Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΑΠΟΒΛΕΠΕΙ ΕΙΣ ΜΙΑΝ «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ»;



Του ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ


1Η Μετάφραση της Αγίας Γραφής στη Νεοελληνική έφερε στο φως, κατά την δεκαετία του 1830, όλα τα ακανθώδη προβλήματα του νεωτέρου Ελληνισμού, στο επίκεντρο των οποίων βρισκόταν η σχέση με την παράδοση και ο κίνδυνος αλλοτριώσεως της εθνικής ταυτότητας, στην ακατάσχετη μανία του εξευρωπαϊσμού Μία πτυχή της προβληματικής ήταν ο λόγος «περί Νεοελληνικής Εκκλησίας». Ένας οξύτατος διάλογος αναπτύχθηκε μεταξύ των εγκριτοτέρων Θεολόγων της εποχής, διεξαγόμενος μέσω μαχητικών εκδόσεων, με αποτέλεσμα όλη η ικμάδα των εθνικών δυνάμεων να δαπανηθεί σε αδιέξοδους αγώνες, σε εποχή ιδιαίτερα κρίσιμη για την οργάνωση και ευστάθεια του αδύνατου ελληνικού Κράτους. Θα παραθέσουμε, τα κύρια σημεία, μιας πρόσφατης μελέτης μας, διότι έχει άμεση σχέση με τις σημερινές καινοτομίες
...

Ο ομόψυχος συνεργάτης και συναγωνιστής του Κ. Οικονόμου, ιεροκήρυξ Γερμανός, εκδότης της «Ευαγγελικής Σάλπιγγος», απάντησε σε δημοσίευμα του Φαρμακίδη, κατηγορώντας τον, μεταξύ άλλων, ό­τι τις απόψεις του για την Παλαιά Διαθήκη δεν τις στήριζε στο κανονικό και επίσημο κείμενο της μεταφράσεως των Ο’, αλλά στην πρόσφατη μετάφραση της βιβλικής Εταιρείας, στην οποία βασικός συνεργάτης ήταν και ο Νεόφυτος Βάμβας. Στο κείμενο του Γερμανού υπήρχε και η επισήμανση, ότι, η επιλογή του Φαρμακίδη, όπως και η νέα μετάφραση, έγιναν «επί χρησταίς ελπίσι διά μίαν Νεοελληνικήν Εκκλησίαν». Ο Φαρμακίδης θεωρώντας το κείμενο του Γερμανού γραμμένο από τον Οικονόμο, απάντησε το ίδιο έτος με το έργο του «Ο ψευδώνυμος Γερμανός», επιμένοντας στην χρήση, για επιστημονικούς λόγους, της μεταφράσεως από το εβραϊκό πρωτότυπο της Παλαιάς Διαθήκης. Ειδικά όμως τοποθετήθηκε στο θέμα της «Νεοελληνικής Εκκλησίας» ο Νεόφυτος Βάμβας. Το εξ 24 σελίδων κείμενό του τυπώθηκε «την 28ην Αυγούστου 1838». Ο Οικονόμος βρήκε την μοναδική ευκαιρία να ανασκευάσει το τευχίδιο του Βάμβα με ένα ογκώδες δικό του έργο 368 σελίδων με τον τίτλο: «Επίκρισις...», που τυπώθηκε στις αρχές του 1839. Το ίδιο έτος είδε το φως το έργο του Θ. Φαρμακίδη «Απολογία» (β’ έκδοση 1840), με εκτενή αναφορά στο θέμα «περί Νεοελληνικής Εκκλησίας».

2. Ο Οικονόμος στην «Επίκρισίν» του, απέκρουσε τον όρον «νεοελληνική». Το «άχαρι και κακόζηλον αυτό, επίθετον» αποδίδει στον Γερμανό, ο οποίος όμως το χρησιμοποίησε «ειρωνικώς», όπως λέγει. Θέλοντας όμως να δείξει την διαφορετική νοηματοδότηση του όρου από τους αντιπάλους του, μεταθέτει το πρόβλημα στην απέναντι πλευρά: «Πρώτος του κακεντρεχούς επιθέτου δημιουργός ανεφάνη πάλιν αυτή των νεωτεριστών και καινοτόμων συμμορία». Ο Οικονόμος στον νοηματικό του κώδικα προσέδιδε χρονική σημασία στον όρο, ενώ οι αντίπαλοί του -κατά την δική του κατανόηση- ποιοτική και εθνική, με συγκεκριμένη στοχοθεσία: «ίνα χωρίσωσι παντοιοτρόπως την λαλουμένην των Ελλήνων διάλεκτον από της εκκλησιαστικής διαλέκτου» και να επιτύχουν τελικά την κατάργησή της.

Ο Βάμβας κατηγορούσε τον Οικονόμο, ότι «δεν θέλει να αναγινώσκωνται εις την Νεοελληνικήν γλώσσαν» οι Γραφές. Ο όρος, έτσι, αυτόματα προσέλαβε τρεις χρήσεις: νεοελληνική μετάφραση -νεοελληνική γλώσσα— νεοελληνική Εκκλησία, σε άμεση συνάφεια μεταξύ τους. Ο Οικονόμος, αποκρούοντας τον όρο, τον χαρακτηρίζει άγνωστο στην ελληνική γλώσσα. Συνδέει μάλιστα, την χρήση του με την θεωρία του Φαλμεράϋερ. Ο Βάμβας, αντίθετα, δεχόταν ότι ο όρος ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, το υπαρκτό γλωσσικό πρόβλημα, και γι’ αυτό θεωρούσε την Μετάφραση αναγκαία. Για τον Οικονόμο όμως τέτοιο πρόβλημα δεν υφίστατο, στην ένταση τουλάχιστον, που νόμιζε ο Βάμβας.

Στο σημείο αυτό πρέπει να δηλωθεί η διαφορετική προοπτική των δύο κληρικών. Για τους έχοντες, υποτυπώδη έστω, σχολική παιδεία πρόβλημα οξύ στην προσέγγιση των Γραφών δεν υπήρχε (θέση του Οικονόμου). Ο Βάμβας όμως αναφερόταν στο ευρύ και απαίδευτο στρώμα του λαού. Λησμονούσε όμως, ότι βασικό πρόβλημα στην ανάγνωση των Γραφών δεν είναι η γλώσσα (τα «ρήματα»), αλλά τα «νοήματα», τα οποία χωρίς ερμηνευτικά σχόλια μένουν ακατανόητα ή παρανοούνται (θέση του Οικονόμου). Ας θυμηθούμε εδώ την καινοδιαθηκική ερμηνευτική αρχή: «αρά γε γινώσκεις α αναγινώσκεις;» (Πράξ. 8, 30). Διαπιστώνεται, συνεπώς, η διαμετρικά αντίθετη τοποθέτηση των δύο ανδρών.

3. Στην διαφορά της σύγχρονης γλώσσας από την αρχαία, έστω και την κοινή, τοποθετούσε ο Βάμβας την ανάγκη της Μεταφράσεως. Ο λαός, έλεγε, «έπαυσε να ομιλή την γλώσσαν των προγόνων του». Γιατί, λοιπόν, να «μένη στερημένος των ιερών Γραφών, δι’ έλλειψιν μεταφράσεως αυτών εις την σημερινή γλώσσαν;». Ο Οικονόμος αντέτασσε την δική του επιχειρηματολογία, στο πλαίσιο των δικών του προϋποθέσεων: «Οι Έλληνες υπάρχουσιν αείποτε Έλληνες, λαλούσι και πρεσβεύουσιν ορθόδοξα, ως μέλη αδιάσπαστα της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας». Η ενότητα εθνικότητας, γλώσσας και πίστεως ήταν για τον Οικονόμο αναμφισβήτητη. Γι’ αυτό δεν ήθελε να δει την προϊούσα χαλάρωσή της. Έτσι, φθάνει στο αφοριστικό συμπέρασμα: «Όστις λέγει και φρονεί σπουδαίως γλώσσαν νεοελληνικήν, ο τοιούτος υβρίζει (εις) το έθνος των Ελλήνων».

Στις σχοινοτενείς, ως συνήθως, αναλύσεις του φαίνεται και ο τρόπος, με τον οποίο ερμηνεύει ο Οικονόμος τον νουν των αντιπάλων του. Στην χρήση του επιθέτου «νεοελληνικός» εκείνοι, δεν περιορίζονται στην χρονική του σημασία («Έλληνας ουχί νεωτέρους, ως προς τους πάλαι προγόνους αυτών, κατά χρόνον σημαινομένους»). Αυτή την χρήση δέχεται και αυτός. Ο Βάμβας και ο Φαρμακίδης, όμως, κατά τον Οικονόμον, εννοούν «πάντη νέους και καινοφανείς, νεωστί βλαστήσαντας και εξ υπαρχής αναφανέντας εις την Ελληνικήν γην». Κατά τον Οικονόμο, στον γλωσσικό κώδικα των αντιπάλων του οι σύγχρονοι Έλληνες ήσαν «νεοπολίται», ξένοι δηλαδή και διάφοροι προς τους αρχαίους. Ο Οικονόμος πιστεύει ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι «γνήσιοι των πάλαι πατέρων αυτών απόγονοι κατ’ αδιάκοπον του γένους σειράν». Υπάρχει, δηλαδή, στον Ελληνισμό φυλετική και ιστορική συνέχεια, η δε γλώσσα των νεωτέρων (χρονικά) Ελλήνων «έστι και λέγεται και αυτή ελληνική», που σημαίνει ότι κοντά στην εθνική υπάρχει και γλωσσική συνέχεια. Από την «νεοελληνική γλώσσα» εύκολα γίνεται η μετάβαση σε «νεοελληνική Εκκλησία», που έχει ανάγκη αυτής της γλώσσας. Αυτό αποκρούει το γενικό -και αισιόδοξο- συμπέρασμα του Οικονόμου: «Όστις, λοιπόν, εισάγει νεοελ­ληνικήν γλώσσαν και φαντάζεται νεοελληνικήν Εκκλησίαν, εν σκότει διαπορεύεται και ιστόν αράχνης υφαίνει δειλαίως παραφρονών».

Ο Οικονόμος πίστευε ότι η εισαγωγή μιας νέας μορφής γλώσσας στην εκκλησιαστική χρήση θα είχε αναπόφευκτα συνέπειες και στην κατανόηση της Εκκλησίας. Κατ’ αυτόν ο λόγος περί «νεοελληνικής γλώσσης» επεκτεινόταν και στην αποδοχή «Νεοελληνικής Εκκλησίας», η οποία θα εκφραζόταν τελικά με την γλώσσα αυτή. Το σημαντικότερο δε, θεωρούσε ότι αυτή η πορεία ήταν προσχεδιασμένη. Μιλεί, έτσι, για «ονειροπολουμένην» νεοελληνικήν, ή μάλλον «διωρισμένην», δηλαδή σχεδιασμένη «νεόμορφον Ελ­ληνικήν Εκκλησίαν». Αποκαλείται «νεόμορφος» ως σχετιζόμενη με τους «Αναμορφωτές» (Reformatores), τις καλβινικές ομάδες των μισσιοναρίων, που άρδευαν τον ιστορικό ελληνικό χώρο με τις ετεροδιδασκαλίες τους. Ο Οικονόμος θεωρούσε την «νεόμορφον Εκ­κλησίαν» πραγματοποιήσιμη, διότι μαζί με την γλώσσα απηλείτο και η παραδοσιακή λατρεία, η εσωτερική ζωή της Εκκλησίας. Με τη νέα Μετάφραση, το κύριο όργανο της «καινοτομίας», ραδιουργείται κατ’ αυτόν και η είσοδος στην Εκκλησία «νέων εις την χυδαίαν γλώσσαν προσευχών». Η πεποίθησή του δε αυτή ερειδόταν στην απροκάλυπτη προπαγάνδιση όλων αυτών από τους δυτικούς μισσιοναρίους.

Στην εικονική έκρηξη του Βάμβα: «Ποίοι διδάσκουν τα περί της Νεοελληνικής Εκκλησίας;», ο Οικονόμος απαντά: «Οι λεγόμενοι ιεραπόστολοι και οι τούτων συνεργοί», οι Έλληνες δηλαδή ομοϊδεάτες τους, όπως ο Βάμβας. «Νεοελληνική» είναι η «ραδιουργουμένη» Εκκλησία ως «διαφθειρομένη υπό των ψευδαποστόλων ελληνική Εκκλησία». Ήταν γνωστός, άλλωστε, ο σκοπός των δρώντων στην Ελλάδα μισσιοναρίων. Τα τεκμήρια, που προσάγει ο Οικονόμος, για μας σήμερα είναι αδιάψευστα: Το βιβλίο λ.χ. «Παλαιονομία» του Τιμοθέου (Ατιμοθέου κατά τον Οικονόμο) Κληροφίλου και στην πραγματικότητα του S.S. Wilson, που αναφέρεται ρητά στην αναμόρφωση της ορθόδοξης λατρείας ή τα κηρύγματα του αμερικανού Βούργες (Bourgues), που μιλούσε για «εντελή» μεταρρύθμιση της ελλαδικής Εκκλησίας μετά το πραξικοπηματικό αυτοκέφαλο του 1833. Ο Οικονόμος θαρραλέα κατακρίνει την σχέση των «καινοτόμων» με τον Κοραή και τα κηρύγματά του: «Έχοντες ως νέον ευαγγέλιον τα περί μεταρρυθμίσεως της Εκκλησίας ανόσια και κακόδοξα του Κοραή γνωματεύματα, εξ ων υμίν εν τοις πλείστοις η μεγάλη σοφία, μαθητεύετε τους Ορθοδόξους Έλληνας όλα τα λουθηροκαλβινικά φρονήματα». Και αυτό είναι ορθότατο. Με τις κινήσεις των ευρωπαϊστών ή εκσυγχρονιστών της τότε εποχής επιβαλλόταν, τελικά, ο Προτεσταντισμός, ως νοοτροπία και πρακτικές, η πλήρης δηλαδή αποσύνθεση της εκκλησιαστικής παραδόσεως και η πρόσδεση στο άρμα της Ευρώπης.

Άλλωστε, δεν γίνονταν αυτά για πρώτη φορά. Ο Οικονόμος υπενθυμίζει την ανάλογη διαδικασία επί Πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως (17ος αι.). Και τότε οι «Αναμορφωταί» ανέμεναν την «εκ της χυδαίας των Γραφών μεταφράσεως... αναμόρφρωσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Απλή σύμπτωση; Τον 16ον αι. μεταφράστηκε στα ελληνικά και το προτεσταντικό «Ευχολόγιον ή τυπικόν της Λειτουργίας». Το ίδιο όμως βασικό για την λατρεία βιβλίο μετατυπώθηκε και τον 19ον αι., «επιδιορθωθέν και επεξεργασθέν προς το ελληνικώτερον» από τον Βάμβα! Στην «νεόμορφον Εκκλησίαν», κατά τον Οικονόμον, απέβλεπαν και όλες οι προτεσταντικές στην Ελλάδα εκδόσεις, με την καταβλασφήμηση των θείων μυστηρίων και τελετών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την σποράν των «ζιζα­νίων της κακοδοξίας» και την διαστροφή ή αθέτηση των ορθοδόξων δογμάτων. Ακόμη και νέα μουσικά, προτεσταντικής συλλήψεως, βιβλία τυπώνονταν για την αλλαγή και αυτών των «ακουσμάτων» της ορθόδοξης λατρείας. Σήμερα, άλλωστε, είναι πλέον βέβαιο, ότι «κύριος σκοπός της προτεσταντικής ιεραποστολής» ήταν «η μεταρρύθμισις της εν Ελλάδι Εκκλησίας βάσει των αρχών της μεταρρυθμίσεως», «ο εκπροτεσταντισμός» της, που συμβάδιζε με τον εξευρωπαϊσμό.
Ένα ακόμη σημείο των εύστοχων επισημάνσεων του Οικονόμου πρέπει να υπογραμμισθεί. Αρχή της Βιβλικής Εταιρείας ήταν «το ασχολίαστον και καθαρόν» κείμενο των Γραφών σ’ όλες τις μεταφράσεις. Για τους Ορθοδόξους όμως αυτό σήμαινε, κατά τον Οικονόμο, την αποβολή «του κύρους της ερμηνείας των θείων Πατέρων, καθώς οι Αναμορφωταί παραγγέλλουσι». Απώτερος δε στόχος ήταν «η διάκρισις του εκκλησιαστικού χριστιανισμού από του χριστιανισμού των Γραφών». Αυτό άλλωστε, είχε συμβεί στην προτεσταντική μεταρρύθμιση. Στην σημερινή θεολογική γλώσσα, θα λέγαμε, διάκριση του Χριστού της Γραφής από τον Χριστό της Εκκλησίας, κύριο πρόβλημα της προτεσταντικής θεολογίας τον 20ο αι. Είναι δυνατόν όμως να υπάρξει Ορθοδοξία χωρίς αγίους Πατέρες και την αυθεντία της αγιοπνευματικής εμπειρίας τους; Με την μετάφραση, συνεπώς, και τα παρεπόμενά της ανοιγόταν ο δρόμος προς μία «μεταρρυθμισμένη» Νεοελληνική Εκκλησία.

4. Ο Φαρμακίδης διατεινόταν ότι τα περί νεομόρφου Εκκλησίας ήσαν «φαντασία και δημιούργημα» του Οικονόμου, τον οποίο χαρακτηρίζει «τρελό». Ο Οικονόμος «έπλασε -γράφει- και νεόμορφον ή νεο­ελληνικήν Εκκλησίαν εν Ελλάδι παρ’ Ελλήνων ραδιουργουμένην». Ο Βάμβας, εξ άλλου, κατηγορούσε τον Οικονόμο ότι «εκφοβίζει τους Έλληνας με το πλαστόν φόβητρον της Νεοελληνικής Εκκλησίας». Οι φόβοι του Οικονόμου δεν ήσαν, δηλαδή, παρά τεχνητή κινδυνολογία.

Προκλητική ήταν οπωσδήποτε και η θέση του Βάμβα ότι «η μετάφρασις των ιερών Γραφών... εμπορεί να λέγεται ότι έγεινεν διά την νεοελληνικήν Εκ­κλησίαν, όχι την δεδουλωμένην, αλλά την ελευθέραν». Μολονότι ο Βάμβας ορθά δίνει εδώ χρονική σημασία στον όρο «νεοελληνική», εκτοξεύει βαρύτατο υπαινιγμό κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανανεώνοντας την κοραϊκή αντιπάθεια απέναντί του. Όλοι οι Κοραϊστές και συνάμα ευρωπαϊστές ταύτιζαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο με το καθεστώς της Οθωμανοκρατίας.

Ο Οικονόμος όμως με ευστροφία ξεσκεπάζει τον αντίπαλό του, τονίζοντας την προτεσταντίζουσα σκέψη του: Για «εύρεσιν της αρχαίας Εκκλησίας -απαντά- καυχώνται και οι Προτεστάνται». Ο δε «θεοσεβής και φιλόχριστος διδάσκαλος Βάμβας ποίαν αρχαίαν Εκκλησίαν ζητεί και ποίαν νεωτέραν βλέπει εις την ενότητα της Μιας, Αγίας και υποδουλωμένης Εκκλησίας;».

Ο Οικονόμος βρίσκει περαιτέρω την ευκαιρία να αποκαλύψει και το υπόβαθρο της σκέψης των αντιπάλων του. Η προσδοκία και ραδιουργία «νεομόρφου» Εκκλησίας γίνεται, διότι «παντοιοτρόπως» «σπουδάζουν απορρήξαι τον μεταξύ της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και της εν τω Κράτει των Ελλήνων Ορθοδόξου θυγατρός αυτής πνευματικόν και αδιάρρηκτον σύνδεσμον». Η Μ. Εκκλησία κατηγορείται από αυτούς ως «ξένη» και «ασύμφυλος». Το τραγικό είναι ότι τότε το οικουμενικό Πατριαρχείο υποστηριζόταν από τους παραδοσιακούς διά την έμμονή του στην πατερική παράδοση. σήμερα το υποστηρίζουν ένθερμα οι υπονομευτές της παραδόσεως!

Υπήρχε όμως και κάτι βαρύτερο. Η αποστρεφομένη τον Οικονόμο ομάδα διέδιδε ότι ο Οικονόμος εργαζόταν για την επανυπαγωγή της «αυτοκέφαλης» Εκκλησίας της ελευθέρας Ελλάδος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Οικονόμος αποκρούει με αποτροπιασμό την σπερμολογία αυτή. Δεν διστάζει δε να χρησιμοποιήσει καυστική γλώσσα, αντεπιτιθέμενος και αποκαλύπτοντας τους αληθινούς σκοπούς και διαθέσεις των αντιπάλων του: «Αλλά τούτο προς υμάς αφόρητον φαίνεται και πικρόν, διότι θέλετε την Εκκλησίαν της Ελλάδος απεσχισμένην από της αγίας αυτής Μητρός, άσχετον προς τας λοιπάς αυτονόμους Εκκλησίας των Ορθοδόξων, ανάδελφον, αυθέκαστον, μεμονωμένην, έρημον πάσης προστασίας πνευματικής και επομένως ευάλωτον και ευχείρωτον εις τους καταθλίβοντας αυτήν πολεμίους της ευσεβείας και τόπον επιτήδειον εις κατασκευήν της ονειροπολουμένης Νεοελληνικής Εκκλησίας».

Η σημαντικότερη δε καινοτομία δεν ήταν άλλη από την αποξένωσή της από τα στοιχεία εκείνα, που την κρατούν ενωμένη με την αποστολική και πατερική Ορθοδοξία, ώστε να καταστεί πραγματικά «νεόμορφος» και «νεοελληνική». Σ’ αυτή την διαδικασία, ακριβώς μετείχαν ενσυνείδητα, κυριαρχούμενοι από το πνεύμα του εξευρωπαϊσμού ως δήθεν προόδου, ο Φαρμακίδης και ο Βάμβας. Δίκαια, λοιπόν, τους ερω­τά: «Ταύτα δε ποιούντες ραδιουργείτε Νεοελληνικήν Εκκλησίαν ή ου;».

5. Συμπερασματικά: Η περί «Νεοελληνικής Εκκλησίας» διένεξη τον 19ο αι. επιβεβαιώνει, από την πλευρά της, την ύπαρξη δύο κόσμων στα σπλάγχνα του Ελληνισμού, το ασύμπτωτο μεταξύ τους και γι’ αυτό την αναπόφευκτη σύγκρουσή τους. Είναι η κορύφωση του ιδεολογικού διχασμού, που αρχίζει μετά το σχίσμα (1054) και κυρίως μετά την Σύνοδο της Φλωρεντίας (1439) και οδήγησε στη διαμόρφωση μιας ανατολικής και μιας δυτικής παρατάξεως. Οι πρωταγωνιστές των δύο μετώπων, των οποίων την σκέψη προσεγγίσαμε παραπάνω, με την σφοδρότητα, αλλά και απολυτότητά τους, φανερώνουν την ουσιαστική αποστασιοποίησή τους. Ανήκουν, όπως και οι ομόφρονές τους, σε δύο Ελληνισμούς, που δεν είναι πια δυνατόν να συνυπάρξουν.

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος κατηγορείτο ως υπερβολικός και φαντασιόπληκτος. Είχε όμως συλλάβει σε μεγάλο βάθος τα τεκταινόμενα εις βάρος της ελληνορθοδόξου παραδόσεως, μέσα στο νεωτεριστικό παραλήρημα των υπονομευτών της. Επισημάνσεις του Οικονόμου, αναπόδεικτες τότε, σήμερα επιβεβαιώνονται, διότι ο αντίκτυπος των τότε γεγονότων φθάνει μέχρι τις ημέρες μας, όπως αποδεικνύει λ.χ. η εξέλιξη και κατάληξη του γλωσσικού ζητήματος και στο χώρο της Εκκλησίας. Η προσπάθεια, στις τελευταίες δεκαετίες, της εισαγωγής μεταφράσεων στην λατρεία μας είναι επανέκφραση του πνεύματος του Φαρμακίδη και των συνεργών του.

Η σημερινή Ελλάδα κυοφορήθηκε από κάθε πλευρά τον 19ο (κυρίως) αιώνα. Η μανία του εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού συνδέθηκε με την αποσύνδεση από την ελληνορθόδοξη παράδοση και όλα τα συστατικά της. Οι ευρωπαϊστές μας εύστοχα αντελήφθησαν ότι ο εξευρωπαϊσμός είναι ανεπίτευκτος χωρίς τον εκλατινισμό και εκπροτεσταντισμό της Εκκλησίας. Αυτό γνωρίζουν πολύ καλά και οι σημερινοί καινοτόμοι.

(2010)
"ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ, ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ”
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

το βρήκαμε εδώ

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΟΥ (1906 - 1982)



«Ποτέ σου μη ζήτησης αξιώματα.


Ποτέ σου μη ζήτησης τιμές από τον κόσμο.


Ποτέ σου μη ζήτησης να ακουστή το όνομά σου.


Να 'σαι πάντα αφανής, άγνωστος στους πολλούς τόσο, ώστε, ει δυνατόν, να μη σε ξέρη κανένας.


Και τότε θα σε ξέρη ο Θεός.


Εάν ο Θεός θέλη να σε φανερώση, δεν ευθύνεσαι εσύ.


Μόνο εσύ να μη φροντίζης να φανής ότι είσαι έτσι και έτσι, ότι τάχα δηλαδή έχεις αρετή, είσαι άξιος κ.λπ.


Να ζης με αφάνεια, σαν ξένος και παρεπίδημος, “ως ο αλλόγλωσσος εν ετερογλώσσοις εν γνώσει καθήμενος”, όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.


Να μη αποκτήσης ποτέ σου παρρησία, να μη θέλης να φαίνεσαι πως κάτι είσαι.

Και τέλος, να μη έχης ποτέ, μα ποτέ σου μνησικακία, ούτε ακόμη με τον χειρότερό σου εχθρό.


Αλλά αντίθετα να παρακαλής τον Θεό να τους συγχωρήση όλους, να συγχωρήση όλο τον κόσμο».

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Αναστάσεως ημέρα


Αναστάσεως ημέρα,

και λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει

και αλλήλους περιπτυξώμεθα.

Είπωμεν, αδελφοί, και τοις μισούσιν ημάς,

συγχωρήσωμεν πάντα τη αναστάσει,

και ούτω βοήσωμεν,

Χριστός ανέστη εκ νεκρών,

θανάτω θάνατον πατήσας

και τοις εν τοις μνήμασι

ζωήν χαρισάμενος.

Δεύτε, λάβετε φώςεκ του ανεσπέρου φωτός και δοξάσατε Χριστόν, τον αναστάντα εκ νεκρών.

Ανήλθες επι σταυρού, Ιησού, ο καταβάς εξ ουρανού.

'Ηλθες επι θάνατον, η ζωή η αθάνατος.

Προς τους εν σκότει το φώς το αληθινόν.

Προς τους πεσόντας η πάντων ανάστασις.

Ο φωτισμός και ο σωτήρ ημών, δόξαΣοι.

Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο, εστερέωσε την οικουμένην, ήτις ού σαλευθήσεται.

Ψαλμοίς και ύμνοις δοξολογούμεν, Χριστέ,

την εκ νεκρών Σου ανάστασιν,

δι' ής ημάς ηλευθέρωσας

της τυραννίδος του άδου

και ως θεός εδωρήσω ζωήν αιώνιον

και το μέγας έλεος.

Του λίθου σφραγισθέντος υπο των Ιουδαίων

και στρατιωτών φυλασσόντωντο

άχραντόν Σου σώμα,

ανέστης τριήμερος, Σωτήρ,

δωρούμενος τω κόσμω την ζωήν.

Δια τούτο αι δυνάμεις των ουρανώνεβόωνΣοι, Ζωοδότα,

δόξα τη αναστάσει Σου, Χριστέ,

δόξα τη βασιλεία Σου,

δόξα τη οικονομία Σου, μόνε φιλάνθρωπε.

Οτε κατήλθες προς τον θάνατον,

η ζωή η αθάνατος,

τότε τον άδην ενέκρωσας,

τη αστραπή της θεότητος.

'Οτε δε και τους τεθνεώταςεκ των καταχθονίων ανέστησας,

πάσαι αι δυνάμεις των επουρανίων εκραύγαζον,

ζωοδότα Χριστέ, ο θεός ημών, δόξαΣοι.

Ευφραινέσθω τα ουράνια,

αγαλλιάσθω τα επίγεια,

οτι εποίησε κράτος εν βραχίονι αυτού ο Κύριος,

επάτησε τω θανάτω τον θάνατον.

Πρωτότοκος των νεκρών εγένετο.

Εκ κοιλίας άδου ερρύσατο ημάς

και παρέσχε τω κόσμω το μέγα έλεος.

Το φαιδρόν της αναστάσεως κήρυγμα

εκ του αγγέλου μαθούσαι αι του Κυρίου μαθήτριαι,

και την προγονικήν απόφασιν απορρίψασαι,

τοις αποστόλοις καυχώμεναι έλεγον,

εσκύλευται [1] ο θάνατος,

ηγέρθη Χριστός ο θεός,

δωρούμενος τω κόσμω το μέγα έλεος.

Τον συνάναρχον Λόγον πατρί και πνεύματι,

τον εκ παρθένου τεχθέντα εις σωτηρίαν ημών,

ανυμνήσωμεν, πιστοί, και προσκυνήσωμεν,

οτι ηυδόκησε σαρκί ανελθείν εν τω σταυρώ

και θάνατον υπομείναι

και εγείραι τους τεθνεώτας

εν τη ενδόξω αναστάσει αυτού.

Αγγελικαί δυνάμεις επι τω μνήματι,

και οι φυλάσσοντες απενεκρώθησαν.

Και ίστατο Μαρία εν τω τάφω

ζητούσα το άχραντόν Σου σώμα.

Εσκύλευσας τον άδην,

μή πειρασθείς [2] υπ' αυτού.

Υπήντησας τη παρθένω, δωρούμενος την ζωήν.

Ο αναστάς εκ των νεκρών, Κύριε, δόξαΣοι.

Εξ ύψους κατήλθες ο εύσπλαχνος,

ταφήν κατεδέξω τριήμερον,

ίνα ημάς ελευθερώσης των παθών,

η ζωή και η ανάστασις ημών, Κύριε, δόξαΣοι.

Εί τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως [3].

Εί τις δούλος ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού.

Εί τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νύν το δηνάριον.

Εί τις απο της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα.

Εί τις μετά την τρίτην ήλθε, ευχαρίστως εορτασάτω.

Εί τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλέτω. Και γαρ ουδέν ζημιούται.

Εί τις υστέρησεν εις την ενάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων.

Εί τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μή φοβηθή την βραδύτητα.

Φιλότιμος γαρ ών ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον.

Αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον απο της πρώτης.

Και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει.

Κακείνω δίδωσι και τούτου χαρίζεται.

Και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται.

Και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί.

Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου ημών.

Και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε.

Πλούσιοι και πένητες μετ' αλλήλων χορεύσατε.

Εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε.

Νηστεύσαντες και μή νηστεύσαντες ευφράνθητε σήμερον.

Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε [4] πάντες.

Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών.

Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως.

Πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος.

Μηδείς θρηνήτω πενίαν.

Εφάνη γαρ η κοινή βασιλεία.

Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε.

Μηδείς φοβείσθω θάνατον.

Ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος.

'Εσβεσεν αυτόν, υπ' αυτού κατεχόμενος.

Εσκύλευσε τον άδην ο κατελθών εις τον άδην.

Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού.

Και τούτο προλαβών Ησαϊας εβόησεν:

Ο άδης, φησίν, επικράνθη, συναντήσαςΣοι κάτω.

Επικράνθη. Και γαρ κατηργήθη. Επικράνθη.

Και γαρ ενεπαίχθη. Επικράνθη.

Και γαρ καθηρέθη. Επικράνθη. Και γαρ εδεσμεύθη.

'Ελαβε σώμα και θεώ περιέτυχεν.

'Ελαβε γήν και συνήντησεν ουρανώ.

'Ελαβεν όπερ έβλεπε και πέπτωκεν όθεν ουκ έβλεπε.

Πού Σου, θάνατε, το κέντρον;

Πού Σου, άδη, τό νίκος;

Ανέστη Χριστός.

Και σύ καταβέβλησαι.

Ανέστη Χριστός.

Και πεπτώκασι δαίμονες.

Ανέστη Χριστός.

Και χαίρουσιν άγγελοι.

Ανέστη Χριστός.

Και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι.

Χριστός γαρ εγρθείς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.

Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.



[1] Νεκρός πιά κι αυτός ο Χάρος απογυμνώθηκε απο την πανοπλίατου.

[2] Δίχως αυτός να Σε πειράξει καθόλου.

[3] Κατηχητικός λόγος Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Διαβάζεται στο τέλος της λειτουργίας της αναστάσεως.

[4] Γλεντοκοπείστε όλοι.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Ανάστα ο Θεός !!!


Τα Εγκώμια







ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Ἡ ζωὴ πῶς θνῄσκεις; πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς; τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ, καὶ τοῦ ᾅδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾶς.

Μεγαλύνομέν σε, Ἰησοῦ Βασιλεῦ, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν καὶ τὰ Πάθη σου, δι' ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.

Μέτρα γῆς ὁ στήσας, ἐν σμικρῷ κατοικεῖς, Ἰησοῦ παμβασιλεῦ τάφῳ σήμερον, ἐκ μνημάτων τοὺς θανόντας ἀνιστῶν.

Ἰησοῦ Χριστέ μου, Βασιλεῦ τοῦ παντός, τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ ᾅδῃ ἐλήλυθας; ἢ τὸ γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν.

Ὁ Δεσπότης πάντων, καθορᾶται νεκρός, καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται, ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ κατετέθης Χριστέ, καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσας, καὶ ἐπήγασας τῷ κόσμῳ, τὴν ζωήν.

Μετὰ τῶν κακούργων, ὡς κακοῦργος Χριστέ, ἐλογίσθης δικαιῶν ἡμᾶς ἅπαντας, κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.

Ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς, ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, ὁ τὴν φύσιν ὠραΐσας τοῦ παντός.

ᾍδης πῶς ὑποίσει, Σῶτερ παρουσίαν τὴν σήν, καὶ μὴ θᾶττον συνθλασθείη σκοτούμενος, ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλη ἐκτυφλωθείς;

Ἰησοῦ γλυκύ μοι, καὶ σωτήριον φῶς, τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ κατακέκρυψαι; ὢ ἀφάτου, καὶ ἀρρήτου ἀνοχῆς!

Ἀπορεῖ καὶ φύσις, νοερὰ καὶ πληθύς, ἡ ἀσώματος Χριστὲ τὸ μυστήριον, τῆς ἀφράστου καὶ ἀρρήτου σου ταφῇς.

Ἡ Ζωὴ θανάτῳ, θαῦμα! Πῶς ὁμιλεῖ; Πῶς θανάτῳ καταργεῖται ὁ θάνατος; ἐκ θανόντος πῶς πηγάζει δὲ ζωή;

Ὢ θαυμάτων ξένων! ὢ πραγμάτων καινῶν! Ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται, κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.

Καὶ ἐν ταφῶ ἔδυς, καὶ τῶν κόλπων, Χριστέ, τῶν πατρῴων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας· τοῦτο ξένον καὶ παράδοξον ὁμοῦ.

Ἀληθὴς καὶ πόλου, καὶ τῆς γῆς Βασιλεύς, εἰ καὶ τάφῳ σμικροτάτῳ συγκέκλεισαι, ἐπεγνώσθης πάσῃ κτίσει Ἰησοῦ.

Σοῦ τεθέντος τάφῳ, πλαστουργέτα Χριστέ, τὰ τοῦ ᾅδου ἐσαλεύθη θεμέλια, καὶ μνημεῖα ἠνεῴχθη τῶν βροτῶν.

Ὁ τὴν γῆν κατέχων, τῇ δρακὶ νεκρωθείς, σαρκικῶς ὑπὸ τῆς γῆς νῦν συνέχεται, τοὺς νεκροὺς λυτρῶν τῆς ᾅδου συνοχῆς.

Ἐκ φθορᾶς ἀνέβη, ἡ ζωή μου Σωτήρ, σοῦ θᾳνόντος καὶ νεκροῖς προσφοιτήσαντος, καὶ συνθλάσαντος τοῦ ᾅδου τοὺς μοχλούς.

Ὡς φωτὸς λυχνία, νῦν ἡ σὰρξ τοῦ Θεοῦ, ὑπὸ γῆν ὡς ὑπὸ μόδιον κρύπτεται, καὶ διώκει τὸν ἐν ᾅδῃ σκοτασμόν.

Νοερῶν συντρέχει, στρατιῶν ἡ πληθύς, Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμῳ συστεῖλαί σε, τὸν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῶ.

Νεκρωθεὶς βουλήσει, καὶ τεθεὶς ὑπὸ γῆν, ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου ἐζώωσας, νεκρωθέντα παραβάσει με πικρᾷ.

Ἠλλοιοῦτο πᾶσα, κτίσις πάθει τῷ σῷ· πάντα γάρ σοι, Λόγε συνέπασχον, συνοχέα σε γινώσκοντα παντός.

Τῆς ζωῆς τὴν πέτραν ἐν κοιλίᾳ λαβών, ᾅδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν, ἐξ αἰῶνος οὕς κατέπιε νεκρούς.

Ἐν καινῷ μνημείῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας, ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.

Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς Ἀδάμ· καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ᾅδου κατελήλυθας ζητῶν.

Συγκλονεῖται φόβῳ, πᾶσα Λόγε ἡ γῆ, καὶ φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, τοῦ μεγίστου γῇ κρυβέντος σου φωτός.

Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις, ἐκουσίως Σωτήρ, ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας, ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.

Δακρυῤῥόους θρήνους, ἐπί σε ἡἉγνή, μητρικῶς ὦ Ἰησοῦ ἐπιῤῥαίνουσα, ἀνεβόα· πῶς κηδεύσω σε Υἱέ;

Ὥσπερ σίτου κόκκος, ὑποδὺς κόλπους γῆς, τὸν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν, ἀναστήσας τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ, Ἀδάμ.

Ὑπὸ γῆν ἐκρύβης, ὥσπερ ἥλιος νῦν, καὶ νυκτὶ τῇ τοῦ θανάτου κεκάλυψαι· ἀλλ' ἀνάτειλον φαιδρότερον Σωτήρ.

Ὡς ἡλίου δίσκον, ἡ σελήνη Σωτήρ, ἀποκρύπτει, καί σε τάφος νῦν ἔκρυψεν, ἐκλιπόντα τοῦ θανάτου σαρκικῶς.

Ἡ ζωὴ θανάτου, γευσαμένη Χριστός, ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε, καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.

Νεκρωθέντα πάλαι, τὸν Ἀδὰμ φθονερῶς, ἐπανάγεις πρὸς ζωὴν τῇ νεκρώσει σου, νέος Σῶτερ ἐν σαρκὶ φανεὶς Ἀδὰμ.

Νοεραί σε τάξεις, ἠπλωμένον νεκρόν, καθορῶσαι δι' ἡμᾶς ἐξεπλήττοντο, καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι Σωτήρ.

Καθελών σε Λόγε, ἀπὸ ξύλου νεκρόν, ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο· ἀλλ' ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.

Τῶν Ἀγγέλων Σῶτερ, χαρμονὴ πεφυκώς, νῦν καὶ λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος, καθορώμενος σαρκὶ ἄπνους νεκρός.

Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ, καὶ τοὺς ζῶντας βροτούς, συνυψοῖς· ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος, τοὺς κειμένους δ' ὑπ' αὐτὴν ἐξανιστᾶς.

Ὥσπερ λέων Σῶτερ, ἀφυπνώσας σαρκί, ὡς τις σκύμνος ὁ νεκρὸς ἐξανίστασαι, ἀποθέμενος τὸ γῆρας τῆς σαρκός.

Τὴν πλευρὰν ἐνύγης, ὁ πλευρὰν εἰληφὼς, τοῦ Ἀδὰμ ἐξ ἧς τὴν Εὔαν διέπλασας, καὶ ἐξέβλυσας κρουνοὺς καθαρτικούς.

Ἐν κρυπτῷ μὲν πάλαι, θύεται ὁ ἀμνός· σὺ δ' ὑπαίθριος τυθείς, ἀνεξίκακε, πᾶσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας Σωτήρ.

Τὶς ἐξείποι τρόπον, φρικτὸν ὄντως καινόν; ὁ δεσπόζων γὰρ τῆς Κτίσεως σήμερον, πάθος δέχεται, καὶ θνῄσκει δι' ἡμᾶς.

Ὁ ζωῆς ταμίας, πῶς ὁρᾶται νεκρός; ἐκπληττόμενοι οἱ Ἄγγελοι ἔκραζον· πως δ' ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;

Λογχονύκτου Σῶτερ, ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν, τῇ ζωῇ τῇ ἐκ ζωῆς ἐξωσάσῃ με, ἐπιστάζεις καὶ ζωοῖς με σὺν αὐτῇ.

Ἁπλωθεὶς ἐν ξύλῳ, συνηγάγω βροτούς· τὴν πλευράν σου δὲ νυγεὶς τὴν ζωήῤῥητον, πᾶσιν ἄφεσιν πηγάζεις Ἰησοῦ.

Ὁ εὐσχήμων Σῶτερ, σχηματίζει φρικτῶς, καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως σε, καὶ θαμβεῖται σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.

Ὑπὸ γῆν βουλήσει, κατελθὼν ὡς θνητός, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἄν νεκρὸς ὡράθης, ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἄν νεκρὸς ὡράθης, ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός, νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.

Ὢ χαρᾶς ἐκείνης! ὢ πολλῆς ἡδονῆς! ἧσπερ τοὺς ἐν ᾅδῃ πεπλήρωκας, ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.

Προσκυνῶ τὸ Πάθος, ἀνυμνῶ τὴν Ταφήν, μεγαλύνω σου τὸ κράτος Φιλάνθρωπε, δι' ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.

Κατά σου ῥομφαῖα, ἐστιλβοῦτο Χριστέ, καὶ ῥομφαῖα ἰσχυροῦ μὲν ἀμβλύνεται, καὶ ῥομφαῖα δὲ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.

Ἡ Ἀμνὰς τὸν Ἄρνα, βλέπουσα ἐν σφαγῇ, ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε, συγκινοῦσα καὶ τὸ ποίμνιον βοᾶν.

Κἄν ἐνθάπτη τάφῳ, κἄν εἰς Ἅδου μολῇς, ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας, καὶ τὸν ᾅδην ἀπεγύμνωσας, Χριστέ.

Ἐκουσίως Σῶτερ, κατελθὼν ὑπὸ γῆν, νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας, καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.

Τῆς Τριάδος ὁ εἷς, ἐν σαρκὶ δι' ἡμᾶς, ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον· φρίττει ἥλιος, καὶ τρέμει δὲ ἡ γῆ.

Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης, τῆς Ἰούδα φυλῆς, οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκῳ κατέθεντο, τὸν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦν.

Ὁ Κριτὴς ὡς κριτὸς, πρὸ Πιλάτου κριτοῦ, καὶ παρίστατο καὶ θάνατον ἄδικον, κατεκρίθη διὰ ξύλου σταυρικοῦ.

Ἀλαζὼν Ἰσραήλ, μιαιφόνε λαέ, τι παθὼν τὸν Βαραββὰν ἠλευθέρωσας; τὸν Σωτῆρα δὲ παρέδωκας Σταυρῷ;

Ὁ χειρί σου πλάσας, τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς, δι' αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος, καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.

Ὑπακούσας Λόγε, τῷ ἰδίῳ Πατρί, μέχρις ᾅδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας, καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.

Οἴμοι φῶς τοῦ Κόσμου! οἴμοι φῶς τὸ ἐμόν! Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν, ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.

Φθονουργέ, φονουργέ, καὶ ἀλάστορ λαέ, κἄν σινδόνας καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριον, αἰσχύνθητι, ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.

Δεῦρο δὴ μιαρέ, φονευτὰ μαθητά, καὶ τὸν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξόν μοι, δι' ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.

Ὡς φιλάνθρωπός τις, ὑποκρίνῃ μωρὲ καὶ τυφλὲ πανωλεθρότατε ἄσπονδε, ὁ τὸ μύρον πεπρακὼς διὰ τιμῆς.

Οὐρανίου μύρου, ποίαν ἔσχες τιμήν; τοῦ τιμίου τι ἐδέξω ἀντάξιον; λύσσαν εὗρες καταρώτατε σατάν.

Εἰ φιλόπτωχος εἶ, καὶ τὸ μύρον λυπῇ, κενουμένου εἰς ψυχῆς ἱλαστήριον, πῶς χρυσῷ ἀπεμπολεῖς τὸν Φωταυγῆ;

Ὦ Θεὲ καὶ Λόγε, ὢ χαρὰ ἡ ἐμή, πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.

Τίς μοι δώσει ὕδωρ, καὶ δακρύων πηγάς, ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν, ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;

Ὦ βουνοὶ καὶ νάπαι, καὶ ἀνθρώπων πληθύς, κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε, σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί.

Πότε ἴδω Σῶτέρ, σε τὸ ἄχρονον φῶς, τὴν χαρὰν καὶ ἡδονὴν τῆς καρδίας μου; ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.

Κἄν ὡς πέτρα Σῶτερ, ἡ ἀκρότομος σὺ, κατεδέξω τὴν τομήν, ἀλλ' ἐπήγασας, ζῶν τὸ ῥεῖθρον ὡς πηγὴ ὤν τῆς ζωῆς.

Ὡς ἐκ κρήνης μιᾶς, τὸν διπλοῦν ποταμόν, τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι, τὴν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.

Θέλων ὤφθης Λόγε, ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, ἀλλὰ ζῇς, καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας, ἀναστάσει σου Σωτήρ μου ἐγερεῖς.

Δόξα...

Ἀνυμνοῦμεν Λόγε σε τὸν πάντων Θεόν, σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι, καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου Ταφήν.

Καὶ νῦν...

Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε ἁγνή, καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν τὴν τριήμερον, τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστέ, καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.





ΣΤΑΣIΣ ΔΕΥΤΕΡΑ


Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην· τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν ἔχομεν, τὴν ἀπάθειαν ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.

Ἔφριξεν ἡ γῆ, καὶ ὁ ἥλιος Σῶτερ ἐκρύβη, σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς Χριστέ, ἐν τῷ τάφῳ δύντος νῦν σωματικῶς.

Ὕπνωσας, Χριστέ, τὸν φυσίζωον ὕπνον ἐν τάφῳ, καὶ βαρέως ὕπνου ἐξήγειρας, τοῦ τῆς ἁμαρτίας, τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος.

Μόνη γυναικῶν, χωρὶς πόνων ἔτεκόν σε Τέκνον, πόνους δὲ νῦν φέρω πάθει τῷ σῷ, ἀφορήτους, ἀνεβόα ἡ Σεμνή.

Ἄνω σε Σωτήρ, ἀχωρίστως τῷ Πατρὶ συνόντα, κάτω δὲ νεκρὸν ἠπλωμένον γῆ, καθορῶντα φρίττει νῦν τὰ Σεραφίμ.

Ρήγνυται ναοῦ, καταπέτασμα τῇ σῇ Σταυρώσει, κρύπτουσι φωστῆρες Λόγε τὸ φῶς, σου κρυβέντος τοῦ ἡλίου ὑπὸ γῆν.

Γῆς ὁ καταρχάς, μόνῳ νεύματι πήξας τὸν γῦρον, ἄπνους ὡς βροτὸς καθυπέδυ γῆν· τῷ θεάματι δε φρῖξον οὐρανέ.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν ὁ τὸν ἄνθρωπον χειρί σου πλάσας, ἴν' ἐξαναστήσῃς τοῦ πτώματος, τῶν βροτῶν τὰ στίφη, πανσθενεστάτῳ κράτει.

Θρῆνον ἱερόν, δεῦτε ᾄσωμεν Χριστῷ θανόντι, ὡς αἱ Μυροφόροι γυναῖκες πρίν, ἵν' ἀκούσωμεν τὸ Χαῖρε σὺν αὐταῖς.

Μύρον ἀληθῶς, σὺ ἀκένωτον ὑπάρχεις Λόγε· ὅθεν σοι καὶ μύρα προσέφερον, Μυροφόροι σοι τῷ ζῶντι, ὡς νεκρῷ.

ᾍδου μὲν ταφείς, τὰ βασίλεια Χριστὲ συντρίβεις, θάνατον θανάτῳ δὲ θανατοῖς, καὶ φθορᾶς λυτροῦσαι τοὺς γηγενεῖς.

Ρεῖθρα τῆς ζωῆς, ἡ προχέουσα Θεοῦ σοφία, τάφον ὑπεισδῦσα ζωοποιεῖ, τοὺς ἐν τοῖς ἀδύτοις ᾅδου μυχοῖς.

Ἵνα τὴν βροτῶν, καινουργήσω συντριβεῖσαν φύσιν, πέπληγμαι θανάτῳ θέλων σαρκί. Μῆτερ οὖν μὴ κόπτου τοῖς ὀδυρμοῖς.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν, ὁ φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης καὶ νεκροὺς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας, ἐκδιώξας ἅπαν, τὸ ἐν τῷ ᾅδῃ σκότος.

Κόκκος διφυὴς, ὁ φυσίζωος ἐν γῆς λαγόσι, σπείρεται σὺν δάκρυσι σήμερον, ἀλλ' ἀναβλαστήσας, Κόσμον χαροποιήσει.

Ἔπτηξεν Ἀδάμ, Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσῳ, χαίρει δὲ πρὸς Ἅδην φοιτήσαντος, πεπτωκὸς τὸ πρώην, καὶ νῦν ἐξεγερθείς.

Σπένδει σοι χοὰς, ἡ τεκοῦσά σε Χριστὲ δακρύων, σαρκικῶς κατατεθέντι ἐν μνήματι, ἐκβοῶσα, Τέκνον, ἀνάστα ὡς προέφης.

Τάφῳ Ἰωσήφ, εὐλαβῶς σε τῷ καινῷ συγκρύπτων, ὕμνους ἐξοδίους θεοπρεπεῖς, τοῖς συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι Σωτήρ.

Ἥλοις σε Σταυρῷ, πεπαρμένον ἡ σὴ Μήτηρ Λόγε, βλέψασα τοῖς ἥλοις λύπης πικρᾶς, βέβληται καὶ βέλεσι τὴν ψυχήν.

Σὲ τὸν τοῦ παντός γλυκασμὸν ἡ Μήτηρ καθορῶσα, πόμα ποτιζόμενον τὸ πικρP?57;ν, βρέχει δάκρυσι τὰς ὄψεις γοερῶς.

Τέτρωμαι δεινῶς, καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα Λόγε, βλέπουσα σφαγήν σου τὴν ἄδικον, ἡ Παρθένος ἀνεβόα ἐν κλαυθμῷ.

Ὄμμα τὸ γλυκύ, καὶ τὰ χείλη σου πῶς μύσω Λόγε; πῶς νεκροπρεπῶς δὲ κηδεύσω σε; Μετὰ φρίκης ἀνεβόα Ἰωσήφ.

Ὕμνους Ἰωσήφ, καὶ Νικόδημος ἐπιταφίους, ᾄδουσι Χριστῷ νεκρωθέντι νῦν· σὺν αὐτοῖς δὲ μελωδεῖ τὰ Σεραφίμ.

Δύνεις ὑπὸ γῆν, Σῶτερ Ἥλιε δικαιοσύνης· ὅθεν ἡ τεκοῦσα Σελήνη σε, ταῖς λύπαις ἐκλείπει, σῆς θέας στερουμένη.

Ἔφριξεν ὁρῶν, Σῶτερ, ᾍδης σε τὸν ζωοδότην, πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα, καὶ τοὺς ἀπ' αἰῶνος, νεκροὺς ἐξανιστῶντα.

Ἥλιος φαιδρόν, ἀπαστράπτει μετὰ νύκτα Λόγε· καὶ σῦ δ' ἀναστὰς ἐξαστράψειας, μετὰ θάνατον φαιδρῶς ὡς ἐκ παστοῦ.

Γῆ σε πλαστουργέ, ὑπὸ κόλπους δεξαμένη τρόμῳ, συσχεθεῖσα Σῶτερ τινάσσεται, ἀφυπνώσασα νεκροὺς τῷ τιναγμῷ.

Μύροις σε Χριστέ, ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Εὐσχήμων, νῦν καινοπρεπῶς περιστείλαντες, ἀνεβόων· φρῖξον, ἅπασα ἡ γῆ.

Ἔδυς Φωτουργέ, καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου· τρόμω δὲ ἡ κτίσις συνέχεται, πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.

Λίθος λαξευτὸς τὸν ἀκρόγωνον καλύπτει λίθον· ἄνθρωπος θνητὸς δ' ὡς θνητὸν Θεόν, κρύπτει νῦν τῷ τάφῳ· φρῖξον ἡ γῆ!

Ἴδε Μαθητήν, ὃν ἠγάπησας καὶ σὴν Μητέρα, Τέκνον, καὶ φθογγὴν δὸς γλυκύτατον, ἀνεβόα θρηνῳδοῦσα ἡ Ἁγνή.

Σὺ ὡς ὤν ζωῆς, χορηγὸς Λόγε τοὺς Ἰουδαίους, ἐν Σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας, ἀλλ' ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς.

Κάλλος Λόγε πρίν, οὐδὲ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες, ἀλλ' ἐξαναστὰς ὑπερέλαμψας, καλλωπίσας τοὺς βροτοὺς θείαις αὐγαῖς.

Ἔδυς τῇ σαρκί, ὁ ἀνέσπερος εἰς γῆν φωσφόρος· καὶ μὴ φέρων βλέπειν ὁ ἥλιος, ἐσκοτίσθη μεσημβρίας ἐν ἀκμῇ.

Ἥλιος ὁμοῦ, καὶ σελήνη σκοτισθέντες Σῶτερ, δούλους εὐνοοῦντας εἰκόνιζον, οἱ μελαίνας ἀμφιέννυνται στολάς.

Οἷδέ σε Θεὸν, Ἑκατόνταρχος κἄν ἐνεκρώθης, πῶς σὲ οὖν Θεέ μου ψαύσω χερσί; φρίττω, ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.

Ὕπνωσεν Ἀδάμ, ἀλλὰ θάνατον πλευρᾶς ἐξάγει · σὺ δὲ νῦν ὑπνώσας Λόγε Θεοῦ, βρύεις ἐκ πλευρᾶς σου κόσμῳ ζωήν.

Ὕπνωσας μικρόν, καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας, καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας, τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος, Ἀγαθέ.

Ἤρθης ἀπὸ γῆς, ἀλλ' ἀνέβλυσας τῆς σωτηρίας, τὸν οἶνον ζωήῤῥυτε ἄμπελε. Δοξάζω τὸ Πάθος καὶ τὸν Σταυρόν.

Πῶς οἱ νοεροί, Ταγματάρχαι σε Σωτὴρ ὁρῶντες, γυμνὸν ᾑμαγμένον κατάκριτον, ἔφερον τὴν τόλμην τῶν σταυρωτῶν;

Ἀραβιανόν, σκολιώτατον γένος Ἑβραίων, ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ· διά τι κατέκρινας τὸν Χριστόν;

Χλαῖναν ἐμπαιγμοῦ, τὸν Κοσμήτορα πάντων ἐνδύεις, ὃς τὸν οὐρανὸν κατηστέρωσε, καὶ τὴν γῆν ἐκόσμησε θαυμαστῶς.

Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τὴν πλευράν σου Λόγε, σοὺς θανόντας παῖδας ἐζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς.

Ἥλιον τὸ πρὶν, Ἰησοῦς τοὺς ἀλλοφύλους κόπτων, ἔστησεν· αὐτὸς δὲ ἀπέκρυψας, καταβάλλων τὸν τοῦ σκότους ἀρχηγόν.

Κόλπων πατρικῶν, ἀνεκφοίτητος μείνας, οἰκτίρμον, καὶ βροτὸς γενέσθαι εὐδόκησας, καὶ εἰς ᾅδην καταβέβηκας Χριστέ.

Ἤρθη σταυρωθείς, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας, ἄπνους δ'ἐν αὐτῇ οὗτος θάπτεται, ὃ μὴ φέρουσα ἐσείετο δεινῶς.

Οἴμοι ὦ Υἱέ! ἡ Ἀπείρανδρος θρηνεῖ καὶ λέγει, ὃν ὡς Βασιλέα γὰρ ἤλπιζον, κατάκριτον νῦν βλέπω ἐν Σταυρῷ.

Ταῦτα Γαβριήλ, μοι ἀπήγγειλεν ὅτε κατέπτη, ὃς τὴν βασιλείαν αἰώνιον, ἔφη εἶναι τοῦ Υἱοῦ μου Ἰησοῦ.

Φεῦ! τοῦ Συμεών, ἐκτετέλεσται ἡ προφητεία· ἡ γὰρ σὴ ῥομφαῖα διέδραμε, τὴν καρδίαν τὴν ἐμὴν Ἐμμανουήλ.

Κἄν τοὺς ἐκ νεκρῶν, ἐπαισχύνθητε ὦ Ἰουδαῖοι, οὕς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν, ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς.

Ἔφριξεν ἰδών, τὸ ἀόρατον φῶς σε Χριστέ μου, μνήματι κρυπτόμενον ἄπνουν τε, καὶ ἐσκότασεν ὁ ἥλιος τὸ φῶς.

Ἔκλαιε πικρῶς, ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου Λόγε, ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε, σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν.

Νέκρωσιν τὴν σήν, ἡ πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ, βλέπουσα πικρῶς σοι ἐφθέγγετο· μὴ βραδύνης ἡ ζωὴ ἐν τοῖς νεκροῖς.

ᾍδης ὁ δεῖνος, συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν, Ἥλιε τῆς δόξῃς ἀθάνατε, καὶ ἐδίδου τοὺς δεσμίους ἐν σπουδῇ.

Μέγα καί, φρικτὺν, Σῶτερ θέαμα νῦν καθορᾶται! ὁ ζωῆς γὰρ θέλων παραίτιος, θάνατον ὑπέστη, ζωῶσαι θέλων πάντας.

Νύττῃ τὴν πλευρὰν, καὶ ἡλοῦσαι Δέσποτα τὰς χεῖρας, πληγὴν ἐκ πλευράς σου ἰώμενος, καὶ τὴν ἀκρασίαν, χειρῶν τῶν Προπατόρων.

Πρὶν τὸν τῆς Ραχήλ, υἱὸν ἔκλαυσεν ἅπας κατ' οἶκον· νῦν τὸν τῆς Παρθένου ἐκόψατο, Μαθητῶν χορεία σὺν τῇ Μητρί.

Ράπισμα χειρῶν, Χριστοῦ δέδωκαν ἐν σιαγόνι, τοῦ χειρὶ τὸν ἄνθρωπον πλάσαντος, καὶ τὰς μύλας θλάσαντος τοῦ θηρός.

Ὕμνοις σου Χριστέ, νῦν τὴν Σταύρωσιν καὶ τὴν Ταφήν τε, ἅπαντες πιστοὶ ἐκθειάζομεν, οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇταφῇ.

Δόξα...

Ἄναρχε Θεέ, συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα, σκῆπτρα τῶν Ἀνάκτων κραταίωσον, κατὰ πολεμίων ὡς ἀγαθός.

Καὶ νῦν...

Τέξασα ζωήν, Παναμώμητε ἁγνὴ Παρθένε, παῦσον Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα, καὶ βράβευσον εἰρήνην ὡς ἀγαθή.

Ἄξιόν ἐστι, μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα, καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.






ΣΤΑΣIΣ ΤΡΙΤΗ


Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, ὕμνον τῇ Ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.

Καθελὼν τοῦ ξύλου, ὁ Ἀριμαθαίας, ἐν ταφῶ σε κηδεύει.

Μυροφόροι ἦλθον, μύρα σοι Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.

Δεῦρο πᾶσα κτίσις, ὕμνους ἐξοδίους, προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.

Ὡς νεκρὸν τὸν ζῶντα, σὺν Μυροφόροις πάντες, μυρίσωμεν ἐμφρόνως.

Ἰωσὴφ τρισμάκαρ, κήδευσον τὸ σῶμα, Χριστοῦ τοῦ ζωοδότου.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα, ἐκίνησαν τὴν πτέρναν, κατὰ τοῦ Εὐεργέτου.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα, φέρουσι τῷ Σωτῆρι, χολὴν ἅμα καὶ ὄξος.

Ὢ τῆς παραφροσύνης, καὶ τῆς Χριστοκτονίας, τῆς τῶν προφητοκτόνων!

Ὡς ἄφρων ὑπηρέτης, προδέδωκεν ὁ μύστης, τὴν ἄβυσσον σοφίας.

Τὸν ῥύστην ὁ πωλήσας, αἰχμάλωτος κατέστη, ὁ δόλιος Ἰούδας.

Κατὰ τὸν Σολομῶντα, βόθρος βαθὺς τὸ στόμα, Ἑβραίων παρανόμων.

Ἑβραίων παρανόμων, ἐν σκολιαῖς πορείαις, τρίβολοι καὶ παγίδες.

Ἰωσὴφ κηδεύει, σὺν τῷ Νικοδήμω, νεκροπρεπῶς τὸν Κτίστην.

Ζωοδότα Σῶτερ, δόξα σου τῷ κράτει, τὸν ᾅδην καθελόντι.

Ὕπτιον ὁρῶσα, ἡ Πάναγνός σε Λόγε, μητροπρεπῶς ἐθρήνει.

Ὢ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;

Θρῆνον συνεκίνει, ἡ πάναγνός σου Μήτηρ, σοῦ Λόγε νεκρωθέντος.

Γύναια σὺν μύροις, ἥκουσι μυρίσαι, Χριστὸν τὸ θεῖον μύρον.

Θάνατον θανάτῳ, σὺ θανατοῖς Θεέ μου, θείᾳ σου δυναστείᾳ.

Πεπλάνηται ὁ πλάνος, ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται, σοφίᾳ σῇ Θεέ μου.

Πρὸς τὸν πυθμένα ᾅδου, κατήχθη ὁ προδότης, διαφθορᾶς εἰς φρέαρ.

Τρίβολοι καὶ παγίδες, ὁδοὶ τοῦ τρισαθλίου, παράφρονος Ἰούδα.

Συναπολοῦνται πάντες, οἱ σταυρωταί σου Λόγε, Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ.

Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ, συναπολοῦνται πάντες, οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων.

Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πῶς πάθος κατεδέξω;

Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα.

Σῶμα τὸ ζωηφόρον, ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει, μετὰ τοῦ Νικοδήμου.

Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη, θερμῶς δακρυῤῥοοῦσα, τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.

Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;

Τὸν Ἀδὰμ καὶ Εὔαν, ἐλευθερῶσαι, Μῆτερ, μὴ θρήνει, ταῦτα πάσχω.

Δοξάζω σου Υἱέ μου, τὴν ἄκραν εὐσπλαγχνίαν, ἧς χάριν ταῦτα πάσχεις.

Ὄξος ἐποτίσθης, καὶ χολὴν οἰκτίρμων, τὴν πάλαι λύων γεῦσιν.

Ἰκρίω προσεπάγης, ὁ πάλαι τὸν λαόν σου, στύλῳ νεφέλης σκέπων.

Αἱ Μυροφόροι Σῶτερ, τῷ τάφῳ προσελθοῦσαι, προσέφερόν σοι μύρα.

Ἀνάστηθι, οἰκτίρμον, ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων, ἐξανιστῶν τοῦ ᾅδου.

Ἀνάστα Ζωοδότα, ἥ σε τεκοῦσα Μήτηρ, δακρυῤῥοοῦσα λέγει.

Σπεῦσον ἐξαναστῆναι, τὴν λύπην λύων Λόγε, τῆς Σε ἁγνῶς Τεκούσης.

Οὐράνιαι Δυνάμεις, ἐξέστησαν τῷ φόβῳ, νεκρόν σε καθορώσαι.

Τοῖς ποθῶ τε καὶ φόβῳ, τὰ πάθη σου τιμῶσι, πταισμάτων δίδου λύσιν.

Ὢ φρικτὸν καὶ ξένον, θέαμα Θεοῦ Λόγε! πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;

Φέρων πάλαι φεύγει, Σῶτερ Ἰωσήφ σε, καὶ νῦν σε ἄλλος θάπτει.

Κλαίει καὶ θρηνεῖ σε, ἡ πάναγνός σου Μήτηρ, Σωτήρ μου νεκρωθέντα.

Φρίττουσιν οἱ νόες, τὴν ξένην καὶ φρικτήν σου, Ταφὴν τοῦ πάντων Κτίστου.

Ἔῤῥαναν τὸν τάφον, αἱ Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωὶ ἐλθοῦσαι.

Ἀρώματα καὶ μύρα, μαθήτριαι γυναῖκες, προσφέρουσι τῷ Τάφῳ.

Τὸ «χαίρετε» δ� ἐκεῖναι, ἀκούουσιν εὐθέως, εἰς ἀμοιβὴν τῶν δώρων.

Τὰ δάκρυα ὡς μύρα, τῇ σῇ Ταφῇ προσφέρειν, ἀξίωςόν με Σῶτερ.

Εἰρήνην Ἐκκλησία, λαῷ σου σωτηρίαν, δώρησαι σῆ Ἐγέρσει.

Δόξα...

Ὦ Τριὰς Θεέ μου, Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα, ἐλέησον τὸν Κόσμον.

Καὶ νῦν...

Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου, Ἀνάστασιν Παρθένε, ἀξίωσον σοὺς δούλους.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, ὕμνον τῇ Ταφῇ σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Τι ακριβώς είναι ο θάνατος στο σταυρό

Το πρόσωπο τού ανθρώπου πραγματικά παραμορφώνεται όπως τού κρεμασμένου, ο θώρακάς του διατείνεται σε αφάνταστο βαθμό, το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μιά βαθιά κοιλότητα, ο άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, πού όπως λένε οι μάρτυρες πού ήταν μπροστά, εδημιουργείτο μιά λίμνη μεγάλη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια τού δυστυχισμένου αυτού καταδίκου.
Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο σταυρός φέρνει τον άνθρωπο σε μιά μεγάλη έλξη χάρις στο βάρος τού σώματος πού τραβάει το κορμί προς τα κάτω από τα χέρια, μιά μεγάλη έλξη των χεριών, των μυών, των βραχιόνων, τής ωμικής ζώνης και τού θωρακικού τοιχώματος. Αυτή η έλξις βαστάει τον θώρακα σε μία συνεχή αναγκαστική θέση εισπνοής καίτοι ο άνθρωπος δεν μπορεί νά εκτελέσει εκπνευστικές κινήσεις.
Και ξέρουμε ότι οι εκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από τον θώρακά μας, ακριβώς χωρίς Καμία δύναμη, σαν μιά αυτόματη επάνοδο τού μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακος με την οποία γεμίζει ο θώρακας με αέρα και έτσι μπορεί ο άνθρωπος και ανανεώνει τον αέρα στις κυψελίδες του και οξυγονώνει το αίμα του και μπορεί νά συνεχίζει και επιβιώνει.
Στην κατάσταση τής εξαρτήσεως και από τα χέρια, στην κατάσταση τής Σταυρώσεως, ο άνθρωπος βρίσκεται σ΄ ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο περιορισμό τής αναπνοής του σαν και εκείνο πού θα βρισκόταν εάν είχε δεθεί με ένα πολύ σφικτό θώρακα ή εάν είχε πλακώσει τον θώρακά του με ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί νά γεμίσει πάλι αέρα, ώστε ο θάνατος από την σταύρωση οφείλεται κυρίως σε ασφυξία.
Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή η μεγάλη πίεση μέσα στον θώρακα είναι αδύνατο νά παροχετευθή, νά κατέβει προς την καρδιά, το αίμα πού βρίσκεται στο κεφάλι. Γι΄ αυτό και η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των ανθρώπων αυτών, των σταυρωμένων. Εάν δεν είχε κάποια άλλη διέξοδο, εάν δεν εύρισκε κάποια άλλη διέξοδο, για νά μπορέσει νά απαλλάξει το κεφάλι του από αυτήν την πληθώρα αίματος θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στον σταυρό. Όμως ο σταυρωμένος βρίσκει μιά διέξοδο.
Και αυτή είναι να στηρίξει το κορμί του πιέζοντας τα πόδια του πάνω στα καρφιά με τα οποία είναι καρφωμένα. Έτσι ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματάει η εξάρτηση τού βάρους από τα χέρια και από τούς ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι και ο άνθρωπος συνέρχεται. Όμως η κούραση, την οποία έχει δεν τού επιτρέπει νά καταβάλλει αυτήν την μυϊκή προσπάθεια, ώστε νά στηρίζει όλο το βάρος τού σώματός του από το καρφί το οποίο έχει περάσει από τα πόδια του. Έτσι εξαντλημένος ξαναπέφτει πάλι στην πρώτη θέση, για νά ξαναρχίσει πάλι η ασφυξία μέχρις ότου μετά από μιά διαδοχική σειρά από τέτοιες προσπάθειες εξαντληθεί, μείνει στην στάση τής εξαρτήσεως και πεθάνει από ασφυξία.
Πραγματικά είναι ένα σατανικό σχέδιο θανατώσεως ο σταυρός και γι΄ αυτό και οι Ρωμαίοι τόσο πολύ ικανοποιούντο, μέσα σε κείνη την βάρβαρη επιθυμία τους νά βλέπουν τον άνθρωπο νά βασανίζεται, από την θέα των σταυρωμένων ανθρώπων. Και γι΄ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος ο θάνατος, στην Ρωμαϊκή νομοθεσία αυτός ο θάνατος, ορίζεται νά χρησιμοποιείται μονάχα στους δούλους και στους προδότες.
Απόσπασμα από:
Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ

ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΚΡΗ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Α.Π.Θ.
Διάλεξις δοθείσα εντός τού Πανεπιστημιακού χώρου εις φοιτητικήν ευκαιρίαν(Απρίλιος 1978)
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΕΔΩ:

Μεγάλη Πέμπτη βράδυ στην έρημο της Κερασιάς, στο κελλί του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου



Η Ταπείνωση


Από τις σημειώσεις του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου (+1938)

… Τον πρώτο καιρό μετά τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος σκέφθηκα : Ο Κύριος μου συγχώρεσε τις αμαρτίες μου , το μαρτυρεί μέσα μου η χάρη. Τι μου χρειάζεται , λοιπόν , περισσότερο ; Δεν πρέπει όμως να σκεφτόμαστε έτσι . Παρότι μας συγχωρούνται τα αμαρτήματα , εν τούτοις πρέπει να τα θυμόμαστε όλη τη ζωή μας και να θλιβόμαστε γι ‘ αυτά , για να διατηρούμε τη συντριβή της καρδιάς . Εγώ δεν το ήξερα αυτό και έπαψα να έχω συντριβή και υπέφερα πολλά από τους δαίμονες . Και απορούσα , τι συμβαίνει μ ‘ εμένα ; Η ψυχή μου γνωρίζει τον Κύριο και την αγάπη Του . Τότε πώς μου έρχονται κακοί λογισμοί ; Αλλά ο Κύριος με σπλαχνίστηκε και με δίδαξε ο Ίδιος πώς πρέπει να ταπεινωθώ : «Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι».
Μ ‘ αυτό τον τρόπο νικόνται οι εχθροί . Όταν όμως ο νους μου λησμονεί τη φωτιά του Άδη , τότε οι λογισμοί ξαναποκτούν δύναμη . …
… Πρέπει να υπομείνεις πολλούς κόπους και να χύσης πολλά δάκρυα , για να διατηρήσεις το πνεύμα ταπεινωμένο κατά Χριστόν . Χωρίς αυτό σβήνει το φως της ζωής στην ψυχή και αυτή πεθαίνει .


Μπορείς σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποξηράνεις το σώμα με τη νηστεία . Να ταπεινώσεις όμως την ψυχή , έτσι που να μένει συνεχώς ταπεινή , αυτό ούτε εύκολο είναι ούτε γίνεται σύντομα . Η Μαρία η Αιγύπτια επάλαιβε δεκαεπτά έτη με τα πάθη , σαν να ήταν άγρια θηρία, και μόνο τότε βρήκε ανάπαυση . Κι όμως το σώμα της μαράθηκε σε λίγο χρόνο , γιατί στην έρημο δεν υπάρχει πολλή τροφή . …
… Έλκεται η ψυχή μου να δει τον Κύριο και διψά με ταπείνωση γι ‘ Αυτόν , γιατί είναι ανάξια για τέτοιο μεγάλο αγαθό .
Η υπερηφάνεια εμποδίζει την ψυχή να μπει στο δρόμο της πίστεως . Στον άπιστο δίνω αυτή τη συμβουλή . Ας πει : «Κύριε , αν υπάρχεις , φώτισέ με και θα Σε υπηρετήσω μ ‘ όλη την ψυχή μου». Και ο Κύριος εξάπαντος θα φωτίσει μια τέτοια ταπεινή σκέψη και προθυμία για την υπηρεσία του Θεού . Δεν πρέπει όμως να λέγει : «Αν υπάρχεις, τότε παίδεψέ με» , γιατί αν έρθει η τιμωρία , είναι δυνατό να μη βρεις τη δύναμη να ευχαριστήσεις τον Θεό και να μετανοήσεις . …
… Ο κενόδοξος ή φοβάται τους δαίμονες ή γίνεται όμοιος μ ‘ αυτούς . Δεν πρέπει όμως να φοβόμαστε την κενοδοξία και την υπερηφάνεια , γιατί προκαλούν την απώλεια της χάρης . …
… Ο Κύριος μας αγαπά πολύ . Κι όμως εμείς πέφτομε σ ‘ αμαρτίες , γιατί δεν έχομε ταπείνωση . Για να διαφυλάξεις την ταπείνωση , πρέπει να νεκρώσεις τη σάρκα και να δεχτείς το Πνεύμα του Χριστού . Οι Άγιοι είχαν ισχυρό πόλεμο με τους δαίμονες κι ενίκησαν με την ταπείνωση , την προσευχή και τη νηστεία . …
… Τι πρέπει να κάνομε για να έχομε ειρήνη στην ψυχή και το σώμα ;
Πρέπει ν ‘ αγαπάς όλους τους ανθρώπους , όπως τον εαυτό σου , και να είσαι κάθε ώρα έτοιμος για το θάνατο . ‘Όταν η ψυχή θυμάται τον θάνατο , ταπεινώνεται και παραδίνεται ολόκληρη στο θέλημα του Θεού και επιθυμεί να έχει ειρήνη με όλους και να τους αγαπά όλους .
Όταν έλθει στην ψυχή η ειρήνη του Χριστού , τότε είναι ευχαριστημένη και κάθεται σαν τον Ιώβ στην κοπριά και χαίρεται που βλέπει τους άλλους δοξασμένους κι η ίδια είναι η πιο ασήμαντη από όλους . Το μυστήριο της κατά Χριστόν ταπεινώσεως είναι μεγάλο και άρρητο . Η ψυχή που αγαπά επιθυμεί για κάθε άνθρωπο περισσότερα αγαθά από ότι για τον εαυτό της και χαίρεται σαν βλέπει τους άλλους να είναι πιο ευτυχισμένοι από την ίδια και θλίβεται όταν τους βλέπει να βασανίζονται . …
… Ο Κύριος αγαπά τους ανθρώπους . Εν τούτοις παραχωρεί τις θλίψεις, για να γνωρίσουν οι άνθρωποι την αδυναμία τους και να ταπεινωθούν και με την ταπείνωση να λάβουν το Άγιο Πνεύμα . Με το Άγιο Πνεύμα όλα γίνονται ωραία , χαρούμενα , υπέροχα . …
… Αν ήμαστε ταπεινοί , ο Κύριος από αγάπη θα μας απεκάλυπτε όλα τα μυστήρια . Αλλά η συμφορά μας είναι πώς δεν είμαστε ταπεινοί , υπερηφανευόμαστε και είμαστε ματαιόδοξοι για κάθε τι ασήμαντο κι έτσι βασανίζομε τον εαυτό μας και τους άλλους . …
… Είναι αξιολύπητοι οι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τον Θεό και πονώ γι ‘ αυτούς . Υπερηφανεύονται γιατί πετούν ΄ αλλά τι το αξιοθαύμαστο ; Και τα πουλιά πετούν και δοξάζουν τον Θεό . Κι όμως ο άνθρωπος . το κτίσμα του Θεού , εγκαταλείπει τον Κτίστη . Αλλά σκέψου , πώς θα σταθείς στη Φοβερή Κρίση του Θεού ; Πού θα φύγεις ή πού θα κρυφτείς από το Πρόσωπο του Θεού ; …
… Υπάρχουν πολλά είδη ταπεινώσεως . Ο ένας είναι υπάκουος και για όλα μέμφεται τον εαυτό του , κι αυτό είναι ταπείνωση . Ο άλλος μετανοεί για τις αμαρτίες του και θεωρεί τον εαυτό του βδέλυγμα ενώπιον του Κυρίου , κι αυτό είναι ταπείνωση . Όμως άλλη ταπείνωση έχει εκείνος που γνώρισε με το Πνεύμα το Άγιο τον Κύριο . Εκείνος έχει άλλη γνώση και άλλη γεύση .
Όταν η ψυχή δει με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριο , πόσο πράος και ταπεινός είναι , τότε ταπεινώνεται και η ίδια πλήρως . Και η ταπείνωση αυτή είναι εντελώς ιδιαίτερη και κανένας δεν μπορεί να την περιγράψει και γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα . Κι αν οι άνθρωποι εγνώριζαν με το Άγιο Πνεύμα ποιος είναι ο Κύριος μας , τότε θα άλλαζαν οι πάντες : οι πλούσιοι θα εγκατέλειπαν τα πλούτη τους , οι επιστήμονες τις επιστήμες τους , οι κυβερνήτες τη δόξα και την εξουσία τους και θα γινόταν όλοι ταπεινοί , θα ζούσαν με μεγάλη ειρήνη και αγάπη και θα βασίλευε στη γη χαρά μεγάλη . …
… Κύριε , δώσε να γνωρίσουν όλοι οι λαοί της γης πόσο μας αγαπάς και ποια θαυμαστή ζωή χαρίζεις σ ‘ όσους πιστεύουν σε Σένα .
Όποιος έχει μέσα του την ειρήνη του Αγίου Πνεύματος , σκορπίζει ειρήνη και στους άλλους . Όποιος όμως έχει μέσα του πνεύμα κακό , σκορπά και στους άλλους το κακό . …
… Ο θυμώδης άνθρωπος υποφέρει ο ίδιος μεγάλο μαρτύριο από πονηρό πνεύμα , εξαιτίας της υπερηφάνειας του . Ο υφιστάμενος , όποιος κι αν είναι , πρέπει να το καταλαβαίνει και να προσεύχεται για τον ψυχικά άρρωστο προ’ι’στάμενό του και τότε ο Κύριος , βλέποντας την υπομονή του , θα του δώσει άφεση αμαρτιών και αδιάλειπτη προσευχή . Είναι μέγα έργον ενώπιον του Θεού το να προσεύχεται κανείς γι ‘ αυτούς που τον αδικούν και τον προσβάλλουν . Εξαιτίας αυτού θα του δώσει ο Κύριος τη χάρη και θα γνωρίσει με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριο . Κι έτσι θα υπομείνει τότε , χάριν του Κυρίου , με χαρά όλες τις θλίψεις και θα του δώσει ο Κύριος αγάπη για όλο τον κόσμο και θα επιθυμεί ολόψυχα το καλό για όλους και θα προσεύχεται για όλους όπως για την ψυχή του .
Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή ν ‘ αγαπούμε τους εχθρούς και όποιος αγαπά τους εχθρούς εξομοιώνεται με τον Κύριο Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι δυνατή παρά μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος . Γι ‘ αυτό , μόλις σε προσβάλει κανείς , προσευχήσου γι ‘ αυτόν στον Θεό κι έτσι θα διατηρήσεις την ειρήνη του Θεού στην ψυχή σου .

το βρήκαμε εδώ

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ π. ΠΑΪΣΙΟ ΚΑΙ ΠΩΣ ΙΔΡΥΘΗΚΕ ΤΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΟΥΡΩΤΗΣ


π.Πολύκαρπος Ματζάρογλου

Το έτος 1965 ήμουν εφημέριος εις τον ιερόν Ναόν της του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης. Ήταν Κυριακή, ήμουν Λειτουργός και στην αρχή του Όρθρου είδα να στέκονται λίγο πιο μακρυά από το Τέμπλο δύο Μοναχοί. Μου ήσαν άγνωστοι. Είπα στον νεωκόρο να τους βάλη στο Ιερό μέσα για να μην στεναχωρεθούν όταν η Εκκλησία θα γέ­μιζε από τον κόσμο και στους Αίνους κάθησα κοντά τους και ρώτη­σα τον νεώτερο από που ήταν και αν είχαν ανάγκη από βοήθεια, ευχαρίστως να τους συμπαρασταθώ.

Ο νέος ήταν ο π. Βασίλειος Γοντικάκης και ο μεγαλύτερος ό π. Παΐσιος και ασκήτευαν στην Σκήτη των Ιβήρων. Ο π. Παΐσιος ήταν άρρωστος. Μετά την Θεία Λειτουργία παρεκάλεσα τον ιατρό κ. Παπαδημητρακόπουλο, να δη τον π. Παΐσιο ακτινολογικά και την επο­μένη, σε γνωστή μικροβιολόγο, κάναμε εξετάσεις αίματος καί πτυέ­λων. Συγκέντρωσα αυτές τις εξετάσεις και τους πήγα από το ξενοδο­χείο «ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ» που έμεναν, σε γνωστό μου γιατρό φυματιολόγο ο οποίος ήταν Διευθυντής στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Ο γιατρός συνέστησε «Νοσοκομείο και χειρουργική επέμβαση». Έπα­σχε ο π. Παΐσιος από εκτεταμένη βρογχεκτασία του κάτω λοβού του αριστερού πνεύμονας, φυματιώδους αιτιολογίας.

Ωστόσο ο π. Παΐσιος δεν δέχθηκε ούτε το νοσοκομείο ούτε έστω τις σαράντα στρεπτομυκίνες που υπέδειξε ο φυματιολόγος.

«Πάρε μου δύο στρεπτομυκίνες καί 3-4 κουτιά γάλα για να πω πως έκανα θεραπεία και να επιστρέψωμε στο Όρος», μου είπε.

Την επομένη τους πήγα στο πρακτορείο και έφυγαν για το Άγιον Όρος.

Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ήρθε ο π. Παΐσιος στα Γρα­φεία της Μητροπόλεως, όπου εργαζόμουν, μόνος του κρατώντας μια μικρή βαλιτσούλα και μου είπε: «Ήρθα να με πας στο Νοσοκομείο».

Πράγματι ανεζήτησα τον γνωστό μου φυματιολόγο και εκείνος έδωσε εντολή για εισιτήριο «εκτάκτου εισαγωγής» στο «Παπανικο­λάου» την ίδια μέρα, όπου υπεύθυνος χειρουργός ήταν ο κ. Οικονο-μόπουλος και Διευθύνουσα η κ. Χανιωτάκη.

Η επέμβασις καθυστερούσε και τότε κατέφυγα στον πεθερό του χειρούργου τον γνωστό κ. Παπαποστόλου, με το κατάστημα Ια­τρικών Ειδών, και ωρίσθηκε η ημερομηνία του χειρουργείου και συγ­χρόνως μας δόθηκε εντολή για την ανεύρεση δέκα φιαλών αίματος.

Yπάρχει ένα περιστατικό της νέας αναβολής της επεμβάσεως, οφειλόμενο στην ευαισθησία του π. Παϊσίου: Ένα μικρό παιδί νοση­λευόταν στο Νοσοκομείο εκείνο το διάστημα. Είχε μέσα σε κάποιο βρόγχο του ένα φυλλαράκι από πουρνάρι και αυτό το έκανε και υπέ­φερε. Ο π. Παΐσιος έδωσε λοιπόν την σειρά του στο άρρωστο παιδί και η δική του επέμβαση καθυστέρησε και πάλι.

Εδώ θα κάνω μια παρένθεση απαραίτητη για την σύνδεση της γνωριμίας μου με τον π. Παΐσιο και την ίδρυση του Ησυχαστηρίου της Σουρωτής και την ιστορική αλήθεια του όλου θέματος:

Από το έτος 1961 είχα υπό την πνευματική μου καθοδήγηση είκοσι περίπου κοπέλλες οι οποίες είχαν πόθον και ιερή επιθυμία την ίδρυση ενός Ησυχαστηρίου.

Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ήταν ο μακαριστός Παντελεήμων Παπαγεωργίου, πνευματικός μου πατήρ, με του οποίου την υπόδειξη και ευλογία αγοράσθηκε, δαπάναις των ιδίων νεανίδων, αγρόκτημα 13 στρεμμάτων κοντά στο χωριό Φίλυρον Θεσσαλονίκης. Όταν όμως άρχισαν οι προκαταρκτικές εργασίες των εγκαταστάσεων, ο Μητρο­πολίτης ζήτησε επτά μέλη από την «Πνευματική Συντροφιά» και μά­λιστα τις πλέον εγγράμματες να εγγράφουν και να εγκαταβιώσουν στην Μονή του Πανοράματος Θεσσαλονίκης. Καμμία από τις κοπέλ­λες δεν θέλησε να αποχωρισθή από τις υπόλοιπες και η άρνησή των έγινε αφορμή να ανακαλέση ο Μητροπολίτης την ίδρυση της Μονής στην Μητροπολιτική του περιφέρεια.

Συνεχίζω τα της ασθενείας του π. Παϊσίου:

Το αίμα που χρειαζόταν για την εγχείρηση και την συμπαράσταση στην αρρώστεια του π. Παϊσίου, τα εξασφάλισα μέσα από την καλή διάθεση αυτών των πνευματικών μου παιδιών που ενώ δεν ζούσαν σε Μονή, δεν ήσαν καν Μοναχές, έκαναν μοναχικό αγώνα και υπακοή.

Συγχρόνως είχα ορίσει το καθημερινό πρόγραμμα διακονίας του άρρωστου πάλι με τα πνευματικά μου παιδιά.

Στο Νοσοκομείο ο π. Παΐσιος χρειάσθηκε να μείνη περισσότερο από δύο μήνες και επειδή οι τομές ήταν μεγάλες, ο γιατρός υπέδειξε να παραμείνη στην Θεσσαλονίκη ένα μήνα ακόμη. Τον πήγα στο σπί­τι της κ. Αντωνίας Καλογεροπούλου η οποία εξωμολογείτο σε μένα και ευχαρίστως δέχθηκε να τον φιλοξενήση και να τον φροντίση.

Όπως είναι φυσικό αυτή η περιπέτεια της ασθενείας του π. Παϊ­σίου και η τόσο μεγάλη επικοινωνία μαζί του, μου έδωσαν την καρ­διακή άνεση να του ακουμπήσω το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώ­πιζα με τις νεανίδες και την ίδρυση του Ησυχαστηρίου. Μάλιστα συ­γκέντρωσα τις αδελφές παρόντος του π. Παϊσίου (ήταν ακόμη στην οικία της κ. Καλογεροπούλου ασθενής) και είπα την αρνητική απάντηση του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος Παπαγεωργίου.

Ο π. Παΐσιος επρότεινε να μιλήση σε έναν Ιερομόναχο γνωστό του τον π. Αγαθάγγελο Παρλάντζα και εκείνος θα πρότεινε στον Μη­τροπολίτη Κασσανδρείας, κυρό Συνέσιο Βισβίνη, στου οποίου την Μητρόπολη υπηρετούσε, να ιδρυθή εκεί το Ησυχαστήριο. Πράγματι σε δεκαπέντε ήμερες ήλθε θετική απάντηση από τον Μητροπολίτη Κασσανδρείας κυρό Συνέσιο Βισβίνη.

Συνεφωνήθη δε όπως εγώ παραμείνω στην αφάνεια δια να μην λυ-πηθή ο άγιος Θεσσαλονίκης (Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγε-ωργίου) και σε κατάλληλο καιρό να ζητήσω απολυτήριο και να διο­ρισθώ στην Επαρχία Κασσανδρείας, κοντά κάπου στο Ησυχαστή­ριο για να κατευθύνω τις Αδελφές.

Ας σημειωθή ότι όλα αυτά δι’ επιστολής μου τα εγνώρισα στον Μητροπολίτη Κασσανδρείας.

Ο π. Αγαθάγγελος με τον Ιερομόναχο π. Θεόκλητο Μπόλκα εντόπισαν ένα αγροτεμάχιο οκτώ στρεμμάτων περίπου στην Σουρωτή, ήρθαν σε επικοινωνία μαζί μου, είδα το κτήμα και καταλήξαμε στην αγορά του.

Αυτή την εποχή, ενώ δηλαδή ο π. Παΐσιος δεν είχε φύγει ακόμη στο Άγιον Όρος, μία των ημερών, πήγαμε μαζί στο Ησυχαστήριο της αγίας Μαγδαληνής στον Πολύγυρο όπου εγκαταβιούσαν οι Ιερομό­ναχοι και συνέπεσε να συναντηθούμε με τον Μητροπολίτη Κασσαν­δρείας ο οποίος και ζήτησε να μάθη ποιοι είμασταν και ρώτησε πρώτα τον π. Παΐσιο:

- Εσείς;

- Μοναχός Παΐσιος Σιναΐτης. Έζησα στο Σινά επί Μητροπολίτου Πορφυρίου.

- Εσείς; (Ρώτησε εμένα).

- π. Πολύκαρπος Ματζάρογλου...

- Α! Ναι, σας γνωρίζω από τους πατέρες και την επιστολή σας. Δεν έχω καμμιά αντίρρηση για την ίδρυση του Ησυχαστηρίου.

Μετά μερικές ήμερες πήγα πάλι στον Πολύγυρο, στην Μητρόπο­λη, όπου ο Μητροπολίτης είχε έτοιμο το έγγραφο αδείας ανεγέρσε­ως κελλιών και ενός Ναού και το παρέδωσε στα χέρια μου.

Τα σχέδια για την αρχική πτέρυγα του Ησυχαστηρίου τα έκανε ένας Γερμανός αρχιτέκτων ονόματι Σωτήρης, προστατευόμενος του π. Θεοκλήτου, πάντα με συνεργασία μαζί μου. Και τα σχέδια του Κα-θολικού παρεκάλεσα να τα κάνη ο αδελφός της Γερόντισσας Μαριάμ Πολυχρονιάδου την οποία είχα πάρει στην εν τω κόσμω Πνευματική Συντροφιά, γιατί ζούσε στο σπίτι της, στην Έδεσσα. (Ήταν πρώην Ηγουμένη στην Ι. Μονή της Αγίας Τριάδος Εδέσσης).

Ο Βασίλης Πολυχρονιάδης ήταν εμπειροτέχνης ναοδόμος της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης και Πέλλης.

Την ανέγερση τόσον του Ναού όσον και της αρχικής πτέρυγας των κελλιών ανέλαβε ως εργολάβος ο Ματθαίος Ελευθεριάδης, γαμβρός της αδελφής Μαρίας Παντέλογλου.

Ανοίξαμε με τις Αδελφές ένα λογαριασμό στην Τράπεζα κοινό και συνεβάλαμε όλοι κατά την οικονομική δύναμη του καθενός. Είχαμε εξουσιοδοτήσει την Μαρία Παντέλογλου για να κάνη τις πλη­ρωμές.

Ο π. Αγαθάγγελος πολύ συχνά κατέβαινε στην Θεσσαλονίκη για την συνεργασία μαζί μου και την παρακολούθηση των εργασιών.

Τον Οκτώβριο του 1967 δέκα αδελφές εγκαταστάθηκαν στην Μο­νή.

Το 1970 ανέλαβα καθήκοντα Εφημερίου, Ιεροκήρυκος, Πνευμα­τικού και Αρχιερατικού Επιτρόπου στην ενορία Αγίου Γεωργίου Βασιλικών και συγχρόνως Πνευματικού πατρός και Καθοδηγητού εις το Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος» δι’ εγγράφου υπ' αριθ. 618/3-7-1970 της Ιεράς Μητροπόλεως Κασσαν-δρείας.

Στο μεσοδιάστημα από της εγκαταστάσεως των πρώτων Αδελφών έως του διορισμού μου, ανέβαινα στο Ησυχαστήριον και επέβλεπα και ανελάμβανα όλες τις ανάγκες της Αδελφότητος υλικές και πνευ­ματικές μέχρι λεπτομερείας και κατηύθυνα την Αδελφότητα.

Μια μικρή αναφορά θα κάνω πως αντιμετώπισα τις βασικές ανά­γκες του Ησυχαστηρίου για την καλή του λειτουργία.

Νερό:

Δεν υπήρχε παρά μια πηγή με υπόξινο νερό κάτω από την Μονή περίπου 800 μ. απόσταση, όπου αργότερα κάναμε δεξαμενή συλ­λογής του υπάρχοντος νερού και με αντλία το ανεβάσαμε στο Μοναστήρι. Ήταν ακατάλληλο προς πόση αλλά το χρησιμοποιούσαμε για πότισμα και άλλες ανάγκες. Καλό νερό απέκτησε ή Μονή αφού εξα­σφάλισα πρώτα την ηλεκτροδότηση.

Ηλεκτροδότηση:

Εγνώριζα τον κ. Κίτσο Γεώργιο, Περιφερειάρχη Μακεδονίας-Θράκης της ΔΕΗ, και με την βοήθεια του κ. Κίτσου τοποθετήθηκαν κολώνες από το χωριό Σουρωτή μέχρι το Ησυχαστήριο και έτσι απο­κτήσαμε το ρεύμα.

Όταν ήρθε το ρεύμα στην Μονή, μπορέσαμε να ανεβάσωμε και καλό νερό. Από τον κεντρικό αγωγό νερού της Κοινότητος Σουρωτής, ιδία δαπάνη της Μονής, και με την βοήθεια του τότε Προέδρου κ. Τζώλα, μεταφέραμε με σωληνώσεις το νερό στην Μονή.

Δρόμος:

Υπήρχε μόνον ένα μικρό μονοπάτι από την κεντρική αρτηρία μέ­χρι το Ησυχαστήριο και οι δυσκολίες ήταν πολλές. Ενθυμούμαι ότι με κάλεσε ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας και με ρώτησε αν έχωμε καμμιά ανάγκη στη Μονή που θα μπορούσε να την κάνη ο Στρατός, γιατί του το πρότεινε ο Διοικητής του 561 Τάγματος κ. Γκότσης που η Έδρα του ήταν στο Σέδες.

Του ανέφερα την ανάγκη του δρόμου και μου ενεχείρισε την κάρ­τα του Στρατηγού και μου είπε:

- Πήγαινε μόνος σου να συννενοηθής...

Όπερ και έπραξα. Πράγματι δέκα μέρες μετά την επίσκεψη μου στη Θέρμη, προσγειώθηκε στον γύρω χώρο της Μονής ένα ελικόπτε­ρο και κατέβηκε ειδικός στρατιωτικός ο οποίος και χάραξε τον «φι­δωτό δρόμο» από την κεντρική αρτηρία έως την Μονή και σε ένα μήνα μας παρέδωσαν τον δρόμο, φυσικά χωματόδρομο. Αργότερα το 1972 μου ήταν γνωστός ο Υπουργός Δημοσίων Έργων, κ. Ζαρντινίδης στον οποίον κατέφυγα και εκείνος προέβη στην ασφαλτόστρωση του υπάρχοντος δρόμου.

Ο π. Παΐσιος από καιρού εις καιρόν κατέβαινε από το Άγιον Όρος και έμενε στην Μονή για λίγο. Ήδη εγώ εμένα στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης και τον συναντούσα στο Ησυχαστήριο. Ουδέποτε ο π. Παΐσιος ανεμείχθη στις κτιριακές ή άλλες υλικές υποθέσεις. Η προσφορά του ήταν καθαρά πνευματική αλλά πάντοτε με πολύ καλή επι­κοινωνία μαζί μου, χωρίς ποτέ να παίρνη καμμιά πρωτοβουλία αν δεν μιλούσε πρώτα και τις λεπτομέρειες των θεμάτων μαζί μου.

Μετά το 1970 που μπορούσα άνετα να ανεβαίνω στην Μονή προ­σθέσαμε και τα υπόλοιπα κτίσματα, τον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής, το Αγιογραφείο, την Δεξαμενή και ένα καλυβάκι στο βουνό για να μένη όταν ερχόταν ό π. Παΐσιος. Επειδή αυξήθηκε πολύ ο αριθμός των Μοναζουσών, κάναμε πρώτα προσθήκη ενός ορόφου στην ήδη υπάρχουσα πτέρυγα κελλιών και πολύ αργότερα την νέα πτέρυγα με τον Ναό των Αρχαγγέλων.

Το 1972 μεταφέρθηκα μονίμως στην Μονή όπου εξωμολογούσα πλήθος προσκυνητών.

Το έτος 1974 ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας δια του υπ' αριθ. 7/10-1-1974 εγγράφου του μου αναθέτει να προβαίνω εις την χειρο-θεσίαν ρασοφόρων μικροσχήμων και μεγαλοσχήμων εκ των ασκου­μένων εν τω Ησυχαστηρίω του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Προς πίστωσιν τούτου υπάρχει εν ημίν και έτερον έγγραφον του Ησυχα­στηρίου (1-2-1974) προς τον Μητροπολίτην Κασσανδρείας δια του οποίου η υπογράφουσα Καθηγουμένη Φιλοθέη Σαμαρά αιτείται την ευλογίαν του Μητροπολίτου δια να εγγραφή εις το Μοναχολόγιο του Ησυχαστηρίου μία μοναχή. Το έγγραφο γράφει ακριβώς: «η δόκιμος Σοφία Ακριτίδου χειροθετηθείσα υπό του Πνευματικού ημών πατρός Πολυκάρπου Ματζάρογλου -βάσει του υπ' αριθμ. 7/10-1-1974 Υμε­τέρου εγγράφου- μετονομασθείσα Συγκλητική...».

Πλήθος αποδεικτικών γραπτών στοιχείων υπάρχει παρ’ ημίν δια την γνησιότητα της κτιτορικής ιδιότητος μου στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής και της πνευματικής μου πατρότητας επί 22 συναπτά έτη στην Αδελφότητα του Ησυχαστηρί­ου (από το 1961 εν τω κόσμω ακόμη, μέχρι το έτος 1983).

Θα καταθέσω μόνον την ομολογία του ιδίου του π. Παϊσίου όπως την γράφει στο βιβλίο του «Ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης» στην έκδοση του Ησυχαστηρίου της Σουρωτής του έτους 1975:

Σελίς 8 γράφει: «...ο φίλος μου πατήρ Πολύκαρπος -ο Κτίτωρ και Γέροντας της Μονής αυτής-......»

Σελίς 11 γράφει: «... είχε παρουσιασθή σε μια αδελφή ο Πατήρ Αρσένιος καθώς και σε άλλη -όπως θα αναφέρω λεπτομερώς- και ο Πνευματικός, όταν τα έμαθε, αφού θόλωσε τα νερά στις αδελφές για να μη βλαφθούν, επικοινώνησε μαζί μου. Του απήντησα και πά­λι να τα αφήσουμε στον Θεό, χωρίς να γίνη λόγος».

Αυτές βέβαια οι μαρτυρίες του ιδίου του π. Παϊσίου αλλοιώθηκαν στις επόμενες εκδόσεις του βιβλίου αυτού και το όνομα π. Πολύκαρ­πος δεν αναφέρεται καν.

Διαμένων εις την Ιεράν Μονήν της «Παναγίας του Έβρου» 28 έτη (1983-2010), έλυσα την σιωπήν μου, όχι δια να δικαιωθώ εκ των ανθρώπων, η δικαιοσύνη και το έλεος του Θεού είναι τα ποθούμενα, αλλά πρώτον για την ιστορική αλήθεια:

α) Ποιος εγνώρισε τον π. Παΐσιο και πως τον συνέδεσε με την Αδελφότητα της Σουρωτής.

β) Ποιος συγκέντρωσε το έμψυχο υλικό του Ησυχαστηρίου και από πότε.

γ) Ποιος ίδρυσε εξ αρχής μέχρι το έτος 1983 το Ησυχαστήριο κτι­ριακά.

Και δεύτερον για τον τερματισμό του σκανδαλισμού χιλιάδων πι­στών, εκ του πλήθους των σκόπιμων ιστορικών αναληθειών που κυ­κλοφορούν εκ του Ησυχαστηρίου της Σουρωτής με αποτέλεσμα την πνευματικήν ζημίαν.

Αρχιμανδρίτης Πολύκαρπος Ματζάρογλου

Εν τη Ι. Μονή Παναγία του Έβρου

Εορτή του Τιμίου Σταυρού २०१०


δείτε απόψε το πρωτο 1ο μέρος του αφιερώματος στον Γερο Παΐσιο από την ΕΤ3

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)