομποσκοίνι. Ο πατήρ Εφραίμ μού είπε ότι σε εκείνο το κρεβάτι κοιμόταν εκείνος ο γέρων μοναχός και ότι θα μπορούσα να λέω την ευχή, αν ήθελα, με το δικό του κομποσκοίνι. Και μού το έδωσε. Ήταν τρακοσάρι, χιλιάρι θα σας γελάσω. Πέρασαν τα χρόνια. Αλλά θυμάμαι ότι εκείνο το κομποσκοίνι είχε τόσο πολύ δουλευτεί στην προσευχή που το χρώμα του είχε φύγει και έμενε μόνο η ίνα.

Που να ξέρω τότε, ο ανίδεος, ότι κοιμόμουν στο κρεβάτι του γέροντος Ιωσήφ του ησυχαστού, ότι προσευχόμουν με το κομποσκοίνι του και ότι διάβαζα τα βιβλία που και ο ίδιος διάβαζε!
Εκεί κάθε φορά που προσευχόμουν με το κομποσκοίνι του γέροντος Ιωσήφ έβλεπα στον νου μου την μάνα μου να με κοιτά λυπημένη. Τα χείλη της έτρεμαν σε ένα βουβό παράπονο και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Ήταν αδύνατον να αντισταθώ στον λογισμό, ο οποίος με έπληττε με σφοδρή δύναμη, όσο και αν προσπαθούσα. Έφτασα να κουνώ το κεφάλι δεξιά κι αριστερά για να τον αποδιώξω, αλλά η μάνα μου εκεί στεκόταν λυπημένη, με βουβά δάκρυα, και χείλη να τρέμουν.

Τα τάπερ της μάνας

Η μέρα της κουράς του δόκιμου έφτασε. Οι άρρενες συγγενείς του κατέφθασαν όλοι. Δύο από αυτούς ανέβηκαν μέχρι το κελλί και μας ρώτησαν αν υπήρχαν μουλάρια για να ανεβάσουν τις προμήθειες πάνω στο κελλί. Μουλάρια δεν υπήρχαν. Ο πατήρ Εφραίμ με ρώτησε αν μπορούσα να βοηθήσω στο κουβάλημα μαζί με τον δόκιμο. Είπα ναι.
Το κελλί βρισκόταν πάνω σε μια απότομη, ανηφορική χαράδρα ανάμεσα σε δύο γιγάντιους βραχίονες του Άθωνα που κατέβαιναν απότομα στη θάλασσα.
Πήγα μέχρι το καΐκι, κάτω στη θάλασσα. Όπως οι επισκέπτες ξεφόρτωναν το καΐκι, παρατήρησα ότι ανάμεσα στα πράγματα υπήρχαν μεγάλα τετράγωνα ημιδιαφανή άσπρα τάπερ με φαγητά. Το μέγεθός τους φαινόταν να είναι σχεδόν ένα μέτρο επί ένα. Πρώτη φορά έβλεπα τάπερ τέτοιου μεγέθους και δεν ματαξαναείδα. Ρώτησα τι ήταν αυτά και αν μπορούσα να τα κουβαλήσω. Μου είπαν ότι ήταν όλα φαγητά που έφτιαξε η μητέρα του δόκιμου. Και, ναι, μπορούσα να τα κουβαλήσω. Ήταν δεκάδες! Και ακόμα είχε λάδια, μέλια, όσπρια σε τσουβαλάκια, κρασιά, μέχρι και δεσμίδες με τσάι του βουνού τυλιγμένες σε λεπτά υφάσματα. Το καΐκι μεγάλο και γεμάτο μέχρι πάνω! Και όλα αυτά τα είχε ετοιμάσει η μητέρα του δόκιμου με τα χέρια της. Νομίζω ήταν μοναχοπαίδι και η μάνα του τού είχε αδυναμία.
Φορτώθηκα μερικά τάπερ. Τι ωραία που φαινόντουσαν όλα αυτά τα φαγητά! Όσο και να έτρωγαν οι επισκέπτες, πόσα ακόμα θα περίσσευαν για μας! Με αυτή τη σκέψη, άρχισα να ανεβαίνω την ανηφόρα και το ζιγκ ζακ μονοπάτι τρέχοντας. Άφησα τα τάπερ που κουβαλούσα πάνω στο κελλί και κατέβηκα κάτω. Τρέχοντας.
Πιστέψτε με, ποτέ μου ξανά δεν έτρεξα τόσο πολύ ανεβαίνοντας σε ανωφερές μονοπάτι και μάλιστα των Κατουνακίων για όσους ξέρουν για τι πράγμα μιλάμε. Πήγαινα και ερχόμουν τρέχοντας χωρίς να λαχανιάζω. Κατέβαινα και ανέβαινα προσπαθώντας να μαντέψω το φαγητό που μισοδιακρινόταν σε εκείνο το γιγάντιο τάπερ. Τι είχε φτιάξει εκείνη η μανούλα μέσα σ’ αυτά!

Το βράδυ της κουράς

Παιδί, μου, εμείς πρέπει να περιποιηθούμε τους ξένους που φιλοξενούμε. Από σένα, παιδί μου, περιμένω τα περισσότερα, επειδή ο δόκιμος πρέπει να προετοιμασθεί. Να περιποιηθείς τους ξένους! Ευλόγησον, πάτερ, είπα δυνατά και με χαρά.
Το δωμάτιό μου δόθηκε στον πατέρα και στον θείο του δόκιμου. Δεξιά και αριστερά βολεύτηκαν όλοι. Το βράδυ θα ερχόντουσαν μοναχοί και γέροντες από άλλα κελλιά για την κουρά του δόκιμου. Θα έπρεπε να ετοιμάσουμε το πρωί εορταστική τράπεζα για όλους αυτούς. Το βράδυ έπεσε. Όλοι πήγαν να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν λίγο. Ο πάτερ και ο δόκιμος θα περνούσαν το βράδυ προσευχόμενοι.
Ο δόκιμος ήρθε και μου είπε ότι μπορούσα να ξαπλώσω λίγο σε έναν πάγκο που υπήρχε σε έναν διάδρομο. Πράγματι πήγα εκεί και προσπάθησα να ξαπλώσω, αλλά ήταν στενός και δεν αναπαυόμουν. Σηκώθηκα και πήγα έξω. Ο δόκιμος κάποια στιγμή βγήκε από το κελλί και με ρώτησε αν είχα βολευτεί στο στενό παγκάκι. Του είπα όχι. Μπορείς να κοιμηθείς στο υπόγειο αν θέλεις. Πήγα στο υπόγειο. Στο υπόγειο μόνο σκυμμένος μπορούσες να πας. Στη μέση είχε ένα μπαούλο με ένα τσουβάλι απλωμένο πάνω. Πάνω στο μπαούλο θα μπορούσα να κοιμηθώ. Ο δόκιμος μού είπε να μην φοβηθώ από τα ποντίκια, γιατί το υπόγειο είχε ποντίκια και μια φορά μάλιστα τον είχαν δαγκάσει όταν κοιμόταν, εκεί στο υπόγειο. Θεέ μου, ποντίκια! Πώς θα κοιμόμουν εκεί να με τρώνε τα ποντίκια, στο σκοτάδι;
Βγήκα έξω και καθόμουν σε ένα χαμηλό παγκάκι χαζεύοντας τον έναστρο ουρανό. Ο δόκιμος πήγε στην εκκλησία για να προσευχηθεί. Μετά από κάποιες ώρες μοναχοί από διπλανά κελλιά ήρθαν στο κελλί. Ένας από αυτούς με ρώτησε αν ήμουν συγγενής του δόκιμου. Είπα πως όχι. Ο ίδιος αργότερα έφυγε από το κελλί και πήγε κάπου στην ερημιά, μακριά, σε ένα βράχο να προσευχηθεί, μέσα στο σκοτάδι, μόνος.
Η κουρά λαμπρή. Ο πατήρ Εφραίμ ήταν ο ιερέας. Είναι αδύνατον να περιγράψω την μόνη φορά μέχρι τώρα που συμμετείχα σε κουρά μοναχού και μάλιστα στα Κατουνάκια. Δεν μπορώ να βρω τα λόγια.
Το πρωί μετά την τράπεζα και τις ευχές, οι επισκέπτες έφυγαν. Νομίζω ότι οι συγγενείς του πατρός Ιωσήφ έμειναν ακόμα μια μέρα, αλλά δεν θυμάμαι καλά. Αλλά είτε την ίδια μέρα είτε την επόμενη, έφυγαν κι αυτοί.

Τα φαγητά ρίχνονται στο βάθος της χαράδρας

Έφυγαν όλοι, επιστροφή στην ησυχία. Οι άρρενες συγγενείς του πατρός Ιωσήφ έφυγαν. Ήρθε το καΐκι και τους πήρε. Ο πατήρ Εφραίμ και ο πατήρ Ιωσήφ μοίρασαν στους επισκέπτες μοναχούς πολλά τρόφιμα και προμήθειες. Έστειλαν ακόμα και ευλογία σε αλλα κελλιά. Πολλά από τα τρόφιμα, αν όχι τα περισσότερα, εξαφανίστηκαν. Αλλά και πάλι είχαν μείνει μαζί μας όλα αυτά τα ατελείωτα τάπερ της μάνας. Σκεφτόμουν ότι θα τρώγαμε, τώρα που ησυχάσαμε, σπιτικό φαγητό και σε μια ατελείωτη ποικιλία, έτσι μου φαινόταν.
Ο πατήρ Εφραίμ με φώναξε. Παιδί μου, μού είπε, εμείς δεν ήρθαμε εδώ για να τρώμε και να απολαμβάνουμε. Το ξέρεις αυτό, παιδί μου, έτσι δεν είναι; Ναι, πάτερ είπα. Τότε πάρε όλα αυτά τα τάπερ και πήγαινε πέτα τα στη χαράδρα που βρίσκεται μετά τη μουριά. Έτσι όπως είναι με τα τάπερ. Όλα τα τρόφιμα. Και μετά μάζεψε μούρα και φέρε να φάμε. Θα πω κι εγώ τον πατέρα Ιωσήφ να φτιάξει κάτι να φάμε.
Κατάλαβα, θα επιστρέφαμε πάλι σε εκείνο τον, ας πούμε, πολτό, τον νοστιμισμένο με νιφάδες στάχτης.
Έχε το νου σου, παιδί μου, μου είπε σοβαρά ο πατήρ Εφραίμ κοιτώντας με στα μάτια. Έχε το νου σου να μην φας, να μην δοκιμάσεις απ’ αυτά τα φαγητά. Υποσχέθηκες να με υπακούς, το θυμάσαι; Ναι, πάτερ, είπα εγώ. Άντε, τράβα, παιδί μου, και να θυμάσαι, μην δοκιμάσεις απ’ αυτά τα φαγητά. Ότι φάγαμε, φάγαμε. Τώρα κάνε υπακοή, κι εγώ θα κάνω προσευχή. Και με κοίταξε σοβαρά και διερευνητικά.
Πήγα στη χαράδρα κουβαλώντας στα χέρια όλα αυτά τα τετράγωνα μεγάλα τάπερ με τα φαγητά. Είχε εκεί στην άκρη μια μεγάλη πλατιά πέτρα που μπορούσα να κάτσω ακριβώς πάνω από τη χαράδρα. Άνοιξα το ένα τάπερ να δω το φαγητό. Αγκινάρες αλά πολίτα. Όπως ήταν τις πέταξα μαζί με το τάπερ κάτω στην χαράδρα.
Άνοιγα και πέταγα. Πατατοσαλάτα. Καλαμάρια γεμιστά με πλιγούρι και λαχανικά. Πικάντικη μελιτζανοσαλάτα. Χταπόδι με παντζάρια. Γίγαντες με μυρωδικά. Ρεβίθια σαλάτα. Ψητές πιπεριές και κάπαρη. Άνοιγα και πέταγα. Φακές σαλάτα. Σουπιές με σπανάκι. Πατάτες γιαχνί. Φασόλια μαυρομάτικα. Άνοιγα και πέταγα. Άσπρη ταραμοσαλάτα. Φασόλια πιαζ. Πράσα με ρύζι. Μακαρονάκι κοφτό με ελιές. Μα πόσο καιρό μαγείρευε αυτή η μάνα; Ξαναπήγα πίσω στο κελλί και πήρα και τα υπόλοιπα. Ριζότο με λαχανικά και μανιτάρια. Κολοκυθάκια. Άγρια χόρτα στον ατμό. Αγκινάρες τηγανιτές. Τα πέταξα όλα. Τελευταίο έμεινε ένα πλαστικό άσπρο δοχείο με μέλι, νομίζω των δύο κιλών.

Το μέλι της αμαρτίας

Το κρατούσα και το κοιτούσα εκεί στη χαράδρα. Άνοιξα το καπάκι. Αρώματα ξεπήδησαν από μέσα. Αρώματα καραμελωμένων φρούτων, λευκών λουλουδιών και εσπεριδοειδών. Χρώμα λαμπερό σκούρο μελί με χρυσές ανταύγειες. Το ξανακοίταξα. Έβαλα λίγο το δείκτη του δεξιού μου χεριού μέσα. Μόνο λίγο, σε μια άκρη. Στάθηκα για μια στιγμή. Πήρα μια ανάσα, έβγαλα το δάκτυλο από το βάζο και το δοκίμασα.

Ήταν γλυκό, γλυκό πολύ.
Πλατάγισα τη γλώσσα και σηκώθηκα. Τότε αμέσως τύψεις επέδραμαν πάνω μου. Πέταξα το μέλι κάτω απότομα με μια κίνηση. Λυπόμουν πολύ. Παράκουσα τον γέροντά μου. Είχα παραβεί την υπακοή. Ο κόπος μου τόσες μέρες ζώντας εκεί πήγε χαμένος. Όλος μου αυτός ο κόπος, ο κόπος του καλού χάθηκε για λίγο μέλι, μέλι στην άκρη ενός δάχτυλου, τόσο μόνον.
Η γλώσσα μου φούσκωσε και πρήστηκε. Αργοκουνούσα τη γλώσσα μου χωρίς να έχω σάλιο. Πίκρα πικρή, πίκρα κατάπικρη, σα χολή, ανέβαινε, ερχόταν από το μέλι πού' χα γευτεί.
Πήγα προς τη μουριά να μαζέψω μούρα στεναχωρημένος. Μούρα δεν υπήρχαν στα κάτω κλαδιά, μόνον στα πάνω που δεν τα έφτανα. Ακούμπησα στην μουριά. Το ζωντανό αυτό όν, το δέντρο, ο σύντροφός μου τόσες μέρες, είχε γίνει ένα ξένο, άψυχο ξύλο. Σκόνταψα και χτύπησα σε ένα κλαδί. Η ίδια η φύση μ’ αποστρεφόταν. Μάζεψα μερικά μούρα από κάτω. Προχώρησα προς το κελλί. Μπήκα μέσα και έβαλα το πιάτο με τα μούρα στη μέση. Κάθισα.
Ο πατήρ Εφραίμ με κοιτούσε, αλλά εγώ δεν αντιγύρισα το βλέμμα του. Κοιτούσα μπροστά μου το πιάτο αμίλητος. Τότε ο πατήρ Εφραίμ έσκυψε προς το μέρος μου, ακούμπησε το χέρι του στο δικό μου, και μου είπε πολύ ψιθυριστά:
- Είδες παιδί μου πόσο πικρό είναι το μέλι της αμαρτίας;
Και ο τρόπος που τό’ πε, σαν στοργικός πατέρας, μού' σκισε την καρδιά.


Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Εκκλησία, το μεγάλο Νοσοκομείο

Οι Πατέρες λένε πως η Εκκλησία

είναι ένα μεγάλο Νοσοκομείο που εφημερεύει

σε εικοσιτετράωρη βάση, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια.

Ένα Νοσοκομείο που εφημερεύει για όλους.

Για ασφαλισμένους και ανασφάλιστους.

Για πλούσιους και για άπορους.

Για επώνυμους και ανώνυμους

και περιθωριακούς ανθρώπους.

Ένα μεγάλο Νοσοκομείο

στο οποίο αντιμετωπίζεται κάθε νόσημα

όσο βαθύ, όσο λοιμώδες και όσο θανατηφόρο και αν είναι.

Ένα μεγάλο Νοσοκομείο στο οποίο μπαίνεις άρρωστος

και βγαίνεις υγιής,

όπως η αιμορροούσα.

Μπαίνεις διώκτης και βγαίνεις Απόστολος,

όπως ο Παύλος.

Μπαίνεις αμαρτωλός και βγαίνεις άγιος,

όπως η αγία Μαρία η Αιγυπτία.

Μπαίνεις λύκος και βγαίνεις αρνί,

όπως ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας.

Μπαίνεις πτώμα εν αποσυνθέσει

και ανίστασαι τετραήμερος,

όπως ο Λάζαρος!

Γιατί στην Εκκλησία δεν υπάρχει θάνατος.

Δεν υπάρχουν νεκροί.

Η Εκκλησία είναι η χώρα των Ζώντων

όπου υπάρχει Ζωή

και περίσσεια Ζωής,

δηλαδή ο Χριστός!

[...]

Οι Πατέρες λένε πως η Εκκλησία αιώνες τώρα,

δίνει τα ίδια πανίσχυρα φάρμακα:

τις εντολές του Χριστού!

Η Εκκλησία αιώνες τώρα, εκδίδει

το ίδιο ιατρικό ανακοινωθέν

που εξέδωσε η Παναγία στην Κανά:

«ό,τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε».

Ό,τι μας λέει ο Χριστός, να το κάνουμε.

Άραγε, ό,τι μας λέει ο Χριστός, το κάνουμε;

Κι αν δεν το κάνουμε,

άραγε κλαίμε;



το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;


Γέροντας Σωφρόνιος

Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής.

Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά της χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του

ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά». Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις πού μόλις εκφράζονται,
εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό.

Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ' όλες τις δεήσεις.


Για το θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν αυτό πού ανέχονται σ' άλλους,

σ' αυτόν δεν το συγχωρούν, η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι άνθρωποι, όλα
στρέφονται εναντίον του. Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποιήσει. Επί πλέον
υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι η ανυπόφορη θλίψη από τη θεία εγκατάλειψη. Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σ' όλα τα επίπεδα της υπάρξεως του.

Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;... Είναι δυνατό αυτό;...


Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απρόσιτος μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους

κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα
ούτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά. Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το
αίσθημα πώς βαραίνει πάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού. Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πώς η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε
προσεκτικά σ' όλες τις πτυχές της ζωής του.

Χιλιόχρονη πείρα, πού παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πώς, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι' Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί

σε αβύσσους και ύψη πού είναι απρόσιτα σ' άλλους.

Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο Θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας,

πού μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.

Τότε γίνεται ολοφάνερο πώς έφτασε στα όρια, πού δεν μπορεί να ξεπεράσει ο άνθρωπος.


το βρήκαμε εδώ

Αγκαλιές ...

mishahug.jpg


Λένε πως ο άγιος Σέργιος του Ράντονεζ έδινε ακόμη και το μοναδικό κομμάτι ψωμί που είχε στην αρκούδα - υποτακτικό του ...



το βρήκαμε εδώ

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Μικρός ἤ Μεγάλος ῾Αγιασμός;


(+) Πρωτοπρεσβύτερος π. Μαρίνος Γεωργακόπουλος

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅπου ὑπάρχει πνευματική ὠφέλεια, ἐκεῖ πολλές φορές ἐπικρατεῖ συσκότιση καί κυκλοφοροῦν διαφορετικές ἐξηγήσεις καί ἀντιλήψεις οἱ ὁποῖες δυσκολεύουν τούς Χριστιανούς νά ἐπωφεληθοῦν ὅσο πρέπει καί ταιριάζει τίς ἁγιαστικές πράξεις τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

Γι’ αὐτό θεωροῦμε σκόπιμο ἀπό τίς στῆλες τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ἐνοριακοῦ ἐντύπου νά δοῦμε μέ συντομία τήν περίπτωση τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ, ὅπως μᾶς τήν διασώζει ἡ γραπτή παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

Καί πρῶτα – πρῶτα· Τί εἶναι ὁ ῾Αγιασμός;

Γράφει ὁ καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν κ. Εὐάγγελος Θεοδώρου στό περιοδικό «᾿Εφημέριος» τοῦ ἔτους 1965, σελ. 10 κ.ἑ.· «῾Αγιασμός τῶν ὑδάτων εἶναι ἡ τελετουργική πρᾶξις, διά τῆς ὁποίας ὕδωρ καθαγιάζεται δι’ ὡρισμένων εὐχῶν καί ἐπικλήσεως τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ὡς καί διά σταυροειδοῦς εὐλογίας καί ἐμβαπτίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. ῾Η τελετή αὕτη λέγεται «῾Αγιασμός» ἀκριβῶς διότι διά τοῦ ηὐλογημένου ὕδατος καί «τῆς τούτου μεταλήψεώς τε και ραντισμοῦ» πιστεύομεν, ὅτι ἁγιαζόμεθα καί καθαριζόμεθα τῶν ἁμαρτιῶν. Διά τοῦτο «δεόμεθα τοῦ Θεοῦ», ὅπως τό ἀγιαζόμενον ὕδωρ γένηται ἰαματικόν ψυχῶν καί σωμάτων καί πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως ἀποτρεπτικόν.»

῾Η χρησιμοποίηση ἁγιασμένου νεροῦ συναντᾶται σέ πολύ παλαιούς χρόνους τῆς ζωῆς τῶν χριστιανῶν.

᾿Από ἀρχαίους ἐκκλησιαστικούς ἱστορικούς, ὅπως εἶναι ὁ ᾿Επιφάνιος, ὁ Θεοδώρητος κ.ἄ., ἀναφέρονται θαύματα πού ἔγιναν μέ τό ραντισμό ἁγιασμένου νεροῦ, πού ἁγιάστηκε μόνο μέ τή σφράγιση διά τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ἐπίκλησης τοῦ ῾Αγ. Πνεύματος.

῾Ο καθηγητής Παν. Τρεμπέλας, στόν Α´ τόμο τῆς Θρησκευτικῆς καί Χριστιανικῆς ᾿Εγκυκλοπαίδειας (᾿Αθῆναι 1936, σελ. 136) γράφει σχετικά· «῾Η χρῆσις ὕδατος ἐπί σκοποῦ ἰάσεως ἀσθενῶν ἤ καθαγιασμοῦ τόπων βεβηλωμένων διά τῆς ἐν αὐτοῖς ἀνεγέρσεως εἰδωλείων ἤ βωμῶν εἰδωλολατρικῶν, τοῦ ὁποίου ὅμως ὁ ἁγιασμός ἐγίνετο οὐχί δι’ ἰδιαιτέρας τινός ἀκολουθίας, ἀλλά μόνον διά τῆς ἁπλῆς σφραγίσεως αὐτοῦ διά τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ, ἀνάγεται εἰς χρόνους παλαιοτάτους».

῎Ετσι παρατηροῦμε ὅτι τό ἁγιασμένο νερό χρησιμοποιήθηκε ἀπό τήν ᾿Εκκλησία σέ πολύ παλαιούς χρόνους καί μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου διαμορφώθηκαν οἱ ἰδιαίτερες ἀκολουθίες πού ἔχουμε μέχρι σήμερα.

Οἱ ἀκολουθίες τῆς ᾿Εκκλησίας μας πού «καθαγιάζουν τά ὕδατα» εἶναι τρεῖς· Τό Βάπτισμα, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός καί ὁ Μικρός.

Μαρτυρία γιά τό Μεγάλο ῾Αγιασμό μᾶς δίνει ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος πού σέ μιά ὁμιλία του, πού ἔκανε στό ἅγιο Βάπτισμα τοῦ Κυρίου, κάνει λόγο καί γιά τούς πιστούς τῆς ἐποχῆς του, πού εἶχαν τή συνήθεια νά κρατοῦν καί νά φυλάγουν τό Μεγάλο ῾Αγιασμό στά σπίτια τους. ῾Ο καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου κ. ᾿Ιωάννης Φουντούλης γράφει σχετικά στήν ὑπ’ ἀριθμ. 79 ἀπάντησή του στό βιβλίο του (᾿Απαντήσεις εἰς Λειτουργικάς ἀπορίας, σελ. 142-143)· «῾Ο ἱερός Χρυσόστομος στό λόγο του ὁμιλεῖ γιά τή συνήθεια τῶν πιστῶν νά ἀντλοῦν ἀπό τό ἁγιαζόμενο κατά τήν ἑορτή αὐτή νερό καί νά τό διατηροῦν στά σπίτια των καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ ἔτους καί ἐπί δύο καί τρία ἀκόμη ἔτη. ᾿Ασφαλς σκοπός τους ταν νά πίνουν πό ατό νά χρίωνται καί νά γιάζωνται ν κατά τή διάρκεια το τους ερίσκοντο σέ ψυχική σέ σωματική νάγκη».

῾Η ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ ἐκτός ἀπό τά εἰρηνικά της, πού περιέχουν σχετικές αἰτήσεις μέ τή θεραπεία τῶν ψυχικῶν καί τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν τῶν πιστῶν ὅπως εἶναι· «῾Υπέρ τοῦ γενέσθαι τό ὕδωρ τοῦτο… εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος… καί ὑπέρ τοῦ γενέσθαι αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων…», ἀναφέρεται καί στή διατήρησή του ὡς ατρεον παθν· «Αὐτός, οὖν, φιλάνθρωπε βασιλεῦ, πάρεσο καί νῦν διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου σου Πνεύματος, καί ἁγίασον τό ὕδωρ τοῦτο καί δός αὐτῷ τήν χάριν τῆς ἀπολυτρώσεως, τήν εὐλογίαν τοῦ ᾿Ιορδάνου. Ποίησον αὐτό ἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον. ῞Ινα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ‘‘χοιεν ατό πρός καθαρισμόν ψυχν τε καί σωμάτων’’ πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν, ἐπιτήδειον…».

῾Η ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ τῶν Θεοφανίων ἐπεκράτησε σχεδόν ἀπό τόν Ε´ αἰῶνα νά γίνεται δύο φορές. Τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς μετά τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ μεγάλου Βασιλείου καί τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς μετά τήν ἀπόλυση τοῦ ὄρθρου, σύμφωνα μέ τά μυστηριακά τυπικά ἤ μετά τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας κατά τήν ἐνοριακή πράξη τῆς ᾿Εκκλησίας μας σήμερα.

᾿Αρχικά ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός γινόταν σέ ἀνάμνηση τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Κυρίου στή διάρκεια τῆς μεγάλης παννυχίδας (ὁλονυκτίας) τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων. Μετά ἀπό τήν ἀκολουθία τοῦ ῎Ορθρου ἐτελεῖτο ἡ ἀκολουθία τοῦ ῾Αγιασμοῦ καί οἱ πιστοί «ἀντλοῦσαν» ἁγιασμένο νερό, ἔπιναν καί «ἐρραντίζοντο» καί ἔπειτα, σ’\αὐτό τό νερό, τό ἁγιασμένο μέ τίς εὐχές τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐβαπτίζοντο οἱ κατηχούμενοι. Στή λειτουργία πού ἀκολουθοῦσε στή συνέχεια, ἦσαν καί οἱ νεοφώτιστοι, πού γιά πρώτη φορά ἔπαιρναν μέρος, γι’\αὐτό καί μέχρι σήμερα ψάλλεται σ’\αὐτή ἀντί τοῦ τρισαγίου ὕμνου, τό «῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε…».

Στήν οὐσία, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός ξεκίνησε ἀπό τό εὐλογημένο νερό τοῦ ἱεροῦ Βαπτίσματος. Καί αὐτό φαίνεται καθαρά ἀπό τή σύγκριση καί ὁμοιότητα πού παρουσιάζουν οἱ δύο ἀκολουθίες, τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ, μέχρι σήμερα.

῾Ο ἱερός Αὐγουστῖνος σημειώνει ὅτι στίς ἡμέρες του, γονεῖς ἔφερναν τά παιδιά τους νά τά βαπτίσουν ὄχι γιά νά λάβουν τά πνευματικά χαρίσματα τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ τοῦ Βαπτίσματος, ἀλλά γιά νά ἐπωφεληθοῦν ἀπό τίς «ἰαματικές ἰδιότητες» πού εἶχε τό εὐλογημένο νερό καί νά γίνουν καλά ἀπό τίς διάφορες σωματικές τους ἀσθένειες. Σέ μιά του ἐπιστολή, ὁ ἴδιος πατήρ, ἀναφέρει ὅτι δύο πρόσωπα κατά τήν ὥρα τοῦ Βαπτίσματος ἔγιναν καλά ἀπό ἀνίατες ἀρρώστειες. (Βλέπε καί Θρησκευτική καί ᾿Ηθική ᾿Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Α´ σελ. 225).

῎Ετσι παρατηροῦμε ὅτι πολύ γρήγορα σχηματίσθηκε ἡ πεποίθηση στούς πιστούς χριστιανούς ὅτι τό ἁγιασμένο νερό τοῦ Βαπτίσματος ἦταν χρήσιμο καί γιά τούς βαπτισμένους πιστούς προκειμένου νά τό ἔχουν σάν φάρμακο στά σπίτια τους, γιά μετάληψη καί ραντισμό.

Γιά λόγους πρακτικούς καί γιά νά μήν ἐμποδίζονται οἱ λειτουργοί ἱερεῖς στό βάπτισμα τῶν πολλῶν κατηχουμένων ἀπό τήν προσέλευση τῶν πιστῶν πρός ἄντληση ἁγιασμένου νεροῦ, καθιερώθηκε ἡ τελετή τῆς ἀκολουθίας τοῦ ῾Αγιασμοῦ νά γίνεται δύο φορές. Τήν παραμονή στήν παννυχίδα καί τήν ἑπομένη ἡμέρα τῆς ῾Εορτῆς.

Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ (ΣΤ´ αἰώνας) καί τήν τέλεση τοῦ Βαπτίσματος σέ ὁποιαδήποτε ἡμέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χρόνου, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός ἐξακολουθεῖ νά γίνεται δύο φορές μέχρι τίς ἡμέρες μας, χωρίς νά ὑπάρχει διαφορά τοῦ ἑνός ῾Αγιασμοῦ τῆς παραμονῆς καί τοῦ ἄλλου τῆς ἑορτῆς, 5 καί 6 ᾿Ιανουαρίου.

Η κολουθία το μεγάλου Αγιασμο εναι μία καί ατή, ετε τελεται τήν παραμονή, ετε τήν μέρα τς ορτς τν Θεοφανίων.

῾Ο καθηγητής ᾿Ι. Φουντούλης, σημειώνει στήν ὑπ’ ἀριθμ. 208 ἀπάντησή του·

«Καί ὅπως ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία καί αὐτή εἴτε τελεῖται τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα, τήν Κυριακή, ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἡμέρα τοῦ ἔτους καί ὁ κοινωνῶν κοινωνεῖ πάντοτε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, ἔτσι καί στήν ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ῾Αγιασμοῦ μεταβάλλεται διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τό εὐλογούμενο ὕδωρ σέ Μέγαν ῾Αγιασμό, σέ ὁποιαδήποτε ἀπό τίς δύο ἡμέρες τελεσθεῖ ἡ ἀκολουθία. ῾Η διπλή τέλεσις τῆς ἀκολουθίας προῆλθε ἀπό καθαρῶς πρακτικούς λόγους, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν».

Πολλοί κατά διαστήματα προσπάθησαν νά δώσουν διάφορες ἐξηγήσεις καί συμβολισμούς στίς δύο ἀκολουθίες καί ἴσως ἀπ’ αὐτό νά προῆλθε ἡ σύγχυση πού ἐπικρατεῖ σήμερα καί θέλει νά ξεχωρίσει τόν ἕναν ῾Αγιασμό ἀπό τόν ἄλλο.

῾Ο ἴδιος καθηγητής γράφει στή συνέχεια τήν ἀπάντηση:

«…Καί ὁ Καμπανίας Θεόφιλος στό “Ταμεῖον ᾿Ορθοδοξίας” προσπαθεῖ νά δώσει μία ἑρμηνεία στήν διπλή τέλεσι· αὐτός ἐπικαλεῖται πρακτικούς λόγους, τό “Φώτισμα” δηλαδή τῶν “οἴκων, χώρων, μανδρῶν καί παντός ἐκτός καί ἐντός οἰκήματος ἀνθρώπων καί θρεμμάτων”, πού ἐγένετο ἀπό τούς ἱερεῖς κατά τήν παραμονή “ἐν γάρ τῇ τῶν Θεοφανίων, ἡμέρᾳ δεσποτικῇ, οὐ πρέπον τούς ἱερεῖς περιάγειν καί τούς ἄλλους ἐνοχλεῖν». Οὔτε κἄν περνᾶ ἡ σκέψις σ’ ὅλους τούς ἀνωτέρω, ὅτι ὑπάρχει καμία διαφορά μεταξύ τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης ἁγιάσεως τοῦ ὕδατος.»

῞Οσο γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ Παϊσίου Γάζης, πού μνημονεύει ὁ ὅσιος Νικόδημος εἰς τό “Πηδάλιον”, σέ ὑποσημείωση στόν ξε´ κανόνα τῆς Πενθέκτης Συνόδου, ὅτι ὁ τῆς Παραμονῆς “εἶναι εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματοςτοῦ ᾿Ιωάννου… διά τοῦτο καί γίνεται ταπεινά” καί τῶν Φώτων ὅτι “εἶναι εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματος τοῦ Κυρίου… διά τούτου καί γίνεται μετά παρρησίας καί παραπομπῆς” εναι μία εσεβής ξήγηση, χωρίς μως κανένα στορικό λειτουργικό ρεισμα.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία μας ἀπό τότε πού καθιέρωσε τήν τέλεση τοῦ ῾Αγιασμοῦ, σέ ἀνάμνηση τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου μας στόν ᾿Ιορδάνη ποταμό, συνέστησε κατά κάποιο τρόπο, μιά ἰδιαίτερη εὐλάβεια στό ἁγιασμένο νερό. ᾿Ακόμη καί ἡ προέλευση καί σχέση τῆς ἀκολουθίας μέ τήν εὐλογία τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος τοποθέτησε «ἱεραρχικά», κατά τάξη θά λέγαμε, τό Μεγάλο ῾Αγιασμό ὕστερα ἀπό τή Θεία Κοινωνία. Στόν Κώδικα 978 τοῦ Σινᾶ ἀναφέρεται «δεύτερον τῆς ῾Αγίας Κοινωνίας» καί σημειώνεται ἀκόμη ὅτι δινόταν σάν βοηθητικό μέσο σ’ αὐτούς πού εἶχαν κάποιο ἐμπόδιο καί δέν μποροῦσαν νά ἔχουν συμμετοχή στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Η πέρμετρη ατή ελάβεια στό Μεγάλο Αγιασμό εχε σάν ποτέλεσμα νά δημιουργηθον πολλές περβολές πού δυστυχς φθασαν μέχρι τίς μέρες μας.

Καί εἶναι φανερό ὅτι πολλές ἀπ’\αὐτές δέν ἀνταποκρίνονται, ὅπως φαίνεται, στά πράγματα.

῾Η ἴδια ᾿Ακολουθία, ὅπως σημειώσαμε, κάνει λόγο γιά διαρκή χρήση τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ καί συνιστᾶ νά τό ἔχουμε πρός «πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον» («᾿Εφημέριος» ἔτους 1969, σελ. 59 κ.ἑ.).

Χρειάζεται πολλή προσοχή ἀπό τούς πνευματικούς Πατέρες ἡ σύσταση πού κάνουν σέ μερικούς· «Νά κοινωνήσεις μέ Μεγάλο ῾Αγιασμό», χωρίς προηγουμένως νά ἐξηγήσουν μέ λεπτομέρεια τή σωστή χρήση καί τά ἀποτελέσματα τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. Τίποτε δέν μπορε νά ντικαταστήσει τή Θεία Κοινωνία, πού εναι διος Χριστός μας, μέ τόν ποο πρέπει μέ κάθε θυσία καί κατάλληλη προετοιμασία νά προσερχόμεθα γιά νά νωθομε μαζί Του.

Οὔτε εἶναι σωστή ἡ σύσταση νά ζητοῦν οἱ πιστοί νά λάβουν Μεγάλο ῾Αγιασμό τήν ὥρα πού ὁ Λειτουργός ἱερεύς μεταδίδει ἀπό τήν ὡραία Πύλη τή Θεία Μετάληψη καί ἰδιαίτερα στίς «μεγάλες μέρες» πού ἡ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία γίνεται σχεδόν ἀπό τό σύνολο τῶν πιστῶν ἐνοριτῶν.

Μερικοί μιλοῦν γιά ἐπιστροφή τοῦ ἁγιάσματος στό Ναό, ἄν δέν χρησιμοποιηθεῖ τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανίων. Αὐτό εἶναι παράδοξο, κι ὅταν λέγεται ἀκόμη καί ἀπό μορφωμένους ἱερεῖς, πού ὑποτίθεται ὅτι ἔχουν μελετήσει τό θέμα καί χειρίζονται μέ ὑπευθυνότητα τά ἁγιαστικά μέσα τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Μέ τόν τρόπο αὐτό «ἀντιστρατεύεται» ἡ πραγματικότητα καί ὁ σκοπός τοῦ ῾Αγιασμοῦ μέ ἀποτέλεσμα πολλοί πιστοί νά στεροῦνται ἀπό τίς πολλές καί χρήσιμες ἰδιότητες τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ, πού ὠφελεῖ μέ πολλούς τρόπους τήν πνευματική μας ζωή καί μᾶς βοηθάει νά πολεμήσουμε τίς διαβολικές ἐνέργειες.

῞Οπως ἀναφέραμε, ὁ ῾Αγιασμός πού γίνεται τήν παραμονή καί αὐτός πού γίνεται τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανίων, εἶναι ὁ ἴδιος καί μποροῦμε νά τόν πάρουμε καί νά πιοῦμε νηστικοί κατά τή συνήθεια πού ἐπεκράτησε χωρίς καμιά ἰδιαίτερη νηστεία νωρίτερα.

Η νηστεία πού κάνουμε τήν παραμονή τς Εορτς, δέν χει καμιά σχέση μέ τή μετάληψη το Μεγάλου Αγιασμο. ῾Η νηστεία τῆς παραμονῆς εἶναι «κατάλοιπο» τῆς προπαρασκευαστικῆς νηστείας περισσοτέρων ἡμερῶν πού γινόταν γιά τόν ἑορτασμό τῶν τριῶν μεγάλων ἑορτῶν πού ἡ ᾿Εκκλησία μας εἶχε τήν 6η ᾿Ιανουαρίου· Γέννηση, Περιτομή καί Βάπτιση τοῦ Κυρίου. ῞Οταν ἡ Γέννηση μεταφέρθηκε νά ἑορτάζεται στίς 25 Δεκεμβρίου ἡ προπαρασκευαστική νηστεία ἔγινε 40 ἡμέρες πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα καί γιά τά Θεοφάνια λόγῳ τοῦ δωδεκαημέρου ἔμεινε μόνο μιά ἡμέρα νηστείας, ἡ παραμονή 5 ᾿Ιανουαρίου.

Πολλοί ἀπό τούς ἀρχαίους κώδικες κάνουν λόγο γιά μετάληψη τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ πρό τοῦ ἀντιδώρου.

῾Η σύγχρονη πράξη τῶν Μονῶν τοῦ ῾Αγίου ῞Ορους, πού κρατοῦν μέ πολλή προσοχή τίς παραδόσεις, ἔχει τήν ἑξῆς σειρά· Θεία Κοινωνία, ᾿Αντίδωρον, ῾Αγιασμός, κόλυβο. ᾿Ακόμη καί γιά λόγους πρακτικούς σήμερα συνιστᾶται πρῶτα νά παίρνουμε τό ἀντίδωρο ἀπό τό χέρι τοῦ Λειτουργοῦ ἱερέα καί στή συνέχεια νά μεταβαίνουμε στόν τόπο πού ὑπάρχει τό ἁγίασμα γιά νά μεταλάβουμε ἀπ’\αὐτό καί νά πάρουμε καί γιά τό σπίτι μας.

Ο Αγιασμός, πού καθιερώθηκε νά γίνεται τήν παραμονή καί τήν μέρα τς ορτς τν Θεοφανίων, νομάσθηκε Μεγάλος Αγιασμός σέ σύγκριση μέ τόν λλο Αγιασμό πού γίνεται σέ ποιαδήποτε μέρα το χρόνου καί λέγεται Μικρός Αγιασμός.

῾Η ᾿Εκκλησία πολύ νωρίς βρέθηκε στήν ἀνάγκη νά δημιουργήσει ἑορτές, ἀκολουθίες καί ἄλλες παρόμοιες ἐκδηλώσεις, γιά νά μπορέσει νά «ξεκόψει» κατά κάποιο τρόπο τά εἰδωλολατρικά ἔθιμα ἀπό τή ζωή τῶν πιστῶν της.

῎Ετσι συνέβη καί μέ τή δημιουργία καί καθιέρωση τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ, γιά τόν ὁποῖο τίποτα δέν γνωρίζουμε, γιά τό πότε ἀκριβῶς «εἰσῆλθε» στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο Βαλσαμών, πού σχολιάζει τόν ΞΕ´ Κανόνα τῆς ἐν Τρούλῳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρει τά ἑξῆς· «῾Η τῆς νουμηνίας (ἀρχή τοῦ σεληνιακοῦ μηνός) ἑορτή, πρό ἀμνημονεύτων χρόνων, ἐσχόλασε καί ἀντί ταύτης, Θεοῦ χάριτι, ἱλαστήριοι εὐχαί πρός Θεόν καί ἁγιασμοί ἐπ’\᾿Εκκλησίας παρά τοῦ πιστοῦ λαοῦ γίνονται καθ’ ἑκάστην ἀρχιμηνίαν καί ὕδασιν εὐλογία, οὐκ ἀντιλογίας, χριόμεθα».

῾Ο Κ. Καλλίνικος στό βιβλίο του «῾Ο Χριστιανικός Ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ» (῎Εκδοσις Β´, 1958, σελ. 581) γράφει σχετικά· «Οἱ μηνιαῖοι ἁγιασμοί δέν εἶναι μέν σύγχρονοι τῶν Χρυσοστόμου, ᾿Επιφανίου, Θεοδωρήτου ἤ καί Σωφρονίου, πλήν δέν εἶναι καί μεταγενέστεροι τοῦ 8ου αἰῶνος, ἐμπεδοθέντες ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καί ὡς ἀντίμετρον καί ἀντισήκωμα εἰδωλολατρικῶν θαλασσίων ραντισμῶν καί ἁγνισμῶν, καθ’ ὧν ὤφειλεν ὁ Χριστιανισμός διά τοῦ αὐτοῦ ὅπλου νά ἀντεπεξέλθῃ».

Στό σημεῖο αὐτό θεωρεῖται σκόπιμο ν’ ἀναφερθεῖ ὅτι ὑπάρχει μαρτυρία κατά τήν ὁποίαν Μικρός ῾Αγιασμός γινόταν καί στό Παλάτι τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρουσίᾳ τῶν Βασιλέων καί γινόταν στήν ἀρχή κάθε μῆνα ἐκτός τοῦ ᾿Ιανουαρίου καί Σεπτεμβρίου, ἐπειδή ἀκολουθοῦσαν οἱ γιορτές τῶν Θεοφανίων καί τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

῎Ετσι ἐξηγεῖται καί ἡ μνημόνευση πού ὑπάρχει στήν εὐχή γιά τούς πιστούς βασιλεῖς καί ἀκόμη τό τροπάριο «Σῶσον Κύριε τόν λαόν Σου… νίκας τοῖς βασιλεύσιν κατά βαρβάρων δωρούμενος» καί ψάλλεται ὅταν «καταδύεται» στό νερό ὁ Τίμιος Σταυρός (Θρησκ. ᾿Εγκυκλ. τόμος Α´, σελ. 142 κ.ἑ.).

῾Η ᾿Ακολουθία τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ δέν ἔχει καμία σχέση μέ τό βάπτισμα τοῦ Κυρίου, ὅπως εἶναι ἡ ᾿Ακολουθία τοῦ ῾Αγίου Βαπτίσματος, οὔτε γίνεται σέ ἀνάμνηση ἐκείνου, ὅπως εἶναι ἠ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. ῎Εχει ἕναν ξεχωριστό χαρακτῆρα καί διαφορετικό σκοπό.

Καθαγιάζεται τό νερό γιά νά χρησιμοποιηθεῖ ἀπό τούς πιστούς γιά τόν ἁγιασμό καί τήν ψυχική καί σωματική θεραπεία καί γιά εὐλογία «τῶν οἴκων καί τῶν ἔργων τῶν χειρῶν των», ὅπως χαρακτηριστικά διατυπώνεται στίς αἰτήσεις τῶν εἰρηνικῶν καί στίς εὐχές τῆς ὅλης ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ (᾿Απαντήσεις εἰς λειτουργικάς ἀπορίας, ᾿Ι. Φουντούλη, σελ. 74).

Εὔκολα τώρα μποροῦμε νά παρατηρήσουμε ὅτι διαφορά στήν οὐσία μεταξύ τοῦ Μεγάλου καί τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ δέν ὑπάρχει. Διαφέρουν μόνο στό χρόνο πού καθιερώθηκε στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας, στήν ᾿Ακολουθία καί στίς μέρες πού γίνονται. ῾Ο μεγάλος ἁγιασμός γίνεται στίς ἑορτές τῶν Θεοφανείων καί ὁ μικρός κάθε πρωτομηνιά καί ὁπότε ἡ ἀνάγκη τῶν πιστῶν τό ζητήσει.

«Μικρός, καθώς νεώτερός του κατά τήν ἡλικίαν καί βραχύτερός του κατά τήν ἔκτασιν. Μικρός διότι ὅ,τι ἐκεῖνος ἐπαγγέλλεται ἐν μεγάλῳ βαθμῷ ἅπαξ τοῦ ῎Ετους, τοῦτο οὗτος ἔρχεται νά ἐκζητήσῃ παρά Θεοῦ εἰς βαθμόν μικρότερον ἐν οἱᾳδήτινι ἡμέρα καί ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ…» (Κ. Καλλίνικος, σελ. 580).

Καί θά τελειώσω τή μικρή αὐτή μελέτη, περί τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ καί τή χρήση του, μέ τά σχετικά πού γράφει ὁ ἀρχιμανδρίτης-ἱεροκήρυξ Χριστόφορος Καλύβας, στό βιβλίο του «᾿Αδελφικά γράμματα» (ἐκδ. 1962, σελ. 257)·

«Ο Αγιασμός εναι Αγιασμός, ετε δίδεται τήν παραμονή τν Φώτων, ετε τήν δια μέρα ετε γίνεται στό σπίτι. Δέν χει διαφορά γιασμός Μικρός πό τόν Μεγάλο. Λέγεται Μικρός Μεγάλος, πειδή ο εχές εναι μικρότερες μεγαλύτερες, πειδή παρατείνεται περισσότερο λιγότερο σχετική κολουθία. Θεαματικά εναι ατά. Δέ σημαίνουν οσία προκειμένου περί το γιασμο το καθαρο νερο πού βρίσκεται στή λεκάνη. Μήν κρατομε τό λαό μας στό σκοτάδι, στήν πλάνη. Τό γιασμένο νεράκι το Μικρο Αγιασμο διατηρεται χρόνια, πως καί τό νεράκι το Μεγάλου λεγομένου Αγιασμο».

Συμπέρασμα:

Μπορομε στό σπίτι μας νά χουμε Αγιασμό, ρκε νά μήν τόν ξεχνομε στό εκονοστάσι, λλά νά τόν χρησιμοποιομε κάθε φορά πού παρουσιάζεται νάγκη.



το βρήκαμε εδώ

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Ο Ιαμβικός κανών των Φώτων σε ελεύθερη απόδοση

Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ
Ὁ Ἰαμβικὸς Κανὼν τῶν Φώτων
σὲ ἐλεύθερη ἀπόδοση ἀπὸ τὸν Ἀρχιμ. Εὐσέβιο Βίττη

Ἦχος β᾽ ᾨδὴ α΄
Ὁ Εἱρμὸς
«Στείβει θαλάσσης, κυματούμενον σάλον,
Ἤπειρον αὖθις, Ἰσραὴλ δεδειγμένον.
Μέλας δὲ πόντος, τριστάτας Αἰγυπτίων,
Ἔκρυψεν ἄρδην, ὑδατόστρωτος τάφος,
Ῥώμῃ κραταιᾷ, δεξιᾶς τοῦ Δεσπότου.»
Βαδίζει τὴν κυματισμένη θάλασσα ὁ Ἰσραήλ...
ποὺ γιὰ χάρη του ξανάγινε στεριά! Καὶ ἡ μαύρη θάλασσα ἔκρυψε στὰ σπλάχνα της τοὺς Αἰγυπτίους ἄρχοντες, θάβοντάς τους ἔτσι σὲ νερόστρωτο τάφο. Καὶ αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴν παντοδύναμη δεξιὰ τοῦ Κυρίου.

Ὄρθρου φανέντος τοῖς βροτοῖς σελασφόρου,
Νῦν ἐξ ἐρήμου, πρὸς ῥοὰς Ἰορδάνου
Ἄναξ ὑπέσχες, ἡλίου σὸν αὐχένα,
Χώρου ζοφώδους, τὸν Γενάρχην ἁρπάσαι,
Ῥύπου τε παντός, ἐκκαθᾶραι τὴν κτίσιν.

Ὅταν πρόβαλε ὁ σὰν λαμπρὴ Αὐγὴ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἀπὸ τὴν ἔρημο στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, Ἐσύ, Βασιλιὰ Χριστέ, ἔκλινες τὸν αὐχένα σου, ἂν καὶ εἶσαι ὁ ὑπέρλαμπρος πνευματικὸς Ἤλιος. Καὶ τὸ ἔκανες αὐτό, γιὰ νὰ ἁρπάξης ἀπὸ τὸν κατασκότεινο ἅδη τὸν ἀρχηγὸ τοῦ ἀνθρώπινου γένους, τὸν Ἀδάμ, καὶ νὰ καθαρίσης ὅλη τὴν κτίση ἀπὸ κάθε ρύπο.

Ἄναρχε ῥείθροις, συνταφέντα σοι Λόγε,
Νέον περαίνεις, τὸν φθαρέντα τῇ πλάνῃ ,
Ταύτην ἀφράστως, πατρόθεν δεδεγμένος,
Ὄπα κρατίστην• Οὗτος ἠγαπημένος,
Ἴσος τέ μοι Παῖς, χρηματίζει τὴν φύσιν.

Κύριε, Ἐσύ, ποὺ δὲν ἔχεις ἀρχὴ ὡς ἄναρχος, τὸν ἄνθρωπο, ποὺ μαζί σου θάφτηκε στὰ νερά, τὸν κάνεις καινούργιο, γιατὶ εἶχε φθαρεῖ ἀπὸ τὴ διαβολικὴ πλάνη. Ἄκουσες ἐτούτη τὴ δυνατὴ Πατρικὴ φωνή. Αὐτός, ποὺ βαφτίζεται στὰ νερά, εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου Υἱός, ἴσος μὲ ἐμένα ὡς πρὸς τὴ φύση του, Θεός.

***

ᾨδὴ γ᾽ Ὁ Εἱρμὸς
«Ὅσοι παλαιῶν, ἐκλελύμεθα βρόχων,
Βορῶν λεόντων, συντεθλασμένων μύλας,
Ἀγαλλιῶμεν, καὶ πλατύνωμεν στόμα,
Λόγῳ πλέκοντες, ἐκ λόγων μελῳδίαν,
ᾯ τῶν πρὸς ἡμᾶς, ἥδεται δωρημάτων.»

Ὅσοι ἐλευθερωθήκαμε ἀπὸ τὰ παλιὰ δεσμά, ἀφοῦ τσακίστηκαν τὰ δόντια τῶν ἀδηφάγων λεονταριῶν, ἂς χαροῦμε κι ἂς κράξουμε μὲ χαρὰ συνθέτοντας μὲ εὐγνωμοσύνη χάριν τοῦ Θεοῦ Λόγου ὕμνους μελωδικούς, γιατὶ χαίρεται ὑπερβολικὰ χαρίζοντάς μας δῶρα πνευματικά.

Νέκρωσιν ὁ πρίν, ἐμφυτεύσας τῇ κτίσει,
Θηρὸς κακούργου, σχηματισθεὶς εἰς φύσιν,
Ἐπισκοπεῖται , σαρκικῇ παρουσίᾳ·
Ὄρθρῳ φάναντι, προσβαλὼν τῷ Δεσπότῃ,
Φλᾶν τὴν ἑαυτοῦ, δυσμενεστάτην κάραν.

Αὐτός, ὁ πρίν, φύτεψε τὴ νέκρωση στὴ φύση, ὁ διάβολος, ἔχοντας μεταμορφωθῆ σὲ κακοῦργο φίδι, σκοτίζεται τώρα ἀπὸ τὴν κατὰ σάρκα παρουσία τοῦ Θεοῦ Λόγου. Πρόβαλε τὴν αὐγή, γιὰ νὰ συντρίψη τὴν κεφαλὴ τοῦ ἐχθροῦ, ὅταν αὐτὸς ἔκανε ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ Κυρίου.

Ἕλκει πρὸς αὐτὸν τὴν θεόδμητον φύσιν,
Γαστρὸς τυράννου, συγκεχωσμένην ὂροις.
Γεννᾷ τε αὖθις, γηγενῶν ἀναπλάσει,
Ἔργον φέριστον, ἐκτελῶν ὁ Δεσπότης.
Ἷκται γὰρ αὐτήν, ἐξαλεξῆσαι θέλων.

Ὁ Κύριος τραβάει κοντά του ἀγαπητικὰ τὴ θεοκατασκεύαστη ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ἦταν καταχωνιασμένη στὴν κοιλιὰ τοῦ τύραννου. Καὶ ἐκτελεῖ ὁ Κύριος θαυμασιώτατο ἔργο ἀναγεννώντας καὶ ξαναπλάθοντας τὸν ἄνθρωπο.

****

ᾨδὴ δ᾽ Ὁ Εἱρμὸς
«Πυρσῷ καθαρθεὶς μυστικῆς θεωρίας,
Ὑμνῶν Προφήτης τὴν βροτῶν καινουργίαν,
Ῥήγνυσι γῆρυν, Πνεύματι κροτουμένην,
Σάρκωσιν ἐμφαίνουσαν ἀρρήτου Λόγου,
ᾯ τῶν δυναστῶν τὰ κράτη συνετρίβη».

Ἐξαγνίσθηκε ἀπὸ τὸ φῶς μυστικῆς πνευματικῆς θεωρίας ὁ Προφήτης. Καὶ ὑμνώντας τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου ἀφήνει νὰ ἀκουστῆ χαρούμενη κραυγὴ μὲ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ὕμνος αὐτὸς κάνει γνωστὴ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ κανένας λόγος ἀνθρώπινος δὲν μπορεῖ νὰ περιγράψη. Διὰ μέσου αὐτοῦ τοῦ θείου Λόγου συντρίφτηκε ἡ δύναμη ἐκείνων, ποὺ καταδυνάστευαν τὸν ἄνθρωπο.

Πεμφθεὶς ὁ Πατρὸς παμφαέστατος Λόγος,
Νυκτὸς διῶσαι τὴν καχέσπερον σχέσιν,
Ἔκριζον ἥκεις, καὶ βροτῶν ἁμαρτίας,
Υἷας συνελκύσαι τε τῇ σῇ Βαπτίσει,
Μάκαρ φαεινούς, ἐκ ῥοῶν Ἰορδάνου.

Σταλμένος, φωτεινότατε Λόγε τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, γιὰ νὰ ἀπωθήσης καὶ νὰ ἀπομακρύνης τὴ σκοτεινὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἦρθες, Κύριε, νὰ ξεριζώσης πέρα γιὰ πέρα καὶ τὴν ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἀκόμη, νὰ τοὺς τραβήξης κοντά σου ὡς υἱοὺς τοῦ θεοῦ καὶ μὲ τὴ Βάπτισή Σου νὰ τοὺς μεταβάλης σὲ φωτεινοὺς ἀνθρώπους μὲ τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη, στὰ ὁποία βαπτίσθηκες κι Ἐσὺ ὁ ἴδιος.

Αὐτὸν προσιδὼν τὸν περίκλυτον Λόγον,
Τρανῶς ὁ κήρυξ ἐκβοᾶται τῇ κτίσει,
Οὗτος προών μου, δεύτερος τῷ σαρκίῳ,
Σύμμορφος ἐξέλαμψεν ἐνθέῳ σθένει,
Ἔχθιστον ἡμῶν ἐξελεῖν ἁμαρτίαν.

Βλέποντας τὸν ἐνδοξότατο Θεὸ Λόγο κράζει μὲ δυνατὴ φωνὴ ὁ Κήρυκας τῆς μετανοίας Ἰωάννης γιὰ ν’ ἀκουστῆ ἀπὸ ὅλη τὴ Δημιουργία. Αὐτός, ποὺ ἦταν πρὶν ἀπὸ μένα ὡς Θεός, ἀλλὰ ἔπειτα ἀπὸ μένα ὡς ἄνθρωπος ἔλαμψε μὲ θεϊκὴ δύναμη καὶ ὡς ἄνθρωπος μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς ἀπαλλάξη ἀπὸ τὴ μισητὴ ἁμαρτία.

Νομὴν πρὸς αὐτὴν τὴν φερέσβιον φέρων,
Θηρᾷ δρακόντων φωλεοῖς ἐπιτρέχων.
Ἄπλητα κύκλα καββαλὼν Θεὸς Λόγος,
Πτέρνῃ τε τὸν πλήττοντα παμπήδην γένος,
Τοῦτον καθειργνύς, ἐκσαῴζει τὴν κτίσιν.

Φέρνοντας τὴ ζωοδότρα νομὴ στὸν ἄνθρωπο, κυνηγάει, ἐδῶ κι ἐκεῖ τρέχοντας στὶς φωλιές τους τοὺς ἄγριους πνευματικοὺς δράκοντες, δηλαδὴ τοὺς δαίμονες. Καὶ αὐτόν, ποὺ κλωτσοῦσε καὶ βασάνεζε ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, αὐτὸν τὸν περιορίζει καὶ σώζει ὁλόκληρη τὴν πλάση.

ᾨδή ε΄ Ὁ Εἱρμὸς
«Ἐχθροῦ ζοφώδους καὶ βεβορβορωμένου,
Ἰὸν καθάρσει Πνεύματος λελουμένοι,
Νέαν προσωρμίσθημεν ἀπλανῆ τρίβον,
Ἄγουσαν ἀπρόσιτον εἰς θυμηδίαν,
Μόνοις προσιτήν, οἷς Θεὸς κατηλλάγη».

Λουσμένοι καὶ καθαρισμένοι μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸ δηλητήριο τοῦ σκοτεινοῦ καὶ βουτηγμένου στὸ βόρβορο τῆς κακίας ἐχθροῦ, ὡδηγηθήκαμε σὲ καινούργιο δρόμο, ποὺ δὲν ὁδηγεῖ πιὰ σὲ πλάνη. Αὐτὸς ὁ δρόμος μᾶς ὁδηγεῖ σὲ χαρὰ ἀπλησίαστη, ποὺ εἶναι ὅμως προσιτὴ καὶ δυνατὸν νὰ τὴ νιώθουν ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν σημφιλιωθῆ μὲ τὸ Θεό.

Ἀθρῶν ὁ Πλάστης ἐν ζόφῳ τῶν πταισμάτων,
Σειραῖς ἀφύκτοις, ὂν διαρθροῖ δακτύλοις,
Ἵστησιν ἀμφ᾽ ὤμοισιν ἐξάρας ἄνω,
Νῦν ἐν πολυρρύτοισι δίναις ἐκπλύνων,
Αἴσχους παλαιοῦ τῆς Ἀδὰμ καχεξίας.

Βλέποντας ὁ Κτίστης καὶ Πλάστης Θεὸς νὰ εἶναι βυθισμένος στὸ ζοφερὸ σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν του καὶ δεμένος μὲ ἀδιάσπαστα δεσμά, αὐτόν, ποὺ μὲ τὰ χέρια του ἔπλασε, τὸν σηκώνει ψηλὰ παίρνοντάς τον στοὺς ὤμους του. Καὶ τώρα τὸν ξεπλένει στὸν μὲ πολλὰ νερὰ Ἰορδάνη ἀπὸ τὸ παλιό του αἶσχος καὶ τὴν ντροπὴ τῆς κακιᾶς ἀρρώστιας καὶ ἁμαρτωλῆς καταστάσεως τοῦ Ἀδάμ.

Μετ᾽ εὐσεβείας προσδράμωμεν εὐτόνως,
Πηγαῖς ἀχράντοις ῥεύσεως σωτηρίου,
Λόγον κατοπτεύσοντες ἐξ ἀκηράτου,
Ἄντλημα προσφέροντα δίψης ἐνθέου,
Κόσμου προσηνῶς ἐξακεύμενον νόσον.

Ἂς τρέξουμε γρήγορα μὲ εὐσέβεια στὶς ἄχραντες καὶ πεντακάθαρες πηγὲς τοῦ ρεύματος ποὺ σώζει, γιὰ νὰ ἰδοῦμε ἐκεῖ τὸν Θεὸ καὶ Λόγο, ὁ ὁποῖος προσφέρει νερὸ ἀπὸ τὶς ἄχραντες καὶ πεντακάθαρες πηγές. Τὸ νερὸ αὐτὸ ἱκανοποιεῖ τὴ θεϊκὴ δίψα. Καί, ἀκόμη, μὲ εὐγενικὴ καὶ ἀγαθὴ διάθεση χαρίζει φάρμακο, ποὺ θεραπεύει τὴν ἀρρώστια τοῦ κόσμου.

***

ᾨδὴ ς᾽ Ὁ Εἱρμὸς
«Ἱμερτὸν ἐξέφηνε σὺν πανολβίῳ,
Ἤχῳ Πατήρ, ὃν γαστρὸς ἐξηρεύξατο.
Ναί φησιν, Οὗτος, συμφυὴς γόνος πέλων,
Φώταυγος ἐξώρουσεν ἀνθρώπων γένους,
Λόγος τέ μου ζῶν, καὶ βροτὸς προμηθείᾳ.

Μὲ καταχαρούμενη φωνὴ καὶ ἀγαλλίαση εἶπε ὁ Οὐράνιος Πατέρας, ὅτι τοῦ εἶναι ἀγαπητός του Υἱός, αὐτός, ποὺ μὲ τρόπο ἄφραστο καὶ ἀπερίγραπτο ὁ ἴδιος γέννησε. «Ναί, λέει, Αὐτὸς ποὺ εἶναι γέννημά μου ἀπὸ τὴν ἴδια μου φύση, αὐτὸς ὁ ἴδιος πρόβαλε ὁλόφωτος καὶ ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος, δηλαδὴ καὶ ὡς ἄνθρωπος. Εἶναι μὲ ἄλλα λόγια καὶ δικός μου ζωντανὸς Θεὸς καὶ Λόγος καὶ ταυτόχρονα ἄνθρωπος μὲ θεϊκὴ καὶ στοργικὴ Πρόνοιά μου καὶ φροντίδα».

Ἐκ ποντίου λέοντος ὁ τριέσπερος,
Ξένως Προφήτης ἐγκάτοις φλοιδούμενος,
Αὖθις προῆλθε, τῆς παλιγγενεσίας,
Σωτηρίαν δράκοντος ἐκ βροτοκτόνου,
Πᾶσι προφαίνων, τῶν χρόνων ἐπ᾽ ἐσχάτων.

Θαλασσοβρεγμένος ὁ Προφήτης Ἰωνᾶς, ποὺ παραδόξως ἔμεινε τρεῖς μέρες σὲ θαλάσσιο κῆτος, βγῆκε πάλι ζωντανὸς ἀπὸ αὐτό. Καὶ ἔτσι δήλωσε προφητικὰ τὴν ἀναγέννηση ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ ἀνθρωποκτόνου δράκοντα, δηλαδὴ τοῦ διαβόλου. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν φανέρωσε, ὅ,τι θὰ γινόταν στὰ τελευταῖα χρόνια.

Ἀνειμένων Πόλοιο παμφαῶν πτυχῶν,
Μύστης ὁρᾷ πρὸς Πατρὸς ἐξικνούμενον,
Μένον τε Πνεῦμα τῷ παναχράντῳ
Λόγῳ, Ἐπελθὸν ὡς πέλειαν ἀφράστῳ τρόπῳ,
Δήμοις τε φαίνει, προσδραμεῖν τῷ Δεσπότῃ.

Καθὼς ἄνοιξαν πάμφωτοι οἱ οὐρανοί, ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ποὺ τοῦ ἔγινε γνωστὸ τὸ μυστικὸ τοῦ Θεοῦ, βλέπει νὰ ἔρχεται ἐπάνω στὸν πανάχραντο καὶ πεντακάθαρο Λόγο τοῦ Θεοῦ σὰν περιστέρι τὸ Πανάγιο Πνεῦμα μὲ τρόπο ἀπερίγραπτον. Καὶ φάνηκε στὰ πλήθη γιὰ νὰ τρέξουν στὸν Δεσπότη Χριστό.

***

ᾨδὴ ζ' Ὁ Εἱρμὸς
«Ἔφλεξε ῥείθρῳ τῶν δρακόντων τάς κάρας,
Ὁ τῆς καμίνου τὴν μετάρσιον φλόγα,
Νέους φέρουσαν εὐσεβεῖς κατευνάσας,
Τὴν δυσκάθεκτον ἀχλὺν ἐξ ἁμαρτίας,
Ὅλην πλύνει δέ, τῇ δρόσῳ τοῦ Πνεύματος».

Ζεμάτισε μὲ τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ τὰ κεφάλια τῶν δρακόντων, δηλαδὴ τῶν δαιμόνων, Αὐτὸς ποὺ ἔκανε ἤρεμη καὶ ἀκίνδυνη τὴν τεράστια φωτιὰ τῆς καμίνου, ὅπου ρίχτηκαν οἱ εὐσεβεῖς Νέοι. Καὶ τὴ σκοτοδίνη τῆς δυσκολοθεράπευτης ἁμαρτίας τὴν ξεπλένει ἐντελῶς μὲ τὴ δροσιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σὲ ζωγραφοῦσαν τὴν Ἀσσύριον φλόγα,
Ἐκστῶσαν ἵστης, εἰς δρόσον μετηγμένην.
Ὕδωρ ὅθεν νῦν ἀμφιέσσαο φλέγον,
Σίντην κάκιστον Χριστὲ προσκεκευθμένον,
Πρὸς τὴν ὄλισθον ἐκκαλούμενον τρίβον.

Ἡ ἀσσυριακὴ φλόγα Ἐσένα ζωγράφισε, Χριστέ. Τὴν μεταβάλλες, ἂν καὶ ἦταν τεράστια, σὲ δροσιά. Τώρα ὅμως ντύθηκες τὸ νερό, ποὺ καταφλέγει τὸν ἄθλιο κακοῦργο, Χριστέ, πού, κρυμμένος, σπρώχνει στὸν γλιστερὸ δρόμο τοῦ κακοῦ.

Ἀπορραγέντος τοῦ Ἰορδάνου πάλαι,
Ἰσθμῷ περᾶται λαός, Ἰσραηλίτης,
Σὲ τὸν κράτιστον ἐμφοροῦντα τὴν κτίσιν,
Ἠπειγμένως νῦν ἐν ῥοαῖς διαγράφων,
Πρὸς τὴν ἄρρευστον καὶ ἀμείνονα τρίβον.

Ὅταν κάποτε κόπηκε στὰ δυὸ ὁ Ἰορδάνης, πέρασε ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ περιέγραψε Ἐσένα τὸν Παντοδύναμο Κύριο τῆς Δημιουργίας. Τώρα ὅμως ὁδηγεῖς μὲ δύναμη στὸν ἄρευστο, μὲ ἄλλα λόγια, τὸν αἰώνιο καὶ ἄριστο δρόμο, Κύριε.

Ἴδμεν τὸ πρῶτον τὴν πανώλεθρον κλύσιν,
Οἰκτρῶς σε πάντων εἰς φθορὰν παρεισάγειν,
Ὦ τρισμέγιστα χρηματίζων καὶ ξένα.
Νῦν δὲ κλύσαντα Χριστὲ τὴν ἁμαρτίαν,
Δι᾽ εὐπάθειαν, καὶ βροτῶν σωτηρίαν.

Γνωρίζουμε τὸν πρῶτο παγκόσμιο κατακλυσμό, ποὺ ἔφερε τὴν ὁλοκληρωτικὴ καταστροφή. Ἐσὺ Κύριε, ποὺ πραγματοποιεῖς τεράστια καὶ παράδοξα γεγονότα. Τώρα ὅμως προκάλεσες τὸν κατακλυσμὸ γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἁμαρτία μὲ σκοπὸ τὴν εὐτυχία καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

ᾨδὴ η' Ὁ Εἱρμὸς
«Ἐλευθέρα μὲν ἡ κτίσις γνωρίζεται.
Υἱοὶ δὲ φωτός, οἱ πρὶν ἐσκοτισμένοι.
Μόνος στενάζει, τοῦ σκότους ὁ προστάτης.
Νῦν εὐλογείτω συντόνως τὸν αἴτιον,
Ἡ πρὶν τάλαινα τῶν Ἐθνῶν παγκληρία.

Ἡ κτίση ἔχει γνώρισμά της τὴν ἐλευθερία καὶ εἶναι παιδιὰ φωτεινά, ποὺ πρὶν ζοῦσαν στὸ σκοτάδι. Ἀπομονωμένος, τώρα στενάζει ὁ ἄρχοντας τοῦ σκοταδιοῦ διάβολος. Τώρα ἂς εὐγογῆ καὶ ἂς δοξάζη μὲ ὅση δύναμη μπορεῖ τὸν αἴτιο αὐτῆς τῆς νέας καταστάσεως ὅλη ἡ ταλαίπωρη ἀνθρωπότητα.

Τριττοὶ θεουδεῖς ἐμπύρως δροσούμενοι,
Αἰγλῆντα τριτταῖς παμφαῶς ἁγιστείαις,
Σαφῶς ἐδήλουν τὴν ὑπέρτατον φύσιν,
Μίξει βροτείᾳ πυρπολοῦσαν ἐν δρόσῳ,
Εὐκτῶς ἅπασαν τὴν ὀλέθριον πλάνην.

Τὰ τρία νέα παιδιά, ποὺ ἦταν θεοφοβούμενα καὶ εἶχαν φρόνημα θεϊκό, δροσίζονταν στὴ φωτιὰ καὶ δήλωναν ἔτσι λατρεία στὴν τριπρόσωπη Θεότητα, τὴν Ὕψιστη Τριαδικὴ φύση, δηλαδὴ τὴν Ἁγία Τριάδα. Αὐτὴ λοιπόν ἡ Ἁγία Τριάδα μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ ἑνὸς Προσώπου της πυρπολοῦσε μὲ δροσιά, δηλαδὴ μὲ τὴ βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, ὅλη τὴν ὀλέθρια πλάνη, πράγμα ἐπιθυμητό …

Λευχειμονείτω πᾶσα γήϊνος φύσις,
Ἐκπτώσεως νῦν οὐρανῶν ἐπηρμένη•
ᾯ γὰρ τὰ πάντα συντετήρηται Λόγῳ
Νάουσι ῥείθροις ἐκπλυθεῖσα πταισμάτων,
Τῶν πρὶν πέφευγε παμφαῶς λελουμένη.

Ἂς ντυθῆ στὰ λευκὰ κάθε ἡ γήινη φύση, ποὺ τώρα ἀνυψώθηκε ἀπὸ τὸν ξεπεσμό της ἀπ’ τὸν οὐρανό. Γιατὶ τώρα μέσῳ τοῦ συντηρητὴ τῶν πάντων Θεοῦ Λόγου ἔχει ξεπλυθῆ μὲ τὰ τρεχούμενα νερὰ τοῦ Ἰορδάνη ἀπὸ τὰ φταιξίματα καὶ τὶς ἁμαρτίες της. Ἔτσι ξέφυγε πιὰ λουσμένη στὸ φῶς ἀπὸ τὴν προηγούμενη κατάστασή της.

ᾨδὴ θ'
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ
Ψαλλόμενα ἐν τῇ ᾨδῇ ταύτῃ

Ἕτερα εἰς τὸν Ἰαμβικὸν Κανόνα
Σήμερον ὁ Δεσπότης, κλίνει τὸν αὐχένα, χειρὶ τῇ τοῦ Προδρόμου.
Σήμερον Ἰωάννης, βαπτίζει τὸν Δεσπότην, ἐν ῥείθροις, Ἰορδάνου.
Σήμερον ὁ Δεσπότης, νάμασιν ἐνθάπτει, βροτῶν τὴν ἁμαρτίαν.
Σήμερον ὁ Δεσπότης, ἄνωθεν μαρτυρεῖται, Υἱὸς ἠγαπημένος.
Σήμερον ὁ Δεσπότης, ἦλθεν ἁγιάσαι, τὴν φύσιν τῶν ὑδάτων.
Σήμερον ὁ Δεσπότης, τὸ βάπτισμα λαμβάνει, ὑπὸ χειρὸς Προδρόμου.

Δόξα...
Μεγάλυνον ψυχή μου, τῆς τρισυποστάτου, καὶ ἀδιαιρέτου, Θεότητος τὸ κράτος.

Καὶ νῦν...
Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν λυτρωσαμένην, ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας.

Ὁ Εἱρμὸς
«Ὢ τῶν ὑπὲρ νοῦν, τοῦ τόκου σου θαυμάτων!
Νύμφη πάναγνε, Μῆτερ εὐλογημένη
Δι᾽ ἧς τυχόντες παντελοῦς σωτηρίας,
Ἐπάξιον κροτοῦμεν ὡς εὐεργέτῃ,
Δῶρον φέροντες ὕμνον εὐχαριστίας.»

Ὤ, πόσο ξεπερνοῦν τὸ νοῦ μας τὰ θαύματα τοῦ Παιδιοῦ Σου, Πάναγνε Νύμφη, Παναγία μας καὶ Μητέρα εὐλογημένη! Διὰ μέσου Σου βρήκαμε τὴν ὁλοκληρωτική μας σωτηρία. Γι’ αὐτὸ μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη προσφέρουμε στὸν Κύριο καὶ Υἱό σου ὕμνον εὐχαριστίας.

Ἴδμεν τὰ Μωσεῖ τῇ βάτῳ δεδειγμένα,
Δεῦρο ξένοις, θεσμοῖσιν ἐξειργασμένα.
Ὡς γὰρ σέσωσται, πυρφοροῦσα Παρθένος,
Σελασφόρον τεκοῦσα τὸν εὐεργέτην,
Ἰορδάνου τε, ῥεῖθρα προσδεδεγμένα.

Ξέρουμε αὐτά, ποὺ δείχτηκαν στὸ Μωυσή. Εἶναι μὲ παράδοξο καὶ ἀκατανόητο τρόπο καμωμένα καὶ φανερωμένα. Πῶς, μὲ ἄλλα λόγια, σώθηκε ἡ Παρθένος ἔχοντας μέσα της τὸ πῦρ τῆς Θεότητος, καὶ ἔφερε στὸν κόσμο τὸν φωτοφόρο Εὐεργέτη. Καὶ πῶς ὅλα αὐτὰ τὰ δέχτηκαν τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη.

Χρίεις τελειῶν, τὴν βρότειον οὐσίαν,
Ἄναξ ἄναρχε, Πνεύματος κοινωνία,
Ῥοαῖς ἀχράντοις, ἐκκαθάρας καὶ σκότους,
Ἰσχὺν θριαμβεύσας τε, τὴν ἐπηρμένην,
Νῦν εἰς ἄληκτον, ἐξαμείβεαι βίον.

Ἀλείφεις μὲ ἱερὸ χρίσμα, δηλαδὴ μὲ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἄναρχε Βασιλιά. Καὶ μὲ τὰ ἄχραντα ρεύματα τοῦ νεροῦ χάρισες τὴν κάθαρση καὶ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ σκοτάδι. Ταυτόχρονα ντρόπιασες καὶ ξευτίλισες τὴ δύναμη, ποὺ σήκωσε μὲ ἀλαζονεία τὸ κεφάλι της ἔντασί Σου. Καὶ τώρα ἀνταλάσσεις τὴ θνητὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν κατάσταση τῆς αἰώνιας ζωῆς.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
(Ἐξαντλημένο)

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)