Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Άκουσον τους λόγους μου αγαθέ μου Υιέ

Σταχυολογήματα εκ του βιβλίου : “Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας”, Έκδοσις της Ιεράς Μονής Φιλοθέου


το βρήκαμε εδώ και το πήραμε για ωφέλεια μας χωρις να ρωτήσουμε..

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Απληστία: Καλύτερα παρέα με γύπες




"…είναι ιδιαιτέρως εύστοχος ο ορισμός που δίνει ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής (π. 7ον αι.) στη φιλαργυρία. Είναι, λέει, το πάθος εκείνου που λαμβάνει με χαρά και δίνει με λύπη! Σ' αυτό καθαυτό, δηλαδή, το γεγονός του (ατομικού) πάθους εμπεριέχεται η εργαλειοποίηση του άλλου. Το ίδιο ουσιαστικά λέει και ο Μ. Βασίλειος όταν, για να περιγράψει τους πλεονέκτες, επιστρατεύει μιαν εικόνα που παραπέμπει σε όσα είπαμε παραπάνω περί άπατου πηγαδιού: όπως κάνουν τα ψάρια, έτσι και ο πλεονέκτης καταπίνει στο απύθμενο στομάχι του τους αδύναμους. Είναι αδύνατο ο πλεονέκτης να μη στραφεί κατά του συνανθρώπου του. Γι' αυτό κι ένας έμπειρος ασκητής, ο Ισαάκ Σύρος (7ον αι.), συνιστά: Καλύτερα να κάτσεις παρέα με γύπες, παρά με πλεονέκτη και άπληστο."

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου

Λ
ίγα λεπτά μετά την έναρξη μιας βάπτισης (και συγκεκριμένα, λίγο πριν ο ανάδοχος δηλώσει ότι «αποτάσσεται» τον σατανά και τα έργα του), ο ιερέας διαβάζει μιαν ευχή όπου ξορκίζονται τα ακάθαρτα πνεύματα που πολιορκούν την ανθρώπινη καρδιά. Αν ο λειτουργός δεν πνίξει στα χείλη του τις λέξεις, κι αν οι παριστάμενοι δεν χαρίσουν όλη τους την προσοχή στη συγγενική αδολεσχία, τότε θα ακουστεί η ευχή να κάνει λόγο, συν τοις άλλοις, για «πνεύμα πλάνης, πνεύμα πονηρίας, πνεύμα ειδωλολατρίας και πάσης πλεονεξίας, πνεύμα ψεύδους…» κ.λπ.

Η πρώτη εντύπωση είναι προφανώς ότι η ευχή σημειώνει κατά παράταξη διάφορα αμαρτήματα. Αν ωστόσο προσεχτεί η σύνταξη της πρότασης, θα διαπιστωθεί ότι, ενώ το κάθε αμάρτημα ίσταται μόνο του, δύο απ' αυτά συνδέονται μεταξύ τους σαν να αποτελούν ζεύγος: «πνεύμα ειδωλολατρίας και πάσης πλεονεξίας». Oντως αυτό δεν είναι τυχαίο. Η ευχή απηχεί τον ορισμό που είχε δώσει ο απόστολος Παύλος: η πλεονεξία -ούτε λίγο ούτε πολύ- αποτελεί ειδωλολατρία (Κολ. 3:5).

Ο ορισμός αυτός έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθόσον την πλεονεξία δεν την αντιλαμβάνεται απλώς ως ηθικό ολίσθημα, αλλά, πολύ περισσότερο, ως θρησκεία. Προδήλως εδράζεται στην κατανόηση της θρησκείας όχι ως μιας επί μέρους παραμέτρου της ζωής, αλλά, αντιθέτως, ως του βασικού προσανατολισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα λόγια του Χριστού ότι «όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (Ματθ. 6:21) μοιάζει να τα υπομνημάτισε ο Eριχ Φρομ όταν υποστήριξε ότι θρησκεία συνιστά η ολόψυχη αφιέρωση σε κάτι, το οποίο και νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ζωή. Αυτό το κάτι μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ο Θεός υπό την καθιερωμένη έννοια, μπορεί όμως να είναι και μια ιδέα, μια επιδίωξη κ.ο.κ., ανεξάρτητα από το αν ο συγκεκριμένος άνθρωπος δηλώνει πιστός ή άθεος (1).

Στη χριστιανική οπτική η δίψα για απόκτηση έχει όντως να κάνει με τον υπαρξιακό προσανατολισμό του ανθρώπου. Ολόκληρη η ύπαρξή του στρέφεται σ' αυτήν και υποτάσσει σ' αυτήν κάθε τι: τη σχέση με τα πράγματα, με τα πρόσωπα, με τον χρόνο. Eτσι, λοιπόν, η απόκτηση αναδεικνύεται σε αληθινό θεό, και μάλιστα θεό με τόσο σαρωτική παρουσία, ώστε ο Χριστός αυτόν έφερε ως κορυφαίο παράδειγμα επιλογής αγεφύρωτα ασύμβατης προς τον ίδιο. ΄Η με τον Θεό, είπε, ή με τον Mαμωνά (Ματθ. 6:24).

Pίζα όλων των κακών
Δεν είναι διόλου παράδοξο, λοιπόν, αν στη βιβλική και στην ασκητική ανθρωπολογία το πάθος της απληστίας -με οιαδήποτε μορφή και υπό οιοδήποτε όνομα κι αν εμφανίζεται (πλεονεξία, φιλαργυρία κ.λπ.)- ξεχωρίζει. Αποκαλείται «ρίζα όλων των κακών» που «τρέφει σαν κλαδιά όλα τα υπόλοιπα πάθη», «μητέρα όλων των κακών», «ακρόπολη της κακίας», «κολοφών των αμαρτημάτων» (2). Από την ίδια του τη φύση σημαίνει μετάλλαξη του ανθρώπου σε απόλυτη ατομικότητα, σε άπατο πηγάδι που καταπίνει τα πάντα δίχως τελειωμό. Μήπως η λέξη απληστία, άλλωστε, δεν σημαίνει την έλλειψη πλησμονής, ενώ η πλεονεξία το αδιάκοπο κυνηγητό για ολοένα και περισσότερα; Είναι χαρακτηριστικό ότι το βυζαντινό λεξικό «Σούδα» (περί τα τέλη του 10ου αι.) ερμηνεύει την «απληστία» ως «αδηφαγία» και διασώζει την έκφραση «άπληστος πίθος», έκφραση η οποία παραπέμπει στην άπελπι αιωνιότητα των Δαναΐδων στον Aδη, όπου πάσχιζαν να γεμίσουν με νερό ένα πιθάρι με σπασμένο πυθμένα. Ακριβώς επειδή αυτό το αμάρτημα είναι εξ ορισμού ακόρεστο, οι Πατέρες δεν διστάζουν να το καταδείξουν ως το μονιμότερο πάντων. Τα άλλα αμαρτήματα, λέει ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός (π. 8ον αι.), όσο πονηρά κι αν είναι, είναι «ολιγόχρονα» (3). Παρόμοια ο άγιος Αστέριος, επίσκοπος Αμασείας (π. 4ον αι.) επιμένει ότι η πορνεία, η λαγνεία, η φιλοδοξία έχουν κορεσμό. Η πλεονεξία, όμως, είναι θηρίο που μένει πάντα ακμαίο και δεν μαραίνεται ποτέ (4). Ο εραστής της πλεονεξίας, συμπληρώνει ο Ιωάννης Χρυσόστομος (4ον αι.), υποκύπτει στον διάβολο περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον (5).

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίον ερμηνεύει τη δέκατη και τελευταία εντολή του παλαιοδιαθηκικού Δεκαλόγου ένας σπουδαίος σύγχρονος διανοούμενος, ο Ρενέ Ζιράρ. Η εντολή επικεντρώνει, ως γνωστόν, στην επιθυμία απόκτησης. «Ουκ επιθυμήσης την γυναίκα του πλησίον σου, ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον παίδα (= δούλο) αυτού ούτε την παιδίσκην (= δούλη) αυτού ούτε του βοός αυτού…» (Εξ. 20: 17). Ο Ζιράρ υποστηρίζει ότι ο οξυδερκής νομοθέτης διέγνωσε στην εν λόγω επιθυμία τη στρέβλωση των ανθρώπινων σχέσεων και τη ρίζα της βίας. Ο άλλος εκπροσωπεί στα μάτια μας μια πληρότητα που νιώθουμε να μας λείπει. Eτσι, τα πράγματα που αυτός κατέχει, φορτίζονται για μας με ιδιαίτερη αξία. Επιθυμούμε, λοιπόν, αυτό που ο άλλος επιθυμεί (ο Ζιράρ εισηγείται τον όρο «μιμητική επιθυμία») ή, με άλλα λόγια, επιθυμούμε να αποκτήσουμε αυτά που εκείνος διαφεντεύει. Αν η επιθυμία αυτή εμποδιστεί, τις περισσότερες φορές δεν σβήνει, αλλά δυναμώνει, ακριβώς επειδή η αντίσταση πηγάζει από εκείνον ο οποίος εμπνέει την επιθυμία (6). Καλωσορίσαμε στον φαύλο κύκλο που γεννιέται από την επιθυμητική μήτρα της βίας!

«Aποστερητής»
Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ζήτημα καίριας σημασίας, το οποίο, παρόλο που είναι αυτονόητο πρόταγμα του Χριστιανισμού, συχνά προσπερνιέται και υποβαθμίζεται. Το πρόβλημα με τα αμαρτήματα και τα πάθη δεν είναι ότι πλήττουν την ατομική καθαρότητα, την ατομική ευσέβεια κ.ο.κ. Στην εκκλησιαστική οπτική η προσωπική συγκρότηση είναι αδιανόητη δίχως την κοινωνία με τον άλλον. Η αγάπη, το άνοιγμα, με άλλα λόγια, του εγώ στους όχι-εγώ δεν είναι ηθικιστικό καθήκον αλλά κάτι απείρως περισσότερο. Θεμελιώδης όρος ώστε το ανθρώπινο υποκείμενο να γίνει αυθεντικό. Αμαρτία, λοιπόν, είναι οι επιλογές που χτίζουν έναν εαυτό περίκλειστο στον εαυτό του και ανίκανο να ανοιχτεί στον άλλον· Θεό ή άνθρωπο.
Eτσι, λοιπόν, είναι ιδιαιτέρως εύστοχος ο ορισμός που δίνει ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής (π. 7ον αι.) στη φιλαργυρία. Είναι, λέει, το πάθος εκείνου που λαμβάνει με χαρά και δίνει με λύπη (7)! Σ' αυτό καθαυτό, δηλαδή, το γεγονός του (ατομικού) πάθους εμπεριέχεται η εργαλειοποίηση του άλλου. Το ίδιο ουσιαστικά λέει και ο Μ. Βασίλειος όταν, για να περιγράψει τους πλεονέκτες, επιστρατεύει μιαν εικόνα που παραπέμπει σε όσα είπαμε παραπάνω περί άπατου πηγαδιού: όπως κάνουν τα ψάρια, έτσι και ο πλεονέκτης καταπίνει στο απύθμενο στομάχι του τους αδύναμους (8). Είναι αδύνατο ο πλεονέκτης να μη στραφεί κατά του συνανθρώπου του. Γι' αυτό κι ένας έμπειρος ασκητής, ο Ισαάκ Σύρος (7ον αι.), συνιστά: Καλύτερα να κάτσεις παρέα με γύπες, παρά με πλεονέκτη και άπληστο (9).
Μια τέτοια θεώρηση ανοίγει ένα σπουδαίο κεφάλαιο. Την κριτική στάση όχι μόνο απέναντι στις διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και ευρύτερα, απέναντι στην κοινωνική αδικία, την εκμετάλλευση και τις ταξικές δομές. Iσως να ακούγεται παράδοξο στις μέρες μας, όμως μια τέτοια ριζοσπαστική ματιά ανήκει στο ίδιο το μεδούλι της εκκλησιαστικής παράδοσης (10). Στο μύθευμα, π.χ., που καλλιεργούν οι διαπλεκόμενοι με την εκκλησιαστική εξουσία πλουτοκράτες, ότι ο πλουτισμός τους είναι τάχα θέλημα Θεού, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (4ον αι.) αντιτείνει: «Δεν προέρχεται από τον Θεό το ψωμί του πλεονέκτη» (11). Γι' αυτό και υπάρχει ολόκληρο ρεύμα μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση, σύμφωνα με το οποίο ούτε η ελεημοσύνη, ούτε οι προσφορές στους ναούς αποτελούν κολυμπήθρα του Σιλωάμ ώστε να δικαιώνονται οι τρόποι με τους οποίους συσσωρεύεται ο πλούτος. Αυτό που αξιώνει το εν λόγω ρεύμα είναι η κατάπαυση της εκμετάλλευσης. Ο Μ. Βασίλειος, για παράδειγμα, τον πλεονέκτη τον ταυτίζει με τον «αποστερητή» (12), μ' αυτόν, δηλαδή, που στερεί από τους εργαζομένους τη δίκαιη αμοιβή τους και δεν χορηγεί στους αναγκεμένους τα χρειαζούμενα. Οι δωρεές του στις εκκλησιές δεν μπορούν να γίνονται δεκτές, απλούστατα διότι «δεν πρόκειται να γίνει συμμέτοχος της πλεονεξίας ο Θεός» (13).

«Ολιγοδεΐας εραστής»
Ποια είναι η απάντηση στον εφιάλτη της απληστίας; Σίγουρα το να ασκηθεί ο άνθρωπος στην ολιγάρκεια (το να γίνει, όπως θα 'λεγε ο Μάξιμος, «ολιγοδεΐας εραστής» (14)) και να αφήσει χώρο στη δράση του Θεού. Να ζήσει τα πράγματα με μέτρο και την αγάπη άμετρα. Μα αυτό και πάλι δεν σημαίνει αποτράβηξη σε μια ατομική πνευματική γυμναστική. Αδιάκοπα ρηξικέλευθος, ο Χρυσόστομος, π.χ., παρατηρεί ότι η παρθενία, που θεωρείται ύψιστη αρετή, ούτε καθολική εντολή συνιστά, ούτε οδηγεί από μόνη της στον παράδεισο. Ο πλεονέκτης παρθένος θα βλέπει τον νυμφώνα απ' έξω! Η αλληλεγγύη, όμως, και καθολική εντολή συνιστά και στον παράδεισο οδηγεί (15), απλούστατα διότι από τη φύση της σημαίνει έγνοια για τον άλλον. Κι αυτή η έγνοια σημαίνει πολλά. Αν παράδεισος είναι η ζωή με τον Χριστό, ο τόπος όπου ο Χριστός μας έχει κλείσει ραντεβού μαζί του είναι -κατά ρητή δήλωσή του- το πρόσωπο του ξένου και του αδικημένου (Ματθ. 25:31-46).

Πώς να πετύχετε ως φιλάργυροι
Στην παγκόσμια γραμματεία δεν είναι μόνον η αρχετυπική τσιγγουνιά του Αρπαγκόν που αγκαλιάζει τρυφερά το σεντούκι του στον Μολιέρο, ούτε το πνιγηρό δίλημμα που αντιμετωπίζουν, ο Εβραίος της Μάλτας στον Μάρλοου και ο Σάυλοκ στον Σαίξπηρ: το πουγκί σου ή τη ζωή σου. Η σάτιρα έδωσε πολλούς καθημερινούς χαρακτήρες φιλάργυρων. Ο Aγγλος, ουγγρικής καταγωγής, χιουμορίστας συγγραφέας Τζωρζ Μάικς (1912-1987) άφησε ένα σχετικό κείμενο με τίτλο Περί Φιλαργυρίας όπου, μεταξύ άλλων, επαναφέρει τη γνωστή συνταγή της επιτυχούς φιλαργυρίας: «Αν θέλετε να είστε φιλάργυρος, να θυμόσαστε έναν πολύ απλό βασικό κανόνα: «Ο φιλάργυρος ποτέ δεν είναι τόσο πλούσιος, ώστε να μπορεί να περιφρονήσει έστω και μια πεντάρα». Και δέστε την ιστορία που επαληθεύει τον κανόνα αυτόν: Oταν ήμουν 17 χρονών έτυχε να βρίσκομαι σ' ένα συμβολαιογραφείο της Βουδαπέστης, όπου ένας πλούσιος κύριος, ιδιοκτήτης 22 τεραστίων κτημάτων, πουλούσε ένα από τα σπίτια του. Ο αγοραστής τού μέτρησε 50.000 λίρες και το τραπέζι εξαφανίστηκε κάτω από το τεράστιο χρυσό βουνό που σωρεύτηκε πάνω του. Ο γερο-πλούσιος μέτρησε τέσσερις φορές τα λεφτά. Yστερα άνοιξε μια σαρακοφαγωμένη κασετίνα και έβγαλε τους τίτλους του σπιτιού, τυλιγμένους σε μια κορδέλα. Τους ξετύλιξε διστακτικά και μετά πολλή σκέψη τους έδωσε στον αγοραστή. Ο τελευταίος αυτός, τους πήρε και του είπε:
- Μου δίνετε σας παρακαλώ και την κορδέλα για να τους τυλίξω;
Ο γέρος δίστασε μια στιγμή· έριξε μια ματιά στην τεράστια χρυσή στοίβα που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι κι απάντησε:
- Την κορδέλα; Ευχαρίστως. Πληρώστε μου, όμως, τέσσερις πεντάρες!»

Θ. Β.
Από τη «Χιουμοριστική Ανθολογία» (εκδόσεις Τ. Δρακόπουλου, 1958).

Σημειωσεις:

1. Eριχ Φρομ, «Να Eχεις ή να Είσαι», εκδ. Μπουκουμάνης, Αθήνα 1978, σσ. 173-174
2. Α΄ Τιμοθ. 6:10. - Αββάς Νείλος, «Patrologia Graeca» (στο εξής: PG) 79:1152B. - Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 53:173. - Σύνοδος Καρθαγένης, PG 138:37A. - Κλήμης Αλεξανδρείας, PG 8:437C. - Μ. Βασίλειος, PG 30:813C.
3. Ιωάννης Δαμασκηνός, PG 95:1148Β.
4. Αστέριος Αμασείας, PG 40:200C.
5. Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 57:212.
6. Ren Girard, «Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν» (μτφρ. Ευγενία Γραμματικοπούλου) εκδ. Εξάντας-Νήματα, Αθήνα 2002, σσ. 25-33.
7. Μάξιμος, PG 90, 104D.
8. Βασίλειος, PG 29:152D.
9. Ισαάκ Σύρος, «Ασκητικά», εκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 238.
10. Βλ. ενδεικτικά Θανάση Ν. Παπαθανασίου, «Κοινωνική δικαιοσύνη και Ορθόδοξη θεολογία», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2005. Η σχέση αυτής της κριτικής στάσης με την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα (π.χ. με το πιστωτικό σύστημα, τη διελκυστίνδα κεντρικής εξουσίας και ευγενών κ.λπ.) έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, δεν είναι όμως του παρόντος.
11. Γρηγόριος Νύσσης, PG 44:1173Β.
12. Βασίλειος, PG 31:276C.
13. Βασίλειος, PG 32:1164D.
14. Μάξιμος, PG 91:805Α.
15. Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 51:277।


το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΟΝΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ


Κωνσταντίνος Χολέβας
Πολιτικός Επιστήμων

Μνημόνιο, μέτρα, φόροι, αποκρατικοποιήσεις, δανειστές, τρόικα. Αυτές οι λέξεις αποτελούν πλέον το καθημερινό λεξιλόγιο των Ελλήνων και κυρίως των δημοσιογράφων στα ΜΜΕ. Και φυσικό είναι. Αυτά απασχολούν την τσέπη, γι’ αυτά διαδηλώνουν χιλιάδες συμπατριώτες μας στις πλατείες, γι’ αυτά μάς πιέζουν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας. Δει δη χρημάτων και άνευ αυτών ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων, όπως έλεγε και ο φημισμένος αρχαίος ρήτωρ Δημοσθένης. Δηλ. χρειάζονται χρήματα και χωρίς αυτά δεν μπορεί να γίνει τίποτε από όσα πρέπει να γίνουν.
Έχω την αίσθηση, όμως, ότι η συνεχής ενασχόληση των ηλεκτρονικών ΜΜΕ με τα οικονομικά θέματα δεν μάς επιτρέπει να δώσουμε την δέουσα βαρύτητα και σε ορισμένες άλλες συζητήσεις, οι οποίες αναφέρονται σε άλλους τομείς της επικαιρότητος: Εθνικά θέματα, λαθρομετανάστευση, εγκληματικότητα, παιδεία, αξίες και ιδανικά για τους νέους μας, δημογραφικό, ο θεσμός της οικογένειας.

Αυτά και πολλά άλλα θα παραμείνουν ως προβλήματα και μετά την οικονομική κρίση. Τα οικονομικά θέματα είναι αναγκαίο να τα συζητούμε. Ιδίως όταν ακούονται διαφορετικές φωνές και όταν ασκείται τεκμηριωμένη κριτική στους εσφαλμένους κυβερνητικούς χειρισμούς.

Όμως δεν υπάρχει μόνον η οικονομία. Ούτε μπορώ να δεχθώ την καθαρά υλιστική λογική ότι η οικονομία είναι η βάση στην οποία κτίζονται όλα τα άλλα. Η Αρχαία Αθήνα είχε ανεπτυγμένη φιλοσοφική κίνηση όχι μόνον τον 5ο αιώνα, οπότε βρισκόταν σε οικονομική ακμή, αλλά και στην ελληνιστική περίοδο (3ο έως 1ο αιώνα π.Χ. ), όταν είχε παρακμάσει οικονομικά και τα σκήπτρα κρατούσαν άλλες πόλεις, όπως η Αλεξάνδρεια και η Ρώμη. Θεωρώ σημαντικό πρόβλημα το να μην υπάρχουν καθόλου χρήματα, αλλά θεωρώ εξίσου σημαντικό πρόβλημα το να ασχολείται μία κοινωνία ΜΟΝΟΝ με τα χρήματα.

Ας δούμε, λοιπόν, την κοινωνία μας και τον κόσμο πέραν της οικονομίας. Πόσο μελετήσαμε και πόσο σχολιάσθηκαν από την τηλεόραση τα αποτελέσματα των προσφάτων εκλογών στην Κύπρο, στα Σκόπια, στην Πορτογαλία; Πόσο κατανοήσαμε τις διεργασίες που γίνονται στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές δεν είναι γνωστό το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών στη γείτονα χώρα, αλλά αναμένεται και πάλι να κερδίσει το ελαφρό Ισλάμ του Ερντογάν. Θα παραμείνουμε στις επιφανειακές αναλύσεις που λέγουν ότι ο «καλός» Ερντογάν βάζει στο περιθώριο τους «κακούς» εθνικιστές Στρατηγούς ή θα αποφασίσουμε να δούμε τί κρύβεται πίσω από τον νέο Οθωμανισμό των Ερντογάν και Νταβούτογλου;



Μήπως τελικά είναι πιο επικίνδυνος ο επεκτατισμός με περιτύλιγμα και παραλλαγή παρά ο ξεκάθαρος και δεδηλωμένος εθνικισμός των στρατιωτικών; Κατ’ εμέ και οι δύο τάσεις είναι επικίνδυνες για τα εθνικά μας συμφέροντα, τώρα μάλιστα που κάποιοι στην Ελλάδα καλλιεργούν το ηττοπαθές επιχείρημα: Αφού δεν έχουμε χρήματα ας κάνουμε υποχωρήσεις απέναντι στους Τούρκους!

Πόσο αναλύσαμε τον περίπατο της συζύγου του Ερντογάν στη Θράκη μας; Μάς απασχόλησε άραγε ότι ο Τούρκος Ισλαμιστής Γκιουλέν άνοιξε σχολεία στην κατεχόμενη Κύπρο και αρχίζει να βάζει πόδι και στη Δυτική Θράκη; Έγινε καμία συζήτηση στην τηλεόραση για τη μεθοδευμένη αφελληνιστική δράση των αλβανικών αρχών που αφαιρούν την ελληνική εθνικότητα από τις ταυτότητες των Βορειοηπειρωτών; Όταν παραβιάζονται τα δικαιώματα ανυπάρκτων μειονοτήτων στη χώρα μας δεκάδες ΜΚΟ εμφανίζονται και φωνάζουν.

Όμως για τα δικαιώματα της πραγματικής ελληνικής κοινότητας που ζει στην Αλβανία ελάχιστοι φωνάζουν.

Ας είναι καλά ο Μητροπολίτης Κονίτσης κ. Ανδρέας και κάποια χριστιανικά σωματεία που μάς θυμίζουν τη συνεχιζόμενη καταπίεση του Ελληνισμού από όλες τις αλβανικές κυβερνήσεις.

Την Πέμπτη 9 Ιουνίου πάλι ένας αλλοδαπός φόνευσε ένα γεροντάκι για να το ληστέψει. Θυμόμαστε τη λαθρομετανάστευση και την εγκληματικότητα μόνο για μία –δύο ημέρες και μετά βάζουμε σε τρίτη μοίρα αυτά τα προβλήματα . Ούτε καν σε δεύτερη μοίρα.

Κι όμως η Ευρώπη, στην οποία ορθώς ανήκουμε και θα συνεχίσουμε να ανήκουμε, δεν τα υποβαθμίζει. Θα περίμενα αυτοί που μας πιέζουν να δείξουμε συναίνεση προς την κυβέρνηση «διότι αυτό ζητούν οι Ευρωπαίοι», να παραδεχθούν επίσης ότι επιτέλους θα πρέπει να φυλάξουμε καλύτερα τα σύνορά μας και να αρχίσουμε τους επαναπατρισμούς λαθρομεταναστών , διότι ΚΑΙ αυτό το ζητούν οι Ευρωπαίοι. Ορισμένοι στην Ελλάδα θέλουν μία Ευρώπη στα μέτρα τους. Μάς την θυμίζουν για να αποδεχθούμε κοινωνικώς άδικα μέτρα, αλλά την λησμονούν όταν πρόκειται να μιλήσουμε για τις αρνητικές συνέπειες της παράνομης μετανάστευσης. Το ότι όλη η Ευρώπη κατήργησε ως αποτυχημένη την πολυπολιτσμικότητα δεν μας το λένε τα ευρείας θεαματικότητος τηλεοπτικά δίκτυα. Δεν θα έπρεπε και αυτό να αποτελεί ένα από τα θέματα των τηλεοπτικών στρογγυλών τραπεζιών, αφού αφορά τον προσανατολισμό της παιδείας μας;

Όταν κάποτε με τη βοήθεια του Θεού και τις θυσίες του λαού μας ξεπεραστεί η κρίση, θα κατασταλάξει ο κουρνιαχτός και θα καθίσουμε ενώπιοι ενωπίοις με τα παιδιά μας. Και τότε η νέα γενιά θα μας πει: Δεν φτάνει που μάς χρεώσατε ισοβίως, αλλά μάς αφήσατε χωρίς αξίες και ιδανικά.

Προσωπικά πιστεύω ότι περισσότερο και από τα δανεικά, οι νέοι μας χρειάζονται σήμερα ιδανικά . Αξίες και πρότυπα ζωής βασισμένα στην αρχαιοελληνική, την Ορθόδοξη, τη νεώτερη, τη δημοκρατική παράδοση του Ελληνισμού.
Ο άνθρωπος μπορεί να αγωνιά πρωτίστως για τα υλικά ζητήματα, όμως οι ταγοί της κοινωνίας οφείλουν να καλλιεργούν το ήθος και το πνεύμα του ανθρώπου Για να μην εξοντωθούμε μεταξύ μας, όπως έγραψε προσφάτως ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ «ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΕΩΣ»


Ὑπό
π. Γεωργίου Τσέτση
Στό μήνυμα πού ἐξαπέλυσαν οἱ Προκαθήμενοι τῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων καί Αὐτονόμων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τά Χριστούγεννα τοῦ 2000, μέ τήν εὐκαιρία τῶν ἑορτασμῶν, στό Φανάρι καί τήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τοῦ Ἰωβηλαίου τῆς δισχιλιετοῦς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, μεταξύ ἄλλων εἶχαν ἀναφερθεῖ καί στό χρέος τους, ὡς ποιμένων, νά μεριμνοῦν «διά τήν διατήρησιν καί αὔξησιν τῆς ἑνότητος τῆς ἰδίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Τῆς ἑνότητος αὐτῆς τήν ὁποίαν «παρελάβομεν, ὅπως τόνιζαν, ἐκ τῶν πατέρων ἡμῶν ὡς ἑνότητα ἐν τῇ αὐτῇ πίστει, τῇ κοινῇ λατρείᾳ μάλιστα δέ ἐν τοῖς ἱεροῖς μυστηρίοις, καί κατ’ ἐξοχήν ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ» .

Ἡ Σύναξη, ὅμως, τῶν Προκαθημένων δέν ἀρκέσθηκε στήν γενική αὐτή διατύπωση. Ἀλλά προχωρώντας περαιτέρω, ἀποφάσισε, κατόπιν σχετικῶν διαβουλεύσεων, τήν σύσταση μιᾶς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς, ἐπιφορτισμένης μέ τήν ἐξέταση «λειτουργικῶν θεμάτων, πρός ἄρσιν ἀνεπιτρέπτων τινῶν διαφοροποιήσεων μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν εἰς τόν χῶρον τῆς λειτουργικῆς» .

Ἡ ὀρθή καί ἐπιβεβλημένη αὐτή προτροπή τῶν Προκαθημένων, θά ἦταν ἀσφαλῶς περιεκτικώτερη καί θά κάλυπτε ἕνα εὐρύτερο φάσμα τοῦ ὑπό ἐξέταση θέματος, ἄν τό πρόβλημα δέν ἐντοπιζόταν μόνο στίς λειτουργικές καί τελετουργικές ἐκεῖνες διαφοροποιήσεις πού παρατηροῦνται μεταξύ τῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων ἤ Αὐτονόμων Ἐκκλησιῶν. Διότι, διαφοροποιήσεις πού δέν προσβάλλουν τήν οὐσία τῶν τελεσιουργουμένων, ἀλλ’ ἀπηχοῦν εὐαισθησίες καί ἰδιαιτερότητες ἑνός συγκεκριμένου λαοῦ, πάντοτε ὑπῆρξαν στίς ἐπί μέρους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ὅπως ὑπάρχουν καί ἐφαρμόζονται, ἀπό ἀρχαιοτάτων ἤδη χρόνων, ἰδιαίτερες Τυπικές Διατάξεις, τόσο στόν χῶρο τῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς, ὅσο καί σέ ἐκεῖνο τῶν νεωτέρων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τοῦ Βορρᾶ καί τῆς Βαλκανικῆς, πού ἱδρύθηκαν μετά τόν η΄αἰῶνα. Ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Μητροπολίτης Γέρων Ἐφέσου Χρυσόστομος, ἡ «ἑνότης ἐν τῇ ποικιλίᾳ» πάντοτε ὑπῆρξε τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς κατά Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας .

Τό πρόβλημα μέ τό ὁποῖο βρίσκεται σήμερα ἀντιμέτωπη ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἔγκειται στίς τελετουργικές διαφοροποιήσεις οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν στήν λειτουργική πράξη τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν Ἑλληνικῆς, Ἀραβικῆς, Σλαβικῆς, Ρουμανικῆς, ἤ Γεωργιανῆς παραδόσεως, ἀλλά στόν αὐτοσχεδιασμό καί στήν λειτουργική «ἀκαταστασία» πού παρατηρεῖται στά πλαίσια καί μιᾶς μόνο Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ἀπό Μητρόπολη σέ Μητρόπολη, καί ἀπό Ἐνορία σέ Ἐνορία. Σέ βαθμό πού ὁ πιστός νά μήν εἶναι πλέον σέ θέση νά κρίνει ποιός ἐκ τῶν λειτουργῶν τηρεῖ τήν «τάξη», καί ποιός καινοτομεῖ!

Μέ τήν ἀνωτέρω ἀπόφασή τους, οἱ Προκαθήμενοι ὄχι μόνο ἐπικαιροποιοῦσαν τήν γνωμάτευση τῆς Προκαταρκτικῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού τό 1930 συνηγοροῦσε ὑπέρ μιᾶς ἑνιαίας τυπικῆς διατάξεως τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σύμφωνα μέ τήν Ἐκκλησιαστική Παράδοση , ἀλλά καί ἐπανέφεραν στήν ὀρθόδοξο «ἡμερησία διάταξη» τήν εἰσήγηση τῆς Α΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως τῆς Ρόδου (1961), πού προέβαλλε καί αὐτή τό θέμα ὄχι μόνο τῆς ὁμοιομορφίας τοῦ Τυπικοῦ, ἀλλά καί τῆς διορθώσεως τῶν Λειτουργικῶν κειμένων, ὅπως καί τῆς πληρέστερης συμμετοχῆς τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου στήν λατρεία, ἐνθαρρύνοντας συνάμα τήν ἐξεύρεση τῶν μέσων ἐκείνων πού θά συνέβαλλαν στήν στήριξη τῆς καθόλου λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας . Εἰσήγηση ἡ ὁποία, Κύριος οἶδε διατί, δέν συμπεριελήφθη τελικά στό πινάκιο θεμάτων τῆς ὑπό προπαρασκευήν Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Μέ τήν πρωτοβουλία τους λοιπόν αὐτή, οἱ Προκαθήμενοι ἔδιναν ἐκ νέου τό ἔναυσμα γιά μιά ἐμβάθυνση, σέ διορθόδοξο ἐπίπεδο, στό εὐρέως συζητούμενο σήμερα θέμα τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως» .

* * *
Ἡ ἐν λόγῳ ἐνέργεια τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων πρέπει νά χαιρετισθεῖ μέ ἰδιαίτερη χαρά καί ἱκανοποίηση. Καί τοῦτο διότι προϊόντος τοῦ χρόνου, ἀφ’ἑνός μέ τό πρόσχημα τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως», ἤ «λειτουργικῆς ἀνανεώσεως», ἤ ἀκόμη «λειτουργικῆς μεταρρυθμίσεως», καί ἀφ’ἑτέρου, μέ τήν ἄκριτη καί καταχρηστική ἐφαρμογή, ἀπό κληρικούς ὅλων τῶν βαθμῶν, τῆς νηφάλιας ὑποδείξεως τοῦ Τυπικοῦ «ὡς δόξει τῷ προεστῶτι» , παρεισέφρησαν στήν λατρεία μας ἐκκεντρικότητες καί παρατυπίες, πού «ὅσο κι’ ἄν φαίνονται εὐλαβεῖς καί ἐντυπωσιακές, δέν βρίσκουν ἔρεισμα στήν λειτουργική παράδοσι» .

Ὡστόσο, ἡ ὑπό σύσταση «Διορθόδοξος Ἐπιτροπή Λατρείας», προτοῦ χωρήσει στό σοβαρό καί ὑπεύθυνο αὐτό θέμα τῆς «λειτουργικῆς ἀνανεώσεως», προκειμένου ὅπως ἀντλήσει ἀπό τήν ἀρχαία λειτουργική μας παράδοση στοιχεῖα, πού μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἀτόνισαν, παρερμηνεύθηκαν ἤ καταργήθηκαν, καί ἐπανεισαγάγει αὐτά στήν σημερινή λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας, θά ἔπρεπε σέ μιά πρώτη φάση νά ἐπιβάλει κάποια τάξη καί «λειτουργική πειθαρχία» στά σήμερον ἀπειθαρχήτως τελεσιουργούμενα.

Μιά πρώτη προσπάθεια πρός τήν κατεύθυνση αὐτή θά ἦταν, ἀφ’ἑνός, ἡ ἐπαναφορά στήν προβλεπόμενη ἀπό τήν τυπική διάταξη φυσική τους θέση, τῶν οὐσιαστικῶν ἐκείνων στοιχείων τῆς Θείας Λειτουργίας, τά ὁποῖα μετατοπίσθηκαν, πρός ἐξοικονόμηση χρόνου ἤ μέ τό πρόσχημα τῆς «παρουσίας στό Ναό περισσοτέρων πιστῶν», χάνοντας τοιουτοτρόπως τόν συμβολισμό καί τήν σημασία τους. Καί ἀφ’ἑτέρου, ἡ ἐπάνοδος στήν ἀρχική τους θέση τῶν τελετουργικῶν ἐκείνων πράξεων, πού ἐνῶ ἀποτελοῦν μέρος αὐτοτελῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ ἡμερήσιου λατρευτικοῦ κύκλου, ὅπως ὁ Ἑσπερινός καί ὁ Ὄρθρος, ἐνσωματώθηκαν προϊόντως τοῦ χρόνου στήν Θεία Λειτουργία, χωρίς ὅμως νά ἔχουν ὁποιαδήποτε λειτουργική συνάφεια μέ αὐτήν. Καί τοῦτο, χάριν εὐκολίας, ἤ μέ τό ἴδιο πάντοτε πρόσχημα «νά ὑπάρχει περισσότερος κόσμος» κατά τήν τέλεσή τους!

Τό μέτρο αὐτό εἶναι, νομίζω, ἐπιβεβλημένο. Διότι
οἱ αὐθαίρετες μετατοπίσεις λατρευτικῶν στοιχείων ἀπό μιά Ἀκολουθία σέ ἄλλη, κυρίως δέ ἀπό τόν Ἑσπερινό ἤ τόν Ὄρθρο στήν Θεία Λειτουργία, διακόπτουν τήν φυσική ροή τῶν τελεσιουργουμένων, καί γενικά παραβιάζουν τήν Τυπική Διάταξη.

* * *
Πάμπολλες εἶναι σήμερα οἱ λειτουργικές παρατυπίες, οἱ ὁποῖες μέ τόν καιρό ἀπέβησαν, ἤ τείνουν νά ἀποβοῦν, «παράδοση». Καλύπτουν ἕνα εὐρύ φάσμα, πού μεταξύ ἄλλων ἀφορᾷ στήν φύση καί τόν τρόπο τῆς ἀρχιερατικῆς «συλλειτουργίας», τήν ἀμφίεση τῶν κληρικῶν κατά τήν τέλεση τῶν Μυστηρίων (κυρίως τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Γάμου), τόν τρόπο εὐλογίας τῶν Ἐπισκόπων καί τῶν Πρεσβυτέρων, τόν τρόπο μνημονεύσεως κατά τήν Θ. Λειτουργία ζώντων καί τεθνεώτων, τόν χρόνο καί τόν τρόπο τοῦ θυμιάζειν, ἤ ἀκόμη τόν τρόπο τοῦ ἀναπέμπειν εὐχές. Μεταξύ ὅμως τῶν πλέον ὀφθαλμοφανῶν παρατυπιῶν πού γίνονται σήμερα ἄκριτα καί ἀβασάνιστα, καί οἱ ὁποῖες ἀναστατώνουν τήν δομή τῆς Θείας Λειτουργίας καί ἀλλοιώνουν τήν οὐσία τῶν τελεσιουργουμένων, μπορεῖ νά ἀναφερθοῦν δειγματοληπτικά οἱ ἀκόλουθες:

α) Ἡ «κατόπιν ἑορτῆς» ἀνάγνωση, κατά τήν Πασχαλινή Θ. Λειτουργία, τοῦ Κατηχητικοῦ Λόγου τοῦ Ἱ. Χρυσοστόμου.

Ἡ μεταφορά τοῦ μεγαλειώδους αὐτοῦ Λόγου ἀπό τόν Ὄρθρο τοῦ Πάσχα στό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, (μετά τήν ὀπισθάμβωνο Εὐχή καί πρίν τήν ἀπόλυση), εἶναι ἀνεδαφική καί λειτουργικά ἀπαράδεκτη.

Εἶναι γνωστό ὅτι τά ἀρχαῖα Τυπικά ὥριζαν ὅπως ὁ Κατηχητικός αὐτός Λόγος ἀναγινώσκεται μετά τό Δοξαστικό τῶν Αἴνων «Ἀναστάσεως ἡμέρα...», δίκην προτροπῆς τοῦ λειτουργοῦ πρός τόν «εὐσεβή καί φιλόθεο» λαό νά συμμετάσχει μέ ἀγαλλίαση καί χαρά στό ἐντός ὀλίγου παρατεθησόμενο «συμπόσιον τῆς πίστεως», τήν Θεία Εὐχαριστία. Ἐπρόκειτο, καί πρόκειται φυσικά, γιά μιά πανηγυρική πρόσκληση στούς πιστούς, καί τῆς «ἑνδεκάτης» ἀκόμη ὥρας, νά εἰσέλθουν «εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου», νά γίνουν «κοινωνοί τῆς ἱερᾶς καί πνευματικῆς Τραπέζης, δεχόμενοι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Ἀναστάντος ″εἰς πίστιν ἀκαταίσχυντον, εἰς ἀγάπην ἀνυπόκριτον, εἰς πλησμονήν σοφίας″» . Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθή θεολογική καί λειτουργική ἑρμηνεία τοῦ ὑπέροχου αὐτοῦ πατερικοῦ κειμένου. Ὡς ἐκ τούτου, δέν εὐσταθεῖ ἡ «κατόπιν ἑορτῆς» ἀνάγνωσή του, ὅπως δέν ἔχει νόημα καί ἡ πρόσκληση τῶν πιστῶν στήν Θεία Εὐχαριστία, μετά τήν ὁλοκλήρωσή της! Διότι, ὅταν ὁ Ἱ. Χρυσόστομος ὁμιλεῖ γιά τήν «γέμουσα Τράπεζα» καί τό «συμπόσιον τῆς πίστεως», δέν ἀναφέρεται φυσικά στό ἑόρτιο πασχαλινό τραπέζι τοῦ κάθε νοικοκυριοῦ, τῆς ὁποιασδήποτε «κατ΄οἶκον ἐκκλησίας», ἀλλά σ’αὐτή τήν Τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας τήν ὁποία παραθέτει «Ἡ» Ἐκκλησία.

Λειτουργικά ὀρθή θά ἦταν ἡ ἀνάγνωση τοῦ Κατηχητικοῦ Λόγου ἄν ὄχι στήν ἀρχική του μετά τούς Αἴνους θέση, ὁπωσδήποτε προτοῦ οἱ πιστοί κληθοῦν νά προσέλθουν «μετά φόβου Θεοῦ» στήν μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἄν καί, μπροστά στήν συνήθεια πού ἐπεκράτησε ἐδῶ καί χρόνια στήν «Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα», ἀλλά καί στήν ἑλληνική ὀρθόδοξη διασπορά, νά φεύγουν δηλ. δρομαῖοι οἱ «φιλέορτοι πιστοί»(;!) ἀπό τήν Ἐκκλησία μέ τήν λαμπάδα στό χέρι, καί νά «τήκωνται ὡσεί κηρός ἀπό προσώπου πυρός» μόλις ἠχήσει τό «Χριστός Ἀνέστη», θά ἦταν ἴσως ἐνδεδειγμένο, καί ποιμαντικά ὠφέλιμο, ὁ Κατηχητικός αὐτός Λόγος νά ἀπαγγέλλεται εὐθύς μετά τήν ἐξαγγελία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Καί τοῦτο, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι τό πλήρωμα, ἴσως φιλοτιμούμενο, δέν θά «διεσκορπίζετο» ὅπως «οἱ ἐχθροί Αὐτοῦ», καί δέν θά ἐτρέπετο εἰς φυγήν «ἀπό προσώπου τοῦ Θεοῦ», ἀλλά θά εὐδοκοῦσε νά μετάσχει στήν πρώτη Εὐχαριστιακή Σύναξη τῆς καινῆς κτίσεως, στήν πασχαλινή αὐτή Θεία Λειτουργία, -ἀπαρχή καί πρότυπο τῆς κάθε Λειτουργίας-, προκειμένου νά βιώσει τό Μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως, νά κοινωνήσει «τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος» , νά μεταλάβει «Σῶμα Χριστοῦ» .

β) Ἡ μετάθεση τοῦ κηρύγματος ἀπό τήν κανονική του θέση, στήν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ.

Τό ὅτι ἡ θέση τοῦ κηρύγματος τοῦ Θείου λόγου, εἶναι εὐθύς μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, δέν ἐπιδέχεται συζήτηση. Περί τούτου μαρτυρεῖ ἡ ἀρχαία λειτουργική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, (πού, σημειωτέον, τηρεῖται μέχρι σήμερα στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅπως καί σέ πολλές ἄλλες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες), ἀλλά πρό πάντων αὐτή ἡ πρό τοῦ Εὐαγγελίου ἀναγινωσκομένη εὐχή, μέ τήν ὁποία ὁ λειτουργός δέεται ὅπως ὁ Φιλάνθρωπος Δεσπότης, «ἐλλάμψῃ...ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν...τό τῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς», καί «διανοίξῃ» «τούς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμούς, εἰς τήν τῶν εὐαγγελικῶν (Του) κηρυγμάτων κατανόησιν» . Κατανόησιν, στήν ὁποία θά συμβάλει ἀκριβῶς τό ὑπό τοῦ λειτουργοῦ ἐκφωνηθησόμενο κήρυγμα. Μέ τόν Θεῖο λόγο λοιπόν, πού πρέπει νά εἶναι κυρίως «ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν», ὁλοκληρώνεται τό πρῶτο, τό διδακτικό, μέρος τῆς εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, ἡ λεγομένη «λειτουργία τοῦ λόγου».

Ἡ μετάθεση λοιπόν τοῦ κηρύγματος τοῦ Θείου λόγου, ἀπό τήν φυσική του μετά τήν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν θέση, στήν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ, μέ τό ἴδιο πάντοτε πρόσχημα «νά ὑπάρχει ἐκκλησίασμα στό Ναό», ὄχι μόνο ἐπιφέρει «μιά παρέκβαση στήν ἱερουργία», καθώς εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ καθηγητής Ἰωάννης Φουντούλης, ἀλλά καί εἶναι ἀμφίβολο ἄν «διευκολύνῃ τόν πιστό στό νά σκέπτεται ἀποκλειστικῶς καί μόνο τήν ἀθάνατο τράπεζα τοῦ Κυρίου, τῆς ὁποίας θά κληθῇ νά μετάσχῃ» . Κυρίως σέ περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ κηρύττων, ἀντί νά ἑρμηνεύει τόν Θεῖον λόγον, φληναφεῖ ἀσυνάρτητα (σύνηθες φαινόμενο!), ἤ προβαίνει σέ κοινωνικοπολιτικά «μανιφέστα», (καί τοῦτο ὄχι σπάνιο δεῖγμα «κηρυκικῆς δεξιοτεχνίας»!), πού δέν ἁρμόζουν μέ τήν ἱερή στιγμή τῆς περισυλλογῆς τοῦ πιστοῦ καί τῆς προετοιμασίας του νά προσέλθει «μετά φόβου Θεοῦ» στήν Θεία Κοινωνία.

γ) Ἡ τέλεση μνημοσύνου, ὡς αὐτοτελοῦς ἱεροπραξίας, μετά τήν ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας.

Ὁ νεωτερισμός αὐτός, τόν ὁποῖο ἐπέβαλε, -μέ τήν ἀνοχή ὡς μή ὤφελε τοῦ ἱερατείου-, ἡ «ἐκβιομηχάνιση» ἀπό ἐξειδικευμένα Γραφεῖα Τελετῶν τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς ἱερουργίας, ἀποτελεῖ ἀνοσιούργημα καί, αὐτό τοῦτο, βλασφημία τῶν Θείων. Ἁπλούστατα διότι, ἡ ἐπιμνημόσυνος ἀκολουθία «εἰς μακαρίαν μνήμην καί αἰωνίαν ἀνάπαυσιν» ἑνός πιστοῦ, ἀποτελεῖ, ἀπό τούς χρόνους ἤδη τῆς πρωτογενοῦς Ἐκκλησίας, ἀναπόσπαστο μέρος τῆς Θείας Λειτουργίας.

Βασικό δίδαγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι ἡ «λογική καί ἀναίμακτος λατρεία» μιᾶς δεδομένης ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος δέν προσφέρεται μόνο ὑπέρ τῶν προσκομισάντων τά τίμια δῶρα ζώντων, ἀλλά καί ὑπέρ «πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ’ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου» πατέρων, μητέρων, ἀδελφῶν, ἀναδόχων καί ἡγουμένων ἡμῶν ἐν τῇ πίστει. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ λειτουργός, προετοιμάζοντας τά προτεθησομένα Τίμια Δῶρα, ἐπί τοῦ Δισκαρίου καί κάτω ἀπό τόν Ἀμνό καί τίς μερίδες τῆς Παναγίας καί τῶν ἐννέα Ταγμάτων, «καί λοιπάς προσφέρει μερίδας...ὑπέρ τοῦ προσενεγκόντος καί ὑπέρ ὧν τά δῶρα προσήγαγε, τελευταῖον δέ ὑπέρ τῶν ἐν Χριστῷ κοιμηθέντων» . Καί διά τοῦτο, ἐπίσης, μετά τήν Μικρά Εἴσοδο, ψάλλει τό ἀπολυτίκιο τῶν τεθνεώτων «Μνήσθητι Κύριε ὡς ἀγαθός τοῦ δούλου (τῆς δούλης) σου...», καί μνημονεύει, μετά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων, τό ὄνομα ἐκείνου ὑπέρ οὗ τελεῖται τό μνημόσυνο, δεόμενος ὅπως ὁ Θεός ἀναπαύσει αὐτόν «ὅπου ἐπισκοπεῖ τό φῶς τοῦ προσώπου Του» .

Τό μνημόσυνο δέν εἶναι ὑπόθεση ἰδιωτική τῆς οἰκογένειας ἤ τῶν φίλων τοῦ τεθνεῶτος, ἀλλά ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας εἶναι αὐτός μέλος διά τοῦ Βαπτίσματος. Διά τοῦτο ἀκριβῶς, ἡ λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας προβλέπει τήν τέλεση του μέσα στά πλαίσια τῆς Θείας Εὐχαριστίας κατά τήν ὁποία ἅπαντες, κλῆρος καί λαός, ζῶντες καί τεθνεῶτες, ἡ θριαμβεύουσα καί ἡ στρατευομένη Ἐκκλησία, γίνονται Σῶμα Χριστοῦ.

δ) Ἡ μεταφορά τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ τῶν Θεοφανείων, ἀπό τόν Ὄρθρο πρός τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας .

Ἡ αὐθαίρετη μετακίνηση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, ἀπό τόν Ὄρθρο στό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, μέ τήν δικαιολογία «νά εἶναι παρόντες οἱ καθυστερημένοι», λειτουργικά δέν εὐσταθεῖ, παραποιεῖ δέ τό νόημα τῆς ἱεροτελεστίας αὐτῆς.

Ὅπως ὁμιλοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν οἱ εὐχές τοῦ Ἁγιασμοῦ, καί γενικά ἡ ὅλη μεγαλειώδης ἀσματική ἀκολουθία τῆς Δεσποτικῆς αὐτῆς Ἑορτῆς, ὁ πιστός πού συμμέτεχει στήν Εὐχαριστιακή Σύναξη τῆς ἡμέρας αὐτῆς, δέν γίνεται κοινωνός τοῦ «βαπτισθησομένου» Χριστοῦ. Προτρέπεται πρῶτα, διαρκοῦντος τοῦ Ὄρθρου, νά γίνει μάρτυς τῆς Θεοφανείας. Καλεῖται νά δεῖ «τό ἀληθινόν φῶς» τό ὁποῖο «ἐπεφάνη καί πᾶσι τόν φωτισμόν δωρεῖται», καί νά θεωρήσει τόν «περιβάλλοντα τόν οὐρανόν ἐν νεφέλαις» νά περιβάλλεται «τά ρεῖθρα τά Ἰορδάνια» καί νά «καθαίρεται τήν ἡμῶν κάθαρσιν» . Καλεῖται ὁ πιστός νά βοήσει «ἁγίασον ἐμέ καί τά ὕδατα Σωτήρ ὁ αἴρων τοῦ κόσμου τήν ἁμαρτίαν» . Νά φωνήσει τό «ὁ ἐπιφανείς καί σώσας ἡμᾶς Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι» . Οὕτως ὥστε, κατά τήν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας, νά ἀξιωθεῖ νά γίνει κοινωνός καί ὅμαιμος τοῦ ἤδη ἐν Ἰορδάνῃ ἐπιφανέντος καί ὑπό τοῦ Προδρόμου βαπτισθέντος ἠγαπημένου Υἱοῦ τοῦ Πατρός, τοῦ Σταυρωθέντος δέ στή συνέχεια, καί παθόντος, καί ταφέντος καί ἀναστάντος διά τήν ἡμῶν σωτηρίαν Χριστοῦ. Παρέλκει λοιπόν νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι ἡ ἑτερόχρονη καί «κατόπιν ἑορτῆς» τέλεση τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἄνευ νοήματος.

ε) Ἡ λιτάνευση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στό τέλος τῆς Θ. Λειτουργίας τήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως καί τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως.

Ἡ μετατόπιση τῆς περιφορᾶς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀπό τό τέλος τῆς Δοξολογίας, ψαλλομένου τοῦ ἀσματικοῦ «Ἅγιος ὁ Θεός...», (καθώς προβλέπει ἡ Τυπική διάταξη), πρός τό τέλος τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως τῶν ἀνωτέρω ἑορτῶν, μέ τό ἴδιο πάντοτε πρόσχημα «νά ὑπάρχει κόσμος στό Ναό», δέν δικαιολογεῖται καί ἀποτελεῖ σολοικισμό. Διότι οἱ πιστοί, προτοῦ συμμετάσχουμε τῆς Θείας Λειτουργίας τῶν ἑορτῶν αὐτῶν, πρῶτον δεόμεθα τοῦ Κυρίου «ἀξιῶσαι πάντας ἡμᾶς τόν Σταυρόν τόν τίμιον προσκυνῆσαι, καί φθάσαι τήν ἀνάστασιν». Παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς παράσχει εἰρήνη, ἵνα «τά κοσμοσωτήρια φθάσαι πάνσεπτα πάθη, καί τήν λαμπράν καί κοσμοχαρμόσυνον προσκυνῆσαι τοῦ Πάσχα κυριώνυμον καί φωσφόρον ἡμέραν» .

Στόν Ὄρθρο λοιπόν τῶν ἑορτῶν αὐτῶν, ὁ πιστός καλεῖται πρῶτα νά προσκυνήσει τόν Τίμιο Σταυρό, νά «ἀπαρνηθεῖ ἑαυτόν» καί νά «ἄρει τόν Σταυρόν αὐτοῦ», γενόμενος τοιουτοτρόπως συνοδοιπόρος τοῦ πρός τό Πάθος πορευομένου Χριστοῦ (Ματθ.8, 34). Αὐτήν ἀκριβῶς τήν πρός τό ἑκούσιον Πάθος πορεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συμβολίζει ἡ Μεγάλη Εἴσοδος. Εἰκονίζει τήν εἴσοδό Του «στήν ἁγία Πόλη γιά νά ἱερουργήσει τό πανσεβάσμιο μυστήριο τῆς θυσίας Του» .

Ἐφ’ ὅσον λοιπόν ἡ Θεία Λετουργία εἶναι πάντοτε «Ἀναστάσιμο γεγονός», εἴτε τήν Κυριακή τελεῖται, εἴτε μιά ὁποιαδήποτε ἄλλη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, δέν ἔχει κανένα νόημα ἡ λιτάνευση τοῦ Σταυροῦ μετά τήν ὁλοκλήρωσή της. Τοὐτέστι σέ μιά στιγμή κατά τήν ὁποία οἱ πιστοί «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι...», προσκυνοῦμε καί δοξολογοῦμε τόν ἤδη εἰς τούς οὐρανούς «ὑψωθέντα» Κύριο.


στ) Ἡ μετάθεση τῆς εὐλογίας τῶν βαΐων ἀπό τόν Ὄρθρο τῆς Ἑορτῆς τῶν Βαΐων, πρός τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας.

Σολοικισμό ἀποτελεῖ καί ἡ αὐθαίρετη αὐτή καινοτομία, πού εἰσήχθη, κυρίως, στό χῶρο τῆς Διασπορᾶς, μέ τό ἴδιο πάντοτε ἐπιχείρημα τῆς παρουσίας περισσοτέρων πιστῶν στό Ναό.

Ὡστόσο, δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ τυπική διάταξη τῆς Ἑορτῆς αὐτῆς προβλέπει ἡ μέν εὐλογία τῶν βαΐων νά γίνεται στόν Ὄρθρο, μετά τά Ἐξαποστειλάρια, ἡ δέ διανομή τους στούς πιστούς εὐθύς ἀμέσως, κατά τήν διάρκεια τῶν Αἴνων. Καί τοῦτο διά νά εἶναι ἕτοιμος ὁ πιστός, ὅπως μέ τήν ἔναρξη τῆς Θ. Λειτουργίας ὑποδεχθεῖ συμβολικά, καθώς «ὁ πλεῖστος ὄχλος», τόν «μέλλοντα εἰσιέναι εἰς τήν Ἁγίαν Πόλιν» Χριστό, κρατώντας τά βαΐα τῶν φοινίκων καί συμπορευόμενος μέ Αὐτόν πρός τό Πάθος, εἰκονίζοντας τοιουτοτρόπως τήν συνανάβασή του «μέ τόν δοξασμένο Κύριο στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» . Ὅπως λέγει ὁ Ἀνδίδων Θεόδωρος, ἡ λιτάνευση τῶν Τιμίων Δώρων «καί ἡ τούτων πρός τό θυσιαστήριον εἴσοδος, κατά τό χερουβικόν, τήν ἀπό Βηθανίας πρός τήν Ἱερουσαλήμ δηλοῖ τοῦ Κυρίου εἰσέλευσιν» .

Τό ζητούμενο, λοιπόν, μέ τήν εὐλογία καί τήν διανομή τῶν κλάδων τῶν φοινίκων κατά τήν ἑορτή αὐτή, δέν εἶναι ἡ μετά τήν ἀπόλυση καί κατόπιν ἑορτῆς «ἔξοδος» τῶν πιστῶν ἀπό τόν Ναό κρατώντας βαΐα, ἀλλά ἡ «ὑποδοχή» τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς βαϊφόρους πιστούς, καί ἡ νοερῷ τῷ τρόπῳ «εἴσοδος» αὐτῶν στήν Ἱερουσαλήμ μαζύ μέ τόν «ἐρχόμενον πρός τό ἑκούσιον Πάθος» Κύριο, κατά μίμηση «τῶν Ἑβραίων παίδων», οἱ ὁποῖοι «ὡς βασιλεῖ καί νικητῇ τοῦ θανάτου τόν ὕμνον ἀνέφερον αἰσθητῶς» πρός τόν Κύριον Ἰησοῦν .

ζ) Ἡ εὐλογία τῶν ἄρτων (Ἀρτοκλασία) στό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας.

Ἡ πανάρχαια αὐτή λειτουργική πράξη, πού ἀνάγεται στούς χρόνους τῆς πρωτογενοῦς Ἐκκλησίας καί ἀποτελεῖ κατάλοιπο τῶν «ἀγαπῶν» τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων, ἀνέκαθεν εἶχε συνδεθεῖ μέ τήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ τῶν Ὁλονυκτιῶν, καί δέν εἶχε καμμία ἀπολύτως σχέση μέ τήν Θεία Λειτουργία. Ἐτελεῖτο κυρίως σέ πανηγύρεις Ναῶν καί Μονῶν, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ θαύματος πολλαπλασιασμοῦ ἀπό τόν Κύριο τῶν πέντε ἄρτων, εἰς εὐλογίαν δέ, ἀλλά καί θρέψιν, ἐκείνων πού συμμετεῖχαν στήν μακρά καί ἐξαντλητική ὁλονύκτιο ἀγρυπνία. Ὁ ἄρτος, ἐξ ἄλλου, ὡς βασικό στοιχεῖο τῆς σιτήσεως τοῦ ἀνθρώπου, πάντοτε «ἀπήλαυε...τῆς δεούσης τιμῆς ἐν τῷ χριστιανισμῷ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐθεωρήθη ὡς τό κατ’ἐξοχήν ὑπό τοῦ Κυρίου εὐλογηθέν εἶδος διατροφῆς» .

Στήν σημερινή λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ εὐλογία τῶν πέντε ἄρτων, καί τῶν λοιπῶν βασικῶν στοιχείων διατροφῆς τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ σίτου, δηλ., τοῦ οἴνου καί τοῦ ἐλαίου, συνεχίζει νά γίνεται σέ πανηγυρικούς Ἑσπερινούς, σέ Ὁλονυκτίες, ὅπως καί σέ Ὄρθρους μεγάλων ἑορτῶν, μέ τήν εὐχή ὅπως «ὁ εὐλογῶν καί ἁγιάζων τά σύμπαντα» Χριστός, εὐλογήσει τούς προσφερομένους ἄρτους, καί ἁγιάσει τοιουτοτρόπως «τούς ἐξ αὐτῶν μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους» Του .

Ἄν ὅμως σέ πανηγύρεις Ναῶν, ἡ τέλεση τῆς Ἀρτοκλασίας στό τέλος τοῦ Ὄρθρου μπορεῖ νά γίνει ἀποδεκτή κατ’ οἰκονομίαν, πρέπει νά θεωρηθεῖ ὀθνεία καί ἐκτός τόπου καί χρόνου, ἡ εὐλογία καί κλάσις τῶν ἄρτων στό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, μετά δηλαδή τήν κλάσιν καί τόν καθαγιασμόν τοῦ εὐχαριστιακοῦ «Ἄρτου τῆς ζωῆς» . Ὅπως ἔλεγε πολύ εὔστοχα ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Δωρόθεος, «τό ἔλασσον δέν ἕπεται τοῦ μείζονος»! Ἡ Θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ τήν κατακλεῖδα καί τό ἐπισφράγισμα τοῦ ἡμερήσιου λατρευτικοῦ κύκλου. Ὡς ἐκ τούτου, δέν ἐπιδέχεται κανένα «συμπλήρωμα» τύπου Ἀρτοκλασίας, δοθέντος ὅτι μετά τήν ὁλοκλήρωση τῆς ἀναιμάκτου Θυσίας, «ἤνυσται καί τετέλεσται» τό μυστήριον τῆς Θείας Οἰκονομίας, οἱ δέ μετασχόντες σ’αὐτήν, εἶδαν τῆς «Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τόν τύπον», ἐνεπλήσθησαν τῆς ἀτελευτήτου ζωῆς Του, καί ἀπήλαυσαν τῆς ἀκενώτου Του τρυφῆς .

* * *
Καί ταῦτα μέν ὅσον ἀφορᾷ στίς λειτουργικές παρατυπίες πού εἰσεχώρησαν βαθμιαίως στήν Λατρεία μας, καί οἱ ὁποῖες ἀλλοιώνουν τήν οὐσία τῶν τελεσιουργουμένων. Στό σημεῖο ὅμως αὐτό, θά ἦταν ἴσως ἐνδεδειγμένο νά ἀναφερθοῦν καί οἱ
κενοί περιεχομένου νεωτερισμοί ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι «εὐσεβείας» ἕνεκα, ἤ μέ τήν ἐντύπωση ὅτι συμβάλλουν στήν «λειτουργική ἀνανέωση», ἄρχισαν νά εἰσάγονται βαθμιαίως σέ Ἀκολουθίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Ἑβδομάδος. Νεωτερισμοί, πού δέν ἀποκλείεται σέ λίγο νά θεωρηθοῦν ἀπό τό πλήρωμα ὡς ἕνα «ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ» στοιχεῖο τῆς Ὀρθοδόξου λειτουργικῆς «παραδόσεως»! Ὁ λόγος, περί τῆς ἐνεργοῦ συμμετοχῆς τοῦ χοροστατοῦντος Ἀρχιερέως στήν λιτανεύση τοῦ Ἐσταυρωμένου κατά τόν Ὄρθρο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἤ στήν Ἀποκαθήλωση κατά τόν Ἑσπερινό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅπως καί περί τῆς τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ἐπί τοῦ Κουβουκλίου, πού βρίσκεται στό κέντρο τοῦ Σολέα.

Ἐν τούτοις, δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ἐν χρήσει σήμερα τυπική διάταξη τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ὁρίζει ὅπως, ἡ (σχετικά νέα, μόλις τό 1864 ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Σωφρόνιο θεσπισθεῖσα) τελετή τῆς περιφορᾶς τοῦ Σταυροῦ μετά τό ε΄ Εὐαγγέλιο τοῦ Ὄρθρου τῆς Μ. Παρασκευῆς , ὅπως καί ἡ τελετή τῆς Ἀποκαθηλώσεως, γίνεται ἀπό τό Πρεσβυτέριο καί ὄχι ἀπό τόν χοροστατοῦντα Ἀρχιερέα. Ἡ τυπική αὐτή διάταξη ἔχει κάποια ἐξήγηση. Καί αὐτή εἶναι ὅτι, ὁ ἐπί τοῦ Θρόνου «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ» ἱστάμενος Ἀρχιερεύς, δέν μπορεῖ νά λιτανεύει τό σῶμα Ἐκείνου τόν ὁποῖον αὐτός εἰκονίζει! Οὔτε δέ νά «ὑποδύεται» τόν ἀπό Ἀριμαθαίας Νικόδημο καί νά προβαίνει, τρόπον τινά, στήν «ἰδίαν αὐτοῦ ἀποκαθήλωση»!

Παρόμοιες, «εὐλαβεῖς» θεωρούμενες, ἐκδηλώσεις, δέν ἔχουν κανένα ἐκκλησιολογικό καί θεολογικό ἔρεισμα. Ὅπως δέν ἔχει θεολογικό ὑπόβαθρο καί ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου στόν σολέα καί πάνω στό Κουβούκλιο, προφανῶς μέ τήν ἐσφαλμένη ἐντύπωση ὅτι τοῦτο συμβολίζει τόν Τάφο τοῦ Κυρίου! Τό Κουβούκλιο εἶναι ἁπλῶς ἕνα «προσκυνητάρι», ἐπί τοῦ ὁποίου, κατά τόν Ἑσπερινό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τοποθετεῖται πρός προσκύνηση ἡ κεντητή ἤ ἐπί ξύλου ἁγιογραφημένη εἰκόνα τοῦ Ταφέντος Χριστοῦ. Ὁ κατ’ ἐξοχήν Τάφος τοῦ Κυρίου, «τό καινόν αὐτοῦ μνημεῖον», κυρίως κατά τήν συγκεκριμένη αὐτή ἅγια ἡμέρα τοῦ ἐνιαυτοῦ, εἶναι αὐτή ἡ Ἁγία Τράπεζα, ὅπου εἶναι ἐναποτεθειμένη, ἀπό τόν Ὄρθρο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου μέχρι τήν Ἀπόδοση τοῦ Πάσχα, ἡ εἰκόνα τοῦ Ἐπιταφίου.

Λόγου γενομένου ὅμως περί Ἀποκαθηλώσεως, θά ἔπρεπε ἴσως νά παρατηρηθεῖ ὅτι καί
ἡ ἐπ’ ἐσχάτων, ἐκτός Ναοῦ καί ἐκτός Ἱερᾶς Ἀκολουθίας τελούμενη «ἀναπαράσταση» τῆς Ἀποκαθηλώσεως, εἶναι ἐντελῶς ξένη πρός τό ὀρθόδοξο λειτουργικό ἦθος! Ἡ ἐν λόγῳ δυτικῆς ἐμπνεύεως «ἀναπαράσταση», πού γίνεται κατά μίμηση προφανῶς τῶν ἀνά δεκαετία στό Oberammergau τῆς Βαυαρίας ὀργανουμένων λαϊκῶν (θεατρικῶν) παραστάσεων τοῦ Πάθους, δέν προσφέρει ἀπολύτως τίποτε στόν ὀρθόδοξο πιστό. Ἡ ὅλη ἀτμόσφαιρα τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, εἰδικώτερα δέ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, εἶναι τόσο φορτισμένη ἀπό συγκίνηση, κατάνυξη καί θρησκευτική εὐλάβεια, ὥστε νά παρέλκει ἡ παρεμβολή κάθε ἐπιπρόσθετου, «δῆθεν» λατρευτικοῦ, στοιχείου τήν ἡμέρα αὐτή. Καί βέβαια, μπορεῖ νά παρατηρηθεῖ συναφῶς ὅτι, ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἕνα θρησκευτικοῦ περιεχομένου δράμα, ἐκτελούμενο ἀπό ἠθοποιούς, καί ἕτερο, τό ἀπό λειτουργούς τοῦ Ὑψίστου τελεσιουργούμενο «Θεῖον Δράμα».

* * *
Τό Β΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο, πού εἶχε συνέλθει στόν Βόλο, ἀπό 22-25 Ὀκτωβρίου 2000, στά πλαίσια τῆς συνεχιζόμενης στόν ἑλλαδικό χῶρο ἔρευνας γύρω ἀπό ἐπίκαιρα λειτουργικά θέματα, μεταξύ ἄλλων εἶχε ὑπογραμμίσει ὅτι μέ τόν ὅρο «λειτουργική ἀναγέννηση» δέν πρέπει νά ἐννοεῖ κανείς «κάποιας μορφῆς καινοτομία, ἀλλά ἀναβάπτιση στόν λειτουργικό πλοῦτο τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας, μέσα στά δεδομένα τῆς σύγχρονης ζωῆς» . Καί εἶχε ἀπόλυτο δίκαιο.

Πρέπει νά παρατηρηθεῖ ὅμως, ὅτι «Λειτουργική ἀναγέννηση» καί «ἀναβάπτιση» στόν ἀρχαῖο πλοῦτο τῆς Ἐκκλησίας, δέν σημαίνει ἀπαραιτήτως μετατόπιση τοῦ Ἐωθινοῦ Εὐαγγελίου ἀπό ἕνα σημεῖο σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ Ὄρθρου, ἤ ἀνάγνωση εἰς ἐπήκοον ὅλων τῶν «μυστικῶν εὐχῶν» τῆς Ἀναφορᾶς, ἤ, ἀκόμη, συμμετοχή τοῦ πληρώματος στήν ψαλμωδία. Οὔτε, φυσικά, σημαίνει ἐπαναφορά στήν λατρεία στοιχείων τά ὁποῖα ἔπαυσαν πλέον νά ἔχουν τήν σημασία πού εἶχαν πρό δεκαπέντε αἰώνων, ὅπως π.χ. ἡ ὑπέρ τῶν κατηχουμένων Ἐκτενής δέηση. Πραγματική «ἀνανέωση» στήν Λατρεία μας θά ἐπραγματοποιεῖτο σέ περίπτωση κατά τήν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στό σύνολό της ἀποφάσιζε ὅπως
στό ἑξῆς ἡ προσκομιδή (μέ τήν ἔννοια τῆς προσφορᾶς καί ὄχι τῆς προετοιμασίας) τῶν πρός καθαγιασμό προσφερομένων Τιμίων Δώρων καί ἡ προετοιμασία τους (μέ τήν σημασία τῆς σήμερα τελούμενης «Προσκομιδῆς»), γίνεται, σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία λειτουργική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στά πλαίσια τῆς Θείας Λειτουργίας ὡς ἀναπόσπαστο μέρος αὐτῆς, ὄχι δέ ἐκτός Λειτουργίας καί ὑπό μορφή μιᾶς ἰδιαίτερης ἱεροτελεστίας.

Ἡ διάταξη τῆς Θείας Λειτουργίας, ἔτσι ὅπως διαμορφώθηκε μετά τόν ιγ΄ αἰώνα, καί ἱερουργεῖται σήμερα στούς ἀνά τήν οἰκουμένη ὀρθοδόξους Ναούς, παρουσιάζει τήν ἑξῆς παραδοξότητα. Σέ μία αὐτοτελῆ δηλ. Ἱερά Ἀκολουθία, στόν Ὄρθρο, παρεμβάλλεται μιά ἄλλη, αὐτοτελής καί αὐτή (μέ ἔναρξη καί ἀπόλυση) Ἀκολουθία, τοὐτέστιν ἡ λεγόμενη «Προσκομιδή», κατά τήν ὁποία «θύεται ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ» καί «αἴρεται ἀπό τῆς γῆς ἡ ζωή αὐτοῦ» . Τό παράδοξο εἶναι ὅτι ὁ ἤδη τεθυμένος Ἀμνός, στήν συνέχεια λιτανεύεται ὡς προσκομιζόμενο (τοὐτέστι προσφερόμενο) Δῶρο, κατά τήν Μεγάλη Εἴσοδο τῆς Θείας Λειτουργίας, προκειμένου ὅπως προτεθεῖ ἐπί τῆς Ἁγίας Τραπέζης καί ἀρχίσει τοιουτοτρόπως ἡ προσφερόμενη ἀπό τόν λειτουργό «Ἀναίμακτος Θυσία». Μέ τόν τρόπο ὅμως αὐτό δίδεται ἡ ἐντύπωση ὅτι τό ἱερατεῖο προβαίνει σέ δύο θυσίες! Μιά ἀνολοκλήρωτη, ἐκείνη τῆς «Προσκομιδῆς», καί μιά «τετελειωμένη», ἐκείνη δηλ. τήν ὁποία προσφέρει κατά τήν Ἀναφορά τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Πρός ἀποφυγή τοῦ σολοικισμοῦ αὐτοῦ, θά ἦταν λειτουργικά ὀρθό, ἡ προσκομιδή τῶν πρός καθαγιασμό προσφερομένων Δώρων καί ἡ πρόθεσή τους ἐπί τῆς Ἁγίας Τραπέζης, νά γίνεται, κατά τό πρότυπο τῆς Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, εὐθύς μετά τά ἀναγνώσματα καί τό κήρυγμα, οὕτως ὥστε, ψαλλομένου τοῦ Χερουβικοῦ, ὁ ἱερουργός νά ἔχει τήν ἄνεση νά προβεῖ στήν προετοιμασία τῶν καθαγιασθησομένων Δώρων. Ἔτσι θά ὑπάρχει κάποια ἀλληλουχία καί λογική στήν προσφερόμενη ἀπό τήν Ἐκκλησία «Λογική Λατρεία» .

Τό συχνά προβαλλόμενο ἐπιχείρημα ὅτι, ἄν ξαναεισαχθεῖ στήν Θεία Λειτουργία τό παλαιό αὐτό τελετουργικό, ἐνδέχεται νά ἐπιμηκυνθεῖ ἡ διάρκεια της, δέν πείθει.
Χρόνος μπορεῖ νά ἐξοικονομηθεῖ ἄν τό κήρυγμα εἶναι σύντομο καί περιεκτικό, ἄν οἱ χοροί ψάλλουν στό σωστό ρυθμό καί χρόνο, καί ἄν οἱ λειτουργοί ὅλων τῶν βαθμῶν, ὅσο καλλίφωνοι καί ἄν εἶναι, ἀπαγγέλλουν εὐλογίες, ἐκφωνήσεις καί συναπτές σέ ὕφος σεμνό καί ἀπέριττο, ἀποφεύγοντας ἀτέλειωτους λαρυγγισμούς, ψιμύθια, «κορῶνες» καί «γραμμές», συχνά δανεισμένες ἀπό ρεπερτόρια λαϊκῶν τραγουδιστῶν!

* * *
Ὡστόσο, πρέπει νά ὁμολογηθεῖ ὅτι ἐπιστροφή στίς πηγές καί «ἀναβάπτιση» στόν λειτουργικό πλοῦτο τῆς πρωτογενοῦς Ἐκκλησίας, χωρίς τήν κατάλληλη προετοιμασία καί λειτουργική ἐπιμόρφωση τῶν πιστῶν, εἶναι ἕνα ριψοκίνδυνο ἐγχείρημα, τό ὁποῖο ἐνδέχεται νά προκαλέσει σκανδαλισμό καί νά ὁδηγήσει στόν κατακερματισμό τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, καθώς ἀπέδειξε ἡ ἀπόπειρα, τόν 17ο αἰῶνα, τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Νίκωνος, νά διορθώσει τά γεμᾶτα ἀπό πλάνες λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας. Ἀπόπειρα ἡ ὁποία ἐτάραξε γιά πολύ καιρό τήν Ἐκκλησία αὐτή καί κατέληξε στό σήμερα διαιωνιζόμενο ὀδυνηρό σχίσμα τῶν Παλαιοπίστων, τῶν γνωστῶν καί ὡς Ρασκολνίκων .

Τό βασικό ἐρώτημα εἶναι ἐάν καί κατά πόσο μπορεῖ νά ἐπιχειρηθεῖ σήμερα κάποια «λειτουργική ἀναγέννηση» μέ μιά ἐπιστροφή στίς πηγές, χωρίς τόν κίνδυνο νά ἐμφανισθοῦν στό ὀρθόδοξο στερέωμα ποικίλων εἰδῶν «νεο-ρασκόλνικοι», ἕτοιμοι νά δημιουργήσουν ταραχές καί σχίσματα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἐρώτημα εἶναι ἄν ἕνας Ὀρθόδοξος πιστός, εἴτε Ἕλληνας εἶναι αὐτός, εἴτε Ρῶσσος, ἤ Ἄραψ, ἤ Πολωνός, ἤ Φιλλανδός, ὁ ὁποῖος εἶναι πλέον ἐξοικειωμένος μέ τόν ἐν ἰσχύει λειτουργικό τύπο , καί ἔχει ἴσως τήν ἐντύπωση ὅτι τά τελεσιουργούμενα σήμερα ἀποτελοῦν παλαιά Παράδοση καί εἶναι πανομοιότυπα μέ ἐκεῖνα πού ἐτελοῦντο κατά τούς Ἀποστολικούς χρόνους, θά ἦταν ἔτοιμος καί διατεθειμένος νά δεχθεῖ ἀνεπιφύλακτα τήν ἐκ μέρους τῆς ποιμαινούσης Ἐκκλησίας εἰσαγωγή στήν λατρεία στοιχείων εἰλημμένων ἀπό τήν ἀρχαία λειτουργική πράξη, χωρίς νά θεωρήσει ὅτι αὐτά ἀποτελοῦν καινοτομίες νεωτεριζόντων κληρικῶν καί λειτουργιολόγων . Ὅπως παρατηροῦσε πρίν μερικά χρόνια ἡ φίλη Καίτη Χιωτέλλη, ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς συζητήσεως γύρω ἀπό τό θέμα τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως», τό ἐρώτημα εἶναι πῶς ἡ Ἐκκλησία θά μποροῦσε σήμερα «νά μετακινήσει τόν ὀγκόλιθο τῆς ἄγνοιας, τῶν προλήψεων, τῶν συνηθειῶν τῶν ἐκκλησιαζομένων, πού εἶναι ἕτοιμοι νά ἀντιμετωπίσουν μέ καχυποψία κάθε προσπάθεια πού θά τολμοῦσε νά ξυπνήσει τήν καθησυχασμένη τους συνείδηση» ;

Πρίν ἀπό τρεῖς καί πλέον δεκαετίες, καί σέ ἐποχή κατά τήν ὁποία ξαναγινόταν λόγος περί «λειτουργικῆς ἀνανεώσεως», μέ ἀφορμή τίς τομές πού εἶχε κάμει στήν λατρεία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἡ Β΄Βατικανή Σύνοδος, ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος, παραπέμποντας σέ χειρόγραφες σημειώσεις τοῦ καθηγητοῦ τότε, καί μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἱερωνύμου Κοτσώνη, παρατηροῦσε ὅτι σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξο ἀντίληψη, «Λειτουργική ἀνανέωση» σημαίνει κυρίως νά καταστήσουμε «προσιτήν εἰς εὐρύτερα στρώματα πιστῶν τήν παραδεδομένην λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας, πρός βαθυτέραν κατανόησιν καί πρός συμμετοχήν περισσοτέρων εἰς αὐτήν, εἰς ἐποικοδομήν καί πρός ἐνίσχυσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς μορφώσεως τῶν πιστῶν» . Καί ἔτσι εἶναι! «Λειτουργική ἀναγέννηση» ἤ «ἀνανέωση» δέν μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ παρά μόνο μέ τήν κατάλληλη διαφώτιση τοῦ εὐσεβοῦς μέν, ἀλλά στήν πλειοψηφία του λειτουργικά ἀπαίδευτου πληρώματος, τό ὁποῖο εἶναι καιρός πλέον νά συνειδητοποιήσει ὅτι λατρεία δέν σημαίνει «τυπολατρία», ἀλλά συνειδητή συμμετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.

Τό «πῶς» καί «σέ τί» ἀκριβῶς πιστεύει σήμερα ὁ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Ὀρθόδοξος, εἶναι ἕνα οὐσιῶδες καί ἐπίκαιρο ἐρώτημα, τό ὁποῖο πρέπει νά προβληματίσει σοβαρά τήν ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία। Ἡ πρό ἑξαετίας ἀπό τούς Προκαθημένους τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν μας προταθεῖσα «Διορθόδοξος Ἐπιτροπή Λατρείας», ἀποτελεῖ, χωρίς ἀμφιβολία, τό κατάλληλο «Φόρουμ» γιά ἕνα τέτοιο προβληματισμό.

το βρήκαμε εδώ

Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ



ΧΡΗΣΤΟΥ Γ। ΓΚΟΤΣΗ

Γι τ δγμα τς Αγας Τριδος, κτς π τς ρητς μαρτυρας τς Καινς Διαθκης, χομεν κα παινιγμος ες τν Παλαιν Διαθκην. Ενας π ατος τος παινιγμος εναι κα μφνισις το Θεο ες τν ᾿Αβραμ π τν μορφν τριν νδρν.

Οπως μς πληροφορε τ βιβλον τς Γενσεως (18,1 ξ.), ν ᾿Αβραμ κθητο πλησον τς δρυς Μαμβρ, που εχε στσει τν σκηνν του, τν πεσκφθησαν τρες γνωστοι ες ατν νδρες. Ο Πατριρχης τος πεδχθη μ γκαρδιτητα κα γπην, παρ᾿ λον πο το σαν γνωστοι. ᾿Ακολοθως τος παρθεσε πλουσαν τρπεζαν. Κατ τν συζτησιν ο μυστηριδεις πισκπται νγγειλαν ες τν ᾿Αβραμ τι γυνακα του Σρρα θ πκτα παιδ ντς νς τους, πως κα γινεν.

Ο Πατρες τς ᾿Εκκλησας ες τ βιβλικν ατ γεγονς εδον μαν προτπωσιν το μυστηρου τς Αγας Τριδος, τ ποον πεκαλφθη πλρως ες τν Καινν Διαθκην. Δι τοτο νωρτατα φιλοξενα το ᾿Αβραμ πεικονσθη ες σχετικν εκνα. ᾿Επειδ ες τν συνχειαν τς βιβλικς διηγσεως ο δο π τος τρες νδρας μφανζονται ς γγελοι, πεκρτησε ν εκονζωνται κα ο τρες ες τν φιλξενον τρπεζαν το ᾿Αβραμ μ τν γγελικν μορφν των. Εναι λλωστε πεικνισις ατ νας ραος τρπος ν παρουσιασθον ο τρες νδρες ς ορνιοι πισκπται.

Μα ττοια εκν πρχε κα τιμτο ες τος ρχαους καιρος ες τ μρος, που γινεν Φιλοξενα το ᾿Αβραμ κατ τν μαρτυραν το Εσεβου το Καισαρεας (+339). “Ο γρ τ ᾿Αβραμ πιξενωθντες ( = φιλοξενηθντες) π γραφς νακεμενοι, δο μν κατρωθεν, μσος δ κρεττων περχων τ τιμ· εη δ᾿ ν δεδηλωμνος μν Κριος ατς, μτερος σωτρ, ν κα ο γντες σβουσιν, τ θεα λγια πιστομενοι” (Εαγγελικ ᾿Απδειξις Ε´ ΙΧ).

Η περοχ το μσου γγλου πεκρτησεν ες πολλς εκνας τς Φιλοξενας. Τοτο δ φελεται ες τν ρμηνεαν, πο δωκαν μερικο Πατρες τς ᾿Εκκλησας (᾿Ιωννης Χρυσστομος, ᾿Ιωννης Δαμασκηνς) ες τ γεγονς. Ο Πατρες δηλαδ ατο εδον ες τν Φιλοξεναν το ᾿Αβραμ τν μφνισιν το ᾿Ιησο Χριστο συνοδευομνου π δο γγλων, ν λλοι (Κριλλος ᾿Αλεξανδρεας, ᾿Αμβρσιος Μεδιολνων) ρμνευσαν τν πσκεψιν τν τριν νδρν ς προτπωσιν λοκλρου τς Αγας Τριδος.

Ο Καθηγητς κα ᾿Ακαδημαϊκς ᾿Αν. ᾿Ορλνδος, περιγρφων σχετικν τοιχογραφαν το παρεκκλησου τς Παναγας τς Ι. Μονς Αγου ᾿Ιωννου το Θεολγου Πτμου, σημεινει: “Αξιον παρατηρσεως εναι, τι μσος γγελος ο μνον ες μγεθος περχει τν δο λλων λλ κα μνον ατς κρατε ελητν. Τοτο μως ποτελε χαρακτηριστικν στοιχεον τς εκονογραφας το Χριστο, δη π τν πρτων χριστιανικν χρνων, δι᾿ κα πετθηταν μλιστα φρει οτος περ τν κεφαλν κα νσταυρον φωτοστφανοντι συμβολζει τν Χριστν κατ᾿ λλους παλαιοτρους τν Θεν Πατρα”.

Ες τν δευτραν περπτωσιν πο ο γγελοι εκονζονται πριξ τς τραπζης σοκφαλοι, χωρς δηλαδ δικρισιν μεγθους κα λλων χαρακτηριστικν, εκν θλει ν δηλσ τν σοτιμαν τν Προσπων τς Αγας Τριδος.

Η πατερικ ρμηνεα τς Φιλοξενας το ᾿Αβραμ ς συμβολισμο τς Αγας Τριδος πρασε κα ες τ τροπρια τς ᾿Εκκλησας μας. Ετσι να τροπριον τς Κυριακς το Παραλτου παρουσιζει ραιτατα τν συμβολισμν: “Μτοικος πρχων ᾿Αβραμ, κατηξιθη τυπικς ποδξασθαι, νικν μν Κριον ν τρισν ποστσεσιν, περοσιον, νδρικας δ μορφσεσιν” (Κανν Μεσονυκτικο, δ ς´).

Η εκν τς Αγας Τριδος ες τν ᾿Ορθδοξον ᾿Εκκλησαν χει δο τπους: Ο νας εναι παρστασις τν τριν γγλων κα φρει τν πιγραφνΗ Αγα ΤριςΗ Φιλοξενα το ᾿Αβραμ”.

Ο δετερος τπος εναι παρστασις τν τριν Προσπων τς Αγας Τριδος, δηλαδ το Πατρς ς γροντος, το Υο πο εκονζεται κ δεξιν Του κα το Αγου Πνεματος ν εδη περιστερς. Ο τπος ατς τς πεικονσεως τς Αγας Τριδος, πως παρατηρε Γ. Σωτηρου, “ναφρεται ες τος σχτους βυζαντινος κα διατατα ες μεταβυζαντινος χρνους κ δυτικς πιδρσεως”.

Ες τν βυζαντινν γιογραφαν Πατρ δν εκονζεται, λλ᾿ ντιπροσωπεεται κατ καννα π το Χριστο δι δο λγους: Πρτον, διτι Πατρ δν φρεσε σρκα, πως Υἱός μ τν ᾿Ενανθρπησν Του κα συνεπς οδες χει δει τν Θεν-Πατρα. Δετερον, διτι καστον Πρσωπον τς Αγας Τριδος εναι λκληρος Θες. ᾿Εξαρεσις το καννος ατο εναι παρστασις το Θεο-Πατρς ςΠαλαιο τν μερν”. Ο χαρακτηρισμς ατς χει ληφθ π τ προφητικν βιβλον το Δανιλ (κεφ. 7ον) κα δηλνει τν αωνιτητα το Θεο.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ

Η εκν, πο ερσκεται ες τ Βυζαντινν Μουσεον ᾿Αθηνν κα εναι το 16ου αἰῶνος, φρει τν πιγραφν “Η ΕΝ Τ ΣΚΗΝ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ ΤΗΣ ΖΩΑΡΧΙΚΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΦΑΝΕΡΩΣΙΣ”. Πριξ μις ρθογωνου τραπζης μ καγκελλωτν γκρσιον νοιγμα ες τν μπροσθαν πλευρν κθηνται ο τρες γγελοι. Κρατον τ σκπτρ των κα οραννουν τν γν μ τν γλυκασμν τς ραιτητος τν προσπων των, τν εγνειαν τς κφρσεως, τν γαλνην τς στσες των κα τν σιγν το μυστηρου, πο μπνει παρουσα των. Ο φωτοστφανοι, πο περιβλλουν τς κεφαλς των, φωτζουν κα λαμπρνουν τν σκηνν.

Οπισθεν τν γγλων διακονον ο οκοδεσπται. ᾿Αριστερς πρς τν θεατνεκονζεται ᾿Αβραμ μ τν πλουσαν γενειδα του, τν μακρν κμην του κα τ πλατ πρσωπν του. Κρατε μισφαιρικν δοχεον κα μ τν κλσιν το σματς του κφρζει τν φιλξενον διθεσν του, τν προθυμαν του ν περιποιηθ κα ν εχαριστσ τος πισμους ξνους του.

᾿Απναντι π τν ᾿Αβραμ, ες τ δεξι τς εκνος, παριστνεται Σρρα. Κρατε κα ατ πιτραπζιον σκεος. Τ βλμμα της εναι στοχαστικν. Η πληροφορα τι θ πκτα τκνον, παρ᾿ λην τν γεροντικν της λικαν, τς φρει ερος στοχασμος.

᾿Επαναλαμβνει σως ν σιγ τος λγους νς κ τν φιλοξενουμνων της: “Μ δυνατσει παρ τ Θε ρμα; ( = πρχει δνατον πργμα δι τν Θεν;)” (Γεν. 18, 14).

Τν εκνα μας κλεουν τ ες τ βθος εκονιζμενα δο οκοδομματα κα δο δνδρα.

Τν παρστασιν φαιδρνουν ο ραοι χρωματικο συνδυασμο τν νδυμτων τν προσπων, ν πιτυχς πτυχολογα τν ξιδανικεει κα τν ξαϋλνει.

Η λη σκην παρουσιζει μαν τελετουργικν μεγαλοπρπειαν. Οταν φιλοξενα το ᾿Αβραμ πλνεται π τοιχογραφας, κανονικς ερσκεται ντς το Ιερο Βματος, πνω π τν Πλατυτραν. Τοτο δ γνεται διτι παρστασις συνδεται μ τ Μυστριον τς θεας Εχαριστας.

πό τό βιβλίο:
«Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ
ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ»

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)