Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟ ΟΠΩΣ ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΝΕΡΟΥ ΓΙΑ ΕΝA ΔΙΨΑΣΜΕΝΟ.

http://4.bp.blogspot.com/-4EygoGRkHR4/TlTqoyuqvVI/AAAAAAAAI3I/Je2mcfUgIVA/s1600/GH.jpg

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ


Συγγενείς και αγαπημένοι φίλοι των αποθανόντων! Κάντε ότι είναι αναγκαίο γι' αυτούς και ότι εναπόκειται στη δύναμη σας Αντί να δαπανάτε χρήματα σε εξωτερικούς στολισμούς του φέρετρου και του τάφου, βοηθήστε τούς φτωχούς υπέρ της μνήμης των δικών σας κεκοιμημένων και ενισχύστε τις εκκλησίες, όπου προσφέρονται προσευχές υπέρ αυτών.


Δείξτε ευσπλαχνία στους αποθανόντες και φροντίστε για το καλό της ψυχής τους. Απο αυτό το μονοπάτι θα περάσουμε όλοι.

Και τότε πόσο μεγάλη θα είναι ή επιθυμία μας να μας θυμούνται στις προσευχές. Ας είμαστε ευσπλαχνικοί με τούς κεκοιμημένους. Μόλις κάποιος αποβιώσει, καλέστε αμέσως έναν ιερέα, ό όποιος αναγιγνώσκει τη «Συγχωρητική ευχή μετά θάνατον». Καταβάλετε κάθε προσπάθεια προκειμένου ή νεκρώσιμη ακολουθία να τελεστεί σε εκκλησία, ενώ εσείς μέχρι τη στιγμή εκείνη να αναγιγνώσκετε το Ψαλτήριο στο προσκέφαλο του αποθανόντος.

Ή νεκρώσιμη ακολουθία δεν χρειάζεται να είναι περίτεχνη, αλλά δεν πρέπει να είναι συντομευμένη· μη σκέφτεστε τον εαυτό σας και τη δική σας άνεση, αλλά τούς αποθανόντες, τούς οποίους θα αποχωριστείτε για πάντα. Εάν στην εκκλησία υπάρχουν πολλοί κεκοιμημένοι ταυτοχρόνως, μη πρόβαλλε τε αντίρρηση να τελεστεί κοινή νεκρώσιμη ακολουθία.

Είνα καλύτερο όταν μία νεκρώσιμη ακολουθία τελείται για δύο ή περισσότερους κεκοιμημένους ταυτοχρόνως, καθώς οι προσευχές όλων των οικείων τους συγκεντρώνονται και γίνονται πιο θερμές, παρά όταν ή μία ακολουθία διαδέχεται την άλλη και συντομεύεται λόγω έλλειψης χρόνου και ενέργειας· επειδή ή κάθε λέξη της προσευχής είναι για τον κεκοιμημένο όπως μία σταγόνα νερού για ένα διψασμένο. Παρομοίως, είναι σημαντικό να φροντίζετε για την καθημερινή μνημόνευση των αποθανόντων στη Θεία Λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων σαράντα ήμερων. Συνήθως, στις εκκλησίες όπου έγινε ή νεκρώσιμη ακολουθία τελούνται καθημερινές ακολουθίες, κατά τις όποιες οι αποθανόντες μνημονεύονται στην πορεία των σαράντα ήμερων και περαιτέρω.

Εάν, όμως, ή νεκρώσιμη ακολουθία τελείται σε μία εκκλησία όπου δεν τελούνται καθημερινές ακολουθίες, οι οικείοι του αποθανόντος οφείλουν να ρυθμίσουν να μνημονεύεται το όνομά του σε εκκλησία όπου τελούνται καθημερινές ακολουθίες. Επιπλέον, είναι καλό να αποστέλλεται το όνομα του αποθανόντος για μνημόνευση σε μοναστήρια και στην Ιερουσαλήμ, σε ιερούς τόπους όπου αναπέμπονται αδιάκοπες προσευχές. Είναι σημαντικό ή επί σαράντα ημέρες μνημόνευση να αρχίζει αμέσως μετά την κοίμηση του προσώπου, όταν ή ψυχή έχει ιδιαιτέρως ανάγκη των προσευχών.

Ας φροντίσουμε για εκείνους πού έχουν προηγηθεί στον άλλο κόσμο και ας κάνουμε γι' αυτούς ότι μπορούμε, ενθυμούμενοι ότι: «μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται».



ΒΙΒΛ। Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ.

Το βρήκαμε εδώ

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Αν δεν φτάσεις στα δάκρυα

Άγ.Ισαάκ Σύρος
«Αν δεν φτάξεις στα δάκρυα, μην νομίσεις πως έφταξες κάπου στη διαγωγή σου και στην πολιτεία σου, γιατί ως τα τότε, τον κόσμο υπηρετούνε οι κρυφοί διαλογισμοί σου, δηλαδή με τον έξω άνθρωπο κάνεις το έργο του Θεού, ενώ ο μέσα άνθρωπος είναι ακόμα άκαρπος· επειδή ο καρπός του έρχεται από τα δάκρυα.
Γιατί σαν φτάξεις στη χώρα τους, τότε να ξέρεις πως βγήκε η διάνοιά σου από τη φυλακή τούτου του κόσμου κι’ έβαλε το πόδι της στη στράτα του καινούριου κόσμου, κι’ άρχισε να μυρίζει εκείνον τον καινούριον αέρα τον θαυμαστόν. Και τότε αρχίζουνε να τρέχουνε τα δάκρυα, επειδή κοντεύει να γεννηθεί το πνευματικό νήπιο. Γιατί η χάρη, που είναι η μητέρα όλων, βιάζεται να γεννήσει στην ψυχή κάποιον θεϊκό τύπο μυστικά στο φως της μέλλουσας ζωής.

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Έπρεπε να πεθάνη;




του αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη

Η ζωή είναι μια ανάβασις και μια κατάβασις. Μια προσγείωσις και μια απογείωσις. Αν δεν προσγειωθή ο αετός, δεν θα απογειωθή. Κι’ εκείνος, που είναι υπόδειγμα προσγειώσεως και απογειώσεως, είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Ιησούς. Θέλησε και κατέβηκε από τον Ουρανό. Προσγειώθηκε ο ίδιος ο Θεός. Πώς λέγεται η προσγείωσις του Θεού; Σάρκωσις. Θέλησε και ανέβηκε από τη γη στον Ουρανό. Πώς λέγεται η ανάβασίς του, η απογείωσίς του; Ανάληψις. «Ο καταβάς αυτός εστι και ο αναβάς» (Εφεσ.δ΄10).

● Όταν αποφάσισε να κατεβή, ήταν μόνος Του. Μόνο Θεός.

● Όταν αποφάσισε να ανεβή, δεν ήταν πλέον μόνος. Ήταν όχι μόνο Θεός, αλλά και άνθρωπος. Θεάνθρωπος. Ανέβασε μαζί Του τον άνθρωπο, την ανθρώπινη φύσι, που ως Θεός Λόγος είχε λάβει από την Παναγία.
Ήταν, λοιπόν, δυνατόν να μην ακολουθήση και η Παναγία το δρομολόγιο, που ακολούθησε ο Υιός και Θεός της;
Είναι δυνατόν να δώσης στο παιδί σου ένα όχημα, και να μη σε ανεβάση και σένα στο όχημα αυτό;

● Η Παναγία έγινε το όχημα να κατεβή ο Θεός από τον ουρανό. «Χαίρε όχημα πανάγιον, δι’ ής κατέβη ο Θεός», ψάλλουμε στον Ακάθιστο. Και τώρα ο Υιός της γίνεται το όχημα, για ν’ ανεβή η Παναγία στον ουρανό.

● Ανάβασις της Θεοτόκου! Αυτό σημαίνει Κοίμησις της Παναγίας ή Μετάστασις της Θεοτόκου. Ανάβασις σε ύψη δυσθεώρητα.
Ποιος ανεβαίνει ψηλά;
Ο ορειβάτης, που κατακτά την κορυφή ενός βουνού.
Και από τον ορειβάτη ψηλότερα ο αεροπόρος, που ξεπερνά τα σύννεφα.
Και από τον αεροπόρο ψηλότερα ο Ηλίας ο προφήτης (Δ΄Βασ.β΄4).
Και από τον Ηλία ψηλότερα ο απόστολος Παύλος, που έφτασε «έως τρίτου ουρανού». (Β΄Κορ.ιβ΄2).
Από τον Παύλο ψηλότερα οι άγγελοι.
Και από τους αγγέλους ψηλότερα; Ένας μόνο άνθρωπος, η Παναγία, η «υψηλοτέρα των ουρανών και καθαρωτέρα λαμπηδόνων ηλιακών».
Η Παναγία είναι η «πλατυτέρα των ουρανών». Λέει ο ιερός Δαμασκηνός: «Ου γαρ ως Ηλίας εις τον ουρανόν ανελήλυθας. Ουχ ως Παύλος έως τρίτου ουρανού μετεβιβάσθης, αλλ’ έως αυτού του βασιλικού θρόνου του Υιού σου έφθασας» (βιβλ. «Θεοτόκος» σελ.134).
Η Παναγία κατέχει δύο ρεκόρ ύψους.

● Το ένα, όταν ήταν στη γη. Είναι το ρεκόρ της αγιότητος. Αξεπέραστο. Κανένας δεν μπορεί να το καταρρίψη.

● Το άλλο, στον ουρανό. Είναι το ρεκόρ της θεώσεως.
Την ημέρα της Κοιμήσεώς της γιορτάζουμε την κατάκτησι αυτού του δεύτερου ρεκόρ. Η Παναγία ανέβηκε, επειδή κατέβηκε. Απογειώθηκε σε ύψη δόξας, επειδή προσγειώθηκε σε βάθη ταπεινώσεως. Ο Θεός «ύψωσε ταπεινούς» (Λουκ.α΄52). Η ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ ανυψώθηκε και έγινε η βασίλισσα των ουρανών.


Από το θάνατο στη ζωή


Όλα αυτά κάπως τα κατανοούμε. Εκείνο, που πολλοί δεν καταλαβαίνουν, είναι ο θάνατος της Παναγίας.
Ήταν -λένε- ανάγκη να πεθάνη η Παναγία; Δεν μπορούσε ο Θεός και Υιός της να την παραλάβη ζωντανή και να μη διέλθη από το θάνατο;
Γιατί πέθανε;
Η ζωή περνάει από το θάνατο. Και κάθε θάνατος περνάει από τη ζωή.

● Περνάει από τον τάφο της μητρικής κοιλίας το παιδί, για να βγη στη ζωή.

● Περνάει από τον τάφο της γης ο σπόρος, για να βγη στην άνοιξι της καρποφορίας.

● Περνάει από τη δύσι ο ήλιος, για να βγη στην ανατολή.
Και ο ήλιος, που ονομάζεται Παναγία, «η γυνή η περιβεβλημένη τον ήλιον» (Αποκ.ιβ΄1), έπρεπε να περάση από τη δύσι, για να βγη στην ανατολή της ανέσπερης μέρας, της βασιλείας των ουρανών.
Κλαις και θρηνείς, όταν ο ήλιος δύη; Ασφαλώς όχι. Ξέρεις, ότι μετά τη δύσι θα ξανάρθη η ανατολή.
Και ο πιστός χριστιανός δεν κλαίει, όταν ο άνθρωπός του κλείνη τα μάτια. Έφτασε η δύσις του. Αλλά κάθε δύσις σημαίνει και μια ανατολή.

● Να, λοιπόν, γιατί και η Παναγία Θεοτόκος με το ίδιο πορθμείο πέρασε στην αντίπερα όχθη της αιωνιότητας∙ με το πορθμείο του θανάτου.


Πέθανε και ο Υιός της


Γιατί πέρασε και η Παναγία από το θάνατο;
Διότι δεν είναι ανώτερη από τον Υιό και Θεό της. Αφού ο Υιός της, ο Ιησούς Χριστός, πέθανε και ετάφη «κατά τας Γραφάς» (Α΄Κορ.ιε΄3), πώς ήταν δυνατόν να μη πεθάνη και να μη ταφή και η Θεοτόκος, που είναι μεν Παναγία, αλλ’ είναι άνθρωπος σαν κι εμάς;

● Πολλές φορές θέλουμε να γινώμαστε ανώτεροι από το Χριστό! Ο Χριστός πόνεσε, εμείς δεν θέλουμε να πονάμε! Ο Χριστός πέθανε οδυνηρό θάνατο, εμείς γογγύζουμε για το θάνατο κάποιου δικού μας προσώπου ή δεν σκεπτόμαστε, ότι κι εμείς οπωσδήποτε θα πεθάνουμε.

● Πολλές φορές θέλουμε να βρούμε δικό μας δρόμο, για ν’ ανεβούμε στον ουρανό. Δεν υπάρχει!
Υποχρεωτικά θα περάσουμε από το δρόμο του Σταυρού και από τα διόδια του θανάτου. Αλλ’ ας μη λησμονούμε, ότι στα διόδια δεν σταματάμε. Συνεχίζουμε το ταξίδι. Και η Παναγία δεν σταμάτησε στα διόδια του θανάτου. Συνέχισε την πορεία.

● Έπρεπε να πεθάνη, όπως πέθανε ο Υιός της. Αλλ’ όπως ο Υιός της μετά από τρεις μέρες ανέστη, έτσι και η Μητέρα Του μετά από τριήμερη ταφή μετέστη.

● Δεν ήταν δυνατόν για πολύ η νέκρα και ο τάφος να κρατήσουν, τη Μητέρα της ζωής. «Τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν∙ ως γαρ Ζωής Μητέρα προς την ζωήν μετάστησεν» (κοντάκιο εορτής).
Το νερό τότε βγαίνει καθαρό και κρυστάλλινο από την πηγή, όταν περάση πρώτα από τα διυλιστήρια της γης. Και η ζωή της Θεοτόκου έγινε αέναος πηγή, αφού πέρασε για λίγο από τη σιωπή του τάφου, από το διυλιστήριο της γης.


Φόρεσε τη στολή της αφθαρσίας


Επιμένουν πολλοί:
-Μα ήταν ανάγκη να πεθάνη και η Παναγία;
Έπρεπε να γίνη η αλλαγή, για την οποία μιλάει ο απ.Παύλος στο 15ο κεφάλαιο της Α΄προς Κορινθίους Επιστολής.

● Ο άνθρωπος πλάστηκε από το Θεό ντυμένος τη στολή της αφθαρσίας. Ο Διάβολος όμως κατάφερε να ξεντύση τον άνθρωπο από τη στολή της αφθαρσίας και της αθανασίας και να τον ντύση με τη στολή της φθοράς και του θανάτου.

● Έρχεται κατόπιν ο Θεός Λόγος από τον ουρανό και κρύβεται από άκρα οικονομία και συγκατάβασι μέσα στον ωραιότερο άνθρωπο, τη Μαρία την Παρθένο, για να ξαναντύση τον άνθρωπο με τη θεοῢφαντη στολή της αφθαρσίας.

● Για να περιβληθούμε εμείς τη στολή της θεώσεως, Εκείνος, «ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον» (Ψαλμ.103,2), ντύθηκε με τη στολή, που ποτέ δεν είχε φορέσει∙ τη στολή της ανθρωπίνης φύσεως και εμφανίστηκε ως άνθρωπος.
Πού περιεβλήθηκε ο Χριστός τη στολή της ανθρωπότητας; Μέσα στον τάφο της παρθενικής νηδύος της Θεοτόκου.
Και η Παναγία κλείνεται για λίγο μέσα στον τάφο της Γεθσημανή, για να φορέση τη στολή της αφθαρσίας.
Τί συμβαίνει πολλές φορές με επίσημες κυρίες;
Προκειμένου ν’ αλλάξουν φόρεμα, κλειδώνονται για λίγο στα ιδιαίτερα διαμερίσματά τους.
Κάπως έτσι ας φανταστούμε την Παναγία, τη Βασίλισσα. Προκειμένου να παρουσιαστή στους γάμους του Υιού της, στη βασιλεία των ουρανών, κλείνεται, τρόπον τινά, για λίγο στο θάλαμο της γης, στον τάφο. Εκεί αλλάζει σωματική στολή. Λέει ο Παύλος γι’ αυτή την αλλαγή: «Δει το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α΄Κορ.ιε΄53).

● Κάποτε όλοι οι νεκροί θα φορέσουν τη στολή της αφθαρσίας∙ όλοι εκείνοι που πέθαναν «εν Κυρίω».

● Απλώς η στολή της Παναγίας ετοιμάστηκε νωρίτερα, κατ’ απόλυτη προτεραιότητα.


Φόρος θανάτου


Γιατί έπρεπε να πεθάνη η Παναγία;

● Για να φανή, ότι ήταν αληθινά άνθρωπος, σαν και μας.
Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο. Απόλυτη ισότητα υπάρχει μόνο απέναντι στο νόμο του θανάτου. Υπάρχει άνθρωπος, που δεν θα πληρώσει το φόρο του θανάτου; Αποκλείεται η φοροδιαφυγή από το θάνατο.

● Η Παναγία πλήρωσε και αυτή το «κοινόν τοις ανθρώποις χρέος».
Συνέβηκε όμως με την Παναγία ό,τι συμβαίνει πολλές φορές με την Εφορία. Σε πολλούς ανθρώπους επιστρέφονται κάποιοι φόροι. Πότε; Όταν ο φορολογούμενος έχη κάνει πολλές δωρεές.
Η Παναγία έκανε στον κόσμο τη μεγαλύτερη δωρεά. Μας δώρισε το Σωτήρα και Λυτρωτή.
Αλλά και κάτι άλλο ισχύει εν προκειμένω. Ο θάνατος είναι ο φόρος της αμαρτίας. «Τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος» (Ρωμ.στ΄23). Η Παναγία είναι ο μόνος άνθρωπος, που δεν είχε αμαρτίες. Είναι η Κεχαριτωμένη, η «κεκαθαρμένη», αυτή που καθαρίστηκε και από την προπατορική αμαρτία κατά τη στιγμή του Ευαγγελισμού.
Τη φορολόγησε, λοιπόν, και αυτήν ο θάνατος, παίρνοντας προς στιγμήν νεκρό το άχραντο σώμα της. Αλλά μόλις διαπιστώθηκε το λάθος, το σώμα επεστράφη.

● Έτσι στην περίπτωσι της Θεοτόκου η εκδημία του σώματος έγινε ενδημία του σώματος.
Όταν φεύγης από ένα δήμο, μεταβαίνεις σε άλλον, όπου και γίνεσαι δημότης. Κάποτε όλοι θα εκδημήσουμε. Θα σβήση το όνομά μας από το ληξιαρχείο της γης. Τότε ένα χέρι αγγελικό γράφει το όνομα του πιστού στα βιβλία του Ουρανού. Γίνεται δημότης του ουρανού. «Εκδημούντες εκ του σώματος ενδημούμεν προς τον Κύριον» (Β΄Κορ.ε΄8).


Μυστήριο


Μερικοί κάνουν και το εξής ερώτημα:
-Πώς, αφού πέθανε η Παναγία, έστω και για τρεις μέρες, το σώμα της δεν υπέστη φθορά, αλλά παρέμεινε άφθορο;

● Όσοι δέχονται το μεγάλο μυστήριο, δεν αμφισβητούν το μικρό μυστήριο.
Αν κάποιος πυροσβέστης φοράη αμίαντη στολή και περνάη από καιόμενο δάσος άθικτος, δεν μπορεί να περάση άθικτος και από κάποιο πυροτέχνημα, που θα του ρίξουν;
Την Παναγία την άγγιξε όλη η φωτιά της Θεότητας, και όμως δεν κάηκε. Πως τώρα θα καιγόταν από το πυροτέχνημα του θανάτου;

● Το σώμα της Θεοτόκου, που παρέμεινε αλώβητο από το βέλος της αμαρτίας, παρέμεινε και αδιαπέραστο από το βέλος του θανάτου.

● Μοναδικός άνθρωπος η Παναγία, που ενώ γέννησε, παρέμεινε παρθένος.
Μοναδικός άνθρωπος, που, ενώ θάφτηκε, παρέμενε ζωντανή.


Το βρήκαμε εδώ

Άγιος Γέωργιος Ημεροβιγλίου


ΜΝΗΜΗ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ



Κάθε τέτοια μέρα, μέρα γιορτῆς τῆς Παναγιᾶς, προσπαθῶ μαζί μέ τήν ἄμετρο εὐφροσύνη καί τήν κατάνυξη πού ἡ Χάρη Της δαψιλῶς μᾶς προσφέρει, νά ξαναφέρω στή μνήμη μου κάποιες ἀνεξίτηλες εἰκόνες πού ἔχουν ταυτιστεῖ μέ τή Γιορτή καί οἱ ὁποῖες ἀναντίρρητα μοῦ ἑρμηνεύουν, παράλληλα μέ τήν ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία καί τήν ἁγιοπατερική διδαχή, τό τί σημαίνει γιά μένα τό "Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ" ἤ, ὁ ἱερός Δεκαπενταύγουστος. Γιατί ὅλοι μας ἔχουμε ταυτίσει κάποιες σημαντικές στιγμές τῆς ζωῆς μας μέ ἱερά γεγονότα-ἑορτές, πού ἀποπνέουν τρυφερότητα, γαλήνη καί ἀνάσα ζωῆς.
Γι᾿ αὐτό, τά ὅσα θά καταθέσω στή συνέχεια εἶναι βιώματα εὔλαβῆ, ἀπό "ἕναν παιδικό καιρό πού ξανάνθισε", ὅπως λέει κι ὁ ποιητής. Βιώματα φορτισμένα συναισθηματικά, ἀλλά καί πάντα θαλερά, πού ἐπιμένουν εὐτυχῶς νά συγκινοῦν καί νά κατανύσσουν ἀκόμα καί σ᾿ αὐτούς τούς ἄγριους καιρούς πού τούς ταξιδεύουμε. Νά κατανύσσουν ραντίζοντας μέ τήν εὐλογημένη τους δρόσο τή φρυγμένη ψυχή, στούς αὐχμηρούς καί αἰχμηρούς χρόνους πού ζοῦμε...
Δεκαπενταύγουστο λοιπόν εἶναι τό πότισμα τοῦ μικροῦ τοῦ κήπου κάτω στό ρέμα, πολύ πρωΐ, μέ τό χνῶτο τῆς νύχτας, ἀκόμα νά κλωθογυρίζει γύρω σου. Καί καθώς παίρνεις νερό ἀπό τήν ἀρχαία τή στέρνα μέ τόν κουβᾶ καί τό ρίχνεις στ᾿ αὐλάκια, αἰσθάνεσαι, ζεῖς, ἀναπνέεις, τή μοσχοβολιά τοῦ νοτισμένου χώματος τήν αὐγινή ἐτούτη ὥρα. Εἶναι μιά μοσχοβολιά περίεργη καί συνάμα λυτρωτική, γιατί σέ δένει μέ τό στοιχεῖο τῆς ζωῆς, τό νερό, καί τῆς οὐσίας σου, πού εἶναι τό χῶμα. Καί τότε εἶναι πού θυμᾶσαι τό θεόγραφο τροπάριο τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης ἀπό τό Μεγάλο Κανόνα, πού περισσεύει μέσα του ὅλη ἡ ἱερά στοχαστική καί θεολογική συγκίνηση, καθώς παραλληλίζεις πολλά καί διάφορα τούτη τήν ὥρα:
"Τόν πηλόν ὁ Κεραμεύς, ζωοπλαστήσας ἐνεθηκάς μοι, σάρκα καί ὀστᾶ καί πνοήν καί ζωήν.." (Ὠδή Α΄ τρ. 10). Κι ὕστερα ἀναρωτιέσαι:
Αὐτή ἡ μοσχοβολιά τοῦ χώματος, πῶς γίνεται δυσωδία στό σαρκίο μας, ὅταν φύγει ἡ πνοή καί ἡ ζωή;
Τό νερό ἀναζωογονεῖ τά φυτά, ἐνῶ ἀρχίζουν οἱ πρῶτες τοῦ ἥλιου ἀκτῖνες νά θωπεύουν τά γύρω βουνά, τά χωράφια, τά καλύβια, τά σπίτια τοῦ χωριοῦ ἀνασύροντας ἀπό πάνω τους τό πέπλο τῆς νύστας καί τοῦ ὕπνου.


Φεύγοντας, κομίζεις τήν εὐλογημένη συγκομιδή ἀπό φρέσκες ὀπῶρες πού κρατοῦν ἀκόμα πάνω τους τούς σταλαγμούς τῆς πρωϊνῆς δροσιᾶς-τά δάκρυα θαρρεῖς τῆς νύχτας, δάκρυα εὐχαριστίας καί δοξολογίας γιά τήν προσφορά Του, γιά τήν προσφορά Της... Τό πόσο πολύτιμη ἦταν, τώρα, ἐκείνη ἡ ἐμπειρία, μετά ἀπό τριάντα τόσα χρόνια τήν καταλαβαίνω· καί χαίρομαι πού ἀξιώθηκα ν᾿ ἀποθηκεύσω στό ἐρμάριο τῆς ψυχῆς μου τέτοιες στιγμές.
Καθώς ἀνεβαίνεις τό καλτερίμι ἀκοῦς τίς πρῶτες τίς καμπάνες νά σημαίνουν χαρμόσυνα. Βιάζεσαι τότε, νά προφτάσεις τό «Πεποικιλμένη», ὅπως βιαζόταν πρίν ἀπό σένα ὁ γείτονάς σου, ὀ Γέροντας Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Δεκαπενταύγουστο εἶναι ἡ ἑτοιμασία τῶν φιλεόρτων χωρικῶν πού νοιάζονται νά πᾶνε ἔγκαιρα στό πανηγύρι, στό διπλανό τό χωριό. Τά ζῶα περιμένουν μέ τά στρωμμένα πολύχρωμα κιλίμια στά σαμάρια τους τίς γυναῖκες, πού φοροῦν σήμερα τίς καλές τους τίς "τσακστές"1, τά σιδερωμένα μαντήλια, τἰς πολύχρωμες κορδέλες καί τά πασούμια τά κεντητά.
Μιά πομπή πού ξεκινᾶ μέ τό χάραμα, ἐνῶ οἱ πανηγυρικές καμπάνες άσίγαστα μπερδεύονται μέ τό ἁπαλό τό χάδεμα τοῦ μελτεμιοῦ, πού ἀναδεύει τίς ἐλιές, τίς ἀμυγδαλιές, τά πεῦκα καί κομίζει ζείδωρη ἀρμύρα, τήν ὀποία καί δένει θαυμάσια μέ τή μοσχοβολιά τῆς ρετσίνας, τοῦ βασιλικοῦ τοῦ γαρύφαλου καί τοῦ ξεροῦ τοῦ χόρτου.
Δεκαπενταύγουστο ἀκόμα εἶναι ἡ φρεσκοπλυμένη αὐλή σ᾿ ὥρα πρωινή, ἀπολείτουργα, μέ τό λιτό μελτέμι νά κινεῖ τά φύλλα τῆς κληματαριᾶς καί νά δροσίζει τούς ἑορταστές. Παρατηρᾶς, ἀνάμεσ᾿ ἀπό τά βασιλικά τίς γαρυφαλιές καί τίς ντάλιες, ἀπέναντι τή θάλασσα πού ξεσηκώνει μικρά λευκά παιχνιδιάρικα κύματα...... Τό κέρασμα γιά τή γιορτή εἶναι πάντα γλυκό βύσινο, ρακί καί δροσερό νερό, πού μοσχομυρίζει ἀπό τό χῶμα τῆς φρεσκογεμισμένης στάμνας.


Τέλος, Δεκαπενταύγουστο εἶναι τό βραδυνό τό πανηγύρι μέ τά παλιά τά παραδοσιακά τά ὄργανα πού προσφέρουν τήν ἀναψυχή στό νηστεμένο καί φιλέορτο χωρικό, καθώς θά βγάλει τόν κάβο2, θά χορέψει θά εὐφρανθεῖ γιατί τό καλεῖ ἡ ἡμέρα. Καί θά πεῖ, καί τοῦ χρόνου Παναγιά μου...

Κων. Ν. Καλλιανός, πρωτοπρεσβύτερος
Σκόπελος

1. Τύπος παλιᾶς νησιώτικης γυναικείας στολῆς πού ἐξέλιπε....
2. Ὁ πρῶτος χορευτής πού σέρνει τό χορό, στό συρτό

Φωτογραφίες από την Σκόπελο του π. Κων. Ν. Καλλιανού

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ


ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ ΣΤΗ ΣΚΙΑΘΟ
ἤ, Συνεορτάζοντας μέ τόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη τό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ

Οἱ εὐφρόσυνες ἡμέρες τοῦ Δεκαπενταυγούστου, παρ᾿ ὅλο ὅτι ἀπό πολλοὺς ἀντιμετωπίζονται μέ ἀπρέπεια, ἐν τούτοις εἶναι τόσο κατανυκτικές καί τόσο μυσταγωγικές, ὥστε δικαίως ὁ λαός τοῦ Θεοῦ τίς ἔχει ὀνομάσει, Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ. Εἶναι, μάλιστα, ξέχωρη ἡ χαρά, καθώς μέσα σέ τοῦτο τό ἑλληνικό καλοκαίρι ἡ Γιορτή τῆς Παναγίας "κάνει τήν πατρίδα μας νά εὐωδιάζει πνευματικά"
1, γιατί, ὅπως λέει κι ὁ Φώτης Κόντογλου, "ἡ Παναγία εἶναι ἡ Μητέρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπό τό πνευματικό της μῦρο εὐωδιάζει, ὄχι μονάχα ἡ Ἐκκλησία μας, ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ ζωή μας"2.
Ἔτσι, μέσα στόν αἰσθητά πνευματικό καί σωματικό καύσωνα, τόν ὁποῖο διερχόμασε κατά τίς ἱερές τοῦ Δεκαπενταυγούστου ἡμέρες, καθολικά ἡ σκέψη, ὁ νοῦς, ἡ ψυχή καί οἱ αἰσθήσεις βιώνουν ἐκεῖνο τό ἀπαράμιλλο " Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί Παρθένε Ἄχραντε. Παρθενεύει γάρ τόκος καί ζωή προμνηστεύεται θάνατον. Ἡ μετά τόκον Παρθένος καί μετά θάνατον ζῶσα. Σώζοις ἀεί Θεοτόκε τήν κληρονομίαν σου"3. Πού σημαίνει, πώς οἱ φυσικές καταστάσεις τίς ὁποῖες ζοῦμε, ξεπεράστηκαν στό Πρόσωπο τῆς Παναγίας Παρθένου. Κι αὐτό εἶναι πού μᾶς χαρίζει ἐλπίδα, μᾶς γεμίζει φῶς καί κατευθύνει τό εἶναι μας πρός τήν ἁγιότητα. Γιατί ἀπό τήν ἱερά Κοίμηση τῆς Παναγίας μας ἀπόκομίζουμε, ἐκτός ἀπό τήν εὐλογία, τήν αἴσθηση, πώς στό πανίερο Πρόσωπό Της βρίσκουμε τήν καταφυγή, τήν εἰρήνη καί τόν δρόμο, ὁ ὁποῖος, μέσῳ τοῦ θείου ἐλέους, μᾶς ὁδηγεῖ πρός μιά συνάντηση μέ τόν Κύριο Υἱό Της καί Θεό μας.
Δεκαπενταύγουστο λοιπόν, μέ τούς ποιητικούς Παρακλητικούς Κανόνες νά θωπεύουν εὐκατάνυκτα τή ψυχή μας με τροπάρια πού ψάλλονται καθ᾿ ὅλο τό δεκαπενθήμερο τά δροσερά θερινά ἀπόβραδα, τά μοσχομυρισμένα ἀπό τίς εὐωδίες πού κομίζει τό μελτέμι καί πού στά Ελληνικά νησιά φέρνει, μαζί μέ τίς ποικίλες εὐωδιές ἀπό βασιλικό, ματζουράνα, γιασεμί, καί τήν ἁρμύρα τῆς θάλασσας, ὥστε νά ταιριάξει μέ τό ἀθωνικό τό μοσχολίβανο, τό ὁποῖο ἀνεβαίνει μέ τήν ἑσπερινή τή δέηση. Ἤ, ὅπως λέει κι ὁ ποιητής,

Νά τραγουδεῖ τό μελτέμι στό χαμηλό καμπαναριό
νά τραγουδοῦν κι οἱ Ἄγγελοι
στά μυστικά της ἀπόβραδα.
(Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος)

Δεκαπενταύγουστο· κι οἱ μνῆμες ἀνεβαίνουν μυστικά μέσα μας, ὡσάν τίς δεητικές τῶν τροπαρίων τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα φράσεις. Μνῆμες χρόνων ἀρχαίων, πού δίνουν ὡστόσο τό στίγμα τους: τήν ἀποφόρτιση τῆς ψυχῆς ἀπό τά περιττά πράγματα, τά ὁποῖα ἔχουν συσωρευτεῖ στά μυστικά της ἐρμάρια, ὅπως δηλαδή ἕνα πλῆθος ἀνούσιων προβληματισμῶν, ἀγχωτικές ἀνασφάλειες καί ληστές λογισμοί, κατά τήν Ὀρθόδοξη νηπτική ἀνθρωπολογία. Ἤ κατά τόν λόγο τοῦ ποιητῆ, νά φωτιστεῖ, καταυγαστεῖ ἡ ψυχή, πού ἔχει καταστεῖ "σπήλαιο τῶν κτηνῶν καί τῶν θηρίων"4.
Ὅμως περ᾿ ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτά ἐπιμένει νά ὑπάρχει ἡ Γιορτή, ἡ Πανήγυρις. "Μυστήριον ἡ παροῦσα πανήγυρις," μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Καί καθώς ἐνεοί τόν ἀκοῦμε, ἄλλος Πατέρας μᾶς πιστοποιεῖ: "σημειοφόρος καί θαυματοποιός μετάστασις" εἶναι αὐτό πού γιορτάζουμε, σ' αὐτό πού συμμετέχουμε καί πού ἁγιαζόμεθα. Ἀρκεῖ τήν "πενιχράν μας δέησιν" νά Τῆς τήν προσφέρουμε μέ συντετριμμένη καρδία κι ἐμπιστοσύνη, γιατί ἄν καί ἀπό τή ζωή μετέστη, δέν κατέλιπε τόν κόσμο ποτέ. Μόνο πού ὁ κόσμος κατέλιπε Αὐτήν ἀκόμη καί τίς σεπτές, χαριτωμένες καί εὐλαβικές αὐτές ἡμέρες τοῦ Δεκαπενταυγούστου, πού εἶναι πλήρως ἀφιερωμένες στή Χάρη Της.
Γι᾿ αὐτό, ἐπειδή στά χρόνια μας οἱ μέρες αὐτές ἔχουν πιά καταστεῖ μέρες παραλύσεων κι ὄχι παρακλήσεων, ζοφερῆς ἁμαρτίας κι ὄχι λυτρωτικῆς νηστείας, προκαλεῖται καί προσκαλεῖται ὁ κάθε εὐλαβής ἑορταστής πού τιμᾶ καί βιώνει τήν Ὀρθόδοξη λειτουργική παράδοση καί ζωή, νά καταφύγει ἐκεῖ πού θά κατορθώσει νά ζήσει ἥσυχα, ἀπλᾶ καί κατανυκτικά τή Γιορτή
5, ὥστε νά τιμήσει τήν Κυρία τῶν Ἀγγέλων, τό Πανάγιο Πρόσωπο τοῦ θερινοῦ τοῦ Πάσχα: τήν Παναγία μας 6.


Συνεορτάζοντας μὲ τὸν Παπαδιαμάντη

Εἶναι, πιστεύω, ἀπαραίτητο νά βροῦμε τή δυνατότητα νά γιορτάσουμε μέ ὅσο γίνεται εὐπρεπέστερο καί εὐλαβέστατο τρόπο, τήν Πάνσεπτό Της Κοίμηση. Πέρα ἀπό βέβηλες καί ἀπέλπιδες καταστάσεις θεμελιωμένοι στήν πίστη καί στή παράδοση τῶν Πατέρων μας: αὐτή δηλαδή τή δυναμική ὅπου πάνω της στηρίζεται ἡ περεταίρω βιοτή μας. Γι᾿ αὐτό καί ἀπαιτεῖται νά καταφύγουμε, στή Μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί γιά πνευματική ἀναψυχή, σέ κείμενα εὐλογημένα τῶν Πατέρων τοῦ Γένους μας, ὅπως εἶναι ὀ κύρ Ἀλέξανδρος τῆς Σκιάθου, ὁ Παπαδιαμάντης.
Καταφεύγουμε λοιπόν στίς σελίδες τοῦ διηγήματός του, "Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταυγούστου", πού μοσχοβολοῦν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί ζωή καί νοερά ἀνηφορίζουμε, παραμονή τῆς γιορτῆς, πρός τό Κάστρο, "τήν παλαιάν τῆς νήσου Σκιάθου πολίχνην", σωρό ἐρειπίων σήμερα, ἡ ὁποία, ὡστόσο, ἀποπνέει μνῆμες ἱστορίας καί παράδοσης, γιά νά ζήσουνε τό Ὀρθόδοξο πανηγύρι στίς ἀληθινές του διαστάσεις μέ τήν πρέπουσα εὐλάβεια καί τήν εἰρηνική, φιλόθεη σύναξη τῆς ἐνοριακῆς κοινότητας, στήν Παναγία τήν Πρέκλα, ἑορτάζοντας τήν "ἔνδοξον τῆς Παναγίας μας Κοίμησιν". Ἔστω καί κάτω ἀπό τήν αὐστηρή καί φιλόπρωτη ματιά τοῦ κύρ Φραγκούλη Φραγκούλα 7. "Τό πάλαι ἐδῶ, σημειώνει ό Ππδ., οἱ χριστιανοί, ὄσοι ἤρχοντο τάς ἡμέρας αὐτάς νά εὕρωσι, διά τῆς ἐγκρατείας καί τῆς προσευχῆς καί τοῦ ἱεροῦ ἄσματος ἀναψυχήν καί παραμυθίαν.... Τόν παλαιόν καιρόν, πρό τοῦ εἰκοσιένα, ὅταν τό σήμερον ἔρημον καί καταερειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καί τῶν δύο ἐνοριῶν8 ἤρχοντο εἰς τόν ναόν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο Ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τάς ψαλλομένας παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τόν Δεκαπενταύγουστον".
Ἀν προσέξουμε τά τελευταῖα λόγια τοῦ Σκιαθίτη λογογράφου πού ἀπηχοῦν ἀκούσματα καί βιώματά του, τότε θά καταλάβουμε, πώς ἡ Παναγία ἡ Πρέκλα ἔχει συλλέξει ἕνα πλήθος ἀσπασμῶν, ἀλλά καί δακρύων ἀνανεμιγμένων μέ τήν ἀνάλογη πληθύν αἰτήσεων ὑπέρ ὑγείας, βοηθείας, διασώσεως, ἀναρρώσεως, ἀποκαταστάσεως, φωτισμοῦ, κατευοδσεως καί ἄλλων ἀκόμη εὐχῶν καί αἰτήσεων. Φυσικά δέν παραβλέπονται καί οἱ εὐχαριστήριες εὐχές, γιά κάθε τί πού ἡ Χάρη Της εὐλόγησε καί πραγματοποιήθηκε.
Ἡ ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας βρισκόταν "λίγα μέτρα πρίν ἀπό τήν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στό Κάστρο, κοντά στήν τουρκική διοίκηση καί τό τζαμί"
9. Σύμφωνα δέ μέ τίς ἐκτιμήσεις τοῦ καθηγητῆ Ἀλ. Δ.Ἀλεξίου, ἡ Παναγία πρέπει νά ἦταν κτίσμα τοῦ τέλους τοῦ 16ου ἤ ἀρχές τοῦ 17ου αἰ. Πάντως, πρέπει νά ὑπῆρξε περικαλλής ναός, ἀφοῦ καί τοιχογραφίες εἶχε καί γενικότερα ὑπῆρξε ἕνα ἀπό τά πλέον σημαντικά μεταβυζαντινά μνημεῖα τῆς Σκιάθου. Τουλάχιστον, οἱ εἰκόνες καί ό κοσμήτης τοῦ τέμπλου πού διασώθηκαν αὐτό μαρτυροῦν10.
Σ' αὐτά τά ἐρεἰπια πού εἶναι σιωπηλοί φύλακες μιᾶς ἱστορίας καί μιᾶς παράδοσης, ἐρείπια πού, ὡστόσο, ἀπόμένουν φωτεινό μετέωρο στόν σκοτασμό τῶν καιρῶν μας, νοερά μεταφερόμεθα, μέ πνευματικό συνοδοιπόρο τόν φιλόθεο καί φιλακόλουθο Ἀλ. Παπαδιαμάντη νά συνεορτάσουμε.
Ξαναβλέπουμε, λοιπόν, μέ συγκίνηση τούς φιλεόρτους προσκυνητάς καί πανηγυριστάς νά ἔρχονται μαζί μέ τόν ἱερέα, γιά νά τελέσουν ὅλοι μαζί τό πανηγύρι αὐτή τή χρονιάρα μέρα, τῆς Πανέπτου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου: ἄνθρωποι νηστεμένοι, ταπεινοί, εὐλαβεῖς καί μέ ἐπίγνωση, ὅτι ζοῦν καί βιώνουν μιά ἀπό τίς κορυφαῖες ἐκφράσεις καί δραστηριότητες τῆς Ελληνορθόδοξης ζωῆς καί παράδοσης: τό πανηγύρι
11.


Στό διήγημα αὐτό ζοῦμε λοιπόν τό πλέον γνήσιο καί παραδοσιακό πανηγύρι τῆς ἑλληνορθοδοξίας, στό ὁποῖο βιώνουμε τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, πού διαφαίνεται μέα στήν ὅλη τυπική διαδικασία τῆς ἱερᾶς ακολουθίας, τῆς ὁποίας οἱ ρίζες ἐντοπίζονται στήν ἁγιορειτική παράδοση καί, πού οἱ Κολλυβάδες ἤ οἱ παλαιότεροι αὐτῶν ἀθωνίτες πατέρες, ἔφεραν καί παγίωσαν στή Σκιάθο. Τό Παπαδιαμαντικό κείμενο εἶναι ἄλλωστε τόσο σαφές. " Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τήν ἑσπέραν, ὥστε ἀπό τοῦ
Ἐλέησόν με ὁ Θεός, τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ Εἴη τό ὄνομα εἰς τό τέλος τῆς Λειτουργίας-ὅπου ἡ παννυχίς διήρκησεν ὀκτώ ὥρας ἄνευ διαλείμματος- ὅλα τά ἔψαλε καί τά ἀπήγγειλε μόνος του ἀπό τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τόν κύρ Δημητρόν, τόν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νά λέγῃ κι αὐτός κανένα τροπαράκι, διά νά ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τό Θεαρχίῳ νεύματι καί εἰς τούς ὀκτώ ἥχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κύρ Δημητρός δέν εὕρισκεν εὔκολα τόν ἦχον, ἤτοι δέν ἠδύνατο νά μεταβῇ ἀβιάστως καί ἄνευ χασμωδίας ἀπό ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τό τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ μοναχός του ἐδιάβασε τό Συναξάρι, καί χωρίς νά πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τόν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμούς καί Προκείμενα, εἶτα ὅλον τό Πεποικιλμένη ἕως τό Συνέστειλε χορός καί ὅλον τό Ἀνοίξω τό στόμα μου ἕως τό Δέχου παρ᾿ ἡμῶν. Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καί Μετάληψιν, πρός χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διά τήν Θείαν Κοινωνίαν, καί εἰς τήν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα. Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τό Χερουβικόν, τό Αἱ γενεαί αἱ πᾶσαι, τό Κοινωνικό, κ.τ.λ."
Ὁ χαρακτήρας τῆς κάθε πανηγύρεως μέσα στήν Ὀρθόδοξη λειτουργική μας παράδοση εἶναι διττός. Τιμᾶται δηλαδή τό Πρόσωπο τοῦ ἁγίου, πρός τιμήν τοῦ ὁποίου εἶναι ἀφιερωμένο τό ἐκκλησάκι, συμμετέχει ἡ μικρή κοινότητα τῶν προσκυνητῶν-πανηγυριστῶν, ἡ ὁποία εἶναι καί ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἐνοριακῆς κοινότητας, καί μετά τήν πνευματική Τράπεζα, παρατίθεται ἡ κοινή ἑορταστική τράπεζα, ὅπως δηλαδή γίνεται στά Μοναστήρια, μικρογραφία τῶν ὁποίων εἶναι οἱ κάθε τέτοιου εἴδους ἐκδηλώσεις.
"Τέλος, σημειώνει ὁ Παπαδιαμάντης, μετά τήν Λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καί ἡ οἰκογένειά του, καί ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθησαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καί εὐφράνθησαν..."
Τό
εὐφράνθησαν παρακαλῶ πολύ, νά ληφθεῖ στήν κυριολεξία του, γιατί ὁ Παπαδιαμάντης δέν βλέπει "τίς ἑορτές ὡς ἁπλές ἀργίες, ἀλλά βιώνει τά γεγονότα καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὡς κέντρο καί ἄξονα τῶν γεγονότων καί ὁλόκληρης τῆς ζωῆς". Γι᾿ αὐτό καί ἐρχομένων αὐτῶν τῶν ἠμερῶν, σκέφτηκα μέ ταπεινή καί φιλάδελφο διάθεση ἑόρτιας προσφορᾶς, νά δώσω τήν εὐκαιρία στόν κουρασμένο καί φορτισμένο μέ πολλές ἔγνοιες καί φροντίδες νεοέλληνα, νά καταφύγει ὑπό τήν παπαδιαμαντικήν εὐσκιόφυλλον βασιλικήν δρῦν, ὥστε κάτω ἀπό τίς ζείδωρες φυλλωσιές τῶν εὐφρόσυνων καί εὐλογημένων ρημάτων του νά βρεῖ τήν εὐκαιρία γιά ἀνασυγκρότηση τοῦ ὅλου του εἶναι καί φυσικά τή δυνατότητα νά ἑορτάσει, νά πανηγυρίσει, νά χαρεῖ τόν ἱερό καί πανάχραντο Δεκαπενταύγουστο.

Κων. Ν. Καλλιανός
πρεσβύτερος


1. Κ.Ε.Τσιρόπουλος, Διάλογος τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τήν ἐποχή μας, ΑΣΤΗΡ, Ἀθῆναι 1970, σελ. 272
2. Τό παράθεμα βλ. Κ.Ε.Τσιρόπουλος, Διάλογος, ὅπ.παρ. σελ. 268
3. Ὡραιότατη θεολογική ἑρμηνεία τοῦ Εἰρμοῦ αὐτοῦ τῆς Θ΄ ὡδῆς, τοῦ Κανόνος τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἔχει γράψει ὁ Θεοτοκολόγος, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. βλ. Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης, Μαρία ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Ἅγιον Ὄρος 1988, σελ. 341-343.
4. Π.Β.Πάσχος, Αἰχμαλωσία ὕψους, ΑΣΤΗΡ, Ἀθήνα 1975, σελ. 26
5. Γιὰ τὴ θεολογία τῆς γιορτῆς βλ. Παναγιώτη Σκαλτσῆ, Θεολογικὴ προσέγγιση τῆς Χριστιανικῆς γιορτῆς, Θεσσαλονίκη 1990 (ἀνάτυπο ἀπὸ τὸ τεῦχος 734 τοῦ περ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς)
6. Γιά τήν ἑορτή τῆς ἡμέρας τῆς Θεοτόκου Μαρίας, τῆς ἐπονομαζομένης ἀργότερα ὡς ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ παλαιοτέρα θεομητορική γιορτή-χρονολογεῖται ἀπό τόν 5ο αἰ.-βλ. Ἰω.Μ.Φουντούλης, Λογική Λατρεία, ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ, Ἀθῆναι 1984 σελ. 188 ἑξ.
7. "Ὀ κόσμος τοῦ Ππδ., οἱ ἄνθρωποι πού κινοῦνται στό ἔργο του, οὔτε ἄγγελοι εἶναι, οὔτε ἅγιοι. Εἶναι ἄνθρωποι μέ ἁμαρτίες, μέ πάθη, μ᾿ ἐγωϊσμούς, μ᾿ ὀργή καί μέ καλωσύνη κι ἀνθρωπιά πού δέν συναντᾶ εὔκολα ἄνθρωπος. Στό διήγημα Ρεμβασμός τοῦ Δεκαπενταυγούστου, περιγράφοντας τόν δραματικό ὀργίλο, ἀλλά ἄκακο γέρο-Φραγκούλα, γράφει: Ὁ γέρο-Φραγκούλας ἐπίστευε καί ἔκλαιε... ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής, ἠγάπα καί ἡμάρτανε καί μετενόει. Κ. Μπαστιᾶς, Ὁ Παπαδιαμάντης, Δοκίμιο. Ἀθήνα 1962, σελ. 143.
8. Οἱ ἐνορίες τοῦ Κάστρου ἦσαν: Ὁ ναός τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καί ὁ ἅγιος Νικόλαος. Ἰω. Ν.Φραγκούλας, , Οἱ ἐνοριακοί ναοί τῆς Σκιάθου, Βόλος 1998, καί Ἀλ.Δ.Ἀλεξίου, Σκιάθος, ἡ ἀρχιτεκτονική τῶν μεταβυζαντινῶν μνημείων, Θεσσσαλονίκη 1996, σελ.
9. Ἀλ.Δ. Ἀλεξίου, Σκιάθος, ὅπ.παρ. σελ. 44
10. Ἀ. Δ.Ἀλεξίου, Σκιάθος, ὅπ.παρ. σελ. 45-47. Ὁ Ἀλ. Παπαδιαμάντης, πού ἀσφαλῶς πρόλαβε τό ναό, μᾶς πληροφορεῖ τά ἀκόλουθα:"Τό ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον, ὡραία στολισμένον καί εἶχε καλάς εἰκόνας".
11. "Τό πανηγύρι εἶναι μιά συνηθισμένη μορφή θρησκευτικοῦ ἑορτασμοῦ σέ ὀλόκληρο τόν ἑλλαδικό χῶρο, ἀλλά καί εὐκαιρία ψυχαγωγίας... Ὁπως σέ ὅλη τήν ἑλληνική ὕπαιθρο, ἔτσι καί στή Σκιάθο τά πανηγύρια ἦταν μέρος τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης κάποιου ἁγίου. Ἀπό ἄποψη χρόνου, τά περισσότερα πανηγύρια ἐντοπίζονταν ἀπό τήν ἀνατολήν τοῦ ἔαρος ἔως τό βασίλεμα τοῦ θέρους, κ᾿ ἕως τήν στρῶσιν τοῦ θέρους καί πρίν εἰσβάλῃ ὁ χειμών. Μαν.Γ.Βαρβούνης-Νίκη Σουλιωτάκη, Ἡ παραδοσιακή θρησκευτική συμπεριφορά τῶν συγχρόνων του στό ἔργο τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη, ΑΡΜΟΣ, Ἀθήνα 1998, σελ. 55
12. Ἀνέστης Γ. Κεσελόπουλος, Ἡ λειτουργική παράδοση στόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 19.

- Οι φωτογραφίες της Αγρυπνίας στα ερείπια του ναϊσκου της Πρέκλας και της εικόνας της Κοιμήσεως, είναι από το βιβλίο για το Κάστρο της Σκιάθου του π. Νικολάου Σταματά, εφημερίου στον Ι. Ναό Τριών Ιεραρχών Σκιάθου.
- Η φωτογραφία της Σκιάθου από το χωριό Κλήμα της Σκοπέλου είναι του π। Κ. Καλλιανού.

το βρήκαμε εδώ

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Υπεραγία Θεοτόκος η επονομαζομένη Ιεροσολυμίτισσα


Κατά την Ιεράν Παράδοσιν, η θαυματουργός Αγία Εικών της Παναγίας «Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ» έχει αγιογραφηθεί τον προπαρελθόντα αιώνα θαυματουργικώς. Φέρει χρονολογίαν 1870 και έχει το εξής ιστορικόν.

Υπήρχε τότε μία αγιογράφος Μοναχή ονόματι Τατιανή της Ρωσικής Ι. Μονής της Μυροφόρου Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, που κείται εις τους απέναντι της Ιερουσαλήμ πρόποδας του Όρους των Ελαιών. Είδε δε η Τατιανή καθ’ ύπνον το εξής όραμα.

Είδεν ότι την επεσκέφθη εις το κελλί της μία άγνωστος Μοναχή, η οποία της είπεν: «Αδελφή Τατιανή, ήλθα να με ζωγραφίσης». Η Τατιανή απήντησεν: «Ευλόγησον, αδελφή, αλλά εγώ είμαι αγιογράφος και όχι ζωγράφος». Και η επισκέπτρια της λέγει: «Τότε να με αγιογραφήσης». Η Τατιανή εξεπλάγη με το θάρρος της ξένης και απεκρίθη: «Δεν έχω ξύλον (σανίδι), πού να σε ζωγραφίσω;

Και τότε η επισκέπτρια Μοναχή της δίδει ένα σανίδι αγιογραφήσεως και λέγει: «Ζωγράφισε!». Αλλά, ζωγραφίζουσα η Τατιανή την Μοναχήν, είδε τα άμφιά της να γίνονται χρυσά, το πρόσωπόν της να λάμπη πολύ, και την ήκουσε να λέγη: «Ώ μακαρία Τατιανή, μετά τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν Λουκάν, θα με αγιογραφίσης πάλιν εσύ». Η Τατιανή αντελήφθη, ότι αγιογραφούσε την Παναγίαν! Εταράχθη και εξύπνησεν.

Αμέσως έσπευσε εις την Ηγουμένην και της διηγήθη το όραμα. Η Ηγουμένη εδυσπίστησε και της είπε να πάη να κοιμηθή και αύριον να αγιογραφήση μίαν εικόνα της Παναγίας.

Καθώς όμως επέστρεφεν, είδεν να βγαίνη από το κελλί της φως και ησθάνετο ευωδίαν! Τότε ειδοποίησε την Ηγουμένην και μαζί εισήλθον εις το φωτεινόν και ευωδιάζον κελλί, όπου είδον εκπληκτικώτερον θαύμα. Η Εικών του οράματος ήτο εντός αυτού πραγματική Αχειροποίητος Αγία Εικών της Παναγίας!

Μετά ταύτα, παρουσιάζεται πάλιν η Παναγία εις την Μοναχήν και λέγει: «Να με κατεβάσετε κάτω εις το σπίτι μου, εις την Γεθσημανήν», το οποίο και έγινεν.

ΑΠΟ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ

ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ «ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΗΣ»

Όχι μόνο οι ευλαβείς προσκυνηταί των Αγίων Τόπων γνωρίζουν για την Ιεροσολυμίτισσαν, αλλά και πολλοί Έλληνες και Βούλγαροι έχουν αξιωθεί να προσκυνήσουν την Ιεράν και Θαυματουργόν Εικόνα της, όταν οι Αγιοταφίται Πατέρες την έφεραν εις Αθήνας, εις Θεσσαλονίκην και εις Σόφιαν (Βουλγαρίας).

Εις την πρόσφατον μεταφοράν της Εικόνος εις Βουλγαρία αναφέρει ο μοναχός Πέτρος Αγιοταφίτης, εις το διμηνιαίον Ορθόδοξον Χριστιανικόν περιοδικόν «Κοσμάς ο Αιτωλός» της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας (τεύχος 272, Μάιος – Ιούνιος 2003). Κατά τον μοναχόν, τα ακόλουθα εσυνέβησαν εις τον Ιερόν Πατριαρχικόν Ναόν του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκυ εις Σόφιαν:

«Παράλυτος εκ γενετής, ηλικίας άνω των 60 ετών, ωδηγήθη προ της Αγίας Εικόνος, όπου καθήμενος εις το καροτσάκι του, ικέτευε την Παναγίαν να τον θεραπεύση, όπως και ο Χριστός εθεράπευσε το επί ¨τριάκοντα και οκτώ έτη¨ παραλυτικόν. Και ηκούσθη εκ της Αγίας Εικόνος φωνή, λέγουσα: «Εγέρθητι (σήκω) και έλα να προσκυνήσης». Και ο ανίατος παράλυτος εστάθη επί τους πόδας του υγιής! Και τον είδον να προσκυνή και να ασπάζεται την θαυματουργόν Εικόνα, και να διαλαλή το θαύμα, δοξάζων τον Θεόν και την Παναγίαν. Και έγινε τότε σεισμός πίστεως και ευσεβείας του εντός και εκτός του μεγάλου Ναού απειραρίθμου Ορθοδόξου Λαού, ο οποίος έγινεν αισθητός εις όλην την Βουλγαρίαν και πέραν αυτής. Ηκολούθησαν χαρμόσυνοι κωδωνοκρουσίαι και ο Πατριάρχης κατήλθεν εις τον Ναόν, και έγινεν πάνδημον προσκύνημα και ακολουθία ευχαριστίας – δοξολογίας και παρακλήσεως. Και έχαιρεν ο Ορθόδοξος Λαός χαράν Αναστάσεως, του οποίου προ τινός η ευσέβεια εδιώκετο!

Ηκολούθησε δε και άλλο θαύμα. Το απόγευμα της αυτής ημέρας, ωδηγήθη προ της Αγίας Εικόνος τυφλή, εκ γενετής και αυτή, 15 περίπου ετών, η οποία προσευχομένη έλεγε προς την Θεοτόκον: «Παναγία μου, θεράπευσε και εμέ, όπως εθεράπευσες το πρωί τον παράλυτον. Σε παρακαλώ, χάρισε και εις εμέ το φως των οφθαλμών μου». Και ακούεται πάλιν φωνή εκ της Αγίας Εικόνος, λέγουσα: «Ανάβλεψε. Και η εκ γενετής τυφλή είδε!».

Επίσης ένα αξιοθαύμαστο γεγονός σχετικό με την θαυματουργόν Εικόνα της Ιεροσολυμιτίσσης είναι το εξής:

Πριν από αρκετά χρόνια είχε γίνει μία μεγάλη κακοκαιρία και πλημμύρισε ο Ναός του Τάφου της Παναγίας, που όσοι έχουν πάει ξέρουν ότι είναι πολλά μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης. Αυτό το γεγονός έχει γίνει πάρα πολλές φορές. Όμως αυτή τη φορά ήτο πολύ έντονη η βροχή που τα πάντα εκαλύφθησαν όχι μόνο με νερό αλλά και με λάσπη. Πίστεψαν οι πάντες ότι τίποτε πλέον δεν έμεινε. Αφού παρήλθε η μπόρα και άρχισαν να βγάζουν τα νερά και την λάσπη και έφθασαν στο προσκυνητάρι της Ιεροσολυμιτίσσης, τί να δούν; Η εικόνα είχε φύγει από τον θρόνο της και ευρίσκετο σφηνωμένη στον φεγγίτη ακριβώς από πάνω με το κανδύλι αναμμένο. Όλοι εξεπλάγησαν δια την διάσωσιν της Ιεράς Εικόνος. Αφού καθάρισαν τον Ναό και ό,τι διεσώθη από την καταστροφήν διερωτώντο μεταξύ τους οι Πατέρες πώς θα κατεβάσουν την Εικόνα στη θέση της. Και ώ του θαύματος την επομένην βρήκαν την

Εικόνα της Παναγίας μας στο θρόνο της και η κανδύλα της αναμμένη.

Το πόνημα αυτό αφιερούται εις την Α.Θ.Μ. τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλον και πάσαν την Αγιοταφικήν Αδελφότητα.

Αρχιμανδρίτης π.Παντελεήμων Δ. Πούλος

Το βρήκαμε εδώ

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Οι Μπουκαμβίλιες στη Σαντορίνη

Η Σαντορίνη είναι διάσημη για το εκυφλωτικό της λευκό και το ζωντανό και ζωηρό γαλάζιο των παραθύρων και θυρών. Ωστόσο το συμβολικό φυτό και λουλούδι της Σαντορίνης είναι χρώματος κόκκινου ή ελαφρύ μωβ. Είναι η μπουκαμβίλια, ένα φυτό που κατάγεται από την Νότιο Αμερική και ζει στις Κυκλάδες και σε άλλα μέρη στην Ελλάδα. Οι μπουκαμβίλιες στη Σαντορίνη είναι απλά υπέροχες.


Η αντίθεση των χρωμάτων μεταξύ των διαφόρων ποικιλιών της μπουκαμβίλιας και των πάλλευκων σπιτιών ή των μπλε εκκλησιών της Σαντορίνης είναι μαγευτική. Το αισθητικό αποτέλεσμα αυτού του αναρριχητικού φυτού στο ηφαιστειακό τοπίο της Σαντορίνης με το απέραντο γαλάζιο στο βάθος κόβει την ανάσα σε επισκέπτες και τουρίστες.

Η μπουκαμβίλια προσθέτει χρώμα στα στενά δρομάκια του νησιού, εμπλουτίζει την ατμόσφαιρα σε εστιατόρια και καφετέριες και διακοσμεί σπίτια και τοίχους. Αυτό το υπέροχο και παιχνιδιάρικο φυτό από τη Ν. Αμερική υπάρχει στην Σαντορίνη παντού. Μπορείτε να το δείτε πηγαίνοντας μια βόλτα στα δρομάκια της πόλης, και να βγάλετε μια φωτογραφία γεμάτη από το όμορφο κόκκινο και μωβ του καθώς ατενίζετε τη θέα. Η αρμονική συνύπαρξη των πολύχρωμων ροδοπετάλων και των άσπρων σπιτιών φαντάζει απλά υπέροχη.

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

Προφητεία τού Γέροντα Σίμωνα Αρβανίτη για την Ελλάδα

Επέρχεται η κάθαρσις…

Θα την ανυψώσει την Ελλάδα ο Θεός, θα την δοξάσει !!!

Προφητεία του Γέροντα Σίμωνα Αρβανίτη, Μονής Αγίου Παντελεήμονα Νέας Πεντέλης, παρμένη από το βιβλίο του Μοναχού Ζωσιμά: “Ιερομόναχος Σίμων Αρβανίτης 1901-1988, η ζωή και το έργο του”.

(απομαγνητοφωνημένο κείμενο)

Σήμερα όμως, έχουμε ανάγκη να θέλουμε νά κάνουμε κάτι τοιούτο, γιά νά ίδωμεν ότι, ότι μπορούμε σήμερα στήν ζωήν αυτήν, νά φέρομε ωραία αποτελέσματα, διότι όπως βλέπουμε σήμερα τόν κόσμο γενικώς, ότι δεν εδύνατο ο Θεός πλέον να ανεχθεί εκείνη την λυπηράν κατάσταση σ’όλη τήν οικουμένη μηδαμώς εξαιρουμένης και της Ελλάδος, πού τήν αγαπά περισσότερο και το οποίο στα χαρτιά μας λέει και σε λίγο πραγματοποιούνται, ότι ή Ελλάς, ή Ελλάς θά δείτε σέ λίγο πόσο θά γίνει μεγάλη, μεγάλη, μεγάλη.

Όχι μόνο θά δείτε, θά έχει εξαίρετο καί λαμπρό παράδειγμα εις όλη τήν οικουμένη,

διότι ενθυμείσθε ότι εδώ δέν εχύθηκε αίμα, όταν εκήρυξε ό Απόστολος Παύλος, ενώ ξέρεις τι αίμα χύθηκε σ’ όλα τά έθνη;

Ένθυμείστε ότι είπε, τί είπε ό Χριστός, όταν επήγαν τίνες Έλληνες, όταν επήγε ό Ανδρέας καί ό Φίλιππος;

Ένθυμείστε τώρα που είπανε, τίνες άνδρες Ιδείν θέλουνε τόν Κύριο καί είπε:

«Νύν έδοξάσθη ό ΥΙός τού Άνθρώπου», Καί γιατί;

Πώς γιατί; τά πράγματα μαρτυρούν γιατί, Είπαμε ότι διότι δέν εχύθηκε αίμα, διότι μετά πιστών φιλοσόφων επλησίαζαν τόν Θεό μερικοί.

Καί διά τούτο, ήταν ετοιμασμένοι καί ωραίαι ψυχαί.

Εις αυτές τίς ωραίες ψυχές λοιπόν θέλησε ο Θεός τίς ολίγες νά πλέξει τό εγκώμιο, Σύν τούτο έχομε καί ένα άλλο.

Ποιος ό λόγος λοιπόν, αυτοί οι Απόστολοι, νά μήν έγραψαν τά Ευαγγέλια, τήν Καινή Διαθήκην, τά άλλα όλα εις τήν εβραϊκήν γλώσσα, τήν δική τους, πού μάλιστα ήταν καί αγράμματοι;

Προς έντροπήν τών συμπατριωτών, διότι ήταν ανάξιοι αυτοί νά ακούσουνε στην εβραϊκή γλώσσα τά λόγια αυτών πού σταύρωσαν τόν Χριστό,

Καί έγραψαν εις τήν, εις τήν Ελλάδα, γιατί ή Ελλάς είχε τήν γλώσσα αυτήν ή όποια ήτανε ωραία γλώσσα, άφ’ ενός μεν πού ήτανε ωραία γλώσσα καί είχε καί απήχηση σ’ όλη τήν οικουμένη, αλλά αφ ετέρου δε, ότι ήτανε καί άξιοι…

Διότι δέν ήθέλησαν νά κάνουν κακό,

Ότι ήταν αμαρτωλοί, όλος ό κόσμος. ήτανε αμαρτωλοί, αλλά όμως καί δέν μπορούσανε νά μήν δεχθούν τό ωραίο τό όποιο ήκουοαν, την ύψηλήν αυτήν, την ύψηλήν διδασκαλία, τήν εδέχθηοαν.

Όχι ότι δεν ήτανε αμαρτωλοί αμαρτωλοί ήτανε, αλλά δεν εδέχοντο τά άλλα έθνη. “Ολίγοι μόνοι καί γι’ αυτό γινοταν τόσα καί τόσα μαρτύρια, τίς χιλιάδες τών μαρτύρων.

Άμα λοιπόν, διά τούτο καί φυλάει ό Θεός τήν Ελλάδα, τώρα ιδιαιτέρως νά τήν δοξάσει, αν καί πάντοτε έδειχνε τό μεγαλείον όταν εγινότανε πόλεμος, αλλά καί τώρα ιδίως πού πρόκειται λοιπόν άπαντες διά παντός.

Όχι ότι θά τήν μεγαλώσει ό Θεός. Θά τήν ανυψώσει, θά την δοξάσει οπότε επέρχεται η κάθαρσις,

έχουμε ολίγες ημέρες νά μην έρχονται σέ απόγνωση!

μόνο οφείλουμε να κηρύττουμε παντού καί νά λέγωμε παντού ότι καί πολλά καλά θέλουμε,

Έχει πει καί ό Θεός ότι «ουδέ θρίξ της κεφαλής δέν θά πειραχθή εις τους μετανοούντας», αλλά όχι μετάνοια όπως τήν θέλουμε.

Άρα λοιπόν, αγαπητοί, οφείλουμε νά γνωρίσουμε ότι, μή φοβηθούμε ό,τι λέγουν, ό,τι κάνουν καί ότι γίνεται, «ταύτα δει γενέσθαι».

Καταλάβατε; Πρέπει νά γίνουν αυτά!!!

Ήλθε η ώρα πλέον νά καθαρίσει, όχι η Δευτέρα Παρουσία, νά καθαρίσει τήν ήρα άπό τό στάρι.

Καί ή πρώτη, η πρώτη Ελλάς αυτήν πού θά υποστεί από τους Τούρκους μια Μικρή, μια μικρή αυτήν όπως είπομεν προσβολή, αλλά είναι ό τάφος τους όμως της Τουρκίας!

Ο τάφος τους καθώς τό είχανε πει καί αυτοί οι Τούρκοι, όπως είπαν μερικοί τώρα.

Είπαν λέει ότι είναι αδύνατον ό Αλλάχ νά ανεχθεί, είναι αδύνατον ό Αλλάχ νά ανεχθεί, εμείς θά γίνουμε θηρία, σείς δέ δέν ξέρω άν θά μείνει κανένας από σάς.

Όλίγοι πού θά μείνετε, θά πάτε στην Κόκκινη Μηλιά! Τό όποιο καί ….

Άρα λοιπόν, άρα λοιπόν, νά είμεθα ετοιμασμένοι, χαρούμενοι, ότι ό μετανοών άνθρωπος, δέν πρόκειται νά ύποστή τίποτα.

Να είμεθα χαρούμενοι, διότι εγνωρίσαμε τόν Χριστό, αλλά όχι όμως νά τόν λατρεύουμε όπως θέλει καθένας και λέγονται χριστιανοί άνθρωποι.

Αν θέλουμε νά δούμε τόν Χριστό, πρέπει νά είμαστε ανεξίκακοι, πρέπει νά έχουμε αγάπη, διά νά τήν μεταδίδουνε καί αυτή, μέ τήν συμπεριφορά μας, μέ τόν τρόπο μας καί μέ τίς καλές πράξεις μας.

Καί άν οί άλλοι άνθρωποι είναι αδύνατοι, νά τους βοηθήσουμε. Έάν οι άλλοι αυτοί είναι κακοί, νά προσπαθήσουμε, άν είναι δυνατόν νά δεχθούν τήν διδασκαλία τού Χριστού.

Τότε ασφαλώς ό άνθρωπος αυτός θά καταξιωθή διά διπλής, όχι μερίδος, αλλά τιμής παρά τού Θεού καί παρά τών ανθρώπων.

Γέρων Σίμων Μονής Πεντέλης (ο Αρβανίτης)

το βρήκαμε εδώ

Σύνδεσμος

Να ρίξουμε επιτέλους τους πολιτικούς σατανάδες !!!


Η Ζάχολη είναι ένα όμορφο χωριό στην Κορινθία, κοντά στο Ξυλόκαστρο. Είχε το προνόμιο χρόνια πριν να δέχεται τις επισκέψεις του ΥΠΕΞ Γιώργου Παπανδρέου, ανήμερα του Αγίου Γεωργίου, όταν και εόρταζε το ομώνυμο και ιστορικό εκκλησάκι (χτίστηκε την εποχή της Επανάστασης και μέσα σε μόλις 39 ημέρες). Τον νυν πρωθυπουργό, τον φιλοξενούσαν μαζί με τον αδερφό του και τη μητέρα του, σε βίλα της περιοχής.

Ο κ. Παπανδρέου ενοχλήθηκε δύο φορές από τις... καμπάνες της εκκλησίας, όπου προσέρχονταν εκατοντάδες πιστοί για να προσκυνήσουν και μάλιστα, έστειλε... την αστυνομία! Στην εκκλησία! Και αυτό κατεγράφη, ενώ αποτέλεσε τότε και θέμα για το δελτίο ειδήσεων μεγάλου καναλιού (υπάρχει μάλιστα στο youtube το σχετικό βίντεο), με τους κατοίκους της περιοχής και τον ιερέα να εκφράζουν την απορία τους για την αντίδραση του τότε ΥΠΕΞ. Η απάντηση του τότε εκπροσώπου Τύπου του ΥΠΕΞ και νυν υπουργού Εθνικής Άμυνας αλλά και βουλευτή Κορινθίας Πάνου Μπεγλίτη, σε σχετικό ερώτημα που του υποβλήθηκε, ήταν πολύ απαξιωτική αλλά και συνάμα ειρωνική για τον κλήρο. «Εκσυγχρονισμός» και «φωταδισμός»...

Πάμε παρακάτω: στην Κοινή Υπουργική Απόφαση που είχε ετοιμάσει η υπουργός Περιβάλλοντος Τίνα Μπιρμπίλη πριν μας αδειάσει τη γωνία, προτείνεται «όλως τυχαίως» νομοθετική ρύθμιση (είναι έτοιμη...) για να αντιμετωπιστεί ο... «περιβαλλοντικός θόρυβος». Εκεί, προβλέπεται... περιορισμός και έλεγχος της έντασης με την οποία χτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών μας! Στο θέμα είχε παρέμβει και στο παρελθόν και ο «πολιτικά ορθός» Συνήγορος του Πολίτη, αντιλαμβάνεστε φυσικά με τι διάθεση. Και η αντεθνική, αντίχριστη, ανήθικη και αντισυνταγματική «κοινωνική μηχανική» εκ μέρους της αριστεράς συνεχίζεται...


Ο Έλληνας πρωθυπουργός λοιπόν, «ενοχλείται» από τις καμπάνες. Υποθέτουμε ότι δεν θα ενοχλείται από τη φωνή του μουεζίνη στο Βοτανικό ή τα μεγάφωνα στο νέο τέμενος εκεί, που θα «ρημάξουν» στην κυριολεξία από θόρυβο όλη την ευρύτερη περιοχή. Είπαμε: οι «πολιτικά ορθοί», αλλά και οι θιασώτες των «θετικών διακρίσεων», έχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Μόνο το χριστιανικό ή το γηγενές παραδοσιακό είναι «σκοταδιστικό», «οπισθοδρομικό», «ενοχλεί», κτλ. Και προκειμένου να διαλυθεί ο εθνικός κορμός, οι πάσης φύσεως «προοδευτικοί», δεν θα σταματήσουν. Δεν έχετε, για να πειστείτε για του λόγου το αληθές, να δείτε τα νομοσχέδια που καταθέτουν το ένα πίσω από το άλλο.

Από την άλλη, όλοι θυμόμαστε το απίστευτο περιστατικό με τη λαμπάδα, όταν ο εκτός ελληνικής πραγματικότητας πρωθυπουργός την είχε βάλει με το προστατευτικό «ποτηράκι» στο μανουάλι, στην Ανάσταση, προκαλώντας τα γέλια όλων μας. Τότε, το σχετικό βίντεο είχε γίνει σούπερ ατραξιόν στο διαδίκτυο, με τίτλους του τύπου «είναι δυνατόν να είναι Έλληνας αυτός;»... Κι όμως, αυτός, ναι, αυτός διοικεί την πατρίδα μας. Αυτός! Με την ψήφο πολλών εκ των συμπολιτών μας, που του έδωσαν λευκή επιταγή για να διαλύσει ως οδοστρωτήρας ότι συνιστά την εμπειρία και το βίωμα της ζωής στην Ελλάδα. Πάντως, η πληροφορία ότι θα «καταργήσουν» και τη μυρωδιά του θυμαριού, ελέγχεται ως ανακριβής...

Η προσπάθεια εθνικού και θρησκευτικού αποχρωματισμού της χώρας μας, είναι σε πλήρη εξέλιξη. Αν επιτρέψουμε να συνεχιστεί, σε λίγο ελάχιστα πράγματα θα μείνουν γύρω μας που θα θυμίζουν τη θρησκεία μας, τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις μας. Σιγά-σιγά, κάποιοι «ροκανίζουν» τα πάντα, ακόμα και τους ήχους με τους οποίους συνοδεύουμε τις χαρούμενες αλλά και τις πένθιμες στιγμές μας. Ο ήχος της καμπάνας, αποτελεί σε αυτή τη χώρα κομμάτι της ζωής μας. Και τον ήχο αυτό, θα τον υπερασπιστούμε, ακόμα και με την ίδια τη ζωή μας. Σε όποιον δεν αρέσει, δεν έχει παρά να μεταναστεύσει εκεί όπου δεν ακούγεται γιατί η χριστιανική λατρεία απαγορεύεται, πχ στη Σαουδική Αραβία.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Γρηγορίου Παλαμά: Ομιλία στην Θεία Μεταμόρφωση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.



Ὅπου καί ἀπόδειξη ὅτι, ἄν καί εἶναι ἄκτιστο τό κατ᾽ αὐτήν θειότατο φῶς, ὅμως δέν εἶναι οὐσία τοῦ Θεοῦ.



Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας προεῖπε γιά τό εὐαγγέλιο ὅτι «λόγο συντετμημένο θά δώσει ὁ Κύριος ἐπί τῆς γῆς» (Ἠσ. 10, 25). Συντετμημένος λόγος εἶναι ἐκεῖνος, πού μέσα σέ λίγες λέξεις περικλείει πλούσιο νόημα. Ἄς ἐπανεξετάσουμε λοιπόν σήμερα ὅσα ἔχουμε ἐκθέσει κι ἄς προσθέσουμε ὅσα ὑπολείπονται, γιά νά ἐμφορηθοῦμε ἀκόμη περισσότερο ἀπό τά ἐναποκείμενα ἄφθαρτα νοήματα καί ὁλόκληροι νά καταληφθοῦμε ἀπό τά θεῖα.


«Τόν καιρό ἐκεῖνο παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη καί τούς ἀνεβάζει σέ ὄρος ὑψηλό κατ᾽ ἰδίαν. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καί ἔλαμψε τό πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17, 1). Ἰδού τώρα εἶναι καιρός εὐπρόσδεκτος, σήμερα ἡμέρα σωτηρίας, ἀδελφοί, ἡμέρα θεία, νέα καί ἀΐδιος, πού δέν μετρεῖται μέ διαστήματα, δέν αὐξομειώνεται, δέν διακόπτεται ἀπό νύκτα. Διότι εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δέν ὑφίσταται ἀλλοίωση ἤ σκιά ἕνεκα μετατροπῆς» (Ἰακ. 1, 7). Αὐτός, ἀφ᾽ ὅτου φιλανθρώπως ἔλαμψε σέ μᾶς μέ εὐδοκία τοῦ Πατρός καί συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μᾶς ἐξήγαγε ἀπό τό σκοτάδι στό θαυμαστό του φῶς, συνεχίζει γιά πάντα νά λάμπει πάνω ἀπό τά κεφάλια μας ὡς ἄδυτος ἥλιος.

Ἐπειδή, λοιπόν, εἶναι δικαιοσύνης καί ἀλήθειας ἥλιος, δέν ἀνέχεται νά φέγγει καί νά γνωρίζεται ἀπό αὐτούς πού μετέρχονται τό ψεῦδος ἤ ὑψώνουν τήν ἀδικία μέ λόγια ἤ τήν ἐπιδεικνύουν μέ ἔργα. Ἀλλά ἐμφανίζεται καί γίνεται πιστευτός ἀπό τούς ἐργάτες τῆς δικαιοσύνης καί τούς ἐραστές τῆς ἀλήθειας καί αὐτούς εὐφραίνει μέ τίς λάμψεις Του. Αὐτό εἶναι πού λέει ἡ Γραφή «Φῶς ἀνέτειλε γιά τόν δίκαιο καί ἡ σύζυγός του εὐφροσύνη» (Ψαλμ. 96, 12). Γι᾽ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός προφήτης ἄδει πρός τόν Θεό: «Τό Θαβώρ καί ὁ Ἑρμών θά ἀγαλλιάσουν στό ὄνομά σου» (Ψαλμ. 88, 12), προαναγγέλλοντας τήν εὐφροσύνη πού προκλήθηκε ἀργότερα στό ὄρος ἀπό τήν ἔλλαμψη ἐκείνη σ᾽ αὐτούς πού τήν εἶδαν.

Ὁ δέ Ἠσαΐας λέει: «λύσε κάθε δεσμό ἀδικίας, διάλυσε τούς κόμπους βιαίων συνθηκῶν, κάθε ἄδικη συμφωνία ἀναίρεσε» (Ἠσ. 58, 6). Καί κατόπιν: «Τότε θά ξεχυθεῖ σάν τήν αὐγή τό φῶς σου καί τά ἰάματά σου γρήγορα θά ἀνατείλουν, θά πορεύεται ἐνώπιόν σου ἡ δικαιοσύνη σου καί ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θά σέ προστατεύει» (Ἠσ. 58, 8). Καί πάλι, «ἐάν ἀφαιρέσεις ἀπό σένα δεσμό καί χειρονομία καταδικαστική καί κακολογία, καί δώσεις στόν πεινασμένο ἄρτο μέ τήν ψυχή σου καί χορτάσεις ψυχή ταπεινωμένη, τότε θά ἀνατείλει μέσα ἀπό τό σκοτάδι τό φῶς σου καί τό σκοτάδι σου θά γίνει σάν μεσημέρι» (Ἠσ. 58, 9). Πράγματι, τούς καθιστᾶ κι αὐτούς ἄλλους ἥλιους, πάνω στούς ὁποίους ὁ ἥλιος αὐτός θά λάμψει ἀπλέτως· «διότι θά λάμψουν καί οἱ δίκαιοι ὅπως ὁ ἥλιος στήν βασιλεία τοῦ Πατρός τους» (Ματθ. 13, 43).

Ἄς ἀποβάλλουμε λοιπόν, ἀδελφοί, τά ἔργα τοῦ σκότους, κι ἄς ἐργαζόμαστε τά ἔργα τοῦ φωτός, ὥστε ὄχι μόνο νά βαδίσουμε εὐσχημόνως σάν σέ τέτοια ἡμέρα, ἀλλά καί ἡμέρας υἱοί νά γίνουμε. Καί ἄς ἀνεβοῦμε στό ὄρος, ὅπου ὁ Χριστός ἔλαμψε, γιά νά δοῦμε τί συνέβη ἐκεῖ. Ἤ μᾶλλον, ἐάν εἴμαστε ὅπως πρέπει καί ἔχουμε γίνει ἄξιοι τέτοιας ἡμέρας, ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ θά μᾶς ἀνεβάσει στόν κατάλληλο καιρό. Τώρα ὅμως, παρακαλῶ, ἐντείνετε καί ἀνυψῶστε τούς ὀφθαλμούς τῆς διάνοιας πρός τό φῶς τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, ἕως ὅτου μεταμορφωθεῖτε μέ τήν ἀνακαίνιση τοῦ νοῦ σας καί ἔτσι ἀποκτώντας τήν θεία αἴγλη ἀπό ψηλά, νά γίνετε σύμμορφοι μέ τό ὁμοίωμα τῆς δόξας τοῦ Κυρίου (Φιλ. 3, 21), τοῦ ὁποίου τό πρόσωπο ἐπάνω στό ὄρος ἔλαμψε σήμερα σάν τόν ἥλιο.

Τί σημαίνει «σάν τόν ἥλιο;» Κάποτε τό ἡλιακό φῶς δέν ὑπῆρχε σάν σέ σκεῦος στόν δίσκο τοῦτο. Τό μέν φῶς εἶναι πρωτογεννημένο, τόν δέ δίσκο τήν τετάρτη ἡμέρα δημιούργησε ὁ Κτίστης τῶν πάντων, ἀνάβοντας σ᾽ αὐτόν τό φῶς καί κάμνοντάς τον ἄστρο πού φέρνει τήν ἡμέρα καί συγχρόνως φαίνεται τήν ἡμέρα. Κατά τόν ἴδιο τρόπο καί τό φῶς τῆς θεότητας κάποτε δέν βρισκόταν σάν σέ σκεῦος στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνο μέν εἶναι πρίν ἀπό κάθε ἀρχή καί δίχως ἀρχή. Τοῦτο δέ τό πρόσλημμα, τό ὁποῖο ἔλαβε ἀπό μᾶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, δημιουργήθηκε γιά χάρη μας στούς ὕστερους χρόνους, λαμβάνοντας ἐντός του τό πλήρωμα τῆς θεότητας. Ἔτσι ἐμφανίσθηκε φωστήρας θεοποιός καί συνάμα θεοφεγγής. Ἔτσι ἔλαμψε τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὅπως ὁ ἥλιος, τά δέ ἱμάτιά Του ἔγιναν λευκά ὅπως τό φῶς. Ὁ δέ Μᾶρκος λέει «στιλπνά καί λευκά πολύ σάν χιόνι, τέτοια πού δέν μπορεῖ νά λευκάνει γναφέας ἐπί τῆς γῆς» (Μαρκ. 9, 3).

Λαμπρύνθηκε, λοιπόν, μέ τό ἴδιο φῶς καί τό προσκυνητό ἐκεῖνο σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τά ἱμάτια, ἀλλ᾽ ὄχι ἐξίσου. Διότι τό μέν πρόσωπό Του σάν τόν ἥλιο ἔλαμψε, τά δέ ἱμάτια, ἐφόσον ἄγγιζαν τό σῶμα Του, ἔγιναν φωτεινά. Καί ἔδειξε μέ αὐτό ποιές εἶναι οἱ στολές τῆς δόξας, πού θά ἐνδυθοῦν κατά τόν μέλλοντα αἰῶνα ὅσοι πλησίασαν τόν Θεό, καί ποιά εἶναι τά ἐνδύματα τῆς ἀναμαρτησίας, τά ὁποῖα ὅταν ἀπέβαλε ὁ Ἀδάμ λόγῳ τῆς παραβάσεως, φαινόταν γυμνός καί αἰσθανόταν ντροπή. Ὁ μέν θεῖος Λουκᾶς λέει: «Ἔγινε ἡ μορφή Του διαφορετική καί ἡ ἐνδυμασία Του λευκή καί ἀπαστράπτουσα», βλέποντας ὅτι ὅλα τά ἐκεῖ τελούμενα δέν ἔχουν κάτι ἀντίστοιχο νά συγκριθοῦν. Ὁ δέ Μᾶρκος εἰκονίζει μέν τά ἱμάτια, λέγοντας ὅμως ὅτι εἶναι στιλπνά καί λευκά σάν χιόνι ἔδειξε καί αὐτός ὅτι οἱ εἰκόνες καί τά παραδείγματα ὑστεροῦν ἔναντι τῆς θέας τῶν ἱματίων ἐκείνων. Διότι τό χιόνι εἶναι μέν λευκό, ἀλλ᾽ ὄχι στιλπνό. Ἔχει πάντα ἀνώμαλη ἐπιφάνεια, ἐφόσον ὅλο ἀποτελεῖται ἀπό μικρές φυσαλίδες λόγῳ τῆς μίξεως τοῦ ἐνυπάρχοντος σ᾽ αὐτό ἀέρα. Ὅταν δηλαδή τό σύννεφο δέν ἔχει ἀκόμη συσταθεῖ τελείως καί δέν μπορεῖ νά ἀποβάλει τόν ἐνυπάρχοντα ἀέρα, πήζει ἀπό τήν σφοδρότητα τοῦ ψύχους καί ἔτσι κατέρχεται γεμᾶτο ἀέρα, λευκό καί ἀνώμαλο, ὅπως περίπου ὁ ἀφρός.

Ἐπειδή, λοιπόν, δέν ἀρκοῦσε τό λευκό τοῦ χιονιοῦ, γιά νά παραστήσει τήν τερπνότητα τῆς θέας ἐκείνης, συμπεριλήφθηκε καί τό στιλπνό, δείχνοντας καί μ᾽ αὐτά ὁ εὐαγγελιστής τήν ὑπερφυῆ φύση τοῦ φωτός ἐκείνου, μέ τό ὁποῖο τά ἱμάτια ἐκεῖνα ἔγιναν στιλπνά καί λευκά. Πράγματι, δέν εἶναι ἰδιότητα τοῦ φωτός νά καθιστᾶ λευκά καί στιλπνά αὐτά πού φωτίζει, ἀλλά νά δείχνει τό χρῶμα τους. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνο, καθώς φαίνεται, τά ἀποκάλυψε ἤ μᾶλλον τά ἀλλοίωσε, πρᾶγμα πού δέν συνιστᾶ ἰδιότητα αἰσθητοῦ φωτός. Τό δέ ἀκόμη παραδοξότερο, ὅτι καί ὅταν τά ἀλλοίωσε, τά διατήρησε πάλι ἀναλλοίωτα, ὅπως φάνηκε λίγο ἀργότερα. Πῶς νά τά ἐνεργεῖ αὐτά φῶς γνώριμο σέ μᾶς; Γι᾽ αὐτό ὁ εὐαγγελιστής θέλοντας νά δείξει ὑπερφυῆ ὄχι μόνο τήν ὑπεροχική λαμπρότητα καί ὀμορφιά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί τήν ὡραιότητα τῶν ἐνδυμάτων, παραμέρισε μέ τρόπο τήν φυσική ὡραιότητα συνάπτοντας τήν στιλπνότητα μέ τό λευκό τοῦ χιονιοῦ. Ἐπειδή ὅμως καί ἡ τέχνη μαζί μέ τήν φύση ἐπινοεῖ τό ὡραῖο, θέτοντας ἐκείνη τήν ὀμορφιά πάνω ἀπό τεχνητούς ὡραϊσμούς, ἀναφέρει: «τέτοια, πού δέν μπορεῖ νά λευκάνει γναφέας ἐπάνω στήν γῆ».

Ἀλλ᾽ ὅμως ὁ προαιώνιος Λόγος, πού σαρκώθηκε γιά μᾶς, ἡ ἐνυπόστατη σοφία τοῦ Πατρός, φέρει ὁπωσδήποτε μέσα Του καί τόν λόγο τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος· τοῦ ὁποίου τό γράμμα εἶναι σάν ἐνδυμασία· λευκό καί σαφές, συνάμα δέ στιλπνό καί λαμπρό καί σάν μαργαριτάρι, μᾶλλον δέ θεοπρεπές καί ἔνθεο γι᾽ αὐτούς πού βλέπουν πνευματικά τά τοῦ Πνεύματος καί ἑρμηνεύουν θεοπρεπῶς τίς λέξεις τῶν κειμένων καί δείχνουν ὅτι τά λόγια τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος εἶναι τέτοια, πού γναφέας ἐπάνω στήν γῆ, δηλαδή σοφός τοῦ κόσμου τούτου, δέν μπορεῖ νά διασαφήσει. Καί τί λέω νά διασαφήσει; Δέν μπορεῖ νά τά κατανοήσει, οὔτε ὅταν τά ἑξηγεῖ ἄλλος. Διότι, καθώς λέει ὁ ἀπόστολος, «ψυχικός ἄνθρωπος δέν δέχεται τά τοῦ Πνεύματος, οὔτε μπορεῖ νά τά γνωρίσει» (Α' Κορ. 2, 14). Γι᾽ αὐτό καί ἐσφαλμένως θεωρεῖ αἰσθητές τίς ἀσύλληπτες καί θεῖες καί πνευματικές ἐλλάμψεις, «ἐρευνώντας πράγματα πού δέν εἶδε, μάταια ὑπερυφανευόμενος μέ τόν ὑποδουλωμένο στήν ἁμαρτία νοῦ του» (Κολ. 2, 18).

Ἀλλ᾽ ὁ Πέτρος, πού ὁ νοῦς του φωτίσθηκε ἀπό τήν θεσπέσια ἐκείνη θέα καί ἀνυψώθηκε πρός θεῖο ἔρωτα καί πόθο μεγαλύτερο, μή θέλοντας πλέον νά ἀποχωρισθεῖ τό φῶς ἐκεῖνο, «καλό εἶναι νά εἴμαστε ἐδῶ», ἔλεγε στόν Κύριο, «ἄν θέλεις, ἄς κατασκευάσουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνές, μία γιά σένα, μία γιά τόν Μωϋσῆ καί μία γιά τόν Ἠλία», μή γνωρίζοντας τί λέει. Διότι, βέβαια, δέν εἶχε φθάσει ὁ καιρός τῆς ἀποκαταστάσεως. Ὅταν ἔλθει ὁ καιρός, δέν θά χρειασθοῦμε σκηνές χειροποίητες. Πέρα ἀπό αὐτό, δέν ἔπρεπε νά ἐξισώνει τόν Δεσπότη μέ τούς δούλους μέ τήν ὁμοιότητα τῶν σκηνῶν. Ὁ μέν Χριστός ὡς Υἱός γνήσιος στούς κόλπους τοῦ Πατρός βρίσκεται, οἱ δέ προφῆτες ὡς υἱοί γνήσιοι τοῦ Ἀβραάμ στούς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ ὅπως πρέπει θά κατοικήσουν. Καθώς λοιπόν ὁ Πέτρος στήν ἄγνοιά του ἔλεγε αὐτά, «ἰδού, νεφέλη φωτεινή τούς ἐπισκίασε», διακόπτοντας τούς λόγους τοῦ Πέτρου καί δείχνοντας ποιά εἶναι ἡ σκηνή πού ἁρμόζει στόν Χριστό. Τί ἦταν ὅμως αὐτή ἡ νεφέλη καί πῶς, ἐνῶ ἦταν φωτεινή, τούς ἐπισκίασε; Μήπως εἶναι αὐτή τό ἀπρόσιτο φῶς, στό ὁποῖο ὁ Θεός κατοικεῖ, τό φῶς πού ἐνδύεται σάν ἱμάτιο; Διότι λέει: «αὐτός πού καθιστᾶ τά σύννεφα ἄμαξά Του» (103, 4) καί «ἔθεσε τό σκότος περικάλυμμά Του σάν κυκλική σκηνή» (Ψαλμ. 17, 13), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος λέει: «εἶναι ὁ μόνος πού ἔχει ἀθανασία καί κατοικεῖ σέ φῶς ἀπρόσιτο» (Α' Τιμ. 6, 16). Ὥστε τό ἴδιο εἶναι ἐδῶ καί φῶς καί σκότος, πού ἐπισκιάζει ἀπό ἀσύγκριτη λαμπρότητα.

Ἀλλά καί αὐτό, πού λίγο πρίν εἶδαν τά μάτια τῶν ἀποστόλων, χαρακτηρίζεται ὡς ἀπρόσιτο ἀπό τούς ἱερούς θεολόγους. «Σήμερα εἶναι φωτός ἀπροσίτου ἄβυσσος. Σήμερα φωτίζει τούς ἀποστόλους ἀπεριόριστη ἔκχυση θείας αἴγλης στό Θαβώρ». Καί ὁ μέγας Διονύσιος ἀποκαλώντας γνόφο τό ἀπρόσιτο φῶς, ὅπου λέγεται ὅτι κατοικεῖ ὁ Θεός λέει ὅτι «σ᾽ αὐτόν τόν γνόφο εἰσέρχεται ὅποιος ἀξιώνεται νά γνωρίσει καί νά δεῖ τόν Θεό». Ἑπομένως τό ἴδιο φῶς ἦταν αὐτό πού πρωτύτερα ἔβλεπαν νά λάμπει ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου οἱ ἀπόστολοι καί ἡ φωτεινή νεφέλη πού κατόπιν ἐπισκίασε. Ἀλλά στήν ἀρχή ἐπειδή ἔλαμπε μετριότερα, ἐπέτρεπε τήν ὅραση. Ὅταν ὅμως διαχύθηκε μέ πολύ μεγαλύτερη ἔνταση, ἦταν γι᾽ αὐτούς ἀόρατο λόγῳ τῆς ἀσύγκριτης λαμπρότητας. Καί ἔτσι ἐπισκίασε τήν πηγή τοῦ θείου καί ἀεννάου φωτός, τόν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης Χριστό. Ἄλλωστε, καί στόν αἰσθητό ἥλιο τό ἴδιο φῶς καί τήν ὅραση παρέχει μέσω τῆς ἀκτίνας καί ἀφαιρεῖ πάλι τήν ὅραση, ὅταν κατάματα τόν κοιτάξει κανείς, διότι ἡ λαμπρότητά του εἶναι ὑπεράνω τῆς δυνατότητας τῶν ὀφθαλμῶν μας.

Ἀλλ᾽ ὁ μέν αἰσθητός ἥλιος φαίνεται ὅπως εἶναι ἐκ φύσεως καί ὄχι ὅπως θέλει, οὔτε μόνο σέ ὅποιους θέλει. Ὁ δέ ἥλιος τῆς ἀλήθειας καί τῆς δικαιοσύνης Χριστός, ἔχοντας ὄχι μόνο φύση καί φυσική λαμπρότητα καί δόξα, ἀλλά καί θέληση ἀνάλογη, φωτίζει προνοητικῶς καί σωτήρια μόνο ὅσους θέλει καί ὅσο θέλει. Ἔτσι θέλησε καί φάνηκε σάν ἥλιος ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων καί μάλιστα ὄχι ἀπό μεγάλη ἀπόσταση. Ἔπειτα ἔλαμψε πιό ἔντονα κατά τήν θέλησή Του καί ἀπό τήν ἀσύγκριτη φωτεινότητα ἔγινε ἀόρατος στά μάτια τῶν ἀποστόλων, σάν νά εἰσῆλθε σέ φωτεινή νεφέλη. Ἀλλά καί φωνή ἀκούσθηκε ἀπό τήν νεφέλη: «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στόν ὁποῖον εὐδόκησα, Αὐτόν νά ἀκοῦτε». Ὅταν ὁ Κύριος βαπτίσθηκε στόν Ἰορδάνη, ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί καί ἡ ἴδια ἀκούσθηκε φωνή ἀπό τήν δόξα ἐκείνη ἀσφαλῶς, τήν ὁποία δόξα καί ὁ Στέφανος ἀργότερα ἐνατένισε, ὅταν ἄνοιξαν γι᾽ αὐτόν οἱ οὐρανοί καί καταλήφθηκε ἀπό τόν Πνεῦμα τό Ἅγιο. Τώρα ἀκούσθηκε ἀπό τήν νεφέλη, πού ἐπισκίασε τόν Ἰησοῦ. Ἑπομένως εἶναι αὐτή ἡ ἴδια ἡ ὑπερουράνια δόξα τοῦ Θεοῦ. Πῶς λοιπόν εἶναι αἰσθητό φῶς τό ὑπερουράνιο;

Δίδαξε δέ ἡ ἀπό τήν νεφέλη φωνή τοῦ Πατρός, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τά πρό τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτήρα μας Ἰησου Χριστοῦ, οἱ νομοθεσίες, οἱ υἱοθεσίες, ἦταν ἀτελῆ καί δέν ἔγιναν οὔτε τελέσθηκαν σύμφωνα μέ προηγούμενο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά παραχωρήθηκαν γιά τήν μέλλουσα αὐτή τοῦ Κυρίου παρουσία καί ἐπιφάνεια. Αὐτός λοιπόν εἶναι ἐκεῖνος, στόν ὁποῖο εὐδοκεῖ καί ἀναπαύεται καί εὐαρεστεῖται τέλεια ὁ Πατήρ, ὅπως σέ Υἱό ἀγαπητό. Γι᾽ αὐτό καί παραγγέλλει Αὐτόν νά ἀκοῦμε καί σ᾽ Αὐτόν νά πειθαρχοῦμε. Καί ὅταν λέει «εἰσέλθετε ἀπό τήν στενή πύλη, διότι εἶναι πλατειά καί ἄνετη ἡ ὁδός πού ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια, ἐνῶ στενή καί δύσβατη ἡ ὁδός πού ὁδηγεῖ στήν ζωή», Αὐτόν νά ἀκοῦτε. Κι ὅταν λέει πῶς τό φῶς αὐτό εἶναι βασιλεία τοῦ Θεοῦ, Αὐτόν νά ἀκοῦτε, σ᾽ Αὐτόν νά πιστεύετε καί τέτοιου φωτός νά καθιστᾶτε ἀξίους τούς ἑαυτούς σας.

Ὅταν λοιπόν φάνηκε ἡ φωτεινή νεφέλη καί ἤχησε ἀπό τήν νεφέλη ἡ πατρική φωνή, ἔπεσαν, λέει, μέ τό πρόσωπο στήν γῆ οἱ μαθητές· ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς φωνῆς, ἀφοῦ καί ἄλλοτε πολλές φορές ἀκούσθηκε, ὄχι μόνο στόν Ἰορδάνη ἀλλά καί στά Ἱεροσόλυμα ὅταν πλησίαζε τό σωτήριο πάθος. Πράγματι, ὅταν ὁ Κύριος εἶπε «Πάτερ, δόξασε τό ὄνομά Σου» ἦλθε φωνή ἀπό τόν οὐρανό: «Τό ὄνομά μου τό δόξασα καί πάλι θά τό δοξάσω» (Ἰω. 12, 28), καί ὅλος μέν ὁ ὄχλος ἄκουσε, ἀλλά κανείς ἀπό αὐτούς δέν ἔπεσε. Ἐδῶ ὅμως ὄχι μόνο φωνή, ἀλλά καί φῶς ἀπεριόριστο συνάμα φάνηκε. Εὐλόγως, λοιπόν, κατάλαβαν οἱ θεοφόροι Πατέρες ὅτι γι᾽ αὐτόν τόν λόγο ἔπεσαν πρηνεῖς οἱ μαθητές, ὄχι γιά τήν φωνή, ἀλλά γιά τό παράξενο καί ὑπερφυές φῶς. Διότι καί πρίν φθάσει ἡ φωνή ἦσαν φοβισμένοι, ὅπως λέει ὁ Μᾶρκος, σαφῶς ἀπό τήν θεοφάνεια ἐκείνη.

Ὅμως, ὅταν μέ ὅλα αὐτά ἀποδεικνύεται ὅτι τό φῶς ἐκεῖνο εἶναι θεῖο καί ὑπερφυές καί ἄκτιστο, τί παθαίνουν πάλι αὐτοί πού ἐπιδίδονται μέ ὑπερβολικό ζῆλο στήν θύραθεν καί σαρκική παιδεία καί δέν μποροῦν νά γνωρίσουν τά τοῦ Πνεύματος; Κατρακυλοῦν σέ ἄλλο γκρεμό. Δέν τό ὀνομάζουν θεία δόξα, οὔτε βασιλεία Θεοῦ, οὔτε κάλλος, οὔτε χάρη, οὔτε λαμπρότητα, ὅπως ἀπό τόν Θεό καί τούς θεολόγους διδαχθήκαμε, ἀλλά ἰσχυρίζονται ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο προηγουμένως ἔλεγαν ὅτι εἶναι αἰσθητό καί κτιστό. Ὁ δέ Κύριος στά εὐαγγέλια λέει πώς τούτη ἡ δόξα δέν εἶναι κοινή μόνο σ᾽ Αὐτόν καί τόν Πατέρα, ἀλλά καί στούς ἁγίους ἀγγέλους, καθώς γράφει ὁ θεῖος Λουκᾶς: «ὅποιος ντραπεῖ νά ὁμολογήσει ἐμένα καί τήν διδασκαλία μου στήν γενεά αὐτή, θά ντραπεῖ καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου γι αὐτόν, ὅταν ἔλθει μέσα στήν δόξα Του καί τήν δόξα τοῦ Πατρός καί τῶν ἁγίων ἀγγέλων» (Λουκ. 9, 26). Αὐτοί λοιπόν πού ἰσχυρίζονται πώς ἡ δόξα αὐτή εἶναι οὐσία, θά δεχθοῦν ὅτι αὐτή εἶναι κοινή οὐσία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀγγέλων, πρᾶγμα πού ἀποτελεῖ ἐσχάτη ἀσέβεια.

Μάλιστα, ὄχι μόνο οἱ ἄγγελοι, ἀλλά καί οἱ ἅγιοι μεταξύ τῶν ἀνθρώπων μετέχουν σ᾽ αὐτή τήν δόξα καί βασιλεία. Ἀλλ᾽ ὁ μέν Πατήρ καί ὁ Υἱός μαζί μέ τό θεῖο Πνεῦμα ἔχουν φυσική τούτη τήν δόξα καί βασιλεία, οἱ δέ ἅγιοι ἄγγελοι καί ἄνθρωποι τήν ἀποκτοῦν κατά χάρη, δεχόμενοι ἀπό ἐκεῖ τήν ἔλλαμψη. Ἄλλωστε καί ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἠλίας, πού ἐμφανίσθηκαν μαζί Του σ᾽ αὐτή τήν δόξα, αὐτό ἀκριβῶς μᾶς παρέστησαν. Ὁ δέ Μωϋσῆς φάνηκε κοινωνός τῆς θεϊκῆς δόξας ὄχι μόνο τώρα ἐπάνω στό Θαβώρ, ἀλλά καί τότε πού τό πρόσωπό του δοξάσθηκε τόσο, ὥστε νά μή μποροῦν οἱ Ἰσμαηλῖτες νά τό ἀντικρύσουν. Τοῦτο δηλώνει καί αὐτός πού λέει ὅτι ὁ Μωϋσῆς δέχθηκε στό θνητό πρόσωπό του τήν ἀθάνατη δόξα τοῦ Πατρός. Καθώς καί ἐκεῖνος πού, ὅταν ὁ Εὐνόμιος χαρακτήριζε ἀμετάδοτη πρός τόν Υἱό τήν δόξα τοῦ Παντοκράτορα, τόν ἀντέκρουσε λέγοντας ὅτι, δέν θά ἀνεχόμουν τέτοιο λόγο, ἀκόμη κι ἄν ἀναφερόταν στόν Μωϋσῆ.

Κοινή, λοιπόν, καί μία εἶναι ἡ δόξα καί ἡ βασιλεία καί ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων Του. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός προφήτης ψάλλει: «ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ μας θά εἶναι ἐπάνω μας» (Ψαλμ. 89, 19). Ἀλλά κανείς μέχρι τώρα δέν τόλμησε νά πεῖ ὅτι εἶναι μία καί κοινή ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων. Καί βέβαια κοινή φάνηκε τελευταῖα ἐπάνω στό ὄρος ἡ θεία λαμπρότητα τῆς θεότητας τοῦ Λόγου καί τῆς ἀνθρώπινης σάρκας. Ὅτι εἶναι ὅμως κοινή ἡ οὐσία τῆς θεότητας καί τῆς σάρκας, θά τό ἔλεγαν ὁ Εὐτυχής καί ὁ Διόσκορος καί ὄχι αὐτοί πού θέλουν νά εἶναι εὐσεβεῖς. Καί τήν μέν δόξα αὐτή καί λαμπρότητα, ὅπως καί τώρα τήν εἶδαν οἱ συνοδοιπόροι τοῦ Ἰησοῦ, ὅλοι θά τήν ἀντικρύσουν, ὅταν ὁ Κύριος φανεῖ νά λάμπει ἀπό ἀνατολή ἕως δύση. Κανείς ὅμως δέν στάθηκε στήν ὑπόσταση καί οὐσία τοῦ Θεοῦ καί εἶδε ἤ περιέγραψε τήν θεία φύση. Καί τό μέν θεῖο τοῦτο φῶς δίδεται μέ μέτρο καί ἐπιδέχεται τό μᾶλλον καί ἦττον μεριζόμενο δίχως νά διαιρεῖται, κατά τήν ἀξία αὐτῶν πού τό δέχονται. Ἡ ἀπόδειξη εἶναι κοντά. Τό μέν πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἔλαμψε πιό πολύ ἀπ᾽ τόν ἥλιο, τά δέ ἱμάτια ἔγιναν λαμπρά καί λευκά σάν χιόνι. Καί ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἠλίας στήν ἴδια θεάθηκαν δόξα, ἀλλά κανείς τους δέν ἄστραψε τότε σάν ἥλιος. Καί οἱ ἴδιοι οἱ μαθητές μέρος τοῦ φωτός ἐκείνου εἶδαν, μέρος δέν μπόρεσαν νά ἀτενίσουν.

Ἔτσι λοιπόν μετρεῖται καί μερίζεται, δίχως νά διαιρεῖται, τό φῶς ἐκεῖνο καί ἐπιδέχεται αὐξομείωση. Καί ἕνα μέρος αὐτοῦ γνωρίζεται τώρα ἕνα μέρος ἀργότερα. Γι᾽ αὐτό καί ὁ θεῖος Παῦλος λέει: «τώρα κατά μέρος γνωρίζουμε καί κατά μέρος προφητεύουμε» (Α' Κορ. 13, 9). Ὅμως τελείως ἀμέριστη καί ἀκατάληπτη εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καί καμμιά οὐσία δέν ἐπιδέχεται αὐξομειώσεις. Κατά τά ἄλλα, εἶναι γνώρισμα τῶν καταραμένων Μεσσαλιανῶν τό νά νομίζουν ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ γίνεται ὁρατή στούς κατ᾽ αὐτούς ἀξίους. Ἐμεῖς ὅμως ἀνατρέποντας καί τούς παλαιούς καί τούς σύγχρονους κακοδόξους καί πιστεύοντας, καθώς διδαχθήκαμε, ὅτι οἱ ἅγιοι βλέπουν καί κοινωνοῦν ὄχι τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά βασιλεία καί δόξα καί λαμπρότητα καί φῶς ἀπόρρητο καί θεία χάρη, ἄς ὁδεύσουμε πρός τήν λάμψη τοῦ φωτός τῆς χάριτος, γιά νά γνωρίσουμε καί νά θεωρήσουμε τρίφωτη Θεότητα, πού ἀκτινοβολεῖ ἑνιαία ἀπόρρητη αἴγλη ἀπό μία τρισυπόστατη φύση. Καί τά μάτια τοῦ νοῦ ἄς ἀνυψώσουμε πρός τόν Λόγο, πού εἶναι τώρα μέ τό σῶμα Του ἐγκατεστημένος πάνω ἀπό τίς οὐράνιες ἁψῖδες. Αὐτός, θεοπρεπῶς καθήμενος στά δεξιά τῆς μεγαλωσύνης, σάν ἀπό μακρυνό τόπο μᾶς στέλνει αὐτό τό μήνυμα: «ὅποιος θέλει νά παραστεῖ σ᾽ αὐτή τήν δόξα, ἄς μιμεῖται κατά τό δυνατόν καί ἄς πορεύεται τήν ὁδό καί τήν πολιτεία, τήν ὁποία ὑπέδειξα μέ τόν ἐπίγειο βίο μου».

Ἄς παρατηροῦμε, λοιπόν, μέ τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς τό μέγα τοῦτο θέαμα, τήν φύση μας νά ζεῖ αἰωνίως μέ τό ἄϋλο πῦρ τῆς θεότητος. Καί ἀφοῦ ἀποβάλουμε τούς δερμάτινους χιτῶνες, τούς ὁποίους φορέσαμε ἐξαιτίας τῆς παραβάσεως, τά γεώδη καί σαρκικά φρονήματα, ἄς σταθοῦμε σέ γῆ ἁγία, ἀναδεικνύοντας ὁ καθένας τήν δική του γῆ ἁγία διά τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἀνατάσεως πρός τό Θεό, ὥστε νά ἔχουμε παρρησία, ὅταν ἔρχεται ὁ Θεός μέσα σέ φῶς, καί προστρέχοντας νά φωτισθοῦμε καί φωτιζόμενοι νά ζήσουμε αἰωνίως μαζί Του πρός δόξα τῆς τρισήλιας καί μοναρχικωτάτης λαμπρότητας, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Αμήν.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)