Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Οι κατοχικές στρατιές εξαπολύουν, σήμερα, τις πιο μανιασμένες επιθέσεις εναντίον της Εκκλησίας


Σήμερα μόνο οι «εγκάθετοι» του καθεστώτος, οι αθεράπευτα αφελείς ή όσοι ζουν μέσα σε ολοκληρωτική άγνοια δεν μπορούν να διακρίνουν τη «στημένη» τρομοκρατική «επιχείρηση» και τη μακάβρια σκηνοθεσία της δίωξης του γέροντα Εφραίμ, καθώς και την πολυμορφία των προβοκατόρικων παιχνιδιών του παρακράτους της τοκογλυφικής χούντας εναντίον της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Σήμερα το καθεστώς των κατοχικών ανδρεικέλων προωθεί, οργανώνει και σκηνοθετεί τα τελευταία επεισόδια του σήριαλ για την αρπαγή της Εκκλησιαστικής περιουσίας και το πέρασμά της στους διεθνείς τοκογλύφους.


Ταυτόχρονα τα παρασιτικά ανδρείκελα

των κατοχικών, αποικιοκρατικών δυνάμεων οργανώνουν και σκηνοθετούν τις τελευταίες και πιο άγριες επιθετικές επιδρομές εναντίον των ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΩΝ της Ορθόδοξης Εκκλησίας:
πολεμικές επιδρομές για την ολοκληρωτική κατάλυση του Ορθόδοξου αυτού ιστού της εθνικής μας υπόστασης.

Στον Πόλεμο αυτό μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των διεθνών ληστοσυμμοριτών, στον πόλεμο μεταξύ της Εκκλησίας κα των δωσίλογων ανδρεικέλων παρασίτων δεν μπορεί να είμαστε ΟΥΔΕΤΕΡΟΙ, ανεξάρτητα αν είμαστε ευσεβείς ή όχι.


Ο Πόλεμος είναι κατεξοχήν ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ και η θέση μας πρέπει να είναι κρυστάλλινη: Είμαστε με την Ορθόδοξη Εκκλησία και ασυμφιλίωτα ενάντια στη χούντα των τραπεζιτών-τοκογλύφων και στα καθεστωτικά της ανδρείκελα: πολιτικά, δημοσιογραφικά, πνευματικά, ακαδημαϊκά…

Ο πόλεμος αυτός εναντίον της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν ξεκίνησε σήμερα. Αρχίζει να οξύνεται από την εποχή του δωσίλογου σημιτισμού. Διένυσε πολλές φάσεις και σήμερα, σε μια Ελλάδα υπό κατοχή, οι στρατιές των κατοχικών δυνάμεων εξαπολύουν τις πλέον άγριες και μανιασμένες επιθέσεις…

Το Βατοπέδιο και ο μοναχός Εφραίμ επελέγησαν σαν τον πιο «αδύνατο κρίκο».

Αναδημοσιεύουμε, για τη βαθύτερη κατανόηση του ζητήματος, ένα άρθρο μας, γραμμένο το Δεκέμβριο του 2008, με τον τίτλο:
«Πλανητικό κράτος και Εκκλησία είναι ασυμβίβαστα»
βρίσκεται εδώ:
http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=2893

Πλανητικό κράτος και Εκκλησία είναι ασυμβίβαστα.

Όταν ένα κακό παίρνει τις διαστάσεις ενός ψυχωτικού δράματος, τότε επιβάλλεται μια βαθύτερη ιστορική και πολιτική εκτίμηση των πραγμάτων και όλα τα δευτερεύοντα υποχωρούν στο υπόβαθρο.
Δεν μπορεί το Βατοπέδιο και ακόμα χειρότερα οι μοναχοί Εφραίμ και Αρσένιος να είναι το υπαριθμόν ένα πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Δεν μπορεί γενικότερα τα εκκλησιαστικά «σκάνδαλα» (υπαρκτά ή κατασκευασμένα) να καταδυναστεύουν την κοινωνική και πολιτική ζωή μιας χώρας. Ένα απόστημα (εξωτερικό σύμπτωμα) της καπιταλιστικής διαπλοκής και σήψης να προσλαμβάνει τέτοιες αφηνιασμένες, ψυχωτικές διαστάσεις και να μεταβάλλεται από σύμπτωμα σε κεντρικό πολιτικό πρόβλημα.
Αυτή η δραματοποίηση του «συγκεκριμένου συμβάντος», η δαιμονοποίηση του Βατοπεδίου και κατά σημειολογική επέκταση, ολόκληρου του Αγίου Όρους, του μοναχισμού και της Ορθοδοξίας δεν είναι «αθώα», χωρίς πολιτικό δόλο και καθεστωτικούς υπολογισμούς.
Δεν μπορεί, συνεπώς, να τυφλωνόμαστε από τον «σκανδαλισμό» της τελετουργικής και πολιτικής εμπορίας του βατοπεδιανού «σκανδάλου» ή από το «θρησκευτικό σεχταρισμό» και να μην διακρίνουμε τα βαθύτερα και ουσιώδη χαρακτηριστικά αυτής της υστερικής δαιμονοποίησης των «αμαρτωλών» μοναχών.
Δεν μπορεί να χάνουμε από το οπτικό μας πεδίο το συνθετικό σύνολο της κυρίαρχης κοινωνικής και πολιτικής δομής, να απομονώνουμε τους δύο μοναχούς, να εστιάζουμε πάνω στο «έγκλημά» τους (όπως το «αποφάσισαν» και το πρόβαλλαν οι προπαγανδιστικές μήτρες του καθεστώτος) και να «ξερνάμε» όλη τη χολή μας.
Δεν είναι το Βατοπέδιο και οι δύο μοναχοί το κοινωνικό καθεστώς, το κέντρο της Ελλάδας, οι κινητήριοι μοχλοί του καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού γίγνεσθαι. Ούτε η ανατρεπτική θεωρία και πράξη μπορεί να έχει ως βάση τα εκκλησιαστικά συμπτώματα της σήψης και τις ενδοεκκλησιαστικές «διαφοροποιήσεις» και «αντιθέσεις».
Όσοι μένουν υστερικά προσηλωμένοι στο «σκάνδαλο» του Βατοπεδίου ουσιαστικά επικαλύπτουν τα αίτια και τις κινητήριες λειτουργίες που γεννούν και γιγαντώνουν τα σκάνδαλα. Τοποθετούν κυριολεκτικά την πραγματικότητα με το κεφάλι προς τα κάτω, αθωώνουν το καθεστώς των πραγματικών ενόχων και μετατρέπουν ένα σύμπτωμα σε καθοριστικό αίτιο.
Κάθε σκάνδαλο είναι το αποτέλεσμα μιας λειτουργίας. Για να διερευνήσουμε αυτή τη λειτουργία πρέπει να γνωρίζουμε τον οργανισμό. Και πρώτα απ’ όλα το σκελετό και το μυϊκό σύστημα του οργανισμού. Είναι αδύνατον να αποκτήσουμε ορθή αντίληψη των πραγμάτων δίχως να έχουμε κατανοήσει τη γενική διάρθρωση του κοινωνικού οργανισμού: Τα οστά και τους μυς της κοινωνίας (καπιταλιστικές σχέσεις) και τα όργανα του κοινωνικού οργανισμού: Κράτος, κόμματα, θεσμοί, μηχανισμοί προπαγάνδας κ.λπ
Το κεντρικό, συνεπώς, καθοριστικό ζήτημα δεν είναι το «απόστημα» της ασθένειας, αλλά ο ασθενής κοινωνικός οργανισμός. Είναι η καρκινώδης εστία και όχι οι μεταστάσεις του.
Και αυτό που έχει σαπίσει αθεράπευτα είναι το καπιταλιστικό σύστημα, τα όργανά του και όλες οι λειτουργίες του συστήματος και των οργάνων του. Όταν τα πάντα ρυθμίζονται από την αγορά της αχαλίνωτης κερδοσκοπίας, όταν το κυρίαρχο «αγαθό» είναι το χρήμα, τότε είναι αυτοί οι κυρίαρχοι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΙ νόμοι που επιβάλλονται σε όλα τα κοινωνικά κύτταρα της κοινωνίας και οδηγούν τους ανθρώπους στην απληστία και στο έγκλημα.
Για να αντισταθεί κανείς σε αυτή τη λαίλαπα της αγοράς και του χρήματος δεν αρκεί μόνο να έχει συνείδηση των πραγμάτων. Ούτε αρκούν οι «θεϊκοί λόγοι» και οι προσευχές, γενικά η Πίστη στο Θεό!!!
Απαιτείται και συνειδητή δράση. Μια άλλη όχι μόνο φιλοσοφία, αλλά και πολιτική πρακτική. Μια Θεωρία και Πρακτική που να αναιρούν συνολικά το σύστημα, που να απελευθερώνουν από τις «δαγκάνες» του. Γιατί όταν αποτελείς θεσμικό ή ιδεολογικό γρανάζι του καθεστώτος υποτάσσεσαι και στους νόμους του, σαπίζεις μαζί με αυτό…
Οι διαχειριστές της Ορθοδοξίας και η γραφειοκρατική ιεραρχία της Εκκλησίας πάντα ήταν και είναι εντός του συστήματος: θεσμικό και πνευματικό γρανάζι του καπιταλιστικού κράτους. Οι διαπλοκές κράτους και εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας είναι σταθερό και πάγιο φαινόμενο. Μέσα σε αυτό το καπιταλιστικό καθεστώς της άκρατης νέο-φιλελευθεροποίησης λειτούργησε και έδρασε η εξουσία της Εκκλησίας, διαπλεκόμενη με όλες τις λοιπές εξουσίες του καθεστώτος.
Και είναι φαρισαϊσμός ή έχουμε το δάκτυλο στο μάτι και δεν θέλουμε να δούμε ότι η «εκκλησιαστική οικονομία» δεν μπορεί παρά να είναι μια καπιταλιστική οικονομία που υπόκειται στους σιδερένιους νόμους της αγοράς. «Πνευματικές» οικονομικές οάσεις ή «σοσιαλιστικές» μέσα στον καπιταλισμό δεν μπορεί να υπάρξουν.
Γιατί, όμως, σήμερα, ολόκληρο το καθεστώς με όλα τα κόμματά του και τα σκοταδιστικά μέσα προπαγάνδας κτυπούν το Βατοπέδιο και σκούζουνε σαν «μωρές παρθένες»; Γιατί μια «φυσιολογική» καπιταλιστική λειτουργία δραματοποιείται και αναθεματίζεται τόσο υστερικά και γίνεται το μείζον πολιτικό ζήτημα της ελληνικής κοινωνίας; Γιατί τέτοιος άγριος κακουργηματικός λιθοβολισμός εναντίον δύο μοναχών που λειτούργησαν «καπιταλιστικά», όπως λειτουργεί το σύνολο της «εκκλησιαστικής οικονομίας»; Ή μήπως τα οικονομικά εκκλησιαστικά «σκάνδαλα» (τα πασίγνωστα, αλλά επιλεκτικά αποκαλυπτόμενα) περιορίζονται στο Βατοέδι;
Το γιατί το έχουμε αναλύσει πολλές φορές.
Συνοπτικά:
α) Το Βατοπέδιο αποτελεί την αιχμή του νεοταξικού πολιτικού παιχνιδιού που παίζεται σήμερα από τους πλανητικούς και εγχώριους μηχανισμούς εξουσίας: Επικάλυψης της καθεστωτικής σήψης, αποδόμησης και αναπαλαίωσης του πολιτικού σκηνικού σύμφωνα με τους όρους των Αμερικανών.
β). Επίσης το Βατοπέδιο ανοίγει και προλειαίνει το δρόμο για μια συνολικότερη και μετωπική επίθεση κατά της Εκκλησιαστικής περιουσίας και της Ορθοδοξίας γενικότερα.
Το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος σήμερα, αποτελεί πλανητικό γρανάζι των υπερεθνικών, ως εκ τούτου η «εκκλησιαστική οικονομία» πρέπει να υποταχθεί στους νόμους και τις ορέξεις των πολυεθνικών. Η δομή, συνεπώς, της εκκλησιαστικής εξουσίας (οικονομική, πολιτική και «εθνική») είναι ασυμβίβαστη με τα πλανητικά συμφέροντα και την κρατική δομή της ελληνικής κοινωνίας που υποτάσσεται ολοένα και πιο πολύ στην πλανητική κρατική δομή. Ελληνικό πολυεθνικό κράτος και «εκκλησιαστικό κράτος» δεν μπορούν πλέον να συνυπάρξουν. Να γιατί η Ορθοδοξία ως συνεκτικός εθνικός ιστός και η Εκκλησία ως «Ορθόδοξη εξουσία» έχουν μπει στο στόχαστρο της πλανητικής αυτοκρατορίας και των πολυεθνικών.
Να γιατί ΥΣΤΕΡΙΚΑ όλοι διακρίνουν μόνο τα «σκάνδαλα» της εκκλησίας, ανακαλύπτουν καθημερινά ή κατασκευάζουν νέα και την ανάγουν σε «διάβολο» της κοινωνίας.
Να γιατί δεν πρέπει να χάνουμε το δάσος πίσω από το δέντρο, το Μέτωπο κατά της Εκκλησίας που προωθείται πίσω από τους μοναχούς Εφραίμ και Αρσένιο…


το βρήκαμε εδώ

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Ο Ελληνικός λαός βάλλεται από παντού.

.......Η δίωξη του Βατοπαιδίου, του Αγίου Όρους, της Εκκλησίας. Γκρέμισμα των συμβόλων της Πίστεως.


.......Παραμονές Χριστουγέννων προγραμμάτισαν το χτύπημα.
.......Χτυπήθηκε πρώτα η παιδεία και η οικογένεια την τελευταία δεκαπενταετία κατόπιν η αστυνομία, με τις διαδηλώσεις κατά των αστυνομικών και την υπόθεση Γρηγορόπουλου πριν δύο περίπου χρόνια, μετά ο στρατός, με τις δηλώσεις Μπεγλίτη περί σταγονιδίων (=χουντικών) και τις άμεσες κρίσεις αξιωματικών, τέλος συκοφαντούν την Εκκλησία παραμονές Χριστουγέννων, για να ισοπεδώσουν κάθε ιδανικό από την συνείδηση των πιστών.
.......Η Εκκλησία, το Άγιο Όρος έχουν μπει στο μάτι των πιστωτών μας, επειδή είναι ένα από τα σοβαρά αναχώματα στα σχέδιά τους. Σχέδιο που δεν είναι άλλο από την επιβολή δικτατορίας της νέας τάξης πραγμάτων με την επιβολή πλήρους παρακολουθήσεως της ζωής των πολιτών, της απωλείας. Πιλοτικά ξεκινούν από την ατίθαση χώρα μας, με απώτερο σκοπό να φυτέψουν ένα chip σε κάθε άνθρωπο ώστε να ελέγχονται όλοι παντελώς σε όλο τον πλανήτη.
.......Διατάσσεται η φυλάκιση του π. Εφραίμ, ενώ οι πραγματικοί αίτιοι όλης αυτής της στημένης υποθέσεως κυκλοφορούν ελεύθεροι κάτω από την βουλευτική τους ασυλία. Ο πατήρ Εφραίμ δεν παθαίνει τίποτε εάν κλειστεί φυλακή, άλλωστε αυτός επέλεξε τον εκούσιο εγκλεισμό του εδώ και δεκαετίες από πίστη και αγάπη για Τον Γεννηθέντα Κύριο. Αυτός που θα ματώσει είναι η Ελλάδα και οι απλοί πολίτες της. Ντροπή σας που αποφασίζετε με αυτόν τον τρόπο τον διασυρμό της Εκκλησίας, αναλογιστείτε ότι τα τέκνα της Ελλάδος που κλείστηκαν αδίκως στην φυλακή έγιναν ήρωες και μάρτυρες: Αγωνιστές του 21, Άγιοι της Εκκλησίας μας. Οι κατήγοροί τους εξαφανίστηκαν. Ευχόμαστε να μην τους μοιάσετε και να διορθωθείτε.
.......Η Παναγία φυλάει αυτόν τον τόπο, δεν θα αφήσει τα σκυλιά της νέας τάξης των τοκογλύφων, να δέσουν χειροπόδαρα την Ελλάδα με ηλεκτρονικές κάρτες και φακελώματα, συκοφαντώντας με τέτοιο βάρβαρο τρόπο, μέσα στις εκκλησιαστικές εορτές της Γεννήσεως του Χριστού, την μόνη υγιή αντισταση που υπάρχει αυτή την στιγμή. Θα εφαρμοστεί για αυτούς το του Προφήτου Δαυίδ: "ἀπώλετο τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ μετ᾿ ἤχου", οπως το του Ηρώδη.
.......Να περιμένουμε με προσευχή και μετάνοια την απάντηση πλέον Του Θεού.
.......Εχουμε πολλά να δούμε σύντομα, και να ειμαστε όλοι ετοιμοι διότι θα προσπαθήσουν να επιβάλουν την ηλεκτρονική χούντα της παρακολουθήσεως της ζωής μας, τους επόμενους μήνες, εν ονόματι της φοροδιαφυγής, όπως έλεγε ο γ. Παΐσιος.
.......Ελπίζουμε όμως ότι ο γεννώμενος Θεός να τους σταματήσει.

Καλά Χριστούγεννα.
23.12.2011
μ. Πρόδρομος -Άγιον Όρος.


το βρήκαμε εδώ

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

To θαῦμα τῆς πόρνης

π. Στεφάνου Ἀναγνωστοπούλου
Μιά πονεμένη χήρα μάνα βρίσκεται σ’ ἓνα νοσοκομεῖο μέ τό δίχρονο παιδάκι της νά χαροπαλεύει ἀπό λευχαιμία. Ὁ πόνος της εἶναι μεγάλος, διότι ἢδη ἒχει χάσει ἂλλα δύο παιδιά, καί τώρα ἒβλεπε νά τῆς φεύγει καί τό τελευταῖο, τρίτο βλαστάρι της. Ὃσο περνοῦσαν οἱ ὧρες, τόσο καί πιό πολύ μεγάλωνε ἡ ἀπελπισία της. Ἦταν ἢδη 2:00 μετά τά μεσάνυκτα, ὃταν ὃλως ἐκτάκτως πέρασε ἀπό τό θάλαμο ὁ διευθυντής τοῦ τμήματος, νά δεῖ ἓνα διπλανό κοριτσάκι ‘’ἐπί πληρωμῆ’’ καί ἀπό παρόρμηση πρόσεξε καί τό δίχρονο παιδάκι τῆς χαροκαμένης ἐκείνης μάνας. Τό ἐξέτασε καί τῆς εἶπε: Λυπᾶμαι πολύ, κυρία μου. Πάρε τό παιδάκι σου καί φύγε τώρα, γιά νά πεθάνει τουλάχιστον στήν ἀγκαλιά σου καί στό σπίτι σου. Σάν τό ἂκουσε αὐτό ἡ δύστυχη μάνα ἀπό τό στόμα τοῦ γιατροῦ, μέ λυγμούς, τύλιξε τό παιδάκι της μέ μιά κουβερτούλα, τό ἒσφιξε στήν ἀγκαλιά της καί ἒφυγε τρέχοντας. Βγῆκε στό δρόμο… Παντοῦ ἐπικρατοῦσε ἐρημιά καί ἡσυχία. Τίποτα δέν κυκλοφοροῦσε. Σέ μιά στροφή τοῦ δρόμου, βλέπει ξαφνικά μπροστά της μιά νεαρή σχετικά γυναίκα, περίπου 30 ἐτῶν. Μόλις εἶχε τελειώσει τή «δουλειά της», ἦταν πόρνη. Μόλις ἒφθασε ἡ μάνα μπροστά της, τήν σταμάτησε καί...

τῆς ἒβαλε μέ βία τό παιδάκι της μέσα στήν ἀγκαλιά της. Ταυτόχρονα, ἒπεσε στά πόδια της καί φώναξε: «Σῶσε τό παιδί μου! Σῶσε τό παιδί μουουουου!!!» Τά ἒχασε αὐτή! Πόρνη ἦταν, ἁμαρτωλή ἦταν, βυθισμένη στό βοῦρκο τῆς ἀκολασίας! Τί νά κάνει; Στά πόδια της μιά μάνα, στά χέρια της ἓνα παιδί πού ἒσβηνε. Τό εἶδε ὃτι ἒσβηνε. Σήκωσε τά μάτια της στόν οὐρανό καί εἶπε μέ δυνατή φωνή: Τί προσευχή νά κάνω τώρα, Θεέ μου; Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή, ἐγώ εἶμαι πόρνη! Τώρα μόλις «τελείωσα» τήν δουλειά μου. Ἂν δέν μ’ ἀκοῦς ἐμένα –καί δέν θά μέ ἀκούσεις, βέβαια, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλή- ἂκουσε τουλάχιστον αὐτή τήν πονεμένη μάνα. Ἐκείνη τή στιγμή ἒγινε τό θαῦμα!!! Κατέβηκε ἓνα φῶς ἀπό τόν οὐρανό καί τό παιδί ἂνοιξε τά ματάκια του, φώναξε «μανούλα μου!» κι ἃπλωσε τά χεράκια του ἀγκαλιάζοντας τήν πόρνη, γιατί νόμισε ὃτι αὐτή ἦταν ἡ μανούλα του. Πάρ’ το τῆς εἶπε. Ὁ Θεός ἒκανε τό θαῦμα Του!

Ὁ Θεός ἂκουσε τήν προσευχή μιᾶς ἁμαρτωλῆς, μιᾶς πόρνης καί ὂχι τῆς μάνας! Αὐτό συντάραξε τά λιμνάζοντα ‘’νερά’’ στήν ψυχή τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας, ὣστε μέ συντριβή καί μετάνοια, καί μέ ἐξομολόγηση, ὁριστικά πλέον, ἂλλαξε τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας μέ τή νέα ἐν Χριστῶ ζωή. Δόξα στό Ὂνομά σου, Κύριε!

(Ἀπό τίς προσωπικές σημειώσεις τοῦ π. Στεφάνου Ἀναγνωστοπούλου)

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Πρακτικοί τρόποι βοήθειας



...Έτσι και εμείς, ό,τι τάλαντο μας έδωσε ο Θεός να το πολλαπλασιάζουμε. Μας έδωσε το λόγο; Να πούμε δυο λόγια παρηγορητικά. Μας έδωσε δύναμη σωματική; Να εξυπηρετήσουμε έναν άνθρωπο που είναι αδύναμος. Σε άλλον έδωσε κάποιο άλλο χάρισμα. Να επισκέπτεται τους ασθενείς, να εξυπηρετεί και έτσι να δουλέψει. Σε άλλον έδωσε την κλίση να δουλέψει μέσα στο γάμο. Να βοηθήσει τον άντρα ή τη γυναίκα και τα παιδιά. Σε άλλον έδωσε την κλίση να γίνει μοναχός και να Τον δουλέψει με την άσκηση. Σε άλλον έδωσε κάποια οικονομική άνεση, για να βοηθήσει και άλλους οικονομικά. Να μεταχειριστεί τον πλούτο μόνο για τα αναγκαία και να μην κολλήσει η καρδιά του σ'αυτόν....

(απ'το βιβλίο του γέροντα Εφραίμ Φιλοθεΐτη, "Η τέχνη της σωτηρίας", εκδ.Ι.Μ.Φιλοθέου Αγ.Όρους)

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Κάθε πότε να κοινωνούμε;


Πολλο κοινωνον μα φορ τ χρόνο, λλοι δύο φορές, λλοι περισσότερες. Ποιούς π’ ατος θ πιδοκιμάσουμε; σους μι φορά, σους πολλς σους λίγες φορς μεταλαμβάνουν;

Οτε τος μα οτε τος πολλος οτε τος λίγες, μ κείνους πο πλησιάζουν στ γιο Ποτήριο μ καρδι γνή, μ βίο νεπίληπτο. Ατο ς κοινωνον πάντα. Ο λλοι, ο μετανόητοι μαρτωλοί, ς μένουν μακρι π τ χραντα Μυστήρια, γιατί λλις κρίμα κα καταδίκη τοιμάζουν γι τν αυτό τους. γιος πόστολος λέει: «ποιος τρώει τν ρτο κα πίνει τ ποτήριο το Κυρίου μ τρόπο νάξιο, γίνεται νοχος μαρτήματος πέναντι στ σμα κα στ αμα το Κυρίου, προκαλώντας τν καταδίκη του» (Α΄ Κορ. 11:27, 29). Θ τιμωρηθε, δηλαδή, τόσο αστηρά, σο κα ο σταυρωτς το Χριστο, φο κι κενοι γιναν νοχοι μαρτήματος πέναντι στ σμα Του.

Πραγματική φωτογραφία που δείχνει τα Άγια σκεύη να εκπέμπουν μία εκτυφλωτυική λάμψη (Ρωσία)
Πολλο π τος πιστος χουν φτάσει σ τέτοιο σημεο περιφρονήσεως τν γίων Μυστηρίων, στε, ν εναι γεμάτοι π μέτρητες κακίες κα δν διορθώνουν καθόλου τν αυτό τους, κοινωνον στς γιορτς προετοίμαστοι, μ γνωρίζοντας τι προϋπόθεση τς Θείας Κοινωνίας δν εναι γιορτή, λλά, καθς επαμε, καθαρή συνείδηση. Κα πως ατς πο δν ασθάνεται κανένα κακ στ συνείδησή του, πρέπει καθημερινά νά προσέρχεται στή Θεία Κοινωνία, τσι κι ατός πού εναι φορτωμένος μαρτήματα καί δέν μετανοε, πρέπει ν μν κοινωνε οτε στ γιορτή.
Γι’ ατ κα πάλι σς παρακαλ λους ν μν πλησιάζετε στ Θεα Μυστήρια τσι προετοίμαστοι κι πειδ τ παιτε γιορτή, λλ ν κάποτε ποφασίσετε ν λάβετε μέρος στ Θεία Λειτουργία κα ν κοινωνήσετε, ν καθαρίζετε καλ τν αυτό σας, π πολλς μέρες πρίν, μ τ μετάνοια, τν προσευχή, τν λεημοσύνη, τ φροντίδα γι τ πνευματικ πράγματα.


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
πό τό βιβλίο :«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ


το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Φανατισμός και ανεκτικότητα


Στην καθημερινή πράξη των χριστιανών εμφανίζονται σε πολλά ζητήματα, δείγματα δύο διαμετρικά αντίθετων συμπεριφορών: του φανατισμού και της ανεκτικότητας. Αντιπροσωπεύουν, θα έλεγε κανένας, δυο τύπους πιστών σε κάθε λεπτομέρεια της εκκλησιαστικής ζωής. Από την μια μεριά ο φανατικός χριστιανός, που ψάχνει να βρει ευκαιρία για να εκφράσει με τον εντονότερο δυνατό τρόπο τη μισαλλοδοξία του. Κι από την άλλη ο ανεκτικός, που παρά τις επιθέσεις του προηγούμενου διατηρεί πάντα μια διαλλακτική στάση σ’ όλα τα θέματα. Οι δυο τύποι διευρύνονται σε ομάδες πολλές φορές και δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο οι μεταξύ τους διαφορές να απολήξουν και σε ένα μικρό πόλεμο λέξεων από τις στήλες των περιοδικών. Η αφορμή μπορεί να είναι σοβαρή ή και ασήμαντη. Η αντιδικία βασικά οφείλεται σε μια διάφορη αντιμετώπιση των άλλων μέσα σε μια πολύφωνη κοινωνία με ποικίλες ιδεολογίες, όπως η δική μας σήμερα. Είτε για την αλλαγή της αμφιέσεως του ιερού κλήρου πρόκειται είτε για τις σχέσεις με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες είτε για τη χρήση της πολυφωνίας στη λατρεία μας, πάντα ο φανατικός και ο ανεκτικός θα βρεθούν αντίπαλοι, γιατί αντιπροσωπεύουν δυο αντίθετες νοοτροπίες. Επειδή κι οι δυο εμφανίζονται ως γνήσιοι εκπρόσωποι του χριστιανισμού, ο απλός και συνήθως απληροφόρητος πιστός μπερδεύεται, αμφιταλαντεύεται και τελικά δεν ξέρει ποιός έχει δίκιο. Αξίζει, λοιπόν, να ασχοληθούμε λίγο με την τυπολογία αυτών των δύο τύπων και να δούμε ποιός βρίσκεται πλησιέστερα προς το πνεύμα και την παράδοση της Εκκλησίας.
Το πρώτο γνώρισμα του φανατικού είναι η μισαλλοδοξία του. Χωρίς να ενδιαφερθεί καν να μάθει τι ακριβώς υποστηρίζουν οι αντίπαλοί του, απορρίπτει ευθύς εξ αρχής κάθε θέση τους ως εσφαλμένη και στη συνέχεια ψάχνει να βρει τα επιχειρήματα για την απόρριψη. Άλλωστε βλέπει πάντα τα πράγματα άσπρα – μαύρα, χωρίς καμιά ενδιάμεση απόχρωση. Όλες οι δικές του απόψεις είναι σωστές, ενώ όλες οι διαφορετικές απόψεις είναι εσφαλμένες. Αυτή η στάση του φανατικού προέρχεται από την πεποίθησή του ότι οι δικές του απόψεις και πράξεις είναι απόλυτα σωστές και ορθές. Καμιά αμφιβολία δεν γεννιέται ποτέ μέσα του για ό,τι λέγει και πράττει. Πάντα έχει δίκιο και ενεργεί σωστά. Όχι μόνον οι γενικές αλήθειες, αλλά και κάθε λεπτομέρειά τους είναι αναμφισβήτητα ορθή. Σ’ όλα πορεύεται όπως πρέπει.
Με τέτοιες προϋποθέσεις δεν είναι δυνατόν να ανοίξει διάλογο ο φανατικός. Όταν μιλεί, το κάνει μόνο για να διαφωτίσει τους άλλους και να τους φέρει στο σωστό δρόμο. Όταν μιλούν οι άλλοι, συνήθως κλείνει τ’ αυτιά του και συνεχίζει μετά το δικό του, το ίδιο πάντα τροπάριο, χωρίς καμιά παραλλαγή. Ουσιαστικά δεν ενδιαφέρεται για απόψεις που απορρίπτει ευθύς εξ αρχής με μόνη τη δικαιολογία ότι δεν συμφωνούν με τις δικές του!
Ο φανατικός ακόμη δεν διακρίνει ανάμεσα σε ιδέες και πρόσωπα. Όποιος διαφωνεί μαζί του στη θεωρία, είναι καταδικασμένος και στη ζωή του. Αρκεί να διαφωνήσει σ’ ένα σημείο, για να βγει το συμπέρασμα ότι διαφωνεί σ’ όλα θεωρητικά και πρακτικά, θεωρεί επί παραδείγματι κάποιον για αιρετικό με βάση τις δικές του απόψεις; Πολύ σύντομα θα γενικεύσει την κρίση του για κάθε σημείο της πίστεως του άλλου, αλλά και για κάθε σημείο της ζωής του. Η γενίκευση και η αδιαφορία για τις λεπτομέρειες είναι βασικό γνώρισμα του φανατικού. Προέρχεται κι αυτό από την τάση του να μην διακρίνει τις αποχρώσεις. Όποιος διαφωνεί μαζί του θεωρητικά, δεν μπορεί κατά την πίστη του να πορεύεται σωστά στην πράξη. Έτσι συχνά οι επιθέσεις του αναφέρονται όχι στο συζητούμενο θέμα, αλλά στο πρόσωπο και τη ζωή του αντιπάλου του,
Και μια και δεν μπορεί ν’ ανοίξει διάλογο, αρχίζει την πολεμική. Πολεμική εναντίον ιδεών και προσώπων αδιακρίτως.
Φυσικά δεν την ονομάζει πολεμική αυτή τη διαγωγή του. Συνήθως την αποκαλεί έλεγχο, κριτική ή κάπως έτσι. Ουσιαστικά όμως πρόκειται για πόλεμο χωρίς έλεος στο όνομα της αλήθειας. Για καλόπιστη κριτική σε θέματα ουσίας ούτε λόγος να γίνει. Επίσης δεν μπορεί να γίνει λόγος για μέτρο στη χρήση όρων και λέξεων. Όλα βρίσκονται στο μέτρο της υπερβολής, ανακατεμένα προσωπικά και πραγματικά, αληθινά και φανταστικά, υποκειμενικά και αντικειμενικά, χωρίς καμιά διάκριση. Όπως στον πόλεμο, έτσι και στην πολεμική του φανατικού σκοπός είναι η εξόντωση του αντιπάλου με κάθε τρόπο και κάθε μέσο. Δεν είναι σπάνιο να χρησιμοποιηθεί η συκοφαντία, τα υπονοούμενα που συμπληρώνονται με καλά οργανωμένη εκστρατεία ψιθύρων, η απομόνωση ενεργειών ή λόγων ώστε να βγει το ποθούμενο συμπέρασμα και άλλα παρόμοια.
Όλα αυτά δεν είναι βέβαια γνωρίσματα του θρησκευόμενου φανατικού αποκλειστικά, ούτε παρουσιάζονται όλα μαζί πάντοτε. Η παθολογία που αναφέρουμε ισχύει για κάθε φανατικό, άσχετα προς την ιδεολογική και κοσμοθεωρητική τοποθέτησή του. Είναι εκδηλώματα του φανατισμού σε πανανθρώπινη κλίμακα. Ο φανατικός χριστιανός είναι απλώς μια επιμέρους περίπτωση. Έχει όμως και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του: προσπαθεί πάντα να συνδέσει τον φανατισμό του με τον χριστιανισμό και την ορθοδοξία. Επιχειρεί να καλύψει την όλη τακτική του με λόγους ή πράξεις του Χριστού, των Αποστόλων και των Πατέρων. Ό,τι κάνει και λέγει είναι πάντα η συνέχεια του δρόμου που χάραξε ο Χριστός και που οι αντίπαλοι νοθεύουν! Η κριτική του είναι ανάλογη με την κριτική του Χρυσοστόμου, ο έλεγχός του είναι το μαστίγιο του Χριστού εναντίον των συγχρόνων κολλυβιστών, η διαφωνία του με την εκκλησιαστική διοίκηση είναι η ίδια με τη διαμαρτυρία του αποστόλου Παύλου εναντίον του ιουδαίου αρχιερέως. Όλα έχουν την αφετηρία τους στο άγιο παρελθόν της Εκκλησίας μας…
Φυσικά τα επιχειρήματα των φανατικών δεν είναι σωστά ούτε ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα. Ο Χριστός δεν ήταν φανατικός. Αυτό το γνωρίζομε από όλη τη ζωή του, από τη στάση του απέναντι στους αμαρτωλούς, από την αγάπη του για κάθε άνθρωπο. Η περίφημη σκηνή με το μαστίγιο στον ναό έχει τελείως διαφορετικό νόημα: δείχνει ότι αρχίζει μια νέα εποχή που απαιτεί μια ηθική και λειτουργική καθαρότητα ουσιαστική και όχι τυπική. Όσο για τα «ουαί» κατά των φαρισαίων είναι κι αυτά ενδεικτικά: μια μόνο φορά κατακρίνει ανθρώπους ο Χριστός, κι αυτοί είναι οι φανατικοί θρησκευόμενοι της εποχής του!
Η ίδια έλλειψη φανατισμού διακρίνει και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Μισαλλόδοξοι και φανατικοί ήταν οι αιρετικοί. Έχει αξιοπρόσεκτες παρατηρήσεις σχετικά ο Μ. Αθανάσιος και δίνει πολύ ζωντανές περιγραφές των διωγμών και των βιαιοπραγιών των αιρετικών κατά των ορθοδόξων. Αιρετικοί κατέστρεψαν τους αρχαίους ναούς κατά τον 4ο αιώνα από πνεύμα φανατισμού και μισαλλοδοξίας και αιρετικοί κατέφευγαν ακόμη και σε συμμαχίες με αλλόθρησκους για να βλάψουν τους ορθοδόξους!
Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν ήταν φανατικοί, γιατί δεν τους συνόδευαν τα γνωρίσματα του φανατισμού που είδαμε πριν λίγο. Η εμμονή τους σε θέματα πίστεως δεν σχετίζεται με τον φανατισμό, αλλά με τον ένθεο ζήλο τους και την πιστότητά τους στην ορθή πίστη της Εκκλησίας του Χριστού. Άλλο ζήλος όμως και ακράδαντη και σταθερή πίστη και άλλο φανατισμός. Ο ζήλος δεν στρέφεται εναντίον προσώπων ή ιδεών, αλλά βασικά σχετίζεται με την ιεραποστολή και τον συνεχή διάλογο με τους συνανθρώπους με τελικό στόχο τον ευαγγελισμό του κόσμου και τη σωτηρία των ανθρώπων. Ο ζήλος δεν φθάνει ποτέ συνειδητά στην υπερβολή του φανατισμού, γιατί ο ζηλωτής αφήνει τον εαυτό του στην καθοδήγηση του αγίου Πνεύματος. Ακόμη έχει ο ζηλωτής ζέση και όρεξη για τη διάδοση της πίστεως, που τον κάνει όχι μόνο να ακούει τους άλλους, αλλά και να διαλέγεται μαζί τους. Ο ζήλος άλλωστε όπως ξέρομε από τους Πατέρες ποτέ δεν εκτοπίζει άπα τη ζωή και τη δράση του πιστού την αγάπη του Χριστού.
Η ιστορία της Εκκλησίας δεν είναι ιστορία φανατισμού, αλλά μια πορεία αγάπης για τον κόσμο. Κι η αγάπη έχει ως ένα γνώρισμα και την ανεκτικότητα απέναντι στους άλλους, σ’ όσους δεν συμφωνούν μαζί μας. Όταν ο ίδιος ο Θεός μας ανέχεται όλους, είναι φυσικό να ανεχόμαστε και μείς όσους δεν συμφωνούν μαζί μας. Έτσι δίδαξαν και έτσι έζησαν στον κόσμο οι άγιοι, αυτοί που στερέωσαν την Εκκλησία.
Ανεκτικότητα δεν σημαίνει βέβαια άρση της διαφωνίας ούτε συμφωνία με ιδέες που είναι αντίθετες με την πίστη μας. Σε θέματα πίστεως δεν θα υποχωρήσει ποτέ ο χριστιανός, θα μάθει όμως να σέβεται τον άλλον, προσπαθώντας, όταν το μπορεί, με τον ειλικρινή και έντιμο διάλογο να δείξει που βρίσκεται το λάθος του άλλου. Η σταθερότητα στην πίστη συνδέεται με την ιεραποστολή. Αυτή όμως βασίζεται σ’ ένα καλόπιστο διάλογο με τον συνάνθρωπο. Παράδειγμα ο απόστολος Παύλος, που δεν άρχισε τον λόγο του στην Αθήνα με αφορισμούς κατά των ειδωλολατρών, αλλά με έξαρση των θετικών σημείων που βρήκε. Παράδειγμα επίσης ο Μ. Βασίλειος που έφερε στην Εκκλησία πλήθος ημιαρειανών, δείχνοντάς τους ότι δεν διέφεραν παρά στην ορολογία. Πάντα υπάρχουν κοινά σημεία με τους άλλους. Αρκεί να έχομε αγάπη και πραγματικό ένθεο ζήλο για να τα δούμε, με μάτι καθαρό από κάθε φανατισμό.
Η ανεκτικότητα είναι η χριστιανική στάση απέναντι σ’ όσους έχουν διαφορετικές απόψεις. Κι αυτό σημαίνει ανεκτικότητα για τις ιδέες τους. Σημαίνει ακόμη μελέτη των ιδεών που διαφωνούμε, με σκοπό να βρούμε ό,τι καλό και σωστό περιέχουν, ώστε να οδηγηθούμε σ’ ένα διάλογο με στόχο την αλήθεια. Σημαίνει ακόμη σταθερότητα στην πίστη μας, ώστε να βλέπομε καθαρά με το μάτι της αγάπης που μας δίνει το άγιο Πνεύμα. Σημαίνει αγάπη για τον συνάνθρωπο, ανεξάρτητα από τις όσες και οποίες διαφωνίες μας. Σημαίνει τέλος ζήλο για τον ευαγγελισμό των συνανθρώπων, όχι για να θεριέψει με την τυχόν επιτυχία ο εγωισμός μας, αλλά με στόχο την επικράτηση του Ευαγγελίου και τη θεμελίωση των ανθρωπίνων σχέσεων πάνω στην αγάπη του Χριστού.

(Β। Π. Στογιάννος, «Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν», φκδ. Π. Πουρναρά –Θεσ/νίκη, σ. 117-121)
Το βρήκαμε εδώ

Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ / Ψαλμός 135



1 ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

2 ἐξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τῶν θεῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

3 ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ τῶν κυρίων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

4 τῷ ποιήσαντι θαυμάσια μεγάλα μόνῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

5 τῷ ποιήσαντι τοὺς οὐρανοὺς ἐν συνέσει, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

6 τῷ στερεώσαντι τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

7 τῷ ποιήσαντι φῶτα μεγάλα μόνῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

8 τὸν ἥλιον εἰς ἐξουσίαν τῆς ἡμέρας, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

9 τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας εἰς ἐξουσίαν τῆς νυκτός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

10 τῷ πατάξαντι Αἴγυπτον σὺν τοῖς πρωτοτόκοις αὐτῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

11 καὶ ἐξαγαγόντι τὸν ᾿Ισραὴλ ἐκ μέσου αὐτῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

12 ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

13 τῷ καταδιελόντι τὴν ᾿Ερυθρὰν θάλασσαν εἰς διαιρέσεις, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

14 καὶ διαγαγόντι τὸν ᾿Ισραὴλ διὰ μέσου αὐτῆς, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

15 καὶ ἐκτινάξαντι Φαραὼ καὶ τὴν δύναμιν αὐτοῦ εἰς θάλασσαν ᾿Ερυθράν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

16 τῷ διαγαγόντι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

17 τῷ πατάξαντι βασιλεῖς μεγάλους, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

18 καὶ ἀποκτείναντι βασιλεῖς κραταιούς, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

19 τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν ᾿Αμορραίων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

20 καὶ τὸν ῍Ωγ βασιλέα τῆς Βασάν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

21 καὶ δόντι τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

22 κληρονομίαν ᾿Ισραὴλ δούλῳ αὐτοῦ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

23 ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ Κύριος, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,

24 καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ·

25 ὁ διδοὺς τροφὴν πάσῃ σαρκί, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

26 ἐξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

O Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος για την καύση των νεκρών



Πρὸς τοὺς εὐσεβεῖς μας πιστοὺς


Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες πληροφορηθήκαμε ὅτι τὸ Δημοτικὸ Συμβούλιο Μαρκοπούλου ὁμόφωνα ἀπεφάσισε τὴν λειτουργία ἀποτεφρωτηρίου σὲ δημοτικὴ ἔκταση δίπλα ἀπὸ τὸ Κοιμητήριο.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ δημιουργία τέτοιων χώρων ἔχει πλέον νομοθετικὰ ἀποφασισθεῖ καὶ ρυθμισθεῖ, ὁπότε περιττεύει κάθε πρωτοβουλία παρεμπόδισης ἢ καὶ δημόσιας κριτικῆς τέτοιων ἀποφάσεων, ἰδίως ὅταν αὐτὲς ἐκφράζονται ἀπὸ ἐκλεγμένα ὄργανα. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, ὁ καθένας εἶναι ἐλεύθερος νὰ πράξει κατὰ συνείδηση καὶ ἐπιλογή. Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναφαίρετο δικαίωμα.

Κατόπιν τούτου, ἀρχικὴ σκέψη μας ἦταν μᾶλλον νὰ σιωπήσουμε, παρὰ τὸ ὅτι ἡ ἐπιδειχθεῖσα σπουδὴ ἀπὸ τὸν Δῆμο Μαρκοπούλου, μάλιστα πρὶν ἀπὸ ἄλλους μεγάλους Δήμους, ὅπως τουλάχιστον τῆς Ἀθήνας καὶ τοῦ Πειραιᾶ, μὲ τὴν πρόφαση τῆς ἐπείγουσας ἀνάγκης ἢ τῆς ὑποδειγματικῆς εὐαισθησίας, ἀφήνει πολλὰ ἐρωτηματικὰ γιὰ τὰ κίνητρα τῆς ἀποφάσεως καὶ ἐνδεχομένως τὴν ἀποτελεσματικότητά της.
Μὲ μεγάλη μας ὅμως ἔκπληξη εἴδαμε ὅτι ἡ Δημοτικὴ Ἀρχή, ποὺ πιστεύουμε νὰ μὴν ἀμφισβητεῖ τοὺς διακριτοὺς ρόλους τῆς Ἐκκλησίας καὶ πολιτείας, ἐντελῶς αὐθαίρετα, ἐπειδὴ προφανῶς πιστεύει ὅτι τὸ ὅλο θέμα σαφῶς ἀφορᾶ καὶ τὴν Ἐκκλησία, στὸ ἀνακοινωθὲν ποὺ ἐξέδωσε ἐξηγεῖ τὸ ποιὰ εἶναι ἡ ἄποψη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἔχουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι ὅπως ὁ Ἐπίσκοπος δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ μᾶς πληροφορήσει περὶ τῶν ἀρχῶν λειτουργίας τῆς τοπικῆς αὐτοδιοίκησης, κατὰ ἀνάλογο τρόπο καὶ ἡ ὅποια δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν εἶναι ἁρμόδια νὰ μᾶς ἀναλύσει τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὴν ἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν σωμάτων. Ἂν δὲν ὑπῆρχε σπουδή, καὶ μὲ δεδομένη τὴν καλὴ διάθεση, θὰ μποροῦσαν πρὶν ἀποφασίσουν οἱ Δημοτικοί μας ἄρχοντες –ἀφοῦ μάλιστα ἤθελαν νὰ λάβουν, ὅπως φαίνεται, ὑπόψη τους τὴν ἄποψη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας- νὰ ἀπευθύνονταν στὸν τοπικὸ Ἐπίσκοπο ἢ νὰ συμβουλεύονταν τοὺς Ἱερεῖς τοῦ Μαρκοπούλου ἢ ἀκόμη καὶ νὰ ρωτοῦσαν τὴν Ἱερὰ Σύνοδο. Δυστυχῶς, αὐτὸ δὲν ἔγινε τότε ποὺ ἔπρεπε. Γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς ὀφειλετικῶς ἐπιχειροῦμε τώρα νὰ ἐνημερώσουμε τὸν πιστό μας λαό.
Ἡ ἐπίσημη θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως διατυπώθηκε μὲ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας της εἶναι κάθετα ἀντίθετη μὲ τὴν πρακτικὴ τῆς καύσης τοῦ σώματος: «ἡ Ἐκκλησία ἀπορρίπτει τὴν καῦσιν τῶν νεκρῶν ὡς θεσμὸν ἀπάδοντα πρὸς τὴν παράδοσιν Αὐτῆς» (Ἐγκύκλιος ὑπ’ ἀριθμ. 2734 τοῦ 2002). Μάλιστα ἡ τελευταία ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας, στὴν Συνεδρία τῆς 12ης Μαΐου 2010, λέγει: «Γιά τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει καὶ συνιστᾶ ὡς μοναδικὸ τρόπο ἀποσυνθέσεως τοῦ νεκροῦ σώματος τὴν ταφὴ σύμφωνα μὲ τὴν ἁγία Διδασκαλία Της καὶ τὴν ἀπό αἰώνων Παράδοσή Της». Κατόπιν τούτου, ἡ τέλεση τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας γιὰ ὅσους ἀποφασίζουν προηγουμένως νὰ ἀποτεφρωθοῦν εἶναι προβληματική. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀσφαλῶς δὲν ἔχει λόγο γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ ἑτεροθρήσκους καὶ φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιμείνει γι’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐπιλέγουν τὴν πολιτικὴ κηδεία εἴτε δέχονται νὰ φύγουν χωρὶς ἐκκλησιαστικὴ ἱεροπραξία. Ἀντιλαμβάνεται ὅμως κανεὶς τὸ πρόβλημα ποὺ θὰ δημιουργηθεῖ στὶς περιπτώσεις ποὺ κάποιοι ζητοῦν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ παραβεῖ τὶς ἀρχὲς καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη της. Οὔτε τὶς ἀκολουθίες μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε οὔτε φυσικὰ τὴν παράδοση καὶ τὴν πίστη μας νὰ ἀλλοιώσουμε.
Τελικὰ μὲ πρόφαση τὰ ὅποια οἰκονομικὰ ὀφέλη, ἐντελῶς ἀβίαστα κάποιοι ἐπιδιώκουν νὰ εἰσαγάγουν πρωτόγνωρα ἤθη, ποδοπατῶντας ἱερὲς διαχρονικὲς παραδόσεις καὶ περιφρονῶντας τὴν ἐκκλησιαστική μας συνείδηση. Μπορεῖ τὰ κοιμητήρια νὰ εἶναι δημοτικὲς ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία καὶ ἡ ταφὴ ἀποτελοῦν ἀποκλειστικὰ ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία εἶναι ὑποχρεωμένη αὐτὴ νὰ τελεῖ γιὰ ὅσους τῆς τὸ ζητοῦν μὲ τοὺς δικούς της καὶ μόνον ὅρους. Ὁ Ἐπίσκοπος ἀσφαλῶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τὴ γνωμοδότηση τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἐπιβάλλεται νὰ ἀκολουθεῖ τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὶς ἐπιταγὲς τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τὴν ἀρχιερατικὴ συνείδησή του. Τυχὸν ἐπιμονὴ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου στὴν ἀπόφασή του πιθανὸν νὰ προκαλέσει ἔντονα κοινωνικὰ προβλήματα, στὰ ὁποῖα τὴν λύση δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσει ἡ Ἐκκλησία. Ἐμεῖς δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ὑποκύψουμε σὲ τετελεσμένα γεγονότα. Γι’ αὐτὸ καὶ ζητοῦμε ἀπὸ τὸ Δημοτικὸ Συμβούλιο νὰ ἐπανεξετάσουν τὸ ὅλο θέμα μὲ μεγαλύτερη προσοχὴ καὶ σύνεση, διότι ἡ εὐθύνη θὰ ἐπιβαρύνει ἀποκλειστικὰ τοὺς ἴδιους.
Πιστεύουμε ὅτι ἡ ἀπόφαση ἦταν μᾶλλον βιαστικὴ, μὲ κίνητρο τὴν ἐνδεχόμενη ἐπίλυση οἰκονομικῶν προβλημάτων τοῦ Δήμου. Μὲ κανέναν τρόπο δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε ὅτι τὸ Δημοτικὸ Συμβούλιο εἶχε διάθεση ἀντιπαράθεσης μὲ τὴν Ἐκκλησία ἢ πρόκλησης τοῦ αἰσθητηρίου τοῦ πιστοῦ λαοῦ, μέσα στὸν ὁποῖο αἰσθανόμαστε πὼς καὶ οἱ ἴδιοι ἀνήκουν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐλπίζουμε ὅτι μὲ ὡριμότερη σκέψη θὰ μποροῦσε τὸ ὅλο σκεπτικὸ νὰ ἀξιολογηθεῖ ὀρθότερα καὶ ἡ Ἀπόφαση τοῦ Δήμου νὰ ἀλλάξει κατεύθυνση.
Ἐμεῖς θεωροῦμε ὅτι, τουλάχιστον γιὰ τὶς δύσκολες μέρες ποὺ περνοῦμε, αὐτὸ ποὺ μὲ εὐαισθησία καὶ σοβαρότητα προέχει νὰ ἀντιμετωπίσουμε ὡς ὀξύτερο πρόβλημα δὲν εἶναι βέβαια ἡ καύση τῶν νεκρῶν στὰ Μεσόγεια, ὅσο ἡ καθολικὴ κινητοποίησή μας γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν πνευματικὰ νεκρῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴ συντήρηση τῶν φτωχῶν, τῶν πεινασμένων, τῶν πολλῶν ἀναγκεμένων συνανθρώπων μας ἀφ’ ἑτέρου. Ἂν ὑπάρχουν κάπου χρήματα, γιατί αὐτὰ νὰ μὴ δοθοῦν στὴ βελτίωση τῶν συνθηκῶν ἐπιβίωσης τόσων ἀνθρώπων ποὺ ὑποφέρουν καὶ νὰ δίνονται σὲ ἀμφίβολες οἰκονομικὰ καὶ πολυσυζητημένες ἠθικοπνευματικὰ ἐπενδύσεις; Ἀντὶ νὰ ἐπενδύουμε σὲ ἀποτεφρωτῆρες νεκρῶν, πιστεύουμε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπενδύουμε σὲ ἐνδιαφέρον γιὰ αὐτοὺς ποὺ παλεύουν νὰ ζήσουν. Καὶ αὐτὸ θὰ κάνουμε ὡς Ἐκκλησία στὰ Μεσόγεια. Ἡ τιμὴ τῶν νεκρῶν συμβαδίζει μὲ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ζωντανούς.
Σίγουροι πὼς οἱ Δημοτικοί μας ἄρχοντες τοῦ Μαρκόπουλου θὰ ἀκούσουν τὴν ἀνιδιοτελῆ φωνή μας, καὶ ἕτοιμοι ὡς τοπικὴ Ἐκκλησία νὰ συμβάλουμε μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις μας σὲ κάθε ὑγιῆ κοινωνικὴ προσπάθεια καὶ πρωτοβουλία τοῦ Δήμου, ἐπαναλαμβάνουμε τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Θεσσαλονικεῖς «ἀδελφοί, στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. β΄ 15) καὶ εὐχόμαστε ὅπως ὅλοι μαζὶ εἰρηνεύοντες καὶ ὁμονοοῦντες ὑποδεχθοῦμε τὸν ἐναθρωπήσαντα Κύριο καὶ ἑορτάσουμε

ΚΑΛΑ καὶ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Μετὰ πολλῆς τῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης

† Ὁ Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικόλαος

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Το τελειωτικό κτύπημα


Γέροντας Εφραίμ

Αγαπητά μου παιδιά,

Σήμερα η γη μας ποτίζεται συνεχώς από πολύ αίμα, από τους πολέμους και τόσα άλλα που συμβαίνουν. Ποτίζεται όμως και με αθωότερο αίμα από το του Άβελ, και το αίμα αυτό είναι της βρεφοκτονίας. Είναι το αίμα των αθώων βρεφών, των απροστάτευτων υπάρξεων, το οποίον χύνεται από τις ίδιες τις μητέρες των.

Όλα τα ιατρεία κι όλα τα μαιευτήρια έχουν γίνει σφαγεία του Ηρώδου. Εκατομμύρια, εκατομμύρια βρέφη σ’ όλον τον κόσμο έχουν πεταχθή στους ντενεκέδες των σκουπιδιών και στους υπονόμους. Μήτε τα γατάκια δεν πετούν έτσι. Όπως γνωρίζουμε αυτός ο φονιάς, ο γιατρός, ο μαιευτήρ με το νυστέρι του σκοτώνει το βρέφος μέσα στην μήτρα -όπως έχουμε δη σε ταινία- και μετά με το εργαλείο του σπάζει, θραύει το κεφαλάκι του παιδιού και το βγάζει. Και η μητέρα δεν βλέπει τίποτε και πολύ ήσυχη αναχωρεί για το σπίτι της….

…Βλέπετε πόσο τραγική είναι η έκτρωσις, πόσο μεγάλο έγκλημα είναι! Θα πρέπει λοιπόν να σταματήση. Οι αθώες αυτές υπάρξεις δεν πρέπει να σκοτώνωνται τόσο τραγικά και χωρίς έλεγχο συνειδήσεως, Έτσι με τον απλό λογισμό, ότι δεν μπορείς να θρέψης άλλο παιδί. Κανονίζουμε δηλαδή εμείς, πώς θα μας φερθή ο Θεός; Κανονίζουμε εμείς, αν θα μπορέσουμε ή όχι να φέρουμε εις πέρας όσα παιδιά μας δώση ο Θεός μέσα στην οικογένεια; Εμείς οι ίδιοι κανοναρχούμε τον Θεό πώς θα μας φερθή;

Το έγκλημα αυτό παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, επικίνδυνες και πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουν οι γυναίκες πόσο φοβερό είναι και να κάνουν έναν αγώνα να το σταματήσουν ή να εμποδίσουν άλλες γυναίκες που πρόκειται κατά διαβολική ενέργεια να το διαπράξουν. Γιατί συνήθως φθάνουν στο έγκλημα αυτό είτε από άγνοια είτε από πίεσι είτε από πάλη εσωτερική. Κυρίως συμβάλλει η συνεργεία του διαβόλου με αιτίες και αστήρικτες δικαιολογίες και προφάσεις και αδυναμίες, όπως π.χ. δεν φθάνουν τα οικονομικά, με πιέζει ο άντρας μου, μου ήλθε η ασθένεια κλπ. Από την άλλη πλευρά είναι και η άγνοια και όλα αυτά τα εκμεταλλεύεται ο διάβολος και κατορθώνει να παρασύρη τις μητέρες σ’ αυτό το τραγικό αμάρτημα.

Δεν ξέρω, αν γνωρίζετε ότι αυτά τα παιδάκια, αυτά τα έμβρυα, αυτές οι υπάρξεις δεν καταλήγουν στην ανυπαρξία με την έκτρωσι, αλλά το κάθε έμβρυο είναι κι ένας τέλειος άνθρωπος, και μάλιστα στην ψυχή. Αυτά τα παιδάκια ζουν στον άλλο κόσμο, κι όπως καταλαβαίνετε τόσα εκατομμύρια παιδιά έχουν αποτελέσει έναν ολόκληρο στρατό στον ουρανό. Όλα αυτά διαμαρτύρονται· το αθώο αίμα τους βοά προς τον Θεό ότι αδικοσκοτώθηκαν και ότι δεν έλαβαν το Άγιον Βάπτισμα, ότι δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Και η ευθύνη σε ποιους πηγαίνει; Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται· δίπλα στο αίμα αυτό που χύνεται, στο «κομπιούτερ» του Θεού, γράφεται «έγκλημα». Και αυτό το αίμα πώς θα ξεπλυθή; Όταν λερώνεται κάποιος με τι καθαρίζεται; Με το ύδωρ, με το νεράκι το καθαρό. Κι εδώ χρειάζεται ύδωρ να βγαίνη συνεχώς από δύο βρύσες, που είναι τα δύο μάτια. Η μετάνοια η εσωτερική να εξωτερικεύεται με μία ακένωτη πηγή δακρύων εφ’ όρου ζωής!

Βέβαια το αμάρτημα συγχωρείται, αφ’ ης στιγμής κατατεθή στην Ιερά, στην παντοδύναμη Εξομολόγησι, όπου δεν μένει τίποτε ασυγχώρητο. Ο Θεός είναι αγάπη και «ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α’ Ίωαν. 4, 17). Είναι όμως και δικαιοσύνη. Γι’ αυτό οι γυναίκες που έχουν κάνει αυτό το αμάρτημα, ας μην επαναπαύωνται ότι εξομολογήθηκαν τις εκτρώσεις, που έχουν ήδη κάνει. Θα πρέπει σε όλη τους την ζωή να χύνουν δάκρυα μετανοίας. Πολλές απ’ αυτές νοιώθουν ανικανοποίητες καίτοι εξομολογήθηκαν. Γιατί; Διότι ακόμη δεν μετενόησαν εσωτερικά, δεν έχυσαν το αναλογούν δάκρυον, το οποίον θα ξεπλύνη το αίμα της εκτρώσεως ή των εκτρώσεων. Η μετάνοια είναι πολύ μεγάλη, απέραντη. Απόδειξις της αγάπης και της ευσπλαχνίας του Θεού είναι αυτό το «ζην», το ότι ζει ο άνθρωπος και μετά το έγκλημα. Ζει και αυτό σημαίνει ότι τον περιμένει ο Θεός, κι αφού τον περιμένει δεν πρέπει να χάση την ευκαιρία, πρέπει να την εκμεταλλευθή.

Και ο κανόνας του πνευματικού συγκριτικά με το πολύ σοβαρό αυτό αμάρτημα και ειδικό έγκλημα, χρήζει ιδιαιτέρας προσοχής. Ο κανόνας βοηθάει στην θεραπεία της ψυχής, αλλά, όπως είπαμε, θα πρέπει να ανοίξουν και οι βρύσες των δακρύων, που θα ξεπλύνουν τα αίματα της εκτρώσεως, για να μπορέση κατόπιν ο άνθρωπος να αισθανθή κοινωνία με τον Θεό. Δεν φθάνει, λοιπόν, μόνον η εξομολόγησις. Αυτό που μετρά, αυτό που θα αλλάξη, που θα αλλοιώση την καρδιά του Θεού, την πικραμένη και φαρμακωμένη, που θα την επαναφέρη, όπως ήταν πριν αμαρτήση ο άνθρωπος, είναι οι δύο βρύσες των ματιών του, που θα ρέουν δάκρυα μετανοίας. Θα πρέπει, πριν φύγουμε απ’ αυτήν την ζωή, να έχουμε αλλάξει την καρδιά του Θεού.
Θα σας αναφέρω ένα απλό παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί λύπησε την μητέρα του με μια παρακοή, μια ασέβεια. Όταν επιστρέψη αυτό το παιδί, και της πη: «Συγγνώμη, μητέρα, γι’ αυτό που έκανα· δεν θα το ξανακάνω», η μητέρα θα απαντήση: «Συγχωρεμένο να είσαι και μην το ξανακάνης». Την συγχώρεσι την πήρε. Αν όμως πέση στην αγκαλιά της κι αρχίση να κλαίη, να οδύρεται, να την παρακαλή και να την ικετεύη να του δώση από καρδιάς την συγγνώμη, τότε δεν θα μείνη η ελάχιστη λύπη και πικρία μέσα της για το σφάλμα του παιδιού. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τον άνθρωπο, που μετανοεί και επιστρέφει στον Θεό μετά από οποιοδήποτε αμάρτημα…

Όσον περισσότερον μετανοεί ο άνθρωπος, κι όσον περισσότερον χύνει δάκρυα μετανοίας, τόσον περισσότερον η καρδιά του Θεού αλλοιώνεται. Εις βάθος γίνεται η καταλλαγή του Θεού μετά του αμαρτωλού ανθρώπου, και ιδιαίτερα στην περίπτωσι αυτού του εγκλήματος της εκτρώσεως, όπου επιβάλλεται η ροή των δακρύων να μη σταματήση το δάκρυ μέχρι τελευταίας αναπνοής….

Γι’ αυτό κι εμείς δεχόμεθα τους πάντες σ’ αυτό το σωτήριο λουτρό, σ’ αυτό το λιμάνι που λέγεται εξομολόγησις. Κι εκεί αράζει το κάθε τσακισμένο καράβι από τις φουρτούνες του ωκεανού. Είτε το έχουν δείρει άνεμοι ή φουρτούνες ή ληστές, ο,τιδήποτε κι αν είναι αυτό, έρχεται και γωνιάζει σιγά – σιγά. Του έχουν φύγει τα κατάρτια, τα πανιά και το μόνο που περισώζεται είναι το σκάφος, ο σκελετός. Και μπαίνει μέσα στα συνεργεία τα διορθωτικά, διορθώνονται όλα αυτά τα πράγματα και γίνεται πάλι καινούριο το καράβι αυτό.

Έτσι μία ήμερα ήλθε ένα τέτοιο καραβοτσακισμένο πλάσμα· ήλθε μία γυναίκα στο μυστήριο -εγώ βέβαια τη λυπήθηκα τρομερά- και μου παρουσιάζει η καημένη πενήντα εκτρώσεις! Βάλε τώρα το γεγονός αυτό να τίθεται στην κρίσι του πνευματικού· πενήντα φόνοι παιδιών! Φυσικά εφ’ όσον ο Θεός την έχει στην ζωή ακόμη, είναι εγγύησις του Θεού ότι την ανέχεται και την περιμένει, οπότε ποιος πνευματικός είναι εκείνος, ο οποίος θα της φερθή κατ’ άλλον τρόπον; Την πήρα βέβαια με πολλή στοργή, με πολλή αγάπη, προσπάθησα να την βολέψω και της έδωσα εκείνο το φάρμακο που της χρειαζότανε.

Σκεφθήτε πόσα χρόνια περάσανε· την βασάνιζε το αμάρτημα αυτό και δεν είχε την τόλμη να το πη! Και γύρισε πίσω με την ελπίδα της σωτηρίας. Πόσο τρομερή είναι η αγάπη του Θεού! Αλλά και η χαρά των Αγγέλων! «Επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι μεγάλη χαρά γίνεται εν τω ουρανώ» (Λουκ. 15, 7). Δεν είναι μόνον το ότι μετανοεί ο άνθρωπος και κλαίει και οδύρεται την κατάντια του και ο Θεός τον σώζει, αλλά και ότι παραχρήμα γίνεται και στον ουρανό χαρά. Ολόκληρος ο ουρανός πανηγυρίζει και οι Άγγελοι υμνούν και αινούν τον Θεό για την σωτηρία μιας αθανάτου ψυχής!

«Μακάριοι ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι» (Ψαλμ. 31, 32) · δηλαδή είναι ευτυχής ο άνθρωπος, ο οποίος αξιώθηκε να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του. Τι ευχαριστία να αποδώση κανείς στον Θεό! Σκέψου· εγώ να έχω ζήσει χίλια χρόνια, να έχω κάνει όλα τα εγκλήματα του μεγαλύτερου εγκληματία και τελικά να με φωτίση το έλεος του Θεού, να επιστρέψω, για μια στιγμή να τα καταθέσω όλα και μέσα σε δύο λεπτά, σε λίγη ώρα να βρεθώ δίκαιος, να βρεθώ λουσμένος, να βρεθώ στους ουρανούς! Μα εκείνα τα χίλια χρόνια τι γίνονται; Πάνε εκείνα· μην τα λογαριάζεις, δεν υπάρχουν τώρα, έχουν σβήσει, δεν ζητούνται αυτά πλέον, βγήκαν από τα κατάστιχα των δαιμόνων αμέσως, πάραυτα! Είναι διαταγή του Θεού! Με το κάθε αμάρτημα που καταθέτεις, πατάει το κουμπάκι του «κομπιούτερ», τακ, άφεσις! Τακ, άφεσις! Άφεσις! Με άθροισμα από κάτω «μηδέν». Λευκό μητρώο! Ύστερα, είναι να μην προσκυνής αυτόν τον Θεό, να μην πέσης κάτω και να κλαις από αγάπη και έρωτα και πόθον Θεού;…

Εύχομαι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος να μας επισκιάζη όλους και να μας διατηρή εν Χριστώ. Αμήν.

(Από το βιβλίο Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, εκδ. Ιεράς Μ. Φιλόθεου, Άγιον Όρος).



το βρήκαμε εδώ

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Ὁ Γιῶργος Σεφέρης καὶ ὁ Ἑλληνισμός



Μερλιέ Ὀκτὰβ



Μὲ ἐπευφημίες καὶ τραγούδια συνοδεύει στὸν τάφο ἡ Ἑλλάδα τὶς μεγάλες φωνὲς ποὺ σωπαίνουν γιὰ πάντα. Τί ὡραία φιλοφροσύνη γιὰ τὸν πανηγυρισμό, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὴν ἐπικήδεια τελετή. Τῆς εἰσόδου τοῦ Λόγου στὸ βασίλειο τῆς δόξας!

Ὅταν, τὸ 1952, πέθανε ὁ μεγάλος Βεάκης, ἡ σορός του πέρασε, μόλις τέλειωσε ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία, μέσα ἀπό ῾να πλῆθος ποὺ χειροκροτοῦσε γιὰ τελευταία φορά, ὅπως στὸ τέλος μιᾶς ἀπὸ τὶς συγκλονιστικὲς παραστάσεις του, τὸν τραγικὸ ἠθοποιὸ ποὺ δὲν θὰ τὸν ξανάκουγε πιά.

Ὅταν τὸ 1943, στὴν κατοχή, πέθανε ὁ βάρδος τοῦ ἑλληνισμοῦ Κωστὴς Παλαμᾶς, ὁ λαὸς τῆς Ἀθήνας, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἄγγελο Σικελιανό, τὸν συνόδεψε ὡς τὸν τάφο του κι ἄφησε νὰ ἀντιλαλήσει πάνω ἀπὸ τὸ λείψανό του, τὴ στιγμὴ τῆς ταφῆς του, ὁ ἐθνικὸς ὕμνος· καὶ τραγουδήθηκε τόσο δυνατὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι τῶν φωνῶν, ποὺ ἀκούστηκε ὡς τοὺς πρόποδες τῆς Ἀκρόπολης.

Στὸ Γιῶργο Σεφέρη ἐπιφυλάχτηκε μία ἄλλη τιμή. Οἱ πολυάριθμοι νέοι πού ῾ρθαν φέρνοντάς του ὁ καθένας ἕνα λουλούδι, τραγούδησαν γύρω ἀπὸ τὸ φέρετρό του, τὴν ὥρα ποὺ τὸ ὁδηγοῦσαν στὸ κοιμητήριο, ἕνα ἀπὸ τὰ μελοποιημένα ποιήματά του.

Νὰ μιλήσω γιὰ μίαν ἄλλη ἀνώνυμη τιμή; Ἔχω χαρισμένο ἀπὸ τὸν Γιῶργο Κατσίμπαλη, ἕνα στιλέτο, πού, πάνω στὴ λάμα του, αὐτὸς ποὺ τό ῾φτιαξε, ἔχει χαράξει τούτους τοὺς δυὸ στίχους:

«Κοπέλλα μαυρομαντηλοῦ, μὴν παίζεις μὲ τὰ ψάρια,
μπορεῖ μαχαίρια νὰ γινοῦν καὶ σφάζουν παληκάρια.»
Ὑπογραφή: «Σεφέρης».

Οἱ Μεγάλοι Ἕλληνες ποιητὲς δὲν ἔχουν ἡλικία
Ναί. Οἱ μεγάλοι ποιητὲς τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας εἶναι σὰν τὶς λέξεις - θεμέλια τῆς γλώσσας τους: ἡ γέννησή τους φτάνει ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ ἑλληνισμοῦ.

Ἐνῶ ὁ Καβάφης (1863-1933) εἶν᾿ ἕνας Ἀλεξανδρινός τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς, ὁ Σικελιανὸς (1884-1951), ὁ Παλαμᾶς (1859-1943), ὁ Σολωμὸς (1798-1857) εἶναι ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἀκόμη καὶ ὁ Παπαδιαμάντης (1851-1911) μοιάζει μ᾿ ἕναν δευτέρας τάξεως ἐθνικὸ θεὸ χαμένον ἀνάμεσά μας. Ἔχοντας μὲ τρόπο ἀξιοθαύμαστο ἐπιζήσει τῆς καταστροφῆς τοῦ ναοῦ του, πού, χωρὶς ἄλλο, μεταμορφώθηκε σὲ παρεκκλήσι ἁγίου, σὲ χρόνια πολὺ μακρυνά, κατόρθωσε νὰ μείνει ζωντανὸς ὡς τὶς ἡμέρες μας, ἀφοῦ προηγουμένως κρύφτηκε ἀνάμεσα στοὺς ἀναχωρητὲς καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας· κι ὕστερα ἀνακατεύθηκε -ἀγνώριστος καὶ φίλος- μὲ τοὺς παλιοὺς μοναχούς, τοὺς σοφοὺς καὶ φρόνιμους τοῦ αἰώνα του.

Ὁ Γιῶργος Σεφέρης ἔχει γεννηθεῖ, ὅπως ἀναφέρουν τὰ Ληξιαρχικὰ Βιβλία, τὸ 1900, στὴν ἀρχή, δηλαδή, τοῦ αἰῶνα. Γιὰ μένα ἡ γέννησή του φτάνει ὡς τὴ δεύτερη χιλιετηρίδα πρὸ Χριστοῦ. Εἶναι σύγχρονος τοῦ Ἐλπήνορα, τῶν συντρόφων τοῦ Ὀδυσσέα -ποὺ φάγανε τ᾿ ἀργοκίνητα κοπάδια τοῦ Ἥλιου-, σύγχρονος τοῦ Ὀρέστη, ποὺ σκόνταψε στὶς πέτρες τῶν Μυκηνῶν· σύγχρονος τῆς Ἑλένης, ποὺ ξέρει καλὰ πὼς δὲν ἔφτασε ποτὲ στὴν Τροία: «Στὶς Μυκῆνες, λέει, σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»· χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάνδρα μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της...». Εἶναι σύγχρονος τοῦ Οἰδίποδα, τῆς Ἀντιγόνης, τοῦ Σωκράτη...

«Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρύσετε τὸν ἥλιο».
«Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρύσετε τὸν ἄνθρωπο».

Παράξενη μοίρα νὰ εἶσαι, νὰ ἔχεις γεννηθεῖ ἕλληνας καὶ νὰ ἐξακολουθεῖς νὰ εἶσαι ἄνθρωπος ποὺ ἐδῶ καὶ 80 γενεὲς οἰκοδόμησε τὸν Παρθενώνα. Τὸ μεγαλεῖο τοῦ ποιητῆ συνίσταται στὸ ὅτι δοκιμάζει ἂν ἀξίζει τὴ μοίρα του. Ἡ ἀγωνία του συνίσταται στὸ ὅτι ἀμφιβάλλει, πάντα, ἂν εἶναι ἄξιος αὐτῆς τῆς μοίρας. Συνίσταται στὸ ὅτι ἀναρωτιέται, ἂν ὁ τόπος καὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴδιοι, ἂν κάτω ἀπὸ τὴ φθορὰ τῶν αἰώνων λησμόνησαν οἱ ἄνθρωποι κι ἔχασαν τὴ συνείδησή τους.

Θὰ ἰδοῦμε ὅτι, γι᾿ αὐτόν, τὸ ν᾿ ἀμφιβάλλει καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν πληγή του, σημαίνει νὰ βεβαιώνει, ἤδη, τὴν ὕπαρξή του. Πρέπει, λοιπόν, νὰ δεχτεῖ νὰ ξαναντυθεῖ τὸν ἐξουθενωτικὸ χιτώνα τοῦ Νέσσου -τὴν παράδοση· πρέπει νὰ δεχτεῖ νὰ κρατήσει στ᾿ ἀδύνατα χέρια του τὴ μαρμάρινη κεφαλή, ποὺ τὸ βάρος της θὰ τοῦ τσακίσει τοὺς ὤμους. Θὰ περπατήσει ἀνάμεσα στὶς παλιὲς ἀκρωτηριασμένες πέτρες ἀπ᾿ τὶς ὁποῖες εἶναι γεμάτη ἡ ἑλληνικὴ γῆ, ἀναζητώντας τὸ χαμένο τόπο ὅπου γεννήθηκε ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια. Ἐξαντλημένος, θὰ ψάξει νὰ βρεῖ καταφύγιο μέσα στὶς στέρνες τῆς σιωπῆς, γιὰ ν᾿ ἀκούσει, μέσα ἐκεῖ, τὴ φωνὴ τῆς ψυχῆς, ἐνῶ, πάνω στὶς πλάκες ποὺ τὶς σκεπάζουν, θὰ τρέχουν τὰ πολυθόρυβα βήματα τῶν ἀγκαλιασμένων ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὴ μάταιη ταραχὴ πόλεων.

Τέτοια εἶναι, τουλάχιστον κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος, ἡ ἑλληνικὴ ζωὴ τοῦ Γιώργου Σεφέρη, ποὺ θὰ ἤθελα, τώρα, νὰ ἀνακαλέσω στὴ μνήμη μας.


Ἡ Γλώσσα, Ἐργαλεῖο τῆς Θείας Χάρης

Τὸ δράμα ἀρχίζει μὲ τὸ Λόγο, μὲ τὴ Γλώσσα. Γιατί, ἂν τὴν δοῦμε μέσα στὸ χρόνο, ἡ γλώσσα εἶναι τόσο ὅμοια καὶ τόσο ἀνόμοια, ὅσο καὶ τὰ νερὰ ἑνὸς ποταμοῦ, ποὺ μέσα τους δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ λουστεῖ δυὸ φορές. Καὶ ὅπως τὰ νερὰ ἑνὸς ποταμοῦ δὲν μποροῦν νὰ ξαναγυρίσουν στὴν κοίτη τους, ἔτσι δὲν μπορεῖ, τουλάχιστον χωρὶς κίνδυνο γιὰ τὸ πνεῦμα, νὰ σταματήσει κανεὶς τὴ γλώσσα καὶ νὰ τὴν ξαναγυρίσει στὴν ἀρχική της κοίτη, ἔστω καὶ ἂν ἀκόμη μπορέσει νὰ ἀναπλεύσει μὲ τὴ σκέψη του τὸ ρεῦμα, τὸ ἤρεμο ἢ θορυβῶδες, μιᾶς πολυχιλιόχρονης γλώσσας.

Ἔτσι ἡ παιδεία τοῦ σημερινοῦ ἕλληνα ποιητῆ ὀφείλει νὰ κατέχει τὴ χιλιόχρονη γλώσσα του, νὰ τὴν ἀκολουθεῖ στὴν κίνησή της καὶ τὸ πνεῦμα της καὶ νὰ ὑποτάσσεται στὶς μορφὲς καὶ τοὺς κανόνες τῆς σημερινῆς της χρήσης. Τὰ ὑποδειγματικὰ μεγάλα κείμενα βρίσκονται μπροστὰ στὸν ποιητή, γραμμένα ἀπὸ μεγαλοφυΐες ἀνώνυμες -τέτοια εἶναι τὰ δημοτικὰ τραγούδια τῆς Ἑλλάδας- ἢ ἀπὸ μεγαλοφυΐες σχεδὸν ἀνώνυμες -τόσο εἶναι ἄγνωστες- ὅπως ἑνὸς Μακρυγιάννη. Ὁ ποιητὴς ἔχει καθῆκον, ὅπως ἔκανε ὁ Σολωμός, νὰ μάθει νὰ τὰ διαβάζει· ἐκεῖ θὰ βρεῖ, τότε, ὅλη τὴν ἀξιοθαύμαστη βοήθεια ἀπὸ τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἔχει ἀνάγκη γιὰ νὰ μάθει νὰ γράφει.

«... κάθε λέξη τους, λέει ὁ Σεφέρης, σκεπάζει μὲ ἀκρίβεια ἕναν ὁρισμένο συναισθηματικὸ χῶρο, ὅπως τὰ ἀκίνητα φύλλα τοῦ δέντρου ποὺ ἔχουμε μπροστά μας ἀφοῦ ἔσβησε ὁ ἥλιος, σκεπάζουν ἕνα μικρότερο ἢ μεγαλύτερο κομμάτι τοῦ οὐρανοῦ καὶ τίποτε ἄλλο! Ξέρουμε ἀκόμη ὅτι ἡ συνάρθρωση αὐτῶν τῶν λέξεων εἶναι ἡ ἀτόφια ἑλληνικὴ φωνή».

Ὅπως ὁ Σολωμός -ποὺ ἀντέγραφε δημοτικὰ τραγούδια ἀπ᾿ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς Ἑλλάδας γιὰ νὰ μάθει αὐτὴ τὴν πλούσια καὶ τέλεια γλώσσα, τὴν ἀτόφια ἑλληνικὴ φωνή- ἔτσι καὶ ὁ Σεφέρης χρωστάει, χωρὶς ἄλλο, στὴν ἀκούραστη μελέτη τῆς ἑλληνικῆς δημοτικῆς, τὴν ἀκρίβεια, τὴ λιτότητα, τὴν ὑποδειγματικὴ ἁπλότητα τῆς γλώσσας του -τόσο στὰ πεζά του κείμενα ὅσο καὶ στὴν ποίησή του.

Ἡ ζωὴ τοῦ Σεφέρη στὴν ἐξορία -γιὰ νὰ μιλήσουμε ἔτσι- τῆς Κορυτσᾶς, στὴν Ἀλβανία, τὸ 1937, ὕστερα τὸ 1942, στὸ Κάϊρο, ὅπου ἀκολούθησε τὸ βασιλιὰ τῆς Ἑλλάδας καὶ τὴν Κυβέρνησή του, ὕστερα ἀπὸ τὴν κατοχὴ τῆς πατρίδας του, δὲν ἐμπόδισε τὴ σκέψη του νὰ συνεχίσει τὴν πορεία της. Ἡ ἐξορία, ἑκούσια ἢ ἀναγκαστική, εἶναι πάντα ὀδυνηρή, ἀλλὰ γιὰ ἕνα πρίγκηπα τοῦ πνεύματος, γίνεται σὲ λίγο ἕνας ἀξιοθαύμαστος πλοῦτος: Δέστε τὸν Βικτὸρ Οὐγκώ.

Πέντε χρόνια ὕστερα ἀπὸ τὸ ἄρθρο γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ποὺ πιὸ πάνω ἀνάφερα ἕνα πολὺ σύντομο ἀπόσπασμά του, ὁ Γιῶργος Σεφέρης γράφει ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα ποιήματά του. Σημειώνουμε τὴν ἡλικία του. Στὴν Κορυτσὰ εἴτανε 37 χρονῶν. Στὸ Κάϊρο 42. Μὲ τὰ μάτια του, ὅμως, ἀνοιχτὰ στὸν κόσμο, μὲ τὸ σοβαρὸ καὶ στραμένο πρὸς τὰ μέσα βλέμμα του τῶν 2000 χρόνων... δίνει, ὡς τίτλο, στὴ σκέψη του: «Ἕνας γέροντας στὴν ἀκροποταμιά».

Ὁ ποταμὸς εἶναι ὁ Νεῖλος. Ἀφοῦ τὸν ἀνακαλέσει στὴ μνήμη του, ὁ ποιητὴς μιλάει γιὰ τὴν ἀνάγκη νὰ γράψει μίαν ἁπλὴ γλώσσα. Τί συνέβη; Μά, ἂς τὸν ἀκούσουμε:

«... τὸ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς κλειστὲς βαθιὰ στὴν Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε θεὸς κι᾿ ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δωρητὴς καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα·
ποὺ δὲν εἶναι ποτές του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ παλαιοὶ γραμματισμένοι,
κι᾿ ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα καὶ τὸ ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός».

Γιατί, ἀφοῦ θυμήθηκε τὴν εἰκόνα τοῦ Νείλου, ὁ ποιητὴς μιλάει γιὰ τὴν ἁπλὴ γλώσσα ποὺ θὰ ῾θελε νὰ γράψει; Ἐμεῖς, ὅμως, εἴμαστε ἐκεῖνοι ποὺ θ᾿ ἀνακαλύψουμε, πίσω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, τὸ σύμβολο, τὴν ἀναγωγὴ -τὴ μυστικὴ ἐξήγηση- ἔλεγε, ἤδη, ὁ Ντάντε. Τὸ σχόλιο εἶναι ἁπλό.

Ὁ ποταμὸς εἶναι ἡ μακρυὰ γραμμὴ ἱστορίας καὶ ἀδιάκοπης ζωῆς· εἶναι, ἐπίσης, ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα, ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ βάθη τῶν ἰνδοευρωπαϊκῶν λιμνῶν, καὶ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν χρόνων, ὁ Λόγος, ποὺ εἶναι Θεὸς καὶ γίνηκε δρόμος, Βασιλικὴ Ὁδός, ὕστερα ἕνας εὐεργέτης μὲ ἀνεξάντλητα δῶρα, ὕστερα ἕνας κριτὴς -καὶ ἕνα δέλτα. Καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ ποτὲ δὲν εἶναι ὁ ἴδιος. Καὶ πού, ὡστόσο, παραμένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, ἡ ἴδια κοίτη, τὸ ἴδιο σημεῖο, ὁ ἴδιος προσανατολισμός.

Αὐτὸ τὸ ἐξηγητικὸ σχόλιο ποὺ ἔκανα, ὁ ποιητής, φυσικά, τὸ ἀντιπαρέρχεται· αὐτὸς ἀκολουθεῖ τὴν ἰδέα του σὰν τὸ ποτάμι ποὺ κυλᾶ τὰ νερά του. Ἂς τὸν ἀκούσουμε, ὅμως:

«Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί καὶ τὸ τραγούδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς ποὺ σιγὰ - σιγὰ βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι᾿ εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά».

«Ὁ γέρος ἄνθρωπος» τῆς ὄχθης τοῦ Νείλου εἴτανε 42 χρονῶν. Εἶχε, ὅμως, μέσ᾿ τὰ μυστικὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, τὴν προοπτικὴ τῶν χρόνων -τῶν ἀναρίθμητων- ποὺ ἀποχτοῦν ὅπως λέει,

«... τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια -πέρα χωρὶς τὸ φόβο στὴν καρδιά τους».

Ἔχει τὰ χρόνια τῶν ἀνθρώπων ποὺ καταλαβαίνουν, σὰν τὸν Νεῖλο, προχωρώντας ἀνάμεσα

«... σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν».

«... ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι ἑνὸς κόσμου ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει».

Καὶ εἶναι τὸ ἴδιο μυστήριο. Ὁ Σεφέρης νιώθει αἰχμάλωτος

«... στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ εἴτανε σωστὴ κι᾿ ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο λίκνισμα ποὺ μᾶς ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς».

Ἡ γλώσσα δὲν εἶναι ἡ σωτηρία, εἶναι, ὅμως, ἤδη, τὸ ἐργαλεῖο τῆς θείας χάρης. Ὁ ποιητὴς μπορεῖ καὶ θὰ μπορέσει, ἀπὸ τώρα κι ὕστερα, ν᾿ ἀκούει «τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.»


Ἡ Πορεία μέσ᾿ ἀπὸ τὴν Ἔρημο

Ἂς ἀκολουθήσουμε τὸν ποιητὴ στὴ θλίψη του. Ἂς δοῦμε, γιὰ λίγο, ποιὰ εἶναι τὰ κάποια λόγια πού ᾿χει νὰ μᾶς πεῖ.

Ὁ δυτικὸς προσεγγίζει τὴν ἀρχαιότητα μέσῳ τῆς ἱστορίας, τῆς μελέτης τῶν μνημείων, τῆς ἀνάγνωσης τῶν κειμένων. Ἕνας Ἕλληνας εἶναι δικαιωματικὰ κάτοχος, πρὶν ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μακρυὰ καὶ ἀργὴ πορεία, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχει γεννηθεῖ Ἕλληνας, τοῦ δρόμου τῆς ἐνόρασης, ποὺ ἀποτελεῖ τὴ μοίρα του, ὅμοιος, σ᾿ αὐτό, μὲ τὸ στρατοκόπο ποὺ συνήθισε ν᾿ ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ᾿ ἄστρα.

Ὁ ἑλληνιστὴς Σεφέρης παραμερίζει τὰ κείμενα ποὺ διαβάζει καὶ σταματᾶ γιὰ πολλὴν ὥρα σὲ μιὰ λέξη, σὲ μιὰ φράση, ποὺ θὰ γίνουν ἡ ἀφετηρία μιᾶς βαθειᾶς σκέψης, κι ἴσως, ἀκόμη, ἕνας ἀπὸ τοὺς σταθμοὺς τῆς ποιητικῆς του συνείδησης. Πρέπει, λοιπόν, κι ἐμεῖς, μὲ τὴ σειρά μας, νὰ ἰδοῦμε τοὺς συγγραφεῖς καὶ τὰ ἔργα ποὺ ἔχει διαβάσει. Ἡ Ἰλιάδα, ἡ Ὀδύσσεια, ὁ Αἰσχύλος, ὁ Σοφοκλῆς, ὁ Εὐριπίδης, ὁ Πλάτων, ὁ Ἡρόδοτος, ὁ Ἡσίοδος, ὁ Πίνδαρος εἶναι τὰ βιβλία πού ᾿χει κάτω ἀπὸ τὸ προσκεφάλι του. Στὸ Σεφέρη, ὅμως, ἡ πολυμάθεια δὲν προηγεῖται τῆς ποιητικῆς δημιουργίας: ὁ Σεφέρης δὲν ἐμπνέεται ἀπὸ αὐτήν. Τὴν ἔχει ξεχασμένη. Δὲν βρίσκεται πιὰ μέσ᾿ στὴ συνείδησή του, ἀλλὰ μέσ᾿ στὸ ὑποσυνείδητό του· ρέει μαζὺ μὲ τὸ αἷμα του στὶς φλέβες του.

Ὁ Ράϊνερ - Μαρία Ρίλκε γράφει κάπου στὶς Σημειώσεις τοῦ Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε: «Γιὰ νὰ γράψει κανεὶς ἕναν μονάχα στίχο (... ), χρειάζεται νά ῾χει ἀναμνήσεις (... ) Καὶ δὲν ἀρκεῖ μονάχα νά ῾χει ἀναμνήσεις. Πρέπει νὰ ξέρει νὰ τὶς ξεχνᾶ ὅταν εἶναι πολλὲς καὶ πρέπει νά ῾χει τὴ μεγάλη ὑπομονὴ νὰ περιμένει νὰ ξανάρθουν πάλι στὸ μυαλό του...».

Ἀληθινὲς ἀναμνήσεις εἶναι, ὡστόσο, καὶ τὰ διαβάσματα καὶ οἱ συγγραφεῖς μὲ τοὺς ὁποίους ἔχει τραφεῖ κανείς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξαφανισθεῖ ἀπὸ τὴν καινούρια δημιουργία ἡ πολυμάθεια, γιὰ νὰ μπορέσει, αὐτὴ ἡ πολυμάθεια, νὰ δώσει, αὐθόρμητα σχεδόν, ἕνα πλούσιο σὲ πείρα καὶ ἀνθρωπιὰ ἔργο.

Εἶναι, ὅμως, φρόνιμο, γιὰ τὸν κριτικό, πρὶν ἀκολουθήσει τὸν ποιητὴ στὰ διαβάσματά του, νὰ σταματήσει στὶς ἐπιγραφές, ὅπου ἀποκαλύπτεται ἡ πηγὴ τῶν βασικῶν του στοχασμῶν.

Ὁ φίλος μου Νεοκλῆς Κουτούζης, στὸν ὁποῖο χρωστᾶμε μίαν ἀξιόλογη μελέτη μὲ τίτλο «Ὁ Σεφέρης καὶ ἡ πιστότητα, ἢ ἀπὸ τὸν Πίνδαρο στὸ Σεφέρη», σημειώνει, μὲ τὴ συνηθισμένη του λεπτολογία καὶ ὀξυδέρκεια: «Δὲν σταματοῦμε ἀρκετὰ στὶς ἐπιγραφές, ἢ σὲ ὁρισμένα ἀποσπάσματα (...) ... Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σεφέρης ἀναφέρει τὸν Πίνδαρο ἢ τὸν Ρεμπώ, ἀποτελεῖ μιὰ ζωϊκή, μιὰ πνευματικὴ συγγένεια, ποὺ συγκροτεῖται (...) Ἡ ζυγαριὰ μπαίνει σὲ κίνηση, ὁ ζυγὸς τῆς πλάστιγγας δὲν σταματᾶ νὰ ταλαντεύεται: ἀνάμεσα σὲ αὐτὸν ποὺ ἀναφέρει καὶ σὲ αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται δημιουργεῖται ἕνα ρεῦμα ἀνταλλαγῶν ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο ὁ ἀναγνώστης, μπλεγμένος κι ὁ ἴδιος στὸ ἀδιάκοπο στροβίλισμά του, συγκρατεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του κάτι ἀπὸ μιὰ καινούρια ζωή».

Τὸ κείμενο πού ᾿χει στὸ νοῦ του ὁ Ν. Κουτούζης εἶναι ὁ «Ἐρωτικὸς Λόγος» τῆς πρώτης συλλογῆς ποὺ τιτλοφορεῖται «Στροφή»· καὶ τὸ ἀπόσπασμα ποὺ βάζει σὰν προμετωπίδα ὁ Σεφέρης εἶναι μερικοὶ στίχοι τοῦ Πίνδαρου ποὺ περιλαμβάνονται στὸν 3ο Πυθιονίκη:

«Ἔστι δὲ φύλον ἐν ἀνθρώποισιν ματαιότατον,
Ὅστις αἰσχύνων ἐπιχώρια παπταίνει τὰ πόρσω,
Μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν».

Συνδέοντας τὸ πινδαρικὸ ἀπόσπασμα τοῦ Σεφέρη μ᾿ ἕνα ἄλλο ἀπόσπασμα τοῦ Πίνδαρου, περιλαμβανόμενο στὸν 3ο Πυθιονίκη κι αὐτό, ποὺ ἀναφέρει ὁ Βαλερύ, ὁ Ν. Κουτούζης ἀποδίδει ἀκριβῶς στὰ γαλλικὰ τὴ συμβολὴ τοῦ Πίνδαρου, μεταφράζοντας ἔτσι αὐτοὺς τοὺς δυὸ στίχους:

«O mon âme, aspire avec moins d’ ardeur
à l’ immortalité, et mets toute la force à épuiser
tout le possible»

Νά ῾μαστε, λοιπόν, προσανατολισμένοι πρὸς τὴν πραγματικότητα, πρὸς τὸν κόσμο, τὸν ἁπλὸ καὶ ἥσυχο κόσμο. Ἁπλὸν καὶ ἥσυχον; Ἀλλοίμονο, ὄχι. Κάθε ἄλλο παρὰ ἁπλὸς καὶ ἥσυχος εἶναι ὁ κόσμος γιὰ ἕναν Ἕλληνα τοῦ ΧΧ αἰώνα, ποὺ προσπαθεῖ νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του, νὰ προσδιορίσει τὸν ἑαυτό του στὴ σχέση του πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ πρὸς τὸν ὑπόλοιπο πλανήτη, καὶ νὰ δώσει στὸν ἑλληνισμό του τὸ νόημα. Πάρα πολλὲς εἶναι οἱ ἀναμνήσεις στὸ χῶρο, πάρα πολλὲς εἶναι οἱ ἀναμνήσεις στὸ χρόνο. Τόποι ἄγονοι καὶ περιορισμένοι, γεμάτοι πιὸ πολὺ ἀπὸ νεκροὺς παρὰ ἀπὸ ζωντανούς. Ὁ χρόνος εἶναι περιορισμένος στὶς διαστάσεις μιᾶς στιγμῆς ὅμοιας μὲ τὴν ἑλληνικὴ γῆ. Ὁ χρόνος εἶναι βαθύτερος ἀπὸ τὸ στενὸ χῶρο. Ὁ χρόνος εἶναι κυρίαρχος τοῦ χώρου. Κάτω ἀπὸ κάθε μνῆμα βρίσκονται ἑκατὸ γενεὲς ἀνθρώπων.

Καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι γιὰ ἕναν Ἕλληνα ἡ γῆ, ὁ γυμνὸς βράχος, ἔχει τὴν ἀξία τοῦ ἀπεριόριστου χρόνου. Καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι γιὰ ἕναν Ἕλληνα, ἡ γῆ τῆς Κύπρου εἶναι, ὄχι ἱερή, ἀλλὰ σάρκα τῆς σάρκας του. Ἐκεῖ ὅπου ἀκούγεται σὰν πρόσκληση ἡ ὀχλοβοὴ τῆς θάλασσας καὶ τοῦ χώρου, ἀνεβαίνει καὶ ἡ σιωπὴ πέντε χιλιάδων χρόνων νεκρῶν. Αὐτὸ εἶναι ἡ πατρίδα, εἶναι ἡ ἀπεριόριστη διάρκεια.

Καὶ ὁ ἑλληνισμὸς εἶναι ἡ πατρίδα -παντοῦ ὅπου, μέσα στὸ χῶρο καὶ μέσα στὸ χρόνο, ἔζησαν καὶ πέθαναν Ἕλληνες· παντοῦ ὅπου, μέσα στὸ χῶρο καὶ τὴν τωρινὴ στιγμή, ζοῦν Ἕλληνες καὶ νιώθουν τὸν ἑαυτό τους σὰν ἕνα κρίκο ἀπὸ τὴν τεράστια ἁλυσίδα. Ὁ ἑλληνισμός, ὅμως, δὲν εἶναι μονάχα ἕνας κόσμος, μιὰ χώρα, μιὰ ἰδέα ἀθάνατη. Εἶναι καὶ ὁ παντοτινὸς ἄνθρωπος, ἡ παντοτινὴ γῆ, ἡ παντοτινὴ ἀθλιότητα.

Συγκρινόμενη μὲ τὴν πλατειὰ σκέψη, μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄχρονη μνήμη ποὺ ἀναπολήσαμε, πόσες φορὲς ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα δὲν φάνηκε στὸν ποιητὴ μηδαμινή, φτωχή, ἀδειανή, ἀνεξήγητη! Πόσες φορές, ζωντας τὴν καθημερινὴ πραγματικότητα, δὲν ἔκανε τὸν ποιητή, ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα, νὰ ὑποφέρει μὲ τὶς πάρα πολὺ μεγάλες ἀναμνήσεις της, τὰ πάρα πολὺ μεγάλα ὀνόματά της, τοὺς πάρα πολὺ μεγάλους ἡρωϊσμούς της καὶ τὶς ἄμετρα πιὸ μεγάλες διχόνοιές της! Ἂς ἀφήσουμε νὰ μιλήσει ὁ Σεφέρης:

«... ὅλα τ᾿ ἀλλάζει.
Ποῦ εἶν᾿ ἡ ἀλήθεια;
Εἴμουν κι᾿ ἐγὼ στὸν πόλεμο τοξότης·
Τὸ ριζικό μου, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε».

Αὐτοὶ οἱ στίχοι, ποὺ ἀνήκουν στὸ ποίημα «Ἑλένη» τὸ ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὸν μύθο τοῦ Εὐριπίδη, γράφτηκαν στὴν Κύπρο καὶ δημοσιεύτηκαν τὸ 1955. Ὁ Σεφέρης κουβαλοῦσε, κι ἐκεῖ ἀκόμη, τὴν πληγή του, γιὰ τὴν ὁποία ἔγραφε εἴκοσι χρόνια, ἤδη, πιὸ μπροστά:

«Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω, ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει».


Ἡ Πάλη μὲ τὴ Μοίρα. Ἡ Ἑλλάδα

Ἡ μοίρα μου, λέει, εἶναι ἡ μοίρα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε στὸ σκοπό του. Μήπως, ὅμως, εἴτανε ἴδια καὶ ἡ μοίρα τῆς χώρας καὶ τοῦ λαοῦ στοὺς ὁποίους δίνουμε τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδας ; Αὐτὸ φαίνεται πὼς λέει ὁ ποίητης σ᾿ ἕνα ἄτιτλο ἀπόσπασμα τῆς συλλογῆς «Μυθιστόρημα»:

«Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ
ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα.
δὲν ἔχουμε ποτάμια δὲν ἔχουμε πηγάδια δὲν ἔχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι᾿ αὐτές, ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε.
Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας
ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος με τὰ σώματά μας.
Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε
τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.
Κι᾿ οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα
γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴ ψυχή μας.
Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν
οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια
τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε
βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα
σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν
σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν.
(Α. Ἡ Πέτρα)

Ἡ ὡραία συλλογὴ «Μυθιστόρημα», (Μύθος καὶ Ἱστορία), ἀπ᾿ ὅπου εἶναι παρμένο αὐτὸ τὸ ποίημα, ἔχει σὰν ἐπιγραφὴ τοὺς ἑξῆς δυὸ στίχους τοῦ Ρεμπώ:

«Si j’ai du goût, ce n’ est guère
que pour la terre et les pierres».

Ὁ Σεφέρης, ὑπάκουος στὴ συμβουλὴ τοῦ Πίνδαρου νὰ βάζει ὅλη του τὴ δύναμη στὸ νὰ ἐξαντλεῖ τὸν κόσμο τοῦ δυνατοῦ, εἶναι ὁ ποιητὴς τούτης τῆς γῆς καὶ τούτων τῶν μαύρων πετρῶν, ποὺ εἶχε τραγικὰ ἐξυμνήσει πρὶν ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ Σολωμός, ὅταν τραγουδοῦσε τὴν Ἑλλάδα, «καλή ῾ν᾿ ἡ μαύρη πέτρα της καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι», κι ἔβαζε τὸν ἄπληστο γιὰ λευτεριὰ Σουλιώτη νὰ λέει: «Μιὰ χούφτα χῶμα νὰ κρατῶ καὶ νὰ σωθῶ μ᾿ ἐκεῖνο!».

Ἡ πέτρα, στὸ Σεφέρη, εἶναι τὸ ὀρυκτό με τὸ ὁποῖο εἶναι στρωμένη ἡ ἑλληνικὴ γῆ· εἶναι οἱ τεράστιοι, κυκλώπειοι, ἀσήκωτοι ὀγκόλιθοι· εἶναι τὰ ἐρειπωμένα, ἀγνώριστα ὑλικὰ τῶν συνηθισμένων σπιτιῶν τῶν ἐξαφανισμένων πόλεων, ποὺ κάποτε, ὡστόσο, κατοικοῦνταν· εἶναι κεφάλια, σώματα, ἀκρωτηριασμένων τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς ἀγαλμάτων, ποὺ ἀνακαλύπτονται παντοῦ καὶ πάντοτε, μέσ᾿ στὸ ἑλληνικὸ χῶμα.

Ἡ ἑλληνική, ὅμως, πέτρα, εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτά, εἶναι καὶ σύμβολο τῆς μοίρας τῶν Θεῶν.

Ἡ συλλογὴ «Μύθος καὶ Ἱστορία» τελειώνει μὲ δυὸ μεγάλα ποιήματα ἐξίσου ἀξιοθαύμαστα τὴ «Σαντορίνη» καὶ τὶς «Μυκῆνες».

Οἱ πέτρες τῶν Μυκηνῶν -στὶς Μυκῆνες δὲν βρίσκει κανεὶς παρὰ μονάχα πέτρες- κουβαλοῦν ἀπάνω τους τόσα ἐγκλήματα καὶ αἷμα ὅσους καὶ αἰῶνες.

Μυκῆνες
«Δός μου τὰ χέρια σου, δός μου τὰ χέρια σου, δός μου τὰ χέρια σου.

Εἶδα μέσα στὴ νύχτα
Τὴ μυτερὴ κορυφὴ τοῦ βουνοῦ
Εἶδα τὸν κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
Μὲ τὸ φῶς ἑνὸς ἀφανέρωτου φεγγαριοῦ
Εἶδα, γυρίζοντας τὸ κεφάλι
Τὶς μαῦρες πέτρες συσπειρωμένες
Καὶ τὴ ζωή μου τεντωμένη σὰ χορδὴ
Ἀρχὴ καὶ τέλος
Ἡ τελευταία στιγμή·
Τὰ χέρια μου.

Βουλιάζει ὅποιος σηκώνει τὶς μεγάλες πέτρες·
τοῦτες τὶς πέτρες τὶς ἐσήκωσα ὅσο βάσταξα
τοῦτες τὶς πέτρες τὶς ἀγάπησα ὅσο βάσταξα
τοῦτες τὶς πέτρες, τὴ μοίρα μου.
Πληγωμένος ἀπὸ τὸ δικό μου χῶμα
τυραννισμένος ἀπὸ τὸ δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος ἀπὸ τοὺς δικούς μου θεούς,
τοῦτες τὶς πέτρες.

Ξέρω πὼς δὲν ξέρουν, ἀλλὰ ἐγὼ
ποὺ ἀκολούθησα τόσες φορὲς
τὸ δρόμο ἀπ᾿ τὸ φονιὰ στὸ σκοτωμένο
ἀπὸ τὸ σκοτωμένο στὴν πληρωμὴ
κι᾿ ἀπὸ τὴν πληρωμὴ στὸν ἄλλο φόνο,
ψηλαφώντας
τὴν ἀνεξάντλητη πορφύρα
τὸ βράδυ ἐκεῖνο τοῦ γυρισμοῦ
ποὺ ἄρχισαν νὰ σφυρίζουν οἱ Σεμνὲς
στὸ λιγοστὸ χορτάρι -
εἶδα τὰ φίδια σταυρωτὰ μὲ τὶς ὀχιὲς
πλεγμένα πάνω στὴν κακὴ γενιὰ
τὴ μοίρα μας.

Φωνὲς ἀπὸ τὴν πέτρα ἀπὸ τὸν ὕπνο
βαθύτερες ἐδῶ ποὺ ὁ κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη τοῦ μόχθου ριζωμένη στὸ ρυθμὸ
ποὺ χτύπησε τὴ γῆς μὲ πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στὰ θεμέλια
τοῦ ἄλλου καιροῦ, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα, προσηλωμένα, σ᾿ ἕνα σημάδι
ποὺ ὅσο κι᾿ ἂν θέλεις δὲν τὸ ξεχωρίζεις·
ἡ ψυχὴ
ποὺ μάχεται γιὰ νὰ γίνει ψυχή σου.

Μήτε κι᾿ ἡ σιωπὴ εἶναι πιὰ δική σου
Ἐδῶ ποὺ σταμάτησαν οἱ μυλόπετρες».

Ὀχτώβρης 1935

Β. Η ΧΡΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ

Τρία χρόνια ἀργότερα, ὁ Σεφέρης ξαναγυρίζει στὴν Ἀργολίδα. Ἐδῶ καὶ δυὸ χρόνια, ἤδη, ἀναζητεῖ -ἰδιοτροπία τοῦ ποιητῆ, θὰ ποῦν· ὄχι, εἶναι κάτι παραπάνω ἀπ᾿ αὐτό, εἶναι ἡ ἀναζήτηση τοῦ προσκυνητῆ ποὺ τριγυρίζει στοὺς ἅγιους τόπους, - ἀναζητεῖ τὸ Βασιλέα τῆς Ἀσίνης. Τὸν βρῆκε: μιὰ ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα ποὺ τὴν πῆρε καὶ τὴν κράτησε στὰ χέρια του:

«Τὴν ἄγγιξες, θυμᾶσαι τὸν ἦχο της; Κούφιο μέσα στὸ φῶς
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμένο χῶμα·
κι᾿ ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπὸ τὴν προσωπίδα... «.

Ἕνας ποιητής, ὅμως, ξέρει νὰ διαβάζει μιὰ προσωπίδα. Ἕνας ποιητὴς ξέρει ἴσως ν᾿ ἀκούει τὴ σιωπὴ τῆς ἄδειας προσωπίδας. Νά! Τουλάχιστον ποιὸ ὑπῆρξε τὸ στοχαστικὸ ὅραμα τοῦ Σεφέρη:

Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωῆς,
κι᾿ ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι᾿ ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο
κι᾿ ὁ τόπος σὰν τὸ μεγάλο πλατανόφυλλο ποὺ παρασέρνει ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη».

Ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι᾿ ἀναρωτιέται:

«... ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς τὶς ἀκμὲς
τὶς αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ
μὲ τὴν ἀπεραντωσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα
μέσα στὴ διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πίκρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό».

Ἡ Ἑλλάδα, Χώρα τῶν Νικημένων Θεῶν καὶ τῆς Ἐξορίας
Ὁ ποιητής. Ἕνα κενό; Μὰ ὄχι. Ἡ θλίψη τοῦ Σεφέρη, σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο, δὲν εἶναι λιγότερο δραματική. Γιατί ξέρει καλὰ ὅτι ὁ ποιητὴς εἶναι τὸ πνεῦμα ποὺ ἀνασυνθέτει τὸ κενό, ὅπως ὁ μουσικὸς ποὺ ἐκφράζει τὸ νόημα τῆς σιωπῆς καὶ κάνει τὴ νύχτα νὰ τραγουδᾶ. Ξέρει, ὅμως, ἀκόμη, ὅτι τὸ νὰ ἀνασυνθέτεις τὴν ψυχὴ τοῦ λαοῦ ποὺ δημιούργησε τὴν ὀμορφιά, τὴν δικαιοσύνη, τὸ Θεό, καὶ γέννησε αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν ξανάδε οὔτε πρόκειται νὰ ξαναδεῖ κανεὶς δυὸ φορές, εἶναι μιὰ ἀνέλπιδη προσπάθεια.

«Βουλιάζει ὅποιος σηκώνει τὶς μεγάλες πέτρες», λέει ὁ ποιητής.

Μεγάλες, ἐξαιτίας τοῦ βάρους των. Μεγάλες, ἐξαιτίας τῆς ἀνυπόφορης τελειότητάς τους.

Ὄχι, ἡ Ἑλλάδα δὲν εἶναι ἡ χώρα τῆς κατάρας τῶν νικημένων ἀπὸ τὴ μοίρα Θεῶν. Εἶναι ὅμως, δύσκολο -σ᾿ αὐτὸ συμφωνοῦμε- νὰ εἶναι κανεὶς ἀπόγονός τοῦ Αἰσχύλου καὶ τοῦ Φειδία καὶ τοῦ Πλάτωνα. Ἐρχόμενος, ὡστόσο, ὕστερα ἀπὸ τὸ Σολωμό, τὸν Παλαμᾶ, τὸ Σικελιανό, ὁ Σεφέρης εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ζεῖ ὀδυνηρὰ τὴν Ἑλληνική του μοίρα, ὑπερήφανα, ἀλλὰ χωρὶς ματαιοδοξία· ἀνθρώπινα, ἀλλὰ χωρὶς ἀλαζονεία· δύσκολα, ἀλλὰ χωρὶς ἀπελπισία· σεμνά, ἀλλὰ χωρὶς ρητορεία.

Τὰ τελευταῖα ἀποσπάσματα ποιημάτων ποὺ παραθέτω δείχνουν τὸ ἁπλὸ μεγαλεῖο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Σεφέρης στέκεται μπρὸς σ᾿ ἕνα παρελθὸν ποὺ συντρίβει τὸν ἄνθρωπο τῆς γενιᾶς του.

Μοῦ παραχώρησε τὸ δικαίωμα νὰ διαλέξω, ὕστερ᾿ ἀπ᾿ αὐτόν, τὰ ποιήματα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἤθελα νὰ τὸν παρουσιάσω.

Τὸ πρῶτο, «Ξύπνησα μ᾿ αὐτὸ τὸ μαρμάρινο κεφάλι στὰ χέρια» καὶ τὸ δεύτερο «Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου», τὰ ξεχωρίσαμε, αὐτὸς κι ἐγώ, σὰν βασικά. Τὸ τέταρτο εἶναι παρμένο ἀπὸ τὴν «Κίχλη». Τὸ φυλάω γιὰ τὸ τέλος. Ἔχω τοὺς λόγους μου γι᾿ αὐτό.

Διάλεξα τὸ πρῶτο -τὸ μαρμάρινο κεφάλι- γιατί θυμίζει ἀκόμη τὶς πέτρες, τὶς δουλεμένες τούτη τὴ φορά, ποὺ εἶναι ὄχι μονάχα ἡ δόξα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀδυσώπητη κληρονομιὰ τοῦ σημερινοῦ Ἕλληνα.

«Ξύπνησα μὲ τὸ μαρμάρινο τοῦτο κεφάλι στὰ χέρια
ποὺ μοῦ ἐξαντλεῖ τοὺς ἀγκῶνες καὶ δὲν ξέρω ποὺ νὰ τ᾿ ἀκουμπήσω.
Ἔπεφτε στὸ ὄνειρο καθὼς ἔβγαινα ἀπὸ τὸ ὄνειρο
Ἔτσι ἑνώθηκε ἡ ζωή μας καὶ θὰ εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ξαναχωρίσει.

Κοιτάζω τὰ μάτια· μήτε ἀνοιχτὰ μήτε κλειστὰ
μιλῶ στὸ στόμα ποὺ ὅλο γυρεύει νὰ μιλήσει
κρατῶ τὰ μάγουλα ποὺ ξεπέρασαν τὸ δέρμα
Δὲν ἔχω ἄλλη δύναμη·

Τὰ χέρια μου χάνουνται καὶ μὲ πλησιάζουν ἀκρωτηριασμένα».

Τὰ μπράτσα εἶναι ἀσθενικά, ἀδύνατα καὶ πέφτουν ξεριζωμένα ἀπ᾿ τοὺς ὤμους γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ κρατήσουν αὐτὸ τὸ μαρμάρινο κεφάλι, πού ᾿ναι σύμβολο τοῦ κάθε ὡραίου ποὺ ἐδημιούργησε ἡ Ἑλλάδα καὶ ποὺ ὁ Σεφέρης καὶ οἱ δικοί του ὀφείλουν νὰ τὸ ὁδηγήσουν ἀκόμη πιὸ μακρυά, νὰ τὸ βοηθήσουν μὲ μία καινούρια ἰδιοφυΐα, ἴση πρὸς τὴν ἀρχαία. Τέτοια ὑπῆρξε, ἄλλοτε, ἡ μοίρα τῶν Δαναΐδων, ποὺ ποτὲ δὲν μπόρεσαν ν᾿ ἀποτελειώσουν τὸ φοβερό τους μόχθο. Τὸ ὄνομά τους, ὅμως, μπῆκε στὴν αἰωνιότητα τῶν μεγάλων Συμβόλων.

Στὸ «Γυρισμὸ τοῦ ξενιτεμένου» ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιὰν ἄλλην εἰκόνα, μ᾿ ἕναν ἄλλον σπαραγμό.

Θὰ μποροῦσα, βέβαια, νὰ ἐπαναλάβω, ὅπως ἤδη, τὸ ἔχουν κάνει οἱ ἐξηγητές του, τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς του. Γεννήθηκε στὴ Σμύρνη. Ἔχασε τὰ πάντα ὕστερα ἀπὸ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ τοῦ 1922.

Ξεριζωμένος. Τὰ σπίτια ποὺ εἶχε, τοῦ τὰ πήρανε. Ξέρω. Ξέρω, ὅμως, ἐπίσης, ὅτι ἀναζήτησε στὶς Μυκῆνες καὶ ἀλλοῦ. Ἀνάμεσα στὶς σωριασμένες πέτρες, τὸ ἀρχαῖο του σπίτι:

«... στριφογυρίζοντας μέσα σὲ σπασμένες πέτρες, τρεῖς ἢ ἕξι χιλιάδες χρόνια
ψάχνοντας σὲ οἰκοδομὲς γκρεμισμένες ποὺ θὰ εἶταν ἴσως τὸ δικό μας σπίτι
προσπαθώντας νὰ θυμηθοῦμε χρονολογίες καὶ ἡρωικὲς πράξεις·
θὰ μπορέσουμε;».

Ὁ ποιητής, ἐδῶ, δὲν ἀποτελειώνει τὴ φράση του. Μιὰ σκέψη τὸν βασανίζει. Ὕστερα ἀπὸ μίαν ἄλλη στροφὴ ποὺ θυμίζει, ἐκτὸς ἀπὸ μεγάλους ἡρωϊσμούς, τὶς μεγάλες καθιζήσεις, τὸ τρομερὸ γι᾿ αὐτὸν ρώτημα θὰ ξαναγυρίσει πάλι, ὄχι, ὅμως, σὰν κραυγή, ἀλλὰ σὰν ἐναγώνια οἰμωγή:

«γιατί δεθήκαμε καὶ σκορπιστήκαμε
καὶ παλαίψαμε μὲ δυσκολίες ἀνύπαρχτες ὅπως λέγαν
χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ἕνα δρόμο γεμάτο τυφλὰ συντάγματα
βουλιάζοντας μέσα σὲ βάλτους καὶ μέσα στὴ λίμνη τοῦ Μαραθῶνα,
θὰ μπορέσουμε νὰ πεθάνουμε κανονικά;».

Τὸ νὰ ζεῖ κανεὶς τὴ μοίρα του σὰν ἐξόριστος τοῦ παρελθόντος μέσ᾿ στὸν σημερινὸ κόσμο, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνυπόφορη ἐξορία. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἡ ζωή του ὡς διπλωμάτη καὶ προπάντων τὰ γεγονότα πού ῾ζησε στὸν πόλεμο καὶ τὴν κατοχὴ τῆς χώρας του, τὸν ἐκράτησαν πιὸ πολὺν καιρὸ στὰ ξένα παρὰ στὴν πατρίδα του, στὰ ξένα ἀπ᾿ ὅπου ἡ πατρίδα του τοῦ φαινόταν πάντα πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ γοητευτική, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ ἔνιωσε τὸν πόνο του φοβερά. Ξέρουμε τώρα ἀρκετὰ τὴν εὐαισθησία, τὴ σκέψη καὶ τὴν τέχνη τοῦ Σεφέρη γιὰ νὰ ἐξηγήσουμε τὴ βαθύτερη σημασία τῆς ἐξορίας του καὶ τοῦ γυρισμοῦ του. Πρόκειται, πράγματι, γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ ποὺ τὸν ἔχει αἰσθανθεῖ καὶ τὸν ἔχει βιώσει στὸ βάθος τῆς ψυχῆς του. Ἀνάμνηση καὶ νοσταλγία ἑνὸς παρελθόντος ἀσύγκριτου μεγαλείου. Καὶ πόνος γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν πραγματικότητα. Ὁ διάλογος τοῦ ποιήματος εἶναι ἐπινόηση ποὺ πλάθει μὲ τὴ φαντασία του ὁ ποιητής, γιὰ νὰ θέσει ἀντιμέτωπους τοὺς δυὸ ἀνθρώπους στοὺς ὁποίους εἶναι διχασμένος ὁ Σεφέρης.

Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου
«Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου».

«Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μου ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι᾿ οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι᾿ ὅμως σὰν εἴμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι
κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιους
κι᾿ ἔτρεχα πάνω σὲ πλαγιὲς
ὥρα πολλὴ λαχανιασμένος».

«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγὰ - σιγὰ θὰ συνηθίσεις·
θ᾿ ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ᾿ τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγὰ - σιγὰ θὰ ῾ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι᾿ οἱ πλαγιές σου».

«Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε ὁ θαλασσινός.
Πῶς θὲς νὰ μπῶ σ᾿ αὐτὴ τὴ στάνη;
οἱ στέγες μου ἔρχονται ὡς τοὺς ὤμους
κι᾿ ὅσο μακριὰ καὶ νὰ κοιτάξω
βλέπω γονατιστοὺς ἀνθρώπους
λὲς κάνουνε τὴν προσευχή τους».

«Παλιέ μου φίλε δὲ μ᾿ ἀκοῦς;
σιγὰ - σιγὰ θὰ συνηθίσεις
τὸ σπίτι σου εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις
κι᾿ αὐτὴ τὴν πόρτα θὰ χτυπήσουν
σὲ λίγο οἱ φίλοι κι᾿ οἱ δικοί σου
γλυκὰ νὰ σὲ καλωσορίσουν».

«Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεται στὸ χῶμα».

«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους».

«Πιὰ δὲν ἀκούω τσιμουδιὰ
βούλιαξε κι᾿ ὁ στερνός μου φίλος
παράξενο πῶς χαμηλώνουν
ὅλα τριγύρω κάθε τόσο
ἐδῶ διαβαίνουν καὶ θερίζουν
χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα».

Τί στάση νὰ υἱοθετήσει κανεὶς γιὰ νὰ νικήσει αὐτὴ τὴν ἀγωνία; Τὴν ἀνταρσία; Τὸν ἀγώνα; Αὐτὸ ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ κάνει ἕνας Σικελιανός. Ἕνας Παλαμᾶς. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ στάση τοῦ Σεφέρη, ποὺ καταφεύγει στὴν ὑποχώρηση, τὴν καρδιά, μάλιστα, τῆς ὑποχώρησης, στὴν ἐγκαρτέρηση. Οὔτε ἡ μιά, ὅμως, οὔτε ἡ ἄλλη εἶναι συνώνυμες τῆς φυγῆς. Ἴσα - ἴσα, ξεπερνώντας, ὑπερβαίνοντας τὴν ἀδυσώπητη δύναμη τῆς μοίρας, ὁ ποιητὴς φτάνει στὴ λευτεριά.

Στὸ ποίημα ποὺ ἔχει τίτλο: «Ἡ Στέρνα», βλέπουμε -ἀπὸ τὸ 1932, ὅταν ὁ Σεφέρης εἴτανε 32 χρονῶν- τὴ σιγανὴ καὶ ἤρεμη κάθοδο τοῦ ποιητῆ στὴ μοναξιά, τὴ σιωπή, στὶς μυστικὲς περιοχὲς τῆς συνείδησης.

«Ἐδῶ, στὸ χῶμα ρίζωσε μία στέρνα
μονιὰ κρυφοῦ νεροῦ ποὺ θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ἠχηρά. Τ᾿ ἀστέρια
δὲ σμίγουν τὴν καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ἀνοιγοκλεῖ, δὲν τὴν ἀγγίζει».

Ἀνοίγει ὁ πάνω κόσμος σὰ ριπίδι καὶ παίζει μὲ τὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου. Πρόσωπα λάμπουν γιὰ μία στιγμὴ καὶ σβήνουν μέσα σ᾿ ἕνα ἐβένινο σκοτάδι. Ὁ κόσμος πάνω της πληθαίνει, πάει, δὲν τὴν ἀγγίζει. Οἱ ὧρες περνοῦν, οἱ ἥλιοι καὶ τὰ φεγγάρια,

«μὰ τὸ νερὸ ἔχει δέσει σὰν καθρέφτης»
(... )
«Μόνη, καὶ στὴν καρδιά της τόσο πλῆθος
μόνη, καὶ στὴν καρδιά της τόσος μόχθος
καὶ τόσος πόνος, στάλα - στάλα μόνος» (... )
«Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οἱ θεοί μας!...»
«Τὰ μάρμαρα τὸ ξέρουν, ποὺ κοιτάζουν»
(... )
«ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμια
καθὼς περνοῦν τὰ πλήθη τοῦ θανάτου».

Ξαφνιασμένος ἀπὸ τὴν ἀδυναμία τῆς ψυχῆς νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν κόσμο, ὁ ποιητὴς λέει, στὸ τέλος:

«Μὰ ἡ νύχτα δὲν πιστεύει στὴ αὐγὴ
κι᾿ ἡ ἀγάπη ζεῖ τὸ θάνατο νὰ ὑφαίνει
ἔτσι, σὰν τὴν ἐλεύθερη ψυχή,
μιὰ στέρνα ποὺ διδάσκει τὴ σιγὴ
μέσα στὴν πολιτεία τὴ φλογισμένη».

Ἕνα τελευταῖο ἀπόσπασμα θὰ ἐξηγήσει τὴν ἐγκαρτέρηση -τὴ γαλήνια ἀποδοχή- τοῦ Σεφέρη. Τὸ παίρνω ἀπὸ τὸ ποίημα «Κίχλη» πού ᾿χει τέσσερα μέρη. Εἶναι τὸ ὄνομα ἑνὸς μικροκάραβου συγκοινωνίας ποὺ πλέει, στὸν πόλεμο, κοντὰ στὸ νήσι Πόρος, στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῆς Πελοποννήσου, ἀνάμεσα Αἴγινας καὶ Ὕδρας.

«τό ῾λεγαν «Κίχλη»· ἕνα μικρὸ ναυάγιο· τὰ κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια
ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του
στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ
σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἁπλώνουνταν γαλήνη».

Πραγματικά, τὸ ναυάγιο εἶναι αἰώνιο.
Φωνὲς ἀνεβαίνουν ἀπ᾿ τὴν ἄβυσσο, ποὺ ὁ Σεφέρης, σὰν τὸν Ὀδυσσέα, τὶς ἀκούει, μὰ δὲν τὶς ἀναγνωρίζει, ἐκτὸς ἀπὸ μία: «Κι᾿ ἄλλες φωνὲς σιγὰ - σιγὰ μὲ τὴ σειρά τους
ἀκολουθῆσαν· ψίθυροι φτενοὶ καὶ διψασμένοι
ποὺ βγαίναν ἀπὸ τοῦ ἥλιου τ᾿ ἄλλο μέρος, τὸ σκοτεινό·
θά ῾λεγες γύρευαν νὰ πιοῦν αἷμα μία στάλα·
εἴτανε γνώριμες μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὶς ξεχωρίσω.
Κι᾿ ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ γέρου, αὐτὴ τὴν ἔνιωσα
Πέφτοντας στὴν καρδιὰ τῆς μέρας
Ἥσυχη, σὰν ἀκίνητη:
«Κι ἂ μὲ δικάσετε νὰ πιῶ φαρμάκι, εὐχαριστῶ·
τὸ δίκιο σας θά᾿ ναι τὸ δικό μου· ποὺ νὰ πηγαίνω
γυρίζοντας σὲ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλὸ λιθάρι.
Τὸ θάνατο τὸν προτιμῶ·
Ποιὸς πάει γιὰ τὸ καλύτερο ὁ Θεὸς τὸ ξέρει».

Ὕστατο μάθημα τοῦ Σωκράτη, ποὺ δέχεται τὴ μεγάλη ἐξορία, τὴν ἀδικία, τὴ μοίρα του.

Συμπέρασμα. Γιὰ νὰ κυριαρχήσεις τὸν Ἑλληνισμὸ πρέπει νὰ τὸν ἀξίζεις

Πρέπει, ὡστόσο, νὰ καταλήξουμε σ᾿ ἕνα συμπέρασμα. Ἡ τραγωδία δὲν τελειώνει παρὰ μὲ τὸ θάνατο. «Καὶ πόσα χρόνια χάσαμε, λέει ὁ ποιητής, γιὰ νὰ πεθάνουμε». Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει κάθαρσις. Σ᾿ αὐτήν, ὅμως, τὴν ἀκίνητη καὶ γαλήνια φωνὴ τοῦ Σωκράτη, ποὺ τὴν κάνει ὁ ποιητὴς νὰ ξανανεβαίνει ἀπὸ τὴν ἄβυσσο καὶ τὸ πρῶτο ναυάγιο τοῦ ἑλληνισμοῦ, δὲν ὑπάρχει πιὰ οὔτε ἀμηχανία, οὔτε ἀγωνία. Ὓστερ᾿ ἀπὸ τόσες φωνές, «φωνὲς ποὺ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὴν πέτρα, φωνὲς ποὺ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὸν ὕπνο», ὅπως στὶς Μυκῆνες· φωνὲς τοῦ μυστικοῦ νεροῦ, ὅπου τόση θλίψη μαζεύτηκε γουλιὰ - γουλιά, φωνὲς τῆς στέρνας πού, ὅμοια μὲ μιὰν ἐλεύθερη ψυχή, διδάσκει τὴ σιωπή: φωνὲς ποὺ ἀπὸ παντοῦ, ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ ἀπὸ τοὺς τάφους, ἀνεβαίνουν καί, ξαφνικά, παγώνουν, ἀκίνητες, ἀπολιθωμένες, ὅπως οἱ χειρονομίες καὶ ἡ κίνηση ἑνὸς ἀπότομα σταματημένου φίλμ, ὅπως μέσα στὸ ὅραμα ποὺ εἶχε ὁ Σεφέρης δεῖ μὲ τόσο θαυμαστὸ τρόπο στὴν ἐργατικὴ κοιλάδα, στὴν Ἐγκωμή, στὴν Κύπρο· ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσες φωνές, τρομερές, ἢ ὀδυνηρές, ἢ μυστικές, νά! Ἡ τέλεια γαλήνη τοῦ Σωκράτη...

Τὸ μάθημα τελείωσε. Ὁ ἄνθρωπος ξέρει ὅτι ἡ μοίρα τὸν συντρίβει καὶ ὅτι ὁ ἀγώνας ποὺ δέχτηκε νὰ ἀναλάβει εἶναι προκαταβολικὰ χαμένος. Δὲν θὰ ξεφύγει ἀπὸ τοὺς δυὸ σκοτεινοὺς Σκοπέλους, ἀπ᾿ ὅπου πρέπει νὰ περάσει ἡ ὀδυσσειακὴ σχεδία του. Ἡ μοίρα, ἁρματωμένο μὲ δρέπανα ἅρμα ποὺ θερίζει, δὲν ξέρει πόσα δημιουργήματα ἑλληνικοῦ μεγαλείου καὶ ὀμορφιᾶς κατέστρεψε καὶ καταστρέφει ἀδιάκοπα. Τουλάχιστον, μὲ τὴ σκέψη του, μὲ τὴ συνείδησή του, ποὺ ξαγρυπνᾶ μέσ᾿ τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἄσκηση, ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Γιῶργος Σεφέρης, προσπαθεῖ νὰ κυριαρχήσει πάνω στὴ δραματικὴ μοίρα τοῦ ἑλληνισμοῦ, καί, κύριος της ἀγωνίας του, γίνεται ὁ μεγάλος ποιητής, ὁ ἄξιος ποιητὴς τῆς ἀνθρώπινης μοίρας τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας.


το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)