Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

- Παραδοσιακό αγιορείτικο κέρασμα β'

Γυρνάς από ταξίδι στο Άγιο Όρος. Πέρα από τα προσκυνήματα, τη φύση, τη συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες και στα μυστήρια της εκκλησίας, πολλά πράγματα αφήνουν έντονη και ζωηρή ανάμνηση στους ταξιδιώτες. Ανάμεσα σε αυτά είναι και οι γνωριμίες και οι συνομιλίες με τους μοναχούς, οι συζητήσεις με τους άλλους προσκυνητές, συνήθως στο αρχονταρίκι ή στους κοιτώνες, καμιά φορά με αντιλογίες και διαξιφισμούς, αλλά ακόμη και το αργό κουβεντολόγι με συνταξιδιώτες, όταν για παράδειγμα βασιλεύει ο ήλιος πίσω από την Κασσάνδρα και εσύ βρίσκεσαι στο ξύλινο μπαλκόνι που περιζώνει το αρχονταρίκι της Σιμωνόπετρας, που το 1979 νομίζω, φιλοξενούσε καθηγητές και φοιτητές πολυτεχνικής σχολής μιας μακρινής πόλης της Ιαπωνίας που μελετούσαν εκεί το πρώτο οκταώροφο κτίριο του κόσμου που χτίστηκε πάνω σ' ένα βράχο χωρίς σκυρόδεμα! Και στεκόταν όρθιο!! Έτσι μου έλεγε με θαυμασμό στ' αγγλικά ένας από τους καθηγητές τους.


Ή πάλι, όταν ανέβαινες προς Κερασιά αγκομαχώντας από την Αγία Άννα, Αύγουστο καιρό, και εκεί σε ένα διάσελο, σε ένα μικρό τοσοδούλι εκκλησάκι, με αφημένο νερό και λουκούμια για τους πεζοπόρους προσκυνητές, θα συναντούσες κάποιον απλό εκ πρώτης όψεως ηλικιωμένο μοναχό, ένα γεροντάκι, που θα σε φιλοδωρούσε για τον κόπο σου, το να ανεβαίνεις δηλαδή ντάλα μεσημέρι εκείνη την ανηφόρα του Θεού, με έναν διάλογο που θα έστελνε το νεανικό σου μυαλουδάκι να καρφωθεί στο βράχο μπροστά σου, τόση θα ήταν η νοητική έκρηξη από την έκπληξη και το αναπάντεχο της στιχομυθίας μαζί του.
Αυτή την ατμόσφαιρα θέλει να αναβιώσει το δεύτερο μας κέρασμα, κατά το ήθος του παραδοσιακού αγιορείτικου κεράσματος, στο οποίο προσφέρονται πλουσιοπάροχα διαφορετικά πράγματα, δηλαδή λουκούμι, ρακή, νερό, καφές και καμιά φορά και φρούτα εποχής. Μάς προσφέρονται τώρα εδώ σκόρπιες αναμνήσεις που ξεπροβάλλουν ορμητικά από την μνήμη ψιθυρίζοντάς μας ιστορίες για το πάθος ν' ακούς τραγούδια του Καζαντζίδη, για τους άρρωστους κήπους ενός μοναστηριού, αν τα ψάρια του Μπαλουκλή είναι τα ίδια με εκείνα του θρύλου και αν θα σωθούμε όλοι.

Το λουκούμι



Ιερά Μονή Ξ. Απόγευμα, πριν πολλά χρόνια. Σε μπαλκονάκι κάθομαι εγώ και γνωστός μου μεσήλικας μοναχός. Οι διάλογοι που ακολουθούν είναι κατά προσέγγιση.

- Έλειπες πάτερ;
- Ναι, έλειπα στην Αθήνα. Βγήκα πρώτη φορά από το Άγιο Όρος έξω στον κόσμο. Πάνε τόσα χρόνια, ούτε εγώ θυμάμαι πόσα πέρασαν. Κοιμήθηκε η μητέρα μου σε μεγάλη ηλικία και έπρεπε να κατέβω κάτω στην αδελφή μου για κάποιες υποθέσεις…
- Ο Θεός ν΄ αναπάψει την ψυχή της! Πώς κατέβηκες πάτερ; Ήρθε ο Χ και σε πήρε;
- Όχι, του είπα να μην κάνει τον κόπο. Έχει δουλειές, παιδιά…Είναι πολύ καλό παιδί, ο Χ, πολύ φιλότιμος. Κατέβηκα με το τρένο.
- Αα, με το τρένο.
- Είχα πολύ αγωνία. Είχα να δω τον κόσμο τόσα χρόνια. Δεν ήξερα πώς ήταν, τι θα δω. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Έκοψα εισιτήριο στο σταθμό, Β' τάξεως, σε καμπίνα. Κάθισα δίπλα σε παράθυρο. Ήμουν μόνος για αρκετό διάστημα. Ήμουν βέβαια αναστατωμένος, μετά από τόσο καιρό, αλλά έκανα μέσα μου ευχή και η Παναγία με βοήθησε. Κάποια στιγμή μπήκαν στο βαγόνι κάτι νεαροί, να σαν και σένα, ευγενικά παιδιά. Ο ένας από αυτούς είχε ένα τρανζιστοράκι και άκουγε σιγανά μουσική. Με ρώτησε αν μ' ενοχλεί η μουσική. Του είπα όχι. Ξέρεις, παιδί μου, ότι όταν ήμουν στον κόσμο αγαπούσα πολύ τον Καζαντζίδη;
- Όχι, πάτερ, δεν το ξέρω!
- Δεν άφηνα μέρος που να παίζει που να μην πάω! Ήξερα όλα του τα τραγούδια απέξω, τόσο πολύ μου άρεζε. Είχα όλες του τις πλάκες. Και να, είμαι τώρα εκεί, στο τρένο, μετά από τόσα χρόνια στο Άγιο Όρος, και η μουσική στο τρανζιστοράκι παίζει τραγούδι του Καζαντζίδη! Το φαντάζεσαι;
- Εε, πάτερ, ο Καζαντζίδης είναι καλός τραγουδιστής! Λαϊκός, σεμνός, πώς να το πω…
- Συγκινήθηκα πολύ! Συγκινήθηκα! Η μουσική να παίζει και εγώ να τρέμω και να κλαίω βουβά να μην με καταλάβουν. Πήρα το μαντήλι μου κι έκανα πώς φυσάω τη μύτη μου για να κρύψω τα δάκρυά μου. Ο Καζαντζίδης να τραγουδά κι εγώ να κλαίω. Δεν άντεχα ν' ακούω εκείνο το τραγούδι. Το φαντάζεσαι παιδί μου, μετά από τόσα χρόνια…
- …
- Ο Θεός να με συγχωρέσει! Παναγιά μου, συγχώρεσέ με!
- Τι έγινε, πάτερ, μετά;
- Ο σταθμός άλλαξε τραγούδι. Εγώ συνήλθα. Φτάσαμε καλά. Τακτοποίησα τις δουλειές μου και τώρα πάλι εδώ. Δεν συντρέχει λόγος πια να ξαναβγώ. Αλλά, να παιδί μου, τόσα χρόνια εδώ και αυτό το πάθος για τα τραγούδια του Καζαντζίδη δεν βγήκε ακόμα. Θεέ μου συγχώρεσέ με!
- Ήταν, λες, πειρασμός;
- Δεν έχω δικαιολογία, αλλά να που είμαστε και εμείς άνθρωποι παιδί μου.

Δεν θυμάμαι αν τον είχα ρωτήσει ποιό συγκεκριμένο τραγούδι του Καζαντζίδη έπαιζε το τρανζιστοράκι. Αλλά νομίζω δεν έχει σημασία.

Η ρακή

Ιερά Μονή Κ. Αργά το πρωί, πριν χρόνια. Ξεβοτανίζω τον κήπο μαζί με ομάδα τριών μοναχών. Κάθε τόσο σταματάμε, πίνουμε νερό, μιλάμε. Στην ομάδα των μοναχών βρίσκεται ένας πανύψηλος, αδύνατος μοναχός. Σκάβει ακούραστα, χωρίς να μιλάει. Όταν τον ρωτάω κάτι, σταματά, σηκώνεται σε στάση προσοχής, σκύβει ελαφρά το κεφάλι με τα μάτια χαμηλά και λέει ευλόγησον. Μόνο ευλόγησον λέει τίποτε άλλο. Είναι Φιλανδός, δόκιμος, μου λένε οι άλλοι. Πιάνω συζήτηση με τον μοναχό που έχει και επισήμως το διακόνημα του κηπουρού.
- Πάτερ, σκεφτήκατε να κάνετε τον κήπο βιολογικό; Είδα κάτι τσουβάλια με λιπάσματα εκεί πέρα και γι' αυτό ρωτώ. Ο βιολογικός κήπος δεν χρειάζεται λιπάσματα και τα προϊόντα του είναι καλύτερα, οικολογικά. Μπορείτε να βάλετε και σπόρους από χαμένες πια ποικιλίες φυτών και όχι από υβρίδια. Έχω ένα φίλο που μπορεί να σας προσφέρει δωρεάν τέτοιους σπόρους από ντόπιες ποικιλίες λαχανικών, από ελληνικές ποικιλίες που εξαφανίστηκαν ή εξαφανίζονται σιγά σιγά. Αρκεί να το θέλετε.
- Προσπαθήσαμε να κάνουμε τον κήπο βιολογικό αλλά δεν τα καταφέραμε. Έχει πολλά νιτρώδη και… και…. Το έδαφος είναι πολύ κουρασμένο και άρρωστο. Τα φυτά χωρίς λιπάσματα και φυτοφάρμακα δεν αναπτύσσονται. Να δεις πόσο προσπαθήσαμε! Ρίξαμε δύο φορές μέγα αγιασμό, κάναμε λιτανεία, ειδική ακολουθία, προσπαθήσαμε για δύο χρόνια, αλλά παραγωγή τίποτα. Ρωτήσαμε στο τέλος τον ηγούμενο, μάς είπε, ρίξτε λιπάσματα, τι θα ταΐσουμε τους προσκυνητάς;
- Είναι, λες, πάτερ, λόγω των έσχατων καιρών;
- Βέβαια! Το λέει …Πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει. Να, ο κήπος το βοά. Τι λες κι εσύ πάτερ και απευθύνθηκε στον δόκιμο.
Ο Φιλανδός σταματά, σηκώνεται σε στάση προσοχής, σκύβει ελαφρά το κεφάλι με τα μάτια χαμηλά και λέει ευλόγησον, τίποτε άλλο. Εμείς δεν μιλάμε. Μετά από λίγο ο δόκιμος επιστρέφει στο σκάψιμο πιο πέρα. Εμείς πίνουμε νερό και τρώμε φρούτα. Ο κηπουρός μού λέει ψιθυριστά:
- Τον βλέπεις αυτόν; Απ' όταν ήρθε, αυτόν μόνον φοβάται ο κήπος και σ' αυτόν μόνον ελπίζει. Έχει υπακοή μέχρι θανάτου.


Το νερό


Προσκυνητής; Γέροντας; Αδόκιμος μοναχός; Ποιος ξέρει ή τι σημασία έχει. Βουβό το όνομά του, όπως και βουβά είναι τα ψάρια του Μπαλουκλή.
- Ευλόγησον!
- Ο Θεός, παιδί μου! Έμαθα πήγες στην Κωνσταντινούπολη;
- Ναι! Πέρασα και από το Πατριαρχείο, είδα τον Χ… (Με διακόπτει)
- Προσκύνησες στην Ζωοδόχο Πηγή, στο Μπαλουκλή;
- Ναι.
- Είδες τα ψάρια; Αυτά που έψηνε ο καλόγερος και πήδηξαν από το τηγάνι;
- Εε, είδα κάτι χρυσόψαρα. Είναι υπόγειο το μέρος, κατεβαίνεις μερικά σκαλάκια κι έχει εκεί μια μικρή δεξαμενή. Μέσα στη δεξαμενή, που επικοινωνεί με κάπου, είδα κάτι μεγάλα κόκκινα χρυσόψαρα. Αυτά λέτε;
- Είχαν μαύρα στίγματα στο δέρμα τους;
- Εε, ναι.
- Είναι από το τηγάνι, το λάδι τά' καψε, αλλά όταν ο καλόγερος είπε αδύνατον να πέσει η πόλη και ζήτησε ένα θαύμα για να πιστέψει, αυτά πήδηξαν στο αγίασμα και το κάψιμο έμεινε. Πόσα ήταν;
- Εε, δεν ξέρω.
- Είναι εννιά. Ποτέ παραπάνω. Ξέρεις γιατί ζουν ακόμα;
-…Εε, δεν ξέρω.
- Γιατί όσο ζουν ο χρόνος έχει σταματήσει στο τότε. Η πόλη έπεσε, ναι, είναι αλήθεια, αλλά όσο τα ψάρια ζουν, το αντίστροφο θαύμα είναι ακόμα δυνατόν. Να πηδήξουν ξανά πίσω στο τηγάνι, αυτό θα μπορούσαν τα ψάρια. Ζωοδόχος πηγή! Ξέρεις ότι είναι τα ίδια εκείνα ψάρια και όχι οι απόγονοί τους, έτσι δεν είναι;
- Εε, πώς δηλαδή, δεν ψοφάνε τα ψάρια τόσους αιώνες, δεν αναπαράγονται, δεν τα ταΐζουν; Πώς γίνεται να είναι τα ίδια, τα ίδια εκείνα;
- Βρε συ, δεν πιστεύεις στο θαύμα; Θα στο πω διαφορετικά. Τα ψάρια εκείνα δεν ζουν εκεί στο Μπαλουκλή (δείχνει πέρα μακριά), αλλά ζουν εδώ μέσα, στα ύδατα των ψυχών μας (και δείχνει το στήθος του). Κι αν επιτρέψεις αυτά να ψοφήσουν εδώ (και δείχνει το στήθος μου), στα ύδατα της ψυχής σου, κι εκείνα τότε στο Μπαλουκλή θα ψοφήσουν την ίδια στιγμή.

Ο καφές



- Πάτερ, θα σωθούμε; Θα σωθεί όλος ο κόσμος; Γιατί, εδώ που τα λέμε, πόσοι είναι οι άξιοι;
- Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης το υποστήριξε αυτό στην εσχατολογία του. Η αποκατάσταση των πάντων και της Δημιουργίας στο αρχαίο της το κάλλος. Το ήξερες;
- Όχι!
- Είναι όμως θεολογούμενο.
- Δηλαδή;
- Δηλαδή διδασκαλία με πιθανότητα αληθείας, σε αντίθεση με το δόγμα που παρέχει βεβαιότητα αληθείας, στηρίζεται στην Αγία Γραφή και βεβαιώνεται από συμφωνία Πατέρων. Εξάλλου, ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης είπε άλλο ένα θεολογούμενο. Ότι ο Θεός τόσο πολύ αναπαύεται από την Θεοτόκο που η θεϊκή δικαιοσύνη αποκαθίσταται πλήρως στο Πρόσωπό της. Και όλος ο κόσμος να χαθεί, το σχέδιο της Δημιουργίας πραγματώνεται πλήρως στο Πρόσωπό της. Ο Θεός ευφραίνεται πλήρως από την Παναγία μας. Πλήρως.





το βρήκαμε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)