Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Η εκτροπή της Ραβέννας


-Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός Δ´-
Κατὰ τὴν κοινὴ συνέντευξη τύπου στὴν Βιέννη ὁ Σεβασµιώτατος Μητροπολίτης Περγάµου κ. Ἰωάννης ἀναφέρθηκε καὶ στὸ Κείµενο τῆς Ραβέννας δηλώνοντας πὼς «Σὲ γενικὲς γραµµὲς οἱ βασικὲς ἰδέες τῆς Ραβέννας εἶναι ἀποδεκτὲς ἀπὸ ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες». Πρέπει ὅμως νὰ γίνουν ἀποδεκτὲς αὐτὲς οἱ ἰδέες;

Καὶ ἔχουν γίνει τάχα ἀποδεκτές;

Τὸ «Κείµενο τῆς Ραβέννας» παρουσιάστηκε ὡς ἀποτέλεσµα τῆς 10ης Γενικῆς Συνελεύσεως τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου, ποὺ συνῆλθε ἀπὸ 8-14 Ὀκτωβρίου 2007 στὴ Ραβέννα τῆς Ἰταλίας Τὸ κείµενο ὅμως αὐτὸ εἶναι λανθασµένο στὸν πυρήνα του καὶ ἀπολύτως ἀπαράδεκτο, διότι ἔχει ὡς βάση του τὴν λεγοµένη Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία ἀνάγει ἕνα, βασικὸ µέν, ἀλλ᾽ ἐπιµέρους παρ᾽ ὅλα αὐτά, θέµα σὲ ἀπόλυτη ἀλήθεια περὶ τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία περιέχει καὶ φανερώνει ὅλη τὴν ἀλήθεια περὶ τῆς Ἐκκλησίας

...

. Τὴν ἰδέα τῆς Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας τὴν εἰσηγήθηκε πρῶτος ὁ Ρῶσος θεολόγος πρεσβύτερος Νικόλαος Ἀφανάσιεφ, ὁ ὁποῖος ὑποστήριξε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι πλήρης καὶ καθολικὴ ὁπουδήποτε τελεῖται τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Μιὰ τοπικὴ Ἐκκλησία, ὅταν συνέρχεται σὲ εὐχαριστιακὴ σύναξη καὶ ἔχει ἀποστολικὴ διαδοχή, εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καί Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ὅλος παρὼν στὸ Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας της. Ἡ Ἐκκλησία, εἶπε ὁ Ἀφανάσιεφ, εἶναι στὴν πληρότητά της ἐκεῖ ὅπου τελεῖται ἡ εὐχαριστιακὴ σύναξη.

. Ἡ Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία ἀναµφιβόλως ἔχει πολλὰ καὶ σηµαντικὰ θετικὰ στοιχεῖα, γι᾽ αὐτό καὶ φαίνεται ἑλκυστική, συναρπαστικὴ καὶ ὀρθόδοξη, ἀφοῦ ἔχει κέντρο της τὴν θεία Εὐχαριστία. Ἔτσι δὲν γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὴ ἡ ἀντορθόδοξη καὶ ἄκρως ἐπικίνδυνη µονοµέρειά της. Μάλιστα οἱ ὑποστηρικτές της κάθε ἐπικριτικὴ γι᾽ αὐτὴ γνώµη τὴν ἀπαξιώνουν ἀσυζητητὶ καὶ τὴν ἀποδίδουν σὲ ἐπίδραση τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ, ποὺ τὸν θεωροῦν πρῶτο ἐχθρὸ τῆς θεωρίας τους.

. Ποῦ ὅμως στηρίζεται ἡ θεωρία; Χωρὶς ὑπερβολὴ σὲ πολὺ ἀσταθῆ θεµέλια. Κάποιες ἐκφράσεις τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κάτι, ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας, λίγα ἀρεοπαγιτικὰ καὶ ἀντίστοιχα τοῦ ἁγίου Μαξίµου… Καὶ ἕνα κείµενο τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ὅλα παρερµηνευόµενα καὶ ὁδηγούµενα σὲ ἔννοιες ποὺ δὲν περιέχουν. Φέρνουν ὅμως καὶ µία ἄλλη ἀπόδειξη: ἡ λαϊκὴ ἔκφραση, λένε, «πάω στὴν Ἐκκλησία», ταυτίζει τὴν Ἐκκλησία µὲ τὴν Εὐχαριστία καὶ φανερώνει ὅτι ἡ θεωρία τους εἶναι ἀληθινή!

. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα πατερικὸ κείµενο ποὺ νὰ µιλάει καθαρὰ καὶ χωρὶς ἀµφιβολίες γιὰ τέτοια θεωρία. Γι᾽ αὐτὸ ἄλλωστε ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴν ἐπιχειρηµατολογία τους ὅλοι οἱ µεγάλοι Πατέρες: Δὲν ὑπάρχουν Ἀθανάσιος, Βασίλειος, Γρηγόριος, Χρυσόστοµος, Γρηγόριος Νύσσης, Κύριλλοι Ἀλεξανδρείας καὶ Ἱεροσολύµων, Δαµασκηνός, Συµεὼν Νέος Θεολόγος, Γρηγόριος Παλαµᾶς…

. Μάλιστα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς ἀποβάλλεται ἐν ψυχρῷ, διότι µετὰ τὸν σχολαστικισµὸ δεύτερος µεγάλος ἐχθρὸς τῆς θεωρίας εἶναι, κατὰ τὸν Μητροπολίτη Περγάµου, ὁ Μοναχισµὸς «µὲ µία µονοσήµαντη ἑρµηνεία τοῦ Ἡσυχασµοῦ καὶ τῆς θεολογίας τοῦ Γρηγορίου Παλαµᾶ» («Θεολογία», τεῦχος 40 τοῦ 2009, σελ. 13). Ἡ λέξη «µονοσήµαντη» ἐτέθη µόνο καὶ µόνο γιὰ νὰ ἀµβλύνει τὴν ἀπίστευτη ἐκτροπή. Ἡ προκρούστεια Εὐχαριστιακη Ἐκκλησιολογια ἐξοστρακίζει τὸν Μοναχισµὸ ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀρνεῖται τὴν θεολογικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν ἦταν κόκκινο πανὶ γιὰ τοὺς Παπικούς.

. Τὸ σηµαντικὸ ὡστόσο εἶναι ὅτι σὲ ἀντίθεση µὲ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία, ποὺ ἀρνεῖται νὰ τὴν δεχθεῖ, τὴν θεωρία αὐτὴ τὴν ἔχει ἀποδεχθεῖ πλήρως ὁ Παπισµός. Καὶ γιατί νὰ µὴ τὴν ἀποδεχθεῖ, ἀφοῦ εἶναι κοµµένη καὶ ραµµένη πάνω στὰ δικά του µέτρα; Διότι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο τὴν ἐπινόησε ὁ Ἀφανάσιεφ εἶναι τὸ νὰ διευκολυνθεῖ ἡ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν.

. Ἐπειδὴ µὲ τοὺς θεολογικοὺς διαλόγους, λέει ὁ Ἀφανάσιεφ, δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ βγεῖ κάποιο θετικὸ ἀποτέλεσµα ἀλλὰ ἁπλῶς ἀναξέονται παλιὲς πληγές, γι᾽ αὐτὸ ἡ κάθε Ἐκκλησία ἂς ἀναγνωρίσει στὶς ἄλλες τὴν καθολικότητα µόνο µὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι τελοῦν µὲ ἀποστολικὴ διαδοχὴ τὴν θεία Εὐχαριστία. Ἔτσι οἱ χωρισµένες Ἐκκλησίες µποροῦν νὰ ἑνωθοῦν διὰ τῆς ἀγάπης, χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ συµφωνήσουν στὰ θέµατα τῆς πίστεως. Ἡ κάθε Ἐκκλησία θὰ κρατήσει τὰ δόγµατά της µόνο γιὰ τὸν ἑαυτό της!

. Αὐτὴ εἶναι σὲ πολὺ γενικὲς γραµµὲς ἡ θεωρία τοῦ Ἀφανάσιεφ, τὴν ὁποία ἔθεσαν ὡς βάση τοῦ Κειµένου τῆς Ραβέννας οἱ δύο πλευρὲς καὶ ἡ ὁποία βολεύει πλήρως τὸν Παπισµὸ στὸ νὰ κρατήσει ἀπείρακτες τὶς πλάνες του.

. Στὴν θεωρία ὅμως τοῦ Ἀφανάσιεφ ὑπῆρχε ἕνα κενό. Ὄχι µόνο δὲν προέβλεπε τὴν θέση ἑνὸς Πρώτου σὲ παγκόσµιο ἐπίπεδο ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπαξίωνε. Ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ θετικὰ τῆς λαθεµένης θεωρίας του, πράγµα βέβαια ποὺ δὲν βόλευε τὸν Παπισµό. Ἔ! Αὐτὸ τὸ κενὸ φρόντισε ὁ Μητροπολίτης Περγάµου νὰ τὸ συµπληρώσει, διορθώνοντας τὴν θεωρία τοῦ Ἀφανάσιεφ. Ὅπως τὸ δηλώνει ρητὰ στὸ παραπάνω κείµενό του (σελ. 20 καὶ ἑξῆς), «οἱ θέσεις τοῦ Αfanasιef πρέπει νὰ διορθωθοῦν σ᾽ αὐτὸ τὸ σηµεῖο». Καὶ διορθώθηκαν ὄντως, διότι ἔτσι ἐµφανίζονται στὸ Κείµενο τῆς Ραβέννας, ὅπου αὐθαίρετα ἡ διάταξη τοῦ 34ου ἀποστολικοῦ κανόνα περὶ τοῦ πρώτου τῇ τάξει τῆς ἐπαρχιακῆς διοικήσεως ἐπεκτείνεται καὶ σὲ παγκόσµιο ἐπίπεδο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δηµιουργεῖται τὸ ὑπόβαθρο γιὰ ἀναγνώριση τῆς παγκόσµιας ἐξουσίας τοῦ πάπα, µὲ τὴν διαφορὰ µόνον ὅτι ντύνεται µὲ ἔνδυµα συνοδικότητας καὶ δὲν ἀναφέρεται στὸ ὑποτιθέµενο πρωτεῖο τοῦ Πέτρου ἀλλὰ στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πάπας εἶναι προεστὼς τῆς Εὐχαριστίας τῆς πρώτης τῇ τάξει τοπικῆς ἐκκλησίας τῆς Ρώµης.

. Ὁ Μητροπολίτης Περγάµου ἔχει αὐξηµένο κύρος µεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων καὶ γι᾽ αὐτὸ ἴσως διστάζουν νὰ διαφοροποιηθοῦν ἀπὸ τὶς ἰδέες του. Ἔτσι ὅμως ὁδηγοῦνται σὲ καίρια ἐκτροπή. Ἡ θεωρία περὶ Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας εἶναι νέα ἐφεύρεση, δὲν εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντιτίθεται στὴν οἰκουµενικὴ Ἐκκλησιολογία τῆς Παραδόσεως καὶ ἀποτελεῖ σύγχρονο Δούρειο Ἵππο ψευδενώσεως µὲ τὸν Παπισµό, καὶ ἴσως ὄχι µόνο µ᾽ αὐτόν.

. Αὐτὴ ἡ θεωρία εἶναι τὸ µοντέλο ἑνότητας γιὰ τὸ ὁποῖο, ὅπως σηµειώσαµε στὸ προηγούµενο ἄρθρο, ἔκαναν λόγο οἱ δύο συµπρόεδροι καὶ τὸ ὁποῖο ὀρθοδόξως εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτο.

. Ἂς ἀναµετρήσουν συνεπῶς ὅλοι τὴν µεγάλη εὐθύνη τους καὶ ἂς ἀλλάξουν πορεία, πρὶν ἐκραγεῖ τὸ ἡφαίστειο τῆς ἀντιδράσεως τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ। Παπικὸ ζυγό, ὅπως κι ἂν τὸν ὡραιοποιήσουν, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν πρόκειται νὰ ἀνεχθεῖ!

το βρήκαμε εδώ

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

12 ερωταποκρίσεις περί Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Λατρείας


Για την καταγραφή: Α.Δ. Κοντογιαννακοπούλου

Την Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου κατόπιν προσκλήσεως από μια προτεσταντική θεολογική σχολή (μεταπτυχιακό τμήμα), που βρίσκεται έξω απ’ την Σεούλ, ο Σεβ. Μητροπολίτης Κορέας π. Αμβρόσιος έδωσε δύο διαλέξεις σε 35 μεταπτυχιακούς φοιτητές, όλοι πάστορες. Τα μαθήματα, στα πλαίσια των οποίων δόθηκαν οι διαλέξεις, ήταν η Ιεραποστολική και η Λειτουργική. Καταγράψαμε, κατά το μεγαλύτερο μέρος, τη συζήτηση που ακολούθησε μετά από κάθε μία διάλεξη και την παραθέτουμε κατωτέρω, γιατί πιστεύουμε ότι τόσο τα θέματα που θίγονται όσο και ο τρόπος μεταδόσεως της ορθόδοξης μαρτυρίας στην Κορέα παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.

****

Α’
1η ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς κατανοείτε την ιεραποστολή στην Ορθόδοξη Εκκλησία;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατ’ αρχάς ο όρος «ιεραποστολή» δεν εκφράζει το πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τον χρησιμοποιούμε συγκαταβατικά επειδή έχει επικρατήσει διεθνώς. Αντ’ αυτού προτιμούμε τον όρο «μαρτυρία». Ο όρος ιεραποστολή, που είναι δημιούργημα της δυτικής θεολογίας, δεν βρίσκεται στην Αγία Γραφή, ενώ ο αντίθετα ο όρος μαρτυρία απαντάται πολλές φορές. Το κήρυγμα του Ευαγγελίου δεν σημαίνει: λέγω ωραία λόγια για τον Χριστό, αλλά δίνω καθημερινώς μαρτυρία για τον Χριστό με το λόγο και τη σιωπή μου, με τα έργα και το παράδειγμά μου. Και επιπλέον, αν χρειαστεί, μαρτυρώ για τον Χριστό, δηλαδή χύνω το αίμα μου για τον Χριστό, όπως το έπραξαν εκατομμύρια Μάρτυρες και Ομολογητές της πίστεως.

2η ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια είναι η γνώμη σας για τον προσηλυτισμό;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρούμε τον προσηλυτισμό μεγάλη αμαρτία, γιατί δεν σέβεται τον άνθρωπο. Καταπατεί το πολύτιμο θεϊκό δώρο της ελευθερίας του και υποβιβάζει την προσωπικότητά του. Προσηλυτισμός σημαίνει ότι επιβάλλω στον άλλο το πιστεύω μου με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, ενώ μαρτυρία περί Χριστού σημαίνει αγωνίζομαι να ζω κατά Χριστόν και επαναλαμβάνω με το λόγο και τη ζωή μου το διαχρονικό «έρχου και ίδε» του αποστόλου Φιλίππου προς τον οποιονδήποτε καλοπροαίρετο «Ναθαναήλ» - «πλησίον» μου. Τα ολέθρια αποτελέσματα από τον προσηλυτισμό στις λεγόμενες ιεραποστολικές χώρες εκ μέρους του δυτικού Χριστιανισμού, τα οποία γευόμαστε μέχρι σήμερα, δεν αφήνουν, νομίζω, κανένα περιθώριο για την μη οριστική καταδίκη της προσηλυτιστικής τακτικής.

3η ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια διαδικασία ακολουθείται στην Ορθόδοξη Εκκλησία προκειμένου να εργαστεί κάποιος ιεραποστολικά;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι διάκονοι του Ευαγγελίου δεν είναι αυτόκλητοι, αλλά ετερόκλητοι. Μ’ άλλα λόγια δεν αποφασίζει κάποιος μόνος του να εργαστεί ιεραποστολικά, αλλά τον αποστέλλει η Εκκλησία. Η υπακοή στην Εκκλησία είναι η μόνη ψυχοσωτήρια οδός. Εάν θυμηθούμε π.χ. την περίπτωση των αποστόλων Βαρνάβα και Παύλου θα δούμε ότι το Άγιο Πνεύμα τους εξέλεξε και η Εκκλησία με προσευχή και νηστεία τους απέστειλε στο έργο του ευαγγελισμού (Πράξ. 13,3). Και αυτοί όταν επιστρέφουν στα Ιεροσόλυμα αναφέρουν στην αποστέλλουσα Εκκλησία «όσα ο Θεός εποίησε μετ’ αυτών» (Πράξ. 15,4).

Το θέμα αυτό έχει τεράστια θεολογική σημασία για τη διάδοση της ορθής πίστης και την ενότητα της Εκκλησίας. Εάν ο καθένας ενεργεί κατά τη γνώμη του και την επιθυμία του, τότε κινδυνεύει και η πίστη και η ενότητα της Εκκλησίας.

Στο σημείο αυτό, επιτρέψτε μου να σας αναφέρω το εξής περιστατικό: Κάποτε συνταξίδευα αεροπορικώς από την Αμερική για Ελλάδα με μια αμερικανίδα αυτοαποκαλούμενη ιεραπόστολο. Όταν τη ρώτησα γιατί διάλεξε την Ελλάδα ως τόπο ιεραποστολής, μου είπε ότι θαυμάζει πολύ τους Έλληνες, επειδή γνωρίζει πολλά για την ένδοξη αρχαία ιστορία τους, και γι’ αυτό έχει μεγάλο ζήλο να τους κάνει Χριστιανούς.

- Γνωρίζετε σε τι πιστεύουν οι Νεοέλληνες; την ρώτησα.

- Βεβαίως, στους δώδεκα θεούς του Ολύμπου! μου απάντησε.

- Ξέρετε, της είπα, ότι 2.000 χρόνια πριν από σας κάποιος άλλος απόστολος, ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος πήγε στην Ελλάδα και κήρυξε το Χριστιανισμό; Και ότι οι Έλληνες από τότε μέχρι σήμερα έχουν μια αδιάκοπη χριστιανική ορθόδοξη παράδοση;

Τέτοια ευτράπελα και πολύ χειρότερα συμβαίνουν όταν πίσω από τον κάθε αυτόκλητο ιεραπόστολο δεν υπάρχει η αποστέλλουσα Εκκλησία.

4η ΕΡΩΤΗΣΗ: Κατηγορήσατε την κυρία από την Αμερική, που πήγε για ιεραποστολή στην Ελλάδα. Εσείς γιατί ήρθατε στην Κορέα; Το ίδιο δεν κάνετε και σεις;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όχι, δεν κάνω το ίδιο. Και ούτε κατηγόρησα την κυρία. Απλώς ανέφερα το περιστατικό για να δείξω τι μπορεί να συμβεί εάν το ιεραποστολικό έργο του καθενός δεν έχει σωστές εκκλησιολογικές βάσεις. Γνωρίζετε καλύτερα από εμένα ότι στην Κορέα υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπων όχι μόνον μη Χριστιανών αλλά και αθρήσκων. Ενώ η Ελλάδα είναι μια χώρα με δύο χιλιάδες χρόνια χριστιανικής ιστορίας και με ποσοστό πάνω από 90% Ορθοδόξων Χριστιανών. Εάν η Κορέα ήταν μια χριστιανική χώρα δεν θα με έστελνε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κορέα.

Για να γίνω πιο σαφής επιτρέψτε μου να προσθέσω και το εξής: Στο πανεπιστήμιο που διδάσκω οι γονείς μιας φοιτήτριάς μας βρίσκονται στην Ελλάδα ως αυτόκλητοι ιεραπόστολοι. Και μάλιστα διάλεξαν ως τόπο ιεραποστολικής δράσης το ιερό νησί της Πάτμου! Το νησί της Αποκαλύψεως, στο οποίο τα ίχνη του Ευαγγελιστού της αγάπης Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου είναι ακόμη ολοζώντανα. Στο νησί αυτό, στο οποίο έζησαν και έδρασαν μεγάλοι χριστιανοί άγιοι, υπάρχουν αναρίθμητες εκκλησίες και μοναστήρια, και που η ορθόδοξη πίστη των κατοίκων του έχει τις ρίζες της στην αποστολική εποχή. Αναρωτιέται κανείς τι μπορούν να διδάξουν στους Ορθόδοξους κατοίκους του νησιού για τον Χριστό δύο Κορεάτες, που έγιναν Χριστιανοί πριν από κάποια χρόνια; Δεν νομίζετε ότι δεν είναι τίμιο να προσπαθείς να αλλάξεις την πίστη ανθρώπων που κουβαλούν μέσα στο DNA τους μια παράδοση είκοσι αιώνων; Όπως τίμιο δεν ήταν και αυτό που έπραξε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τη δεκαετία του ’90, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, στη Ρωσία. Αμέσως έτρεξαν οι Ουνίτες να κάνουν ύπουλα τους Ρώσους, με την μακραίωνη ορθόδοξη παράδοσή τους, Ρωμαιοκαθολικούς. Εάν κάποιος επιθυμεί να κάνει ιεραποστολή ας στραφεί σε άλλες μη χριστιανικές χώρες.

5η ΕΡΩΤΗΣΗ: Θα θέλατε να μας μιλήσετε για το πρόσωπο του ιεραποστόλου;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Απαντώντας στην πολύ ουσιαστική ερώτησή σας, θα προσπαθήσω να εξηγήσω πολύ σύντομα ποιος είναι θεωρητικά ο ιδεώδης τύπος ιεραποστόλου. Χωρίς, βέβαια, να υποστηρίζω ότι το δέον συμβαδίζει πάντοτε με την πράξη. Ο εργαζόμενος, λοιπόν, στο ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας θα πρέπει να έχει ως πρότυπό του τον Χριστό και όσους ακολούθησαν τα ίχνη του Χριστού, δηλαδή τους Αγίους. Ο ιεραπόστολος πρέπει αναμφίβολα να είναι πρόσωπο με πολλά προσόντα, το κυριώτερο εκ των οποίων είναι το να είναι άνθρωπος αγωνιζόμενος κατά των παθών του. Η κάθαρση για την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος είναι το πρώτο βήμα. Και από την κάθαρση προχωρεί κανείς μετά στο φωτισμό και στη θέωση. Δεν μπορείς να μεταδώσεις στον άλλο τίποτε που δεν έχεις. Για να δώσεις μαρτυρία για τον Χριστό πρέπει απαραιτήτως να έχεις εσύ ο ίδιος γευθεί την παρουσία του Χριστού στη ζωή σου.

6η ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια είναι η ιεραποστολική μέθοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ακολουθούμε την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας όπως την βρίσκουμε αποτυπωμένη στο βιβλίο των Πράξεων. Οι Απόστολοι όταν είδαν πως οι πολλές φροντίδες για τη διακονία των τραπεζών τούς «έκλεβαν» το χρόνο από το κύριο έργο τους, τότε υπέδειξαν να εκλέξουν επτά διακόνους και για τον εαυτό τους ανακοίνωσαν σε όλους την εξής ειλημμένη απόφαση: «ημείς δε τη προσευχή και τη διακονία του λόγου προσκαρτερήσωμεν» (Πραξ. 6,4). Μ’ άλλα λόγια η Ορθόδοξη Εκκλησία, ακολουθώντας την αποστολική παράδοση προτάσσει του κηρύγματος τη λατρεία. Αυτό μπορεί κανείς εύκολα να το διακρίνει εάν επισκεφθεί μια λατρευτική σύναξη σε ορθόδοξο ναό και αντίστοιχα έναν προτεσταντικό ευκτήριο οίκο. Η έμφαση στη σύναξη των ορθοδόξων δίδεται στη λατρεία του Θεού, ενώ στους προτεστάντες στο κήρυγμα. Γι’ αυτό ακούμε συχνά από προτεστάντες που γνώρισαν την Ορθοδοξία ότι «στις συνάξεις μας ακούγαμε πολλά λόγια, ενώ στον ορθόδοξο ναό προσευχόμαστε πολύ και ακούμε λίγα».

Εμείς οι ορθόδοξοι, το ιερό ευαγγέλιο, το οποίο έχουμε πάντοτε στο κέντρο της Αγίας Τράπεζας, για να μας υπενθυμίζει ότι ο λόγος του Θεού πρέπει να είναι στο κέντρο της καθημερινής ζωής μας, το διδασκόμαστε κατά τη θ. Λατρεία με τρεις τρόπους: Πρώτον το διαβάζουμε. Σε κάθε ιερή Ακολουθία αναγινώσκονται αγιογραφικά αναγνώσματα. Ιδιαιτέρως σε κάθε θ. Λειτουργία ακούμε το λόγο του Θεού από το αποστολικό και το ευαγγελικό ανάγνωσμα και από το θ. Κήρυγμα που ακολουθεί. Δεύτερον το ψάλλουμε. Οι θαυμάσιοι θεολογικότατοι ύμνοι της ορθόδοξης λατρείας στην πλειονότητά τους είναι κατάμεστοι από έμμεσες ή άμεσες αγιογραφικές αναφορές. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, με την αντιπαραβολή των κειμένων διαπιστώνεται ότι ορισμένοι ύμνοι είναι κατά λέξη παράθεση του βιβλικού κειμένου. Μ΄ άλλα λόγια έχουμε «μελοποιημένο» το κείμενο της Αγίας Γραφής. Και τρίτον το βλέπουμε. Βλέπουμε το Ευαγγέλιο στις ορθόδοξες εικόνες. Δηλαδή οι εικόνες είναι ένα «εικονογραφημένο» Ευαγγέλιο. Εάν π.χ. προσέξουμε την εικόνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος θα διαπιστώσουμε ότι ο αγιογράφος με τα σχέδια και τα χρώματα επαναλαμβάνει εικονογραφικά τα λόγια των ευαγγελιστών, οι οποίοι περιγράφουν το θαύμα της Μεταμορφώσεως. Συμπερασματικά λέμε ότι στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας διαθέτουμε ένα άριστο οπτικοακουστικό σύστημα της ευαγγελικής διδαχής.

7η ΕΡΩΤΗΣΗ: Είπατε πως στην Ορθόδοξη Εκκλησία η λατρεία προηγείται του κηρύγματος. Όμως ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο έκανε μόνο κήρυγμα.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο Απόστολος Παύλος μιλώντας για πρώτη φορά στους Αθηναίους ειδωλολάτρες ήταν λογικό να αρχίσει με το κήρυγμα περί του «αγνώστου Θεού». Σε ποιο Θεό να προσευχόταν με τους ειδωλολάτρες; Σ’ άλλες όμως περιπτώσεις, όπως μας διδάσκουν οι Πράξεις, οι Απόστολοι ακολουθούσαν την ιεραποστολική μέθοδο της λατρείας μετά κηρύγματος. Οι συνάξεις τους είχαν ως κύριο σκοπό την «κλάση του άρτου» και τη διδαχή.

Β’

8η ΕΡΩΤΗΣΗ: Μας μιλήσατε διά πολλών για τη λατρεία και το κέντρο της, που είναι, όπως είπατε, η θ. Ευχαριστία. Πώς πιστεύετε ότι ο άρτος και ο οίνος είναι σώμα και αίμα Χριστού;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύουμε ότι το μεγαλύτερο έργο που τελείται επί της γης είναι η θ. Λειτουργία. Κι αυτό γιατί κατά τη θ. Ευχαριστία ζούμε την τέλεση του Μ. Δείπνου για την απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Όπως τότε στο υπερώο των Ιεροσολύμων ο Χριστός παρέδωσε το Σώμα Του και το Αίμα Του στους Μαθητές του, έτσι και σε κάθε θ. Λειτουργία ο ίδιος ο Χριστός είναι αοράτως παρών υποστατικώς και ουδιωδώς ως θύμα και θύτης και μεταδίδει το Σώμα Του και το Αίμα Του στους βαπτισμένους πιστούς, που κατέχουν την θέση των Αποστόλων. Και βεβαίως όσοι μεταλαμβάνουν τη θ. Κοινωνία πιστεύουμε ότι κοινωνούμε αυτό το τίμιο Σώμα και Αίμα του Χριστού «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Όχι συμβολικά, γιατί ο Χριστός δεν είπε κατά το Μ. Δείπνο στους Μαθητές Του «Λάβετε, φάγετε, αυτό είναι σαν το σώμα μου», ή «Πίετε εξ αυτού πάντες, αυτό είναι σαν το αίμα μου», αλλά «τούτό εστι το Σώμα μου» και «τούτό εστι το Αίμα μου».

9η ΕΡΩΤΗΣΗ: Δηλαδή αυτό που κάνουμε εμείς στη λατρεία μας δεν είναι τίποτε;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η μεγάλη διαφορά μεταξύ της ορθόδοξης λατρείας και της δικής σας υφίσταται στο γεγονός ότι στη δική σας λατρεία γίνεται μια φανταστική αναπαράσταση της θυσίας του Χριστού, δηλαδή μια εικονική πράξη του Μ. Δείπνου. Αντίθετα στην ορθόδοξη θ. Λειτουργία καθίστανται παρόντα ο Μ. Δείπνος, η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού, και ο Χριστός δίδεται «πάλιν και πολλάκις» «εις βρώσιν και πόσιν» των πιστών, «πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος». Την παράδοση της τελέσεως του Μ. Δείπνου παρέλαβαν από τον Κύριον οι άγιοι Απόστολοι, οι οποίοι την παρέδωσαν στους μαθητές τους κι αυτή την παράδοση την συνεχίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία μέχρι σήμερα αδιαλείπτως. Στην εκκλησιαστική ιστορία της Αρχαίας Εκκλησίας υπάρχουν πάμπολλες αναφορές από την περίοδο των διωγμών και των κατακομβών, που μαρτυρούν το ζήλο των πρώτων Χριστιανών και τους κινδύνους που αψηφούσαν προκειμένου να συμμετάσχουν στις ευχαριστιακές συνάξεις για να κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.

Για μας τους Ορθοδόξους είναι ακατανόητο το πώς ερμηνεύει η προτεσταντική θεολογία αγιογραφικά χωρία, που μιλούν σαφέστατα περί του ουρανίου Άρτου, όπως π.χ. αυτά που περιέχονται στο κεφ. 6 του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Ο Χριστός το είπε με τρόπο απόλυτο: «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιω. 6,54) και «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ιω. 6,56). Όπως το σώμα μας έχει απόλυτη ανάγκη από πραγματική και όχι συμβολική τροφή και πόση για να συντηρηθεί στη ζωή, έτσι και η ψυχή μας έχει απόλυτη ανάγκη από το Σώμα και το Αίμα του Χριστού για να μην πεθάνει πνευματικά. Δεν μπορούμε να ζήσουμε ούτε σ’ αυτήν ούτε στην άλλη ζωή εάν δεν φάμε τη Σάρκα και δεν πιούμε το Αίμα του Χριστού. Ο λόγος ίσως να ακούγεται σκληρός. Ας θυμηθούμε όμως ότι πολλοί από τους μαθητές έπαψαν να ακολουθούν τον Χριστό μετά από όσα τους τόνισε για τη Σάρκα και το Αίμα Του. Και απευθυνόμενος στους δώδεκα τους είπε: «Μη και ημείς θέλετε υπάγειν;» (Ιω. 6,67). Το ίδιο επαναλαμβάνει και σε όλους όσοι σήμερα θέλουν να είναι Χριστιανοί, αλλά δεν θέλουν να πιστέψουν και να εγκολπωθούν ολόκληρη τη διδασκαλία του Χριστού.

10η ΕΡΩΤΗΣΗ: Μόνο με το κήρυγμα δεν σώζεται ο άνθρωπος; Γιατί επιμένετε τόσο πολύ στο θέμα της λατρείας;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το σωτηριολογικό έργο της Εκκλησίας δεν εξαντλείται μόνο με το κήρυγμα. Ακούοντας κάποιος το λόγο του Θεού και λέγοντας «είμαι σεσωσμένος» δεν σημαίνει ότι έχει ήδη σωθεί. Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκτός από το λόγο του Θεού προσφέρει στον άνθρωπο και τη μυστηριακή ζωή. Συμμετέχοντας ο άνθρωπος στα Μυστήρια της Εκκλησίας αγιάζεται και θεώνεται. Η μετάδοση π.χ. της θ. Κοινωνίας στους πιστούς γίνεται «εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον». Οι πιστοί μέσω της θ. Ευχαριστίας ενώνονται μυστικά με τον Χριστό και γίνονται «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β’ Πέτρ. 1,4). Τι άλλο είναι η σωτηρία του ανθρώπου πέρα από αυτό;

11η ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς μπορείτε να μας εξηγήσετε τι είναι Μυστήριο;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας εάν δεν κατανοήσει πρώτα τι σημαίνει η λέξη «Μυστήριο». Μυστήριο είναι κάτι που το βλέπουμε να τελείται αλλά είναι αδύνατο στον ανθρώπινο νου να καταλάβει το πώς τελείται. Εάν καταλαβαίναμε τον τρόπο τελέσεως του Μυστηρίου τότε δεν θα ήταν Μυστήριο, αλλά μια συνηθισμένη καθημερινή ανθρώπινη πράξη.

Λέμε π.χ. ότι ο Θεός είναι Τριαδικός. Σας ερωτώ: Ποιος από μας καταλαβαίνει το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος; Τρία Πρόσωπα, μία Ουσία! Το Μυστήριο αυτό κρινόμενο με την ανθρώπινη λογική είναι παράλογο. Εάν το δει όμως κανείς με τη διάσταση της Πίστης τότε καταλαβαίνει ότι δεν είναι παράλογο, αλλά υπέρλογο. Ποιος μπορεί να καταλάβει τι είναι ο Θεός; Ποια είναι, δηλαδή η Ουσία του Θεού; ΚΑΝΕΙΣ! Κι όμως πιστεύουμε στον Θεό. Όχι γιατί τον καταλαβαίνουμε, αλλά γιατί αισθανόμαστε μυστικά την παρουσία Του και γευόμαστε καρδιακά την αγάπη Του. Δηλαδή μπορούμε να καταλάβουμε τις άκτιστες ενέργειες του Θεού, όπως πολύ ωραία θεολόγησαν μεγάλοι πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά όχι όμως και την Ουσία Του. Ας δούμε στη Γραφή τι είπε ο Θεός στο Μωυσή όταν ζήτησε από τον Θεό να του δείξει τη δόξα Του: «εγώ παρελεύσομαι πρότερός σου τη δόξη μου… ου δυνήση ιδείν μου το πρόσωπον ου γαρ ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται…» (Εξ. 33,18-20). Το ίδιο συμβαίνει με όλα τα θέματα της πίστεως, που υπερβαίνουν τους φυσικούς νόμους. Τα «βλέπουμε χωρίς να τα βλέπουμε», «τα γνωρίζουμε χωρίς να τα γνωρίζουμε» γιατί όλα είναι τυλιγμένα μέσα στον «θείο γνόφο» (Γρηγ. Νύσσης). Τα ζούμε και συμμετέχουμε σ’ αυτά μόνον με τη δύναμη της Πίστεως. Εάν επιμένουμε να πιστεύουμε μόνο σε όσα κατανοούμε με την πεπερασμένη λογική μας τότε στενεύουμε αφάνταστα τον πνευματικό μας ορίζοντα και τελικώς δεν μπορούμε να είμαστε Χριστιανοί. Γιατί σε τελευταία ανάλυση «πίστις εστί ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11,1). Και βέβαια η πίστη προϋποθέτει αληθινή ταπείνωση, με την οποία προσελκύουμε τη χάρη του Θεού. Γιατί «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4,6). Ο ταπεινός, που εμπιστεύεται τον Θεό περισσότερο από τη λογική του, με τη χάρη του Θεού, μπορεί να καταλάβει τα Μυστήρια της Εκκλησίας.

12η ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς μπορεί κάποιος να σπουδάσει στην Κορέα ορθόδοξη θεολογία;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Επειδή η ορθόδοξη θεολογία είναι σχεδόν άγνωστη στην Κορέα, γι’ αυτό η Ορθόδοξη Μητρόπολη Κορέας προσπαθεί να ιδρύσει μια Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή, που θα είναι η πρώτη όχι μόνο στην Κορέα, αλλά και σ’ ολόκληρη την Ανατολική Ασία, προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα σε όποιον επιθυμεί να έχει πρόσβαση στον πολύτιμο αυτό θησαυρό. Ευχηθείτε η επιθυμία μας αυτή να γίνει σύντομα πραγματικότητα προς δόξαν Θεού.

[Οι δύο διαλέξεις, που με τις ερωταποκρίσεις διήρκεσαν τρεις και πλέον ώρες (με ένα δεκάλεπτο ενδιάμεσο διάλειμμα) τελείωσαν με τον εξής επίλογο:]

Αγαπητοί μου, πριν να εγκαταλείψω το βήμα θα ‘θελα πρώτον να σας ευχαριστήσω για την ευγενική πρόσκλησή σας και για τις εξαιρετικά εύστοχες ερωτήσεις σας. Δεύτερον ζητώ συγνώμη γιατί ενδεχομένως κάποιος να ενοχλήθηκε από τις απαντήσεις που δόθηκαν. Πρόθεσή μου δεν ήταν να θίξω κανέναν. Επειδή πιστεύω ότι για να είναι ένας διάλογος ουσιαστικός και καρποφόρος (κανένας νομίζω δεν ήρθε εδώ σήμερα για να ακούσει κενές βαττολογίες χάνοντας το χρόνο του), πρέπει οπωσδήποτε να πρυτανεύει η ειλικρίνεια και η αγάπη, γι’ αυτό σας είπα αυτά που πιστεύω με την γλώσσα της αλήθειας και της αγάπης. Το «αληθεύοντες εν αγάπη» (Εφεσ. 4,15) και το «γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. 8,32) ήταν το αγιογραφικό υπόβαθρο των σκέψεών μου. Και τέλος θέλω να προσθέσω προς αποφυγήν παρεξηγήσεως ότι δεν σας είπα ότι εμείς οι Ορθόδοξοι είμαστε όλοι άγιοι. Στόχος μας, βεβαίως, είναι η αγιότητα και γι’ αυτήν αγωνιζόμαστε. Όμως τι κάνει ο καθένας στην προσωπική του ζωή, αυτό θα το κρίνει ο Θεός. Αυτό που προσπάθησα να σας πω είναι εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύομε ακράδαντα ότι έχουμε την ορθή Πίστη. Συνεχίζουμε την Πίστη της μίας αδιαίρετης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας, έχοντες κατά νουν την αποστολική παραγγελία: «Αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε διά λόγου, είτε δι’ επιστολής ημών» (Β’ Θεσ. 2,15).

Σας ευχαριστώ θερμώς.


ΠΗΓΗ: ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΘΝΗ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
ΤΕΥΧΟΣ 116
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ο διάβολος, το κομποσχοίνι και η ευχή

Στην Σκήτη της Αγίας Άννας στο Άγιον Όρος, ό Μοναχός Προκόπιος από την Καλύβα «Είσόδια της Θεοτόκου» είχε μεγάλη επιθυμία να μάθει μουσικά, για να δοξολογεί κι αυτός το Θεό, όπως και οι άλλοι αδελφοί

Επειδή όμως ήταν λίγο παράφωνος αποφεύγανε οι Πατέρες να τον μάθουν μουσικά.

Ό αδελφός Προκόπιος είχε χάρισμα από το Θεό λάβει να λέει ακατάπαυστα την ευχή το «Κύριε Ίησοϋ Χριστέ υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλό» και στο αριστερό του χέρι κρατούσε πάντα το κομβοσχοίνι, το όποιο δεν αποχωριζόταν ποτέ.

Μια μέρα, ήταν πολύ λυπημένος, πού δεν μπορούσε να βρει κανένα για να τον μάθει μουσική και συλλογιζόμενος αυτό το πράγμα, από την πολύ του λύπη, είχε σταματήσει να λέει την ευχή.

Ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά του ένας σεβάσμιος, αλλά άγνωστος σ’ αυτόν γέροντας ό όποιος του είπε: «Αδελφέ Προκόπιε, τι έχεις κι είσαι τόσο λυπημένος; τι σε απασχολεί; Ό Προκόπιος του απάντησε: «τι να έχω γέροντα, να, θέλω κι εγώ να μάθω λίγα μουσικά και δε βρίσκεται κανένας να με μάθει, γιατί μου λένε πώς είμαι λίγο φάλτσος». Ό ασπρογένης γέροντας τότε του είπε: «Γι’ αυτό κάθεσαι και στενοχωριέσαι καημένε, εγώ θα σε μάθω μουσικά και θα σε κάνω να γίνεις ό καλύτερος ψάλτης του Αγίου Όρους, θα κελαηδάς σαν το καλύτερο αηδόνι, αλλά θέλω κι εσύ να μου κάνεις μια χάρι».

«Δηλαδή τι ζητάς από μένα, του είπε ό Προκόπιος, θέλεις να σε πληρώσω; Εγώ ότι θέλεις θα σου δώσω!»Τότε ό ασπρογένης του είπε: «Ή πληρωμή ή δική μου είναι να πετάξεις από τα χέρια σου αυτό πού λέτε κομποσχοίνι και να πάψεις να λες αυτό πού λέτε ευχή και θα σε μάθω ‘γώ, ότι θέλεις»

Ό Μοναχός Προκόπιος άμα άκουσε αυτά κατάλαβε πώς ό φαινόμενος δεν ήταν Μοναχός, άλλα ό παμπόνηρος Δαίμονας, πού ήθελε νά τον κάνει να σταματήσει την προσευχή, και αμέσως έκαμε το σταυρό του και είπε: «Υπάγε οπίσω μου Σατανά παμπόνηρε, δε μου χρειάζονται τα μουσικά σου και οι πονηρές και οι καλοσύνες σου» κι ό Δαίμονας έγινε άφαντος.

Άπ’ αυτό μαθαίναμε πόσο ό Διάβολος φοβάται το κομβοσχοίνι, για το οποίο καλά λένε οι Πατέρες ότι είναι το όπλο του χριστιανού κατά του Διαβόλου και την ευχή, ή οποία καίει τον Δαίμονα। Ενώ τους ψάλτες δεν τους φοβάται τόσο και δεν τους υπολογίζει, γιατί, εύκολα με το ψάλσιμο αφαιρούνται από την προσευχή και πέφτουν στον εγωισμό και την υπερηφάνεια!

το βρήκαμε εδώ

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Ο Χριστός μεθάει νηφάλια αυτούς που αναζητούν «τόν καλόν οίνον», το δυνατό κρασί.

Του Γιώργου Θεοχάρη

΄΄Δεν είναι δυνατόν το Κράτος να απεκδύεται τις ευθύνες του και να τα φορτώνει στην Εκκλησία΄΄τονίζει σε εφ όλης της ύλης συνέντευξη στο agioritikovima.gr ο μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγ.Βλασίου Ιερόθεος ερωτηθείς για το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας.

Ο Ιεράρχης μιλά ακόμα για τη κρίση των ηθικών αξιών υπογραμμίζοντας ότι χωρίς αυτές επικρατεί ΄΄ο θάνατός σου η ζωή μου΄΄.Ενώ αναφερόμενος στο Άγιο Ορος επισημαίνει ΄΄Το Άγιον Όρος εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο φώς, που όταν το βλέπουν, όσοι δεν διαθέτουν κατάλληλη όραση, τυφλώνονται και νομίζουν ότι φταίνε οι μοναχοί που μένουν εκεί.΄΄

Ερώτηση: Σεβασμιώτατε, η τρέχουσα περίοδος χαρα­κτη­ρίζεται ως μία από τις χειρότερες των τελευταίων ετών τόσο από πλευράς διαβίωσης όσο και ηθικών αξιών. Οικονομική κρίση, φτώχεια, περικοπές.. με αποτέλεσμα χιλιάδες οικογένειες να βρίσκωνται σε απόγνωση. Πολλοί λένε ότι το Ελληνικό κράτος καταρρέει.. Τί θα μας σώση άραγε;

Απάντηση: Δεν είμαι βέβαιος ότι είναι η χειρότερη περίοδος των τελευταίων ετών, γιατί εμείς οι μεγαλύτεροι περάσαμε και άλλες δύσκολες περιόδους. Όταν ήμουν στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο η οικογένειά μου βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Σπούδασα στην Θεολογική Σχολή εργαζόμενος, γιατί δεν είχα καμμία οικονομική βοήθεια από το σπίτι μου. Οι γονείς μου ήταν πολύ καλοί Χριστιανοί, μας αγαπούσαν, αλλά δεν είχαν τις οικονομικές δυνατότητες να με σπουδάσουν. Όμως περάσαμε όλες αυτές τις δυσκολίες και δοξάζω τον Θεό. Επίσης, παλιότεροι και νεώτεροι περάσαμε από πολέμους, κακουχίες, πείνα εμφυλίους σπαραγμούς, δικτατορίες κλπ.
Πάντως, ο λαός μας έχει πολλές πνευματικές αντιστάσεις, έχει πίστη στόν Θεό, υπομονή, ξέρει να προσεύχεται, να εμπιστεύεται την Εκκλησία, να εκκλησιάζεται και να ελπίζη στην αγάπη του Θεού. Τελικά, αυτό που συνέβη τα τελευταία χρόνια είναι μια αποστασία από τον Θεό, την Εκκλησία, τις παραδόσεις, μια εκκοσμικευμένη ζωή που συνδέεται με την ευδαιμονία, την αισθησιοκρατία. Μάθαμε να ζούμε με ευμάρεια, γι’ αυτό μας κακοφαίνεται τώρα που χάσαμε μερικές υλικές απολαύσεις. Αλλά τελικά φαίνεται ότι όλη αυτή η οικονομική ευμάρεια ήταν πλασματική, ήταν μια «φούσκα» που έσπασε, ήταν μια πλούσια ζωή με δανεικά. Αυτό ήταν λάθος.
Βεβαίως, σήμερα πολλοί υποφέρουν γιατί ζούν στα όρια της φτώχειας. Το περιγράψατε ωραία στην τοποθέτησή σας. Η μείωση των μισθών είναι ένα μεγάλο πρόβλημα, αφού οι οικογενειάρχες δεν μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά τους στο να ζήσουν και να σπουδάσουν. Όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ανεργία των νέων ανθρώπων. Είναι τρομερό να είσαι νέος, να έχης όρεξη για εργασία, να έχης πτυχία, να είσαι ταλαντούχος, και να μη μπορής να εργασθής!
Αυτήν την δύσκολη περίοδο θα μας βοηθήση η πίστη στόν Θεό, η υπομονή, η ψυχραιμία και βεβαίως μπορεί να μας βοηθήση η Εκκλησία, με την όλη ζωή που διαθέτει.
΄΄Πρέπει να μάθουμε να ζητάμε από το Κράτος αυτό που μπορεί να μας δώσει, και από την Εκκλησία αυτό που μπορεί να μας προσφέρει, και όχι να συγχέουμε τις αρμοδιότητες΄΄
Ερώτηση: Ακούγεται κατά καιρούς ότι η Εκκλησία δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων προκειμένου να δώση ένα χέρι βοηθείας στους αναξιοπαθούντες που σήμερα αυξάνονται ραγδαία λόγω κρίσης. Δεδομένου, ότι ο φτωχός δεν έχει ανάγκη μόνο το φαγητό.. Τί λέτε;
Απάντηση: Αυτό δεν είναι σωστό, έστω και αν λέγεται από μερικούς. Η Εκκλησία με την όλη οργανωτική διάρθρωσή της, λειτουργεί ως θεραπευτική Κοινότητα που ενδιαφέρεται για την πνευματική και ψυχική υγεία των ανθρώπων, αλλά και για τις οικονομικές ανάγκες τους. Είναι ο μεγαλύτερος φιλανθρωπικός-προνοιακός φορέας της Χώρας μας. Από διάφορα βιβλία που εκδόθηκαν, αλλά και στοιχεία που έχει η Ιερά Σύνοδος στην διάθεσή της, φαίνεται ότι η Εκκλησία διαθέτει περίπου επτακόσια πενήντα (750) Ιδρύματα που προσφέρουν βοήθεια στόν λαό και πέρυσι ξοδεύθηκε το φανερό και καταγεγραμμένο ποσό των εκατό εκατομμυρίων ευρώ για έργα πρόνοιας και φιλανθρωπίας. Και αυτό πρέπει να αυξηθή στίς ημέρες μας για να βοηθήσουμε ακόμη περισσότερο τους ανθρώπους.
Αυτό βέβαια το φιλανθρωπικό έργο πρέπει να το δούμε μέσα από δύο προϋπο­θέσεις.
Η μία ότι η Εκκλησία δεν είναι «Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας», δεν είναι αυτός ο πρώτος και αποκλειστικός σκοπός της. Το Κράτος, κατά λόγο δικαιοσύνης, είναι αρμόδιο να ενδιαφέρεται για τις οικονομικές ανάγκες των ανθρώπων και κακώς που δεν το κάνει όπως πρέπει. Οι άνθρωποι δεν θέλουν ελεημοσύνη, αλλά δικαιοσύνη, θέλουν δουλειά για να βγάζουν τον επιούσιο άρτο με τον ιδρώτα τους. Δεν είναι δυνατόν το Κράτος να απεκδύεται τις ευθύνες του και να τα φορτώνη σε άλλους Οργανισμούς και την Εκκλησία.
Η άλλη προϋπόθεση είναι ότι ο βαθύτερος σκοπός της Εκκλησίας είναι η πνευματική βοήθεια στόν λαό. Το είπατε πολύ καλά στην τοποθέτησή σας. «Ο φτωχός δεν έχει ανάγκη μόνο από φαγητό». Ο Χριστός είπε: «ουκ επ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού» (Ματθ. δ', 4). Έτσι, η Εκκλησία πρέπει να προσφέρη πνευματική τροφή στους ανθρώπους που πεινούν και διψούν για την δικαιοσύνη του Θεού, την εσωτερική ειρήνη, την πνευματική ελευθερία, την απόκτηση νοήματος για την ζωή και την αντιμετώπιση του θανάτου. Είναι αυτά τα λεγόμενα υπαρξιακά ερωτήματα που απασχολούν τους νέους, τους μεσήλικας και τους ηλικιωμένους, δηλαδή τί είναι η ζωή, τί είναι ο θάνατος, γιατί και πώς θα ζούν, πώς θα πεθάνουν. Σήμερα αναπτύσσεται η υπαρξιακή φιλοσοφία και η υπαρξιακή ψυχολογία, για να αντιμετωπισθούν αυτά τα ερωτήματα. Έτσι, η Εκκλησία με την θεολογία της, την λατρεία της και την ποιμαντική της διακονία μπορεί να βοηθήση αποτε­λεσματικά στο θέμα αυτό, πλούσιους και πτωχούς, εργαζομένους και ανέργους, έχοντες και μη έχοντες. Η κατάθλιψη και η απελπισία κτυπάει παντού και όλες τις κατηγορίες των ανθρώπων. Ο Χριστός ήλθε στόν κόσμο για να νικήση τον θάνατο, τον διάβολο, την αμαρτία και αυτό το μήνυμα διακηρύσσει η Εκκλησία και αυτή την ζωή προσφέρει στους ανθρώπους. Επειδή, όμως, ο άνθρωπος αποτελείται από ψυχή και σώμα γι’ αυτό η Εκκλησία ενδιαφέρεται και για τα δύο, κατά κύριο λόγο για τα πνευματικά ζητήματα.
Εμείς, πάντως, πρέπει να μάθουμε να ζητάμε από το Κράτος αυτό που μπορεί να μας δώση, και από την Εκκλησία αυτό που μπορεί να μας προσφέρη, και όχι να συγχέουμε τις αρμοδιότητες, δηλαδή να ζητάμε από το Κράτος αυτό που δίνει η Εκκλησία, και από την Εκκλησία αυτό που πρέπει να λάβουμε από το Κράτος.
΄΄Δίχως θεό,όλα επιτρέπονται΄΄
Ερώτηση: Η «κρίση» των ηθικών αξιών πιστεύετε ότι συνέβαλε καθοριστικά στα πάσης φύσεως προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίση ο Έλληνας;
Απάντηση: Φυσικά οι λεγόμενες «ηθικές αξί­ες» προκά­λεσαν την κρίση, γιατί μια ζωή χωρίς «ηθικές αξίες» και αρχές, καταλήγει στην αρχή «ο θάνατός σου η ζωή μου», «δίχως Θεό όλα επιτρέπονται». Τότε δημιουργείται ένας αμοραλισμός, ένας οπορτουνισμός, μια απαξίωση των άλλων και τελικά μια αλλοτρίωση δική μας. Όταν ο άνθρωπος γίνεται αιχμάλωτος μιάς ιδέας, και μάλιστα φανταστικής ή απάνθρωπης, τότε θέτει μέσα στην ζωή του το σπέρμα της καταστροφής. Αυτό έδειξε ο Ντοστογιέφσκι σε όλα τα έργα του. Ο υπεράνθρωπος του Νίτσε, που μεταξύ των άλλων διακατεχόταν από την αρχή ότι «ο Θεός απέθανε» και τις αρχές του ανελέητου πόθου της εξουσίας, της ζωής χωρίς ηθική, της αναλγησίας στόν πόνο των άλλων, οδήγησε στόν τρομερό δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και το τρελλό λουτρό αίματος που χύθηκε σε όλη την ανθρωπότητα. Κάτω από κάθε τραγωδία κρύβεται μια απάνθρωπη ιδεολογία, μια κτηνώδης «ηθική».
Όμως πιστεύω ότι για μας τους Χριστιανούς τα σύγχρονα προβλήματα δεν είναι θέμα ηθικών αξιών, αλλά αρνήσεως να τηρήσουμε τις εντολές του Χριστού, που αναφέρονται στην ολιγάρκεια, την κατά Θεόν πτωχεία, την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον, την αποδέσμευση από τον μαμωνά. Τελικά, το πρόβλημα που προέκυψε, και θα προκύπτη πάντα, είναι η έλλειψη ασκητικής. Στην Εκκλησία δεν μιλάμε απλώς για ηθική, βάσει μιάς φιλοσοφικής δεοντο­λογίας, αλλά για ασκητική. Άν όλοι μάθουμε να αρκούμαστε στα αναγκαία για την ζωή μας, αν μάθουμε να εξαρτούμε την ζωή μας όχι από το έχειν, αλλά από το είναι, αν δώσουμε βαρύτητα στόν εσωτερικό εαυτό μας και λύσουμε το υπαρξιακό κενό, που υπάρχει μέσα μας, τότε θα λύσουμε και πολλά άλλα εξωτερικά προβλήματα που μας απασχολούν.
Έτσι, η απομάκρυνση από αυτές τις βασικές αρχές της Παράδοσής μας μας οδήγησαν έως εδώ. Τουλάχιστον άς ανακάμψουμε, άς μετανοήσουμε, άς αλλάξουμε νού, δηλαδή άς στρέψουμε τον νού μας στόν Θεό και άς επαναλάβουμε την προσευχή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «φώτισόν μου το σκότος».
΄΄Οι άνθρωποι σήμερα βασανίζονται…από την αδιαφορία των άλλων,των εχόντων και κατεχόντων΄΄
Ερ: Οι άνθρωποι που σάς επισκέπτονται τί είδος προ­βλή­ματα σάς θέτουν; Τί τους «βασανίζει» περισσότερο και τί τους νουθετείτε να κάνουν;
Απάντηση: Η Εκκλησία όπως πάντα, είναι το μόνο κατα­φύγιο-«απο­κούμπι» στίς ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές της ζωής μας. Έχουμε από τα μικρά μας χρόνια προσωπική σχέση με την Εκκλησία. Μοιάζουμε, όπως έλεγε ένας αγιορείτης, σάν τα μικρά παιδιά που παίζουν όλη την ημέρα έξω από το σπίτι με τα χώματα, λερώνονται, αλλά όταν βραδυάζη και τα φωνάζει η μητέρα τους, μπαίνουν στο σπίτι για να αναπαυθούν, να πλυθούν, να φάγουν και να ξεκουρασθούν. Αυτή είναι η Εκκλησία μας, είναι η μητρική αγκαλιά ακόμη και για τα πιο ατίθασα παιδιά της, είναι η πατρική μας οικογένεια, το πατρικό μας σπίτι. Είναι η πνευματική μας μήτρα που μας ζωογονεί, αρκεί να μη σπάσουμε τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει μαζί της. Όταν όλοι μας απογοητεύουν, μας πληγώνουν, μας στενοχωρούν, η Εκκλησία μας ζεσταίνει και μας παρηγορεί.
Και σε αυτές τις δύσκολες ώρες πολλοί άνθρωποι έρχονται στα Γραφεία, στους Ναούς. Ανοίγουν την καρδιά τους και λένε τον πόνο τους. Μερικές φορές κλαίνε και διαμαρτύρονται, όπως τα παιδιά που είναι πληγωμένα και όταν συναντούν την μάνα τους πέφτουν στην αγκαλιά της και κλαίνε ή ακόμη και ξεσπούν εναντίον της, ωσάν αυτή να ευθύνεται για όσα περνούν. Και εμείς, όπως η υπομονητική μάνα, απευθύνουμε παρακλητικούς λόγους, αφού τότε ο πονεμένος άνθρωπος θέλει ένα χάδι, έναν τρυφερό λόγο, μια παρήγορη φωνή, και στην συνέχεια τους βοηθάμε όσο μπορούμε και στα κοινωνικά τους προβλήματα.
Βεβαίως, τους συγχρόνους ανθρώπους βασανίζει η ανεργία και η έλλειψη των αναγκαίων για να συντηρήσουν την οικογένειά τους. Αλλά κυρίως τους βασανίζει η αδιαφορία των άλλων, των εχόντων και κατεχόντων, η μη χρηστή διαχείρηση των κοινών για τα οποία ευθύνονται, η αδράνεια να ελέγχουν τα οικονομικά της Χώρας. Γιατί αυτοί που μας διοικούσαν να μη φροντίζουν για την οικονομία της Χώρας, γιατί να μη είναι ειλικρινείς με τον λαό, γιατί να αφήσουν να αδειάσουν τα ταμεία του Κράτους; Πώς είναι δυνατόν το Κράτος να εισπράττη φόρους από τον λαό 54 δισ. ευρώ, που ουσιαστικά είναι ανταποδοτικοί, και από αυτά να δίνη τα 47 δισ. ευρώ για τους τόκους που οφείλει, οπότε να ζούμε μόνο με 7 δισ. ευρώ; Ποιός ευθύνεται γι’ αυτήν την συμφορά; Γιατί άδειασαν τα ασφαλιστικά ταμεία; Ποιός ευθύνεται γι’ αυτό;
Αυτό και άλλα πολλά λένε. Εμείς, πάντως, προσπαθούμε να ανορθώσουμε τους αν­­θρώ­­πους ψυχολογικά και πνευματικά, προσπαθούμε να νοηματοδοτήσουμε τον βίο τους, να τους κάνουμε να συνειδητοποιήσουν ότι οι βασικές τους ανάγκες είναι κυρίως οι πνευματικές, αυτές στην πραγματικότητα αναζητούν, έστω κι αν δεν το καταλαβαίνουν. Φυσικά, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους απαλύνουμε τον πόνο από την οικονομική ανέχεια. Προσπαθούμε να διοργανώσουμε τις Ενορίες και τους «Συνδέσμους Αγάπης» για να βοηθήσουν. Συμβουλεύω τους οικογενειάρχες τουλάχιστον να μαγειρεύουν μερικές μερίδες φαγητού περισσότερο από ό,τι έκαναν προηγουμένως, για να τις δίνουν σε όσους έχουν ανάγκη στην γειτονία τους. Κάτι είναι και αυτό.
Ερώτηση: Το Τριώδιο είναι μια ευκαιρία.. για τον Χρι­στιανό να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στην ζωή του;
Απάντηση: Έχετε δίκαιο όταν αναφέρεσθε στην περίοδο του Τριωδίου, μια κατ’ εξοχήν πνευματική περίοδο, περίοδο μετα­νοίας, προσευχής και αναθεώρησης πολλών πραγμάτων.
Μέ την έναρξη του Τριωδίου αρχίζει μια περίοδος που φθάνει μέχρι το Πάσχα και από εκεί μέχρι την εορτή των Αγίων Πάντων. Μάς δίνεται η δυνατότητα να δούμε όλη την παγκόσμια ιστορία, που άρχισε με την δημιουργία του ανθρώπου, την πτώση του, την ενανθρώπηση του Χριστού, την Σταύρωση και Ανάστασή Του, την Πεντηκοστή και τον αγιασμό-θέωση του ανθρώπου. Αυτή είναι στην πραγματικότητα η εκκλησιαστική ιστορία, η οποία μας δείχνει πώς μπορούμε να εισέλθουμε στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας και να εορτάζουμε και εμείς προσωπικά την εορτή των Αγίων Πάντων.
Αυτή η παγκόσμια και εκκλησιαστική ιστορία πρέπει να γίνη και προσωπική μας ιστορία που εκτυλίσσεται στόν χώρο της καρδιάς, με τις πτώσεις και τις αναστάσεις, με τις σταυρώσεις και τις απαρνήσεις, με τα πάθη και την θεραπεία τους, με την προδοσία και την αγάπη του Νυμφίου, με την κάθοδο στόν Άδη και την έγερση από το μνήμα της απελπισίας, με την απόγνωση και την χαρά της εμφανίσεως του αναστάντος Χριστού, με την αναμονή και την έλευση του Αγίου Πνεύματος και πολλά άλλα.
Αυτά είναι τα δικά μας πανηγύρια, δηλαδή είναι η προσπάθεια να βγάζουμε τις μάσκες της υποκρισίας και να αποκτήσουμε την κατά Θεόν απλότητα, το να μεθέξουμε του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού.
Ερώτηση: Πώς σχολιάζετε τα όσα είπε πρόσφατα ο Μητρο­πολίτης Πειραιώς Σεραφείμ περί μασωνίας και εβραίων;
Απάντηση: Ποτέ δεν σχολιάζω απόψεις άλλων Αρχιε­ρέων, πολύ δε περισ­σότερο τις απόψεις του Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιώς Σεραφείμ, ο οποίος γενικά διακρίνεται για το ομολογιακό πνεύμα, την ειλικρίνεια και τον αυθορ­μητισμό του.
Πάντως, μου δίνετε την αφορμή να πω την άποψή μου για το γεγονός ότι πολλοί, μεταξύ αυτών και ο ομιλών, κάνουν την διάκριση μεταξύ θρησκείας και Εκκλησίας.
Η θρησκεία στηρίζεται στην μαγεία, την δεισιδαιμονία και τον μυστικισμό. Συνήθως οι άνθρωποι που ανήκουν σε μια θρησκεία πιστεύουν σε έναν ιδεατό, ανύπαρκτο, φανταστικό Θεό και ουσιαστικά αυτό είναι αθεΐα, γιατί η πίστη σε έναν Θεό που δεν υπάρχει είναι αθεϊστική. Μιά τέτοια πίστη διαστρέφει τον διανοητικό και νοερό κόσμο της ψυχής, δημιουργεί μίση, εχθρότητες, αντιπαλότητες και εξάπτει τον φον­τα­μενταλισμό, τον φανατισμό. Πρόκειται για μια ψυχική, σωματική και κοινωνική διαστροφή.
Αντίθετα, η Εκκλησία είναι μια Κοινότητα που πιστεύει και λατρεύει έναν ζωντανό, υπαρκτό Θεό και οι άνθρωποι μέσα σε αυτήν αποκτούν αίσθηση της υπάρξεώς Του, με την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νού και την θέωση. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού. Αυτή η εν Χριστώ κοινότητα είναι οικογένεια που διατηρεί πραγματικές σχέσεις με τον Θεό και τον άνθρωπο, είναι πνευματικό θεραπευτήριο που θεραπεύει τον πνευματικά ασθενή τον άνθρωπο.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκεται και βιώνεται η εμπειρία των Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων και η αγωνιστικότητα των μαρτύρων και των ασκητών. Μάλιστα, οι Αποστολικοί Πατέρες και οι Πατέρες του 4ου αιώνος διατύπωσαν την Αποκάλυψη του Χριστού με την εβραϊκή και ελληνική σκέψη, διέσωσαν το καλύτερο που συνάντησαν σε αυτούς τους πολιτισμούς. Έτσι, ο Χριστιανισμός παρουσιάσθηκε στην ιστορία ως το «τρίτο γένος», δηλαδή δεν έχει ούτε εβραϊκή ούτε ελληνική σκέψη, αλλά κάτι νέο. Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι υπερεθνική και εναντίον κάθε εθνοφυλετισμού, ο οποίος έχει καταδικασθή από την Σύνοδο του 1872 στην Κωνσταντινούπολη ως αίρεση.
Όσοι έχουν περάσει μέσα από την λαίλαπα των καταστροφικών θρησκειών και σεκτών και όσοι ζούν πραγματικά μέσα στην Εκκλησία ως κοινότητα, οικογένεια και θεραπευτήριο καταλαβαίνουν την διαφορά μεταξύ θρησκείας και Εκκλησίας. Δεν μπορεί κανείς να το εξηγήση αυτό με λογικά επιχειρήματα. Ισχύει η αρχή: «Έρχου και ίδε», «γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος», «σχολάσατε και γνώτε».
Πρέπει δε να τονίσω ότι όταν διάφορες πολιτικές, οικονομικές ή εθνικιστικές δυνάμεις εκμεταλ­λεύονται τις θρησκείες, τότε αναφύονται χειρότερα προβλήματα, βασανίζονται πιο πολύ οι άνθρωποι και οι κοινωνίες. Είναι το ίδιο όταν οι λεγόμενες «Χριστιανοδημοκρατικές ή σοσιαλιστικές κομματικές παρατάξεις» εκμεταλ­λεύον­ται τα όντως επαναστατικά λόγια του Χριστού και κάνουν τον Χριστιανισμό ιδεολογία με πολιτικούς σκοπούς, οπότε αφυδατώνεται η αλήθεια του Χριστού.
Έτσι, σεβόμαστε τις θρησκείες και τις λατρείες τους, έστω κι αν δεν συμφωνούμε με αυτές, αλλά αρνούμαστε τους ποικιλόμορφους και επικίνδυνους «-ισμούς» που εκμεταλ­λεύονται πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά τα θρησκευτικά συναισθήματα των ανθρώπων και επιβάλλουν ποικιλώνυμες και ποικιλότροπες δικτατορίες.
΄΄Όταν θα παύσουν να υπάρξουν να υπάρχουν άγιοι,τότε θα γίνει η Δευτέρα παρουσία του Χριστού΄΄
Ερώτηση: Ο κόσμος μας ρωτάει συχνά, μορφές όπως οι γέροντες Παΐσιος και Πορφύριος υπάρχουν σήμερα;
Απάντηση: Ευτυχώς που γνωρίσαμε τους φωτισμένους όντως Γέρον­τες, τους πατέρες Παΐσιο και Πορφύριο και άλλες σύγχρονες πατερικές μορφές, που μας έδειξαν τί είναι η Εκκλησία και πώς αναδεικνύει ο Θεός, δια της Εκκλησίας, τους φίλους Του. Πολλοί από μας αισθάνθηκαν κοντά τους την αγάπη του Θεού. Αυτοί οι Γέροντες παρηγόρησαν χιλιάδες ανθρώ­πους και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις ανέπαυσαν τα πιο ατίθασα παιδιά του Θεού. Πρέπει όμως να φανούμε αντάξιοι αυτής της δωρεάς.
Πάντως, εφ’ όσον υπάρχει ο Θεός και η Εκκλησία, υπάρχουν πάντα τέτοιες άγιες μορφές. Όπως είπα προηγουμένως, οι άγιοι είναι γεν­νήματα της Εκκλησίας, πέρασαν μέσα από τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, την Πεντηκοστή και δίνουν την μαρτυρία της νέας ζωής που έφερε στόν κόσμο ο Θεός.
Αλίμονον αν δεν υπάρχουν και σήμερα τέτοιες μορ­φές. Είναι σάν να θεωρούμε ότι έπαυσε να υπάρχη η Εκκλησία ή είναι στείρα και δεν γεννά. Η αλήθεια είναι ότι όταν θα παύσουν να υπάρχουν άγιοι, τότε θα γίνη η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
Στο Άγιον Όρος υπάρχουν και σήμερα πολλοί ευλογη­μένοι μοναχοί που δοξάζουν τον Θεό και δοξάζονται από Αυτόν. Το Άγιον Όρος εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο φώς, που όταν το βλέπουν, όσοι δεν διαθέτουν κατάλληλη όραση, τυφλώνονται και νομίζουν ότι φταίνε οι μοναχοί που μένουν εκεί. Αλλά και εκτός του Αγίου Όρους, στα Μοναστήρια και τις κοινωνίες υπάρχουν ευλογημένα παιδιά του Θεού και της Εκκλησίας, που φωτίζουν όσους καταλαβαίνουν και έχουν ανάγκη.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν βλέπουμε εμείς τους αγίους, δεν τους αισθανόμαστε, δεν οσφραινόμαστε την παρουσία τους. Αυτό γίνεται γιατί δεν έχουμε αναζητήσεις υψηλές, δεν διαθέτουμε πνευματικές αισθήσεις για να τους αναγνωρίσουμε και να τους ψηλαφήσουμε. Εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση ο λόγος του Χριστού: «Πάς γάρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τώ κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ. ζ', 8). Όσοι αναζητούν πραγματικά τον Θεό και τους Αγίους, θα τους συναντήσουν οπωσδήποτε, μάλλον αυτοί οι ίδιοι οι σύγχρονοι επιζώντες άγιοι θα πάνε για να τους βρούν και να τους γεμίσουν με τα δώρα του Θεού. Τέτοιος είναι ο δικός μας Θεός. Έρχεται μυστικά, του αρέσει να ανατρέπη όλα τα λογικά προγράμματα, φανερώνει την αγάπη Του, δυνατά, ξαφνικά και εκπλη­κτικά σε όσους πονούν και Τόν αναζητούν. Μεθάει νηφάλια αυτούς που αναζητούν «τόν καλόν οίνον», το δυνατό κρασί.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ




Γράφει ο Gianapo


Ζούμε στην γΕλλάδα του 2011, στην γΕλλάδα του ΔΝΤ και της Τρόικας κι όμως εξακολουθούμε να καθόμαστε αραχτοί στον καναπέ του σαλονιού μας αφήνοντας τους άλλους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.
Όμως ποιοι άλλοι; Ποιοι θ' αγωνιστούν για τα δικά μας προβλήματα και γιατί;
Όταν η πολιτική εξουσία αδιαφορεί για τα προβλήματα του λαού, όταν οι πολιτικοί μας ξεπουλάνε τα ιερά και τα όσια της πατρίδας μας, μία είναι η λύση.
Αφήνουμε τους καναπέδες μας και ξεχυνόμαστε στους δρόμους.
Γινόμαστε ποτάμι και παρασέρνουμε στο διάβα μας οτιδήποτε και οποιονδήποτε σταθεί ανάχωμα στη λαϊκή βούληση. Παίρνουμε τις τύχες μας στα χέρια μας και αναζητούμε την ευθύνη για ότι γίνεται στους ίδιους μας τους εαυτούς.
Είμαστε υπεύθυνοι για την κατάσταση της γΕλλάδας έστω και έμμεσα.
Εμείς στείλαμε τα τελευταία χρόνια ανίκανους πολιτευτές εκπροσώπους μας στη βουλή, εμείς χειροκροτήσαμε τον τσαμπουκά της λαμογιάς και της ανικανότητας, εμείς τους δώσαμε λευκή εξουσιοδότηση να χειριστούν τις υποθέσεις μας.
Και είμαστε υπεύθυνοι γιατί δεν το κάναμε μία φορά, δεν μάθαμε από τα λάθη μας, δεν τους στείλαμε στο διάβολο όταν διαπιστώθηκε η ανικανότητά τους, αλλά εδώ και σαράντα σχεδόν χρόνια επαναλαμβάνουμε το ίδιο λάθος, στέλνοντας τους ίδιους ανίκανους στη βουλή, ψηφίζοντας τους ίδιους συνδικαλιστές να μας εκπροσωπούν. Και ήσυχοι ότι κάναμε το καθήκον μας αράζουμε στους καναπέδες των σπιτιών μας ή κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου.
Όμως φτάνει. Αν ακόμα πιστεύεις ότι κάτι μπορεί να αλλάξει, πάλεψε. Ένωσε τη δύναμή σου με την δύναμη όλων εκείνων των γΕλλήνων που πιστεύουν το ίδιο.
Εγκατέλειψε επιτέλους τον καναπέ σου, βγες στον δρόμο, αγωνίσου για εκείνα που άλλοι με αγώνες κέρδισαν ώστε να τα παραδώσεις στην επόμενη γενιά, ανάλαβε την ευθύνη που σου αναλογεί και πάλεψε με όλους τους άλλους για να σώσεις ότι μπορεί να σωθεί.
Ίσως πιστεύεις πως είναι ήδη αργά, ίσως κατάφεραν να σε απογοητεύσουν, ίσως σε κάρφωσαν για τα καλά στον καναπέ σου. Όμως θυμήσου, μετά το αργά υπάρχει το αργότερα, μετά την απογοήτευση υπάρχει η κατάθλιψη, μετά το κάρφωμα στον καναπέ υπάρχει ο νοητικός θάνατος.
Η απεργία της 23/02/2011 είναι η σπίθα που μπορεί να φουντώσει, είναι το χέρι που μπορεί να σε τραβήξει απ΄τον καναπέ σου, είναι η ελπίδα που μπορεί να ξανανθίσει στην γΕλλάδα μας.
Αφού λοιπόν έπεισες τον εαυτό σου ότι εσύ είσαι η δύναμη που θα σε τραβήξει απ΄το τέλμα, αφού κατάφερες να αποκολληθείς απ΄τον αγαπημένο σου καναπέ, αφού αποφάσισες να βγεις στον δρόμο που οδηγεί στον αγώνα, τότε όλοι μαζί μπορούμε:
Να βροντοφωνάξουμε, φτάνει πια!!!
Να πάρουμε στα χέρια μας τη ζωή μας.
Να διώξουμε τους ανίκανους πολιτικούς.
Να σταματήσουμε να ανεχόμαστε τη λαμογιά της εξουσίας.
Να αλλάξουμε τελικά τα πράγματα στην γΕλλάδα।

το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Η μεγάλη μου περιπέτεια κατά την αναζήτηση τής αληθείας:Μια παπική Μοναχή βρίσκει την Ορθοδοξία


Από την αδελφή Ματθαία Όσβαλντ

Η ιστορία αυτή, διηγείται πώς μία (ρωμαιοκαθολική) Μοναχή ανακάλυψε την πληρότητα της αληθείας στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Παιδική ηλικία και εφηβεία

Γεννήθηκα το 1961 από προτεστάντες γονείς, σε μία πόλη της νότιας Γερμανίας. Ζούσαμε σε ένα προάστιο το οποίο ήταν παλαιότερα ένα αυτόνομο χωριό και αργότερα ενσωματώθηκε σε δήμο. Εκεί υπήρχε μόνο μία ρωμαιοκαθολική οικογένεια, όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι ήταν προτεστάντες. Στο δημοτικό η κόρη αυτής της οικογένειας, την οποία εγώ συμπαθούσα πάρα πολύ, ήταν συμμαθήτριά μου. Θυμάμαι ακόμη πολύ καλά, ότι μου ήταν αυστηρά απαγορευμένο να την επισκέπτομαι, διότι μου έλεγαν πως θα ήταν ντροπή για την οικογένειά μας αν το μάθαινε κανείς αυτό το πράγμα. Τα επόμενα χρόνια υπήρξε μεγαλύτερη ανοχή ως προς το θέμα αυτό. Αν και η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν προτεστάντες, αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου ο “καθολικός” πλυθησμός και δημιουργήθηκαν περισσότερες ρωμαιοκαθολικές εκκλησιαστικές κοινότητες στην πόλη.

Οι γονείς μου, ναι μεν πίστευαν στο Θεό, αλλά όμως δεν έκαναν πράξη αυτή τους την πίστη, δηλαδή δεν πηγαίναμε ποτέ τις Κυριακές στην εκκλησία, δεν προσευχόμασταν, τουλάχιστον όχι όλοι μαζί ή πριν από τα γεύματα και το θέμα «Θεός» ήταν ανύπαρκτο στο σπίτι μας.

Όμως στο σπίτι των παππούδων μας έμενε μία μεγάλη, ευαγγελική αδελφή διακόνισσα, η οποία ήταν παλαιότερα νηπιαγωγός. Ήταν σαν ένα φως για μένα .Κάθε φορά που επισκεπτόμουν τους παππούδες μου, εκμεταλλευόμουν την ευκαιρία να «εξαφανιστώ» και να επισκεφτώ αυτή την αδελφή. Μου διηγούνταν συνεχώς για τον Ιησού, για τα θαύματα που έκανε, πως την είχε βοηθήσει επανειλημμένως και ποικιλοτρόπως, για τον παράδεισο, τον ουρανό, τους αγγέλους. Και προσεύχονταν μαζί μου. Ο χρόνος μαζί της κυλούσε πολύ γρήγορα! Ήμουν πάντα λυπημένη, κάθε φορά που άκουγα μια φωνή να μου λέει: «Μα πού είσαι πάλι; Έλα γρήγορα»! Οι παππούδες δεν έβλεπαν με καλό μάτι το γεγονός ότι περνούσα τόσο πολύ χρόνο με αυτή την «ευλαβή θεία».

Ένα βράδυ, όταν ήμουν τεσσάρων ή πέντε ετών, ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου και σκεφτόμουν, πόσο φρικτά κουραστικό θα πρέπει να είναι για τον πατέρα Θεό το γεγονός, ότι δεν μπορεί να ξεκουραστεί ποτέ. Πάντα θα έπρεπε να αγρυπνά πάνω από τους ανθρώπους και να προσέχει, να μην τους συμβεί κανένα κακό. Εγώ Του έκανα όλες τις πιθανές προτάσεις, όπως π.χ. το αν μπορούσε να εναλλάσσεται με τον Υιό Του ή με τους αγγέλους. Στο τέλος Του είπα, ότι ήθελα τόσο πολύ να Τον βοηθήσω και ότι δε θα με πείραζε καθόλου, που και που να μένω τις νύχτες ξάγρυπνη, αλλά αυτό πάλι δεν θα βοηθούσε τους ανθρώπους. Από τη μια, ήταν πολύ παιδικό όλο αυτό το σκεπτικό μου, από την άλλη όμως, το εννοούσα πραγματικά και ποτέ δεν το ξέχασα, αν και τα επόμενα χρόνια το λησμόνησα.

Μετά άρχισαν τα σχολικά μου χρόνια. Ήμουν απασχολημένη με άλλα πράγματα.

Ναι μεν δεν αμφέβαλλα ποτέ για την ύπαρξη του Θεού, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία για μένα και τη ζωή μου. Ήταν σαν δύο ξεχωριστά πράγματα, που δεν είχαν καμία σχέση το ένα με το άλλο. Όλη η εφηβεία μου ήταν επηρεασμένη από το γεγονός, ότι πάντα ήθελα να είμαι όπως οι άλλοι. (Κάτι που ποτέ μου δεν κατάφερα, αφού ήμουν πάντα στο περιθώριο, πράγμα που πρέπει να οφείλεται εν μέρει και στην άχαρη εξωτερική μου εμφάνιση). Δοκίμασα όλα όσα έκαναν και οι άλλοι, να καπνίζω, να πηγαίνω τα βράδια στα καπηλειά, μαριχουάνα, ροκ μουσική, κλπ. Τότε ήμουν σε μία κλίκα, αλλά ήταν δεδομένο τον περισσότερο χρόνο να κάθομαι μόνη σε μία γωνιά και ποτέ δεν ενσωματώθηκα, παρ’ όλο που το προσπάθησα πολύ.

Συνεπαρμένη από θείο έρωτα

Όταν ήμουν δεκαεπτά ετών έγινε μία σημαντική αλλαγή στη ζωή μου. Πάντα είχα μεγάλη αγάπη για τη μουσική, έπαιζα κάποια όργανα και ήθελα αργότερα να σπουδάσω μουσική.

Κάποιος έδωσε στη μαμά μου δύο εισιτήρια για μία συναυλία. Επρόκειτο για το «Matthäuspassion» του Joh. Seb. Bach, που είναι τα πάθη του Χριστού κατά το Ματθαίον ευαγγέλιο. Η συναυλία θα λάβαινε χώρα τη Μεγάλη Παρασκευή.

Οι προτεστάντες δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη θεία λειτουργία τη Μεγάλη εβδομάδα, γι’ αυτό συχνά λαμβάνουν χώρα οι λεγόμενες «θρησκευτικές συναυλίες» τις οποίες επισκέπτεται κανείς για περισυλλογή και εσωτερική ηρεμία. Η συναυλία διήρκησε τρεισήμισι ώρες. Βασικά δεν μπορώ να περιγράψω τι συνέβη μέσα μου. Το άγιο ευαγγέλιο σε συνδυασμό με αυτή τη συναρπαστική μουσική με άγγιξε βαθύτατα και συγκλόνισε την καρδιά μου. (Κάτι παρόμοιο διάβασα ,παρεμπιπτόντως, στη βιογραφία του πατέρα Σεραφείμ Ρόουζ). Ήμουν συνεπαρμένη και εντυπωσιασμένη από την αγάπη του Ιησού Χριστού, ο οποίος υπέκυψε για εμάς και τις αμαρτίες μας στο Σταυρό. Αυτή η αγάπη έγινε ακριβώς εκείνη τη στιγμή πραγματικότητα για εμένα και με γέμιζε ολοκληρωτικά. Δεν ξέρω για πόση ώρα καθόμουν μόνη στην εκκλησία και έκλαιγα. Ήξερα μόνο ένα πράγμα, ότι ήθελα να γίνω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη. Αυτό ήταν ξεκάθαρο στην καρδιά μου. Αργότερα αναρωτιόμουν συχνά για ποιο λόγο είπα «Θέλω να γίνω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη» και όχι «Θέλω να δώσω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη». Δεν το καταλάβαινα αλλά φαινόταν να έχει κάποια σημασία. Από εκείνη τη μέρα άλλαξε η ζωή μου. Την επόμενη μέρα αγόρασα μία Βίβλο. Κρέμασα ένα σταυρό στο δωμάτιό μου και αντί να πηγαίνω τα βράδια στα καπηλειά διάβαζα την Αγία Γραφή και προσευχόμουν. Μετά πήρα την απόφαση να σπουδάσω εκκλησιαστική μουσική. Σκεφτόμουν πως, αφού ο Θεός με άγγιξε τόσο με αυτό τον τρόπο και μου χάρισε ένα ταλέντο, τότε θέλω να βοηθήσω να μπορέσουν και άλλοι άνθρωποι να αποκτήσουν παρόμοια εμπειρία. Έγινα μέλος της εκκλησιαστικής χορωδίας της πόλης μας και άρχισα να παρακολουθώ ένα τμήμα της εκκλησιαστικής μουσικής και μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου. Έτσι άλλαξε και το φιλικό μου περιβάλλον. Τα επόμενα τρία χρόνια τα αφιέρωσα τελείως στην εκκλησιαστική μουσική, στις νέες γνωριμίες, στην Αγία Γραφή και παράλληλα και στο σχολείο.

Προτεσταντισμός ή Ρωμαιοκαθολική “εκκλησία”

Μία φίλη έπαιζε προσωρινά εκκλησιαστικό όργανο σε μία “καθολική” εκκλησιαστική κοινότητα της πόλης μας. Κάποιο Σάββατο βράδυ συνεννοηθήκαμε να την περιμένω έξω από την εκκλησία για να βγούμε μαζί. Κατά λάθος πήγα μία ώρα νωρίτερα και έτσι αποφάσισα να πάω μαζί της στον εξώστη και να παρακολουθήσω τη θεία λειτουργία «αφ’ υψηλού», αντί να περιμένω έξω από την εκκλησία. Κατά κάποιον τρόπο ήταν διαφορετική από τη θεία λειτουργία που γνώρισα στην ευαγγελική εκκλησία. Ήταν κάπως πιο υπερβατικά και μου έκανε καλή εντύπωση. Από τότε δεν μπορούσα να ησυχάσω και ήθελα να ανακαλύψω τι ήταν αυτό το διαφορετικό που με συγκίνησε. Για ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα επισκεπτόμουν τα βράδια του Σαββάτου την απογευματινή ακολουθία των καθολικών στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και τα πρωινά της Κυριακής τη θεία λειτουργία της ευαγγελικής εκκλησίας. Το πρώτο με έλκυε όλο και περισσότερο. Στην ευαγγελική “εκκλησία” μου έλειπε η υπερβατικότητα, φαινόταν σαν να πρόκειται για ένα ανθρώπινο σχήμα, όπου τους ανθρώπους τους συνδέει ένα κοινό ενδιαφέρον, δηλαδή ο Θεός. Στη ρωμαιοκαθολική “εκκλησία” ένιωθα κάτι σαν μία υπέρβαση. Τους ανθρώπους τους ένωνε κάτι το οποίο τους υπερβαίνει, διαφορετικά από ότι συμβαίνει σε ένα σύλλογο ή σε μία κοινότητα με κοινά ενδιαφέροντα. Ιδιαιτέρως μου άρεσε η θεία Ευχαριστία σε αντίθεση με την μετάληψη της ευαγγελικής εκκλησίας, η οποία ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη σημασία για εμένα. Μιλούσα συχνά με τον ιερέα της κοινότητας ο οποίος διακατέχονταν από σύγχρονες απόψεις. Ως προτεστάντισσα είχα φυσικά σοβαρά προβλήματα με τον παπισμό! Αλλά για τον ιερέα, αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Ή καλύτερα να πω ότι ήταν πρόβλημα αλλά το είχε λύσει με τον τρόπο του, με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που το είχε ακούσει και στις διαλέξεις από τον καθηγητή του πανεπιστημίου. (Τα επόμενα χρόνια αφαιρέθηκε από τον καθηγητή του η άδεια διδασκαλίας στη Ρώμη). Ο καθηγητής έλεγε ׃ «Ο πάπας είναι στη Ρώμη και εμείς είμαστε εδώ. Τι γνωρίζει για εμάς; Ας ασχοληθεί εκείνος με την εκκλησία της Ρώμης κι εμείς εδώ με τη δική μας». (Αυτή η άποψη φυσικά κάθε άλλο παρά ρωμαιοκαθολική ήταν και άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο τη δεκαετία του `80.)

Αυτό που τελικά με ώθησε στο να γίνω ρωμαιοκαθολική ήταν η εμπειρία αυτής της υπέρβασης και προ πάντων η ευχαριστία, δηλ. η πίστη ότι κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας μεταβάλλονται ο άρτος και ο οίνος πράγματι σε σώμα και αίμα Χριστού, ότι δηλαδή όλο αυτό ήταν μία πραγματικότητα και όχι κάτι το συμβολικό. Ένας άλλος λόγος ήταν η λειτουργία , διότι στην ευαγγελική “εκκλησία” δεν υπήρχε λειτουργία υπό αυτή την έννοια. Η θεία λειτουργία αποτελείται μόνο από το ανάγνωσμα της Αγίας Γραφής, ένα μεγάλο κήρυγμα και πολλά τραγούδια και περίπου μία φορά το μήνα η λεγόμενη «θεία κοινωνία» αμέσως μετά τη λειτουργία. Τον Οκτώβριο του 1982 έγινα λοιπόν ρωμαιοκαθολική. Αναλογιζόμενη σήμερα τον τρόπο με τον οποίο έγινε όλο αυτό κουνάω το κεφάλι μου γιατί ήμουν τυφλή. Είχαμε αποφασίσει να γιορτάσουμε με μία “λειτουργία” στο σπίτι (Hausmesse) σε οικογενειακή ατμόσφαιρα. Η γιορτή δεν έλαβε χώρα στην εκκλησία αλλά στο σαλόνι του σπιτιού του ιερέα. Το ανάγνωσμα του ευαγγελίου μπορούσα να το επιλέξω η ίδια και αντί για ένα κήρυγμα ανταλλάσσαμε όλοι μαζί κηρύγματα σύμφωνα με τα εδάφια του ευαγγελίου που είχαμε επιλέξει, ενώ καθόμασταν στον καναπέ. Αυτό ονομάζονταν λειτουργία του λόγου. Για τη γιορτή της ευχαριστίας καθόμασταν όλοι μαζί γύρω από την τραπεζαρία η οποία χρησίμευε ως Αγία Τράπεζα. Ναι μεν έπρεπε να πω μαζί με τους υπόλοιπους το σύμβολο της πίστεως αλλά κανείς δεν μου ζήτησε να ομολογήσω το εξής׃ «Πιστεύω και ομολογώ όλα όσα πιστεύει, διδάσκει και διακηρύττει η αγία καθολική εκκλησία ». (Αυτό το αντιλήφθηκα μετά από 24 χρόνια, όταν κάποιος μου είπε ׃«Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις την εκκλησία μας έτσι απλά, αφού έκανες αυτή την ομολογία»).

Έτσι έγινα λοιπόν ρωμαιοκαθολική. Και τώρα; Η εκκλησιαστική μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στην ευαγγελική εκκλησία, στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία όμως είναι δευτερεύουσα. Επιπλέον η εκκλησιαστική μουσική εδώ δε μου φαινόταν και πολύ ελκυστική. Δημιουργήθηκε με ταχείς διαδικασίες μετά τη Β` σύνοδο του Βατικανού, όταν επιτράπηκε η τέλεση της λειτουργίας στην εκάστοτε γλώσσα της χώρας και δεν είχε καμία παράδοση. Εκτός από αυτό σκεφτόμουν πως έπρεπε κάπως να δραστηριοποιηθώ σε μία κοινότητα και επειδή ως γυναίκα δεν μπορούσα να γίνω ιερέας αποφάσισα να σπουδάσω θεολογία, για να γίνω ιεροκήρυκας. Συνέχιζα να μελετώ πολύ την Αγία Γραφή και πιο πολύ από όλα με άγγιζαν βαθύτατα οι ονομαζόμενες παραβολές. Με άγγιζε κάθε φορά που έλεγε ο Ιησούς στον πλούσιο νεανία׃ «Ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δεύρο ακολούθει μοι.» (Ματθ.ιθ.21). Σε κάποιον άλλον είπε׃ «Ακολούθει μοι, και άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς »(Ματθ.η.22) ή «Ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ’ άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστίν εις την βασιλείαν του Θεού »(Λουκ.θ.62) Με άγγιζε και με πονούσε. Ήθελα να κάνω την πίστη μου επάγγελμα και το βασικότερο πράγμα στη ζωή μου. Αλλά με ποιον τρόπο; Μήπως έπρεπε να φύγω από το σπίτι μου χωρίς μία δραχμή, χωρίς δεύτερο πανωφόρι χωρίς τίποτα και απλά να αναχωρήσω , έτσι όπως λέει το ευαγγέλιο; Αλλά προς τα πού;

Στην αναζήτηση για το δικό μου μοναστήρι

Πριν από την έναρξη των βασικών σπουδών μου έπρεπε πρώτα να παρακολουθήσω για ένα χρόνο κάποια μαθήματα για την εκμάθηση της λατινικής γλώσσας και την ελληνική γλώσσα της Βίβλου. Αυτό το διάστημα συνέβη πάλι ένα γεγονός, που μου έδειξε το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσω. Καθώς ξεφύλλιζα μία μέρα ένα περιοδικό στην αίθουσα αναμονής ενός γιατρού, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο για ένα μοναστήρι των Βενεδικτίνων. Αυτό με ενδιέφερε! Ίσως να ήταν αυτή η απάντηση για την υπαρξιακή μου απορία. Ήμουν πεπεισμένη ότι υπήρχαν μοναστήρια μόνο στο μεσαίωνα. Όπως είπα, έμενα σε μία ευαγγελική περιοχή, στην οποία δεν υπήρχαν μοναστήρια. Την επόμενη μέρα πήρα αμέσως τηλέφωνο για να ρωτήσω, μήπως μπορούσα κάποια στιγμή να τους επισκεφτώ. Η απάντηση ήταν θετική και επί εβδομάδες χαιρόμουν για τις ερχόμενες διακοπές που θα περνούσα εκεί. Ήμουν βαθύτατα εντυπωσιασμένη με την ησυχία, την ακολουθία ωρών, κατά τις οποίες συγκεντρώνονταν οι αδερφές κάθε τρεις ώρες στην εκκλησία, τη χειρονακτική εργασία, τους ίδιους καθημερινούς ρυθμούς, κατά τους οποίους μπορούσε να αναπαυθεί η ψυχή. Παρ’ όλο που όλα αυτά μου άρεσαν, κάτι μου έλειπε και εκεί.

Έμαθα ότι υπήρχαν διάφορα τάγματα, με διαφορετικούς κανονισμούς και διαφορετικό πνεύμα. Γνώρισα τις Φραγκισκανές μοναχές, το κάρμελ και μερικά άλλα. Παντού μου άρεσε κάτι, αλλά πάντα κάτι μου έλειπε, όμως τι; (Την απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα την έπαιρνα πολλά χρόνια αργότερα). Πάντως είχα ξεκαθαρίσει πλέον μέσα μου ότι σε κάθε περίπτωση ήθελα να αφιερώσω τη ζωή μου στο Θεό και να γίνω μοναχή. Στην προσευχή μου ρωτούσα το Θεό συνεχώς πού με ήθελε, σε ποιο από όλα αυτά τα τάγματα και τις κοινότητες. Κατά την αναζήτησή μου ήλθα σε επαφή και με τη λεγόμενη χαρισματική κοινότητα.

Όμως ένιωθα λίγο άβολα με όλα αυτά. Όλοι έψελναν σε «γλώσσες», κάποιοι μιλούσαν προφητικά, όλα ήταν τελείως συναισθηματικά και για άλλη μια φορά ένιωθα ξένη. Αυτό δεν μπορούσα βέβαια να το εκδηλώσω, διότι αυτό θα σήμαινε ότι δε θα ήμουν φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα και ότι κρατούσα την καρδιά μου κλειστή.

Εκείνο το διάστημα έκανα μία επίσκεψη σε μία από τις καινούργιες πνευματικές κοινότητες. Ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του `80 και αποτελούνταν από άγαμους άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι μετά από μία μεγάλη περίοδο δοκιμής (Noviziat) έπαιρναν όρκο και υπόσχονταν ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή. Στα μέλη ανήκαν όμως και οικογένειες με παιδιά. Τα ζευγάρια υπόσχονταν ακτημοσύνη και συζυγική αγνεία. Αν το δει κανείς επιφανειακά τίποτα δε με συγκίνησε εκεί κατά την πρώτη μου επίσκεψη, μάλλον το αντίθετο θα έλεγα. Κάποιος επισκέπτης ρώτησε στα πλαίσια μιας συνομιλίας ποιοι ήταν οι όροι για την είσοδο στην κοινότητα, οπότε απάντησε ο ιδρυτής και υπεύθυνος της κοινότητας το εξής: «Όροι; Ένας και μοναδικός υπάρχει. Όποιος θέλει να μπει εδώ μέσα, πρέπει να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο»! Αυτό ήταν!

Όταν επέστρεψα το βράδυ στο σπίτι μου δε γνώριζα περισσότερα από πριν. Μόνο εκείνη η μία πρόταση δε μπορούσε να βγει από το μυαλό μου.

Εκείνο το καλοκαίρι με προσκάλεσε ένας καλός φίλος στη Γαλλία, σε μία μεγάλη συνάντηση με διάφορες νέες καθολικές πνευματικές κοινότητες. Η ποικιλία, οι ψαλμοί, οι ισραηλινοί παραδοσιακοί χοροί, η ακολουθία των ωρών, η ευχαριστιακή λατρεία στην ησυχία. Αυτά με άγγιζαν και πίστεψα ότι επιτέλους είχα φτάσει στον προορισμό μου. Ήθελα να μπω σε αυτή την κοινότητα και να γίνω μοναχή. Επέστρεψα στη Γερμανία, έδωσα το φθινόπωρο τελικές εξετάσεις για τα θεολογικά μαθήματα που παρακολούθησα και αγόρασα ένα εισιτήριο για τη Γαλλία με τα τελευταία 300 μάρκα που μου είχε δώσει ένας φίλος μου, με σκοπό να μην ξαναγυρίσω ποτέ. Ο άνθρωπος κάνει σχέδια και ο Θεός ορίζει. Μετά από δύο εβδομάδες έμαθα ότι όλα τα σπίτια της κοινότητας θα παρέμειναν κλειστά για τους επισκέπτες. Τι φρίκη! Και τώρα; Καθόλου χρήματα, καμία προοπτική, τι κάνω; Δόξα τω Θεώ έγινε τελευταία στιγμή μια αλλαγή. Ένα από τα σπίτια της κοινότητας πρόσφερε για το διάστημα των Χριστουγέννων ένα πρόγραμμα πνευματικών ασκήσεων και παρέμεινε ανοιχτό. Μόλις που έφταναν τα χρήματά μου για αυτό το πράγμα. Μετά από μία εβδομάδα βρισκόμουν πάλι στην ίδια κατάσταση. Όμως μία γυναίκα, η οποία επίσης συμμετείχε στο πρόγραμμα των πνευματικών ασκήσεων, με προσκάλεσε να κάνουμε μαζί μία προσκυνηματική εκδρομή. Αμέσως μετά μου έδωσε λίγα χρήματα και μου πλήρωσε το εισιτήριο του τρένου για το λεγόμενο Mutterhaus (το κυρίως μοναστήρι) σε ένα άλλο μέρος της Γαλλίας. Εκεί πέρασα άλλη μία εβδομάδα και ήμουν όλο προσμονή να μπορέσω επιτέλους να μιλήσω με τον ιδρυτή της κοινότητας και να μου επιτρέψει να εισέλθω σε αυτήν. Έμεινα εκεί για μία εβδομάδα αλλά στο τέλος αυτής δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρο για εκείνον ότι ο Θεός με προόριζε για εκείνη την κοινότητα. Στη διάρκεια ενός εσπερινού προσευχήθηκε για εμένα και αφού με ακούμπησε με τα χέρια του μου φανέρωσε την εντολή που δέχτηκε: «Οι δικοί μου δρόμοι δεν είναι και δικοί σου. Θα σου δείξω έναν άλλο δρόμο τον οποίο τώρα δεν μπορείς ακόμη να καταλάβεις. Αλλά απαιτώ από εσένα απόλυτη διαθεσιμότητα.».

Με αυτά τα λόγια λοιπόν εκδιώχτηκα για άλλη μια φορά. Και τώρα προς τα πού; Ήμουν πραγματικά απογοητευμένη. Κανείς δεν μπορούσε να μου δώσει μία εξήγηση για αυτά τα λόγια ή μία προοπτική. Μα ήθελα μόνο ένα πράγμα: Να ακολουθήσω τον Ιησού Χριστό, να του αφιερώσω τη ζωή μου. Ήταν φρικτό. Εκτός από την απογοήτευσή μου, μου δημιουργήθηκε και μία εσωτερική αμφισβήτηση, ότι δηλ. ο Θεός είτε δεν με ήθελε, είτε εγώ ήμουν τόσο χαζή, ώστε να μη μπορώ να βρω τη θέση μου, ή καλύτερα τη θέση στην οποία Εκείνος με προόριζε. Πάλι με λυπήθηκε κάποιος και μου έδωσε τα χρήματα για την επιστροφή μου στο σπίτι. Είχα φύγει από το σπίτι με σκοπό να μην ξαναγυρίσω ποτέ και τώρα, λίγες εβδομάδες αργότερα, βρισκόμουν πάλι εντελώς απροειδοποίητα μπροστά από το σπίτι των γονιών μου. ( Πριν από αυτό είχα κάνει για μία εβδομάδα μία ενδιάμεση στάση σε ένα μοναστήρι στη Γαλλία, για να σιωπήσω και να ηρεμήσει η ψυχή μου. Το πρώτο το κατάφερα, το δεύτερο όχι). Οι γονείς μου φυσικά χάρηκαν που ξαναγύρισα, όμως εγώ ήμουν τελείως αποπροσανατολισμένη. Τις επόμενες δύο εβδομάδες τις πέρασα ζώντας σχεδόν αποκλειστικά στην αφάνεια και προσευχόμενη στο δωμάτιό μου. Ταυτόχρονα αντηχούσε μέσα μου συνεχώς εκείνη η πρόταση: Όποιος θέλει να μπει εδώ πρέπει να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο. Γινόταν μία μάχη μέσα μου. Από τη μια δε με προσέλκυσε τίποτα εκεί, η ακτημοσύνη, οι περίεργες γενειοφόρες μορφές με τα παλιά ράσα, καθόλου ρεύμα, καθόλου τρεχούμενο νερό, πρωτόγονη τουαλέτα, κανένα ιδιωτικό χώρο και πολλά άλλα. Όμως εκείνη η πρόταση δε με άφηνε πια σε ησυχία. Όλο αυτό ήταν βασικά αυτό που ήθελα, αυτό που έψαχνα μέσα μου από τότε που προσηλυτίστηκα, αυτή η πλήρης αφιέρωση στο Χριστό, χωρίς να ψάχνει κανείς τίποτα πια για τον εαυτό του, να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο. Λοιπόν, ήθελα να το διακινδυνεύσω. Ήταν Παρασκευή απόγευμα, αποφάσισα αμέσως να τηλεφωνήσω και να ρωτήσω αν μπορούσα να πάω για το Σαββατοκύριακο. Αν η απάντηση ήταν αρνητική, τότε θα έκλεινα αυτό το κεφάλαιο και δε θα το ξανάνοιγα ποτέ. (Κρυφά μέσα μου το ήλπιζα αυτό κατά κάποιο τρόπο). Η απάντηση ήταν θετική. Εντάξει λοιπόν. Την επόμενη μέρα πήγα εκεί και αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Τα εξωτερικά πράγματα δε με απωθούσαν πια τόσο πολύ και είχα μία μεγάλη συζήτηση με τον ιδρυτή που αφορούσε την εσωτερική μου αναζήτηση και τους περασμένους μήνες. Μου πρότεινε να παραμείνω στην κοινότητα για τέσσερις μήνες, μέχρι τις 15 Αυγούστου, για να μπορέσω με ηρεμία και προσευχή να ρωτήσω το Θεό για τον προορισμό μου.

Μετά από τρεις εβδομάδες είχα την εντύπωση ότι εκεί βρήκα τη θέση μου. Πιο πολύ από όλα αγαπούσα την ησυχία και τη νοερά προσευχή, αλλά μάθαινα να αγαπώ όλο και περισσότερο και την απλότητα και αμεσότητα της ζωής και δεν ήθελα να την ανταλλάξω με μία άνετη ζωή. Εδώ έμαθα τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και από μία εντελώς διαφορετική πλευρά. Αν και είχα γίνει καθολική σε ένα δήμο, ο οποίος διακατέχονταν από ακραίο μοντερνισμό, τώρα βρισκόμουν σε μία κοινότητα, όπου την αγάπη για τον πάπα και την υπακοή σε αυτόν την έγραφαν με κεφαλαία γράμματα. Ακολουθούσε κανείς με ζήλο και κατευθύνονταν σύμφωνα με ό,τι έλεγε και έπραττε εκείνος. Αυτό μου φαινόταν αρκετά δύσκολο και ένιωθα πάντα σαν μία ανυπότακτη, που συμμετείχε σε όλα αυτά με το ζόρι. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια μέχρι να αλλάξει αυτή η τοποθέτησή μου στο θέμα αυτό.

Ένα χρόνο αργότερα άρχισε για μένα η περίοδος δοκιμασίας (Noviziat). Ένα χρόνο μετά από αυτό, έδωσα τις πρώτες υποσχέσεις για τρία χρόνια. Μετά ακολούθησαν και οι ονομαζόμενες προσωρινές υποσχέσεις (για ορισμένο χρονικό διάστημα) και οι υποσχέσεις αφιερώσεως για όλη μου τη ζωή. Ωστόσο βρισκόμουν σε μεγάλη ψυχική κρίση και ήμουν αμφιταλαντευόμενη, γεμάτη αβεβαιότητα. Σκέφτηκα ότι όλα αυτά είναι εσωτερικές αμφιβολίες, κακές σκέψεις και συναισθήματα που δεν πρέπει να επιτρέψει κανείς και έτσι αποσόβησα εσωτερικά όλο αυτό το «ψυχικό χάος» και έδωσα τις υποσχέσεις. Η ανεμοθύελλα κόπασε κάπως αλλά δεν μπορούσα να ηρεμήσω πραγματικά. Αυτό μπορεί να ήταν και συμπτωματικό για την πορεία μου. Όπως ήδη ανέφερα, με έλκυαν στα διάφορα τάγματα και στις κοινότητες πολλά πράγματα, όμως πάντα κάτι, το οποίο εκείνη τη χρονική στιγμή δε μπορούσα να ονομάσω, μου έλειπε. Σε αυτή την κοινότητα ήταν όλα πιο εκλεπτυσμένα, ναι μεν δεν μου έλειπε τίποτε πια, αλλά την πραγματική εσωτερική ηρεμία δεν τη βρήκα ούτε εδώ και δεν ένιωθα ότι έφτασα στον προορισμό μου. Εκείνους τους λογισμούς και την ακαθόριστη νοσταλγία που έβγαιναν συνεχώς από μέσα μου, εγώ πίστευα ότι έπρεπε να πολεμήσω με πνευματικό αγώνα και ότι είναι εκ του πονηρού και για αυτό το λόγο δε θα έπρεπε να επιτρέψω σε καμία περίπτωση τέτοιους λογισμούς και συναισθήματα. Σκεφτόμουν ότι την πραγματική ειρήνη και το συναίσθημα, ότι έφτασε κανείς στον τελικό προορισμό του, το βιώνει μόνο στον ουρανό, ότι σε αυτή τη ζωή είναι κανείς καθ` οδόν και ότι στη επίγεια ζωή μένει πάντα μία εσωτερική ανησυχία και μια σιωπηρή θλίψη.

Δε μου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι θα εγκατέλειπα ποτέ αυτή την κοινότητα. Με εξαίρεση κάποιες κρίσεις, τις οποίες όμως ο καθένας, που ακολουθεί αυτό το δρόμο σίγουρα θα βιώνει, ήμουν χαρούμενη και ευτυχισμένη εκεί. Αγαπούσα τον πνευματικό μου, τον ιδρυτή της κοινότητας και τις αδελφές. Επίσης τις διάφορες διακονίες που μου ανέθεταν τις έκανα ευχαρίστως. Για να μην παρεξηγηθώ: Ακόμη και σήμερα δεν τους απεχθάνομαι. Εκτιμώ την καλή θέλησή τους, το ζήλο, την προθυμία για την πλήρη αφιέρωσή τους και έμαθα εκεί πολλά πράγματα, για τα οποία ακόμη και σήμερα τους είμαι ευγνώμων. Παρ` όλα αυτά εγκατέλειψα την κοινότητα μετά από 21 χρόνια. Γιατί;

Ενώ στην αρχή διακατεχόμουν από μοντερνισμό, οι εξελίξεις στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία με έβαλαν με την πάροδο του χρόνου σε όλο και περισσότερες σκέψεις. Όλες οι πιθανές θεωρίες, τα νέα θεολογικά ρεύματα, τα οποία υποστήριζαν ότι το Άγιο Πνεύμα μας οδηγεί όλο και βαθύτερα στην αλήθεια, οι πολλές αποχωρήσεις από την εκκλησία, η έλλειψη ιερέων και η έλλειψη νέων μοναχών. Επειδή οι έφηβοι δεν πήγαιναν πια στην εκκλησία, προσπαθούσαν να το αποτρέψουν αυτό με το να πειραματίζονται με διάφορους τρόπους για να τους ξανακερδίσουν. Ροκ μουσική στη λειτουργία, ντίσκο, μεσολάβηση μέσω SMS, λειτουργίες όπου οι έφηβοι πήγαιναν με Skateboard και πατίνια στην εκκλησία και άλλα παρόμοια. Είχα την εντύπωση πως καθετί ιερό πουλιόταν και προσαρμόζονταν, μόνο και μόνο για να το παρουσιάσουν στους ανθρώπους με τον πιο ελκυστικό τρόπο. Έπεφτα σε όλο και μεγαλύτερο δίλημμα. Από τη μια γινόμουν όλο και πιο συντηρητική, διότι ήμουν πεπεισμένη, ότι οτιδήποτε ιερό οφείλει κανείς να το διατηρήσει ιερό. Από την άλλη η κοινότητά μας ήταν οικουμενική.

Εμπνευσμένοι από τον πάπα Ιωάννη Παύλο Β`, ο οποίος άρχισε να προσεύχεται μαζί με τους εκπροσώπους των διαφόρων θρησκειών, γράφτηκε και στη δική μας κοινότητα ο διάλογος με τις θρησκείες με κεφαλαία γράμματα. Ήμασταν ανοιχτοί σε άλλα θρησκεύματα, σε άλλες θρησκείες και πνευματικά ρεύματα – φυσικά με την ελπίδα να τους προσηλυτίσουμε στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Ένας τρόπος έκφρασης αυτών ήταν η μουσική. Για παράδειγμα διαλογιζόμασταν με ειδικούς ψαλμούς που έμοιαζαν με το ινδουιστικό μάντρα (ινδουιστική προσευχή), μόνο που λέγαμε π.χ. το όνομα «Jeschuah» για να έρθουμε σε εσωτερική συγκέντρωση και ηρεμία. Κατά την ώρα των προσευχών μας ενσωματώσαμε όμως και ορθόδοξα στοιχεία, έτσι ψέλναμε π.χ. το Σάββατο βράδυ αποσπάσματα του ορθόδοξου εσπερινού σε γερμανική γλώσσα με ρωσικές μελωδίες και άλλους ορθόδοξους ψαλμούς.

Ένα από τα κύρια καθήκοντά μου στην κοινότητα ήταν η λειτουργία.

Η συνάντηση με την Ορθοδοξία – ο δρόμος για το σπίτι

Το 2005 η κοινότητα γιόρτασε τα 25 χρόνια της ύπαρξής της. Με αυτή την αφορμή επιτρεπόταν σε όλα τα μέλη της κοινότητας, που δεν είχαν πάει ακόμη στα Ιεροσόλυμα, να κάνουν μία προσκυνηματική εκδρομή. Φτάσαμε στα Ιεροσόλυμα τρεις εβδομάδες πριν από το ορθόδοξο Πάσχα. Μια που ο διάλογος αποτελούσε ένα σημαντικό στοιχείο στην κοινότητά μας, συμμετείχαμε και σε λειτουργίες διαφόρων θρησκευμάτων. Πήγαμε στην αρμένικη εκκλησία, στους κόπτες, στους Φραγκισκανούς, στις ρωσορθόδοξες αδελφές στο μοναστήρι της Μαγδαληνής στο Όρος των Ελαιών και στην ελληνορθόδοξη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως, Η ποικιλία στα Ιεροσόλυμα ήταν εντυπωσιακή και παντού μπορούσε κανείς να ανακαλύψει κάτι.

Την πρώτη ελληνορθόδοξη λειτουργία τη βίωσα το Πάσχα στο Ναό της Αναστάσεως. Αυτό ήταν το καθοριστικό βίωμα, Μου είναι δύσκολο να περιγράψω τι ακριβώς βίωσα εκεί. Νόμιζα ότι ήμουν στον ουρανό ή ότι ο ουρανός είχε κατέβει κάτω στη γη. Τότε δεν γνώριζα ακόμη τι είναι το Χερουβικόν, όμως όταν το άκουσα για πρώτη φορά, ένιωσα μία τόσο βαθιά αυτοσυγκέντρωση και σκέφτηκα πως αυτή τη στιγμή οι άγγελοι ψέλνουν μαζί με τους ανθρώπους. (Αργότερα έμαθα ότι το ίδιο ένιωσαν και οι δύο πρεσβευτές του Ρώσου τσάρου, όταν βίωσαν για πρώτη φορά τη λειτουργία στην Κωνσταντινούπολη). Το βαθύτερο βίωμα ήταν μία εσωτερική γνώση, μία βεβαιότητα: ΤΩΡΑ ΕΦΤΑΣΕΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ! Αυτή σαν να ήταν η απάντηση στην εσωτερική μου ανησυχία. Αυτό ήταν που μου έλειπε ακόμη. Όπως είπα προηγουμένως, ήταν ένα εσωτερικό βίωμα. Τότε δε γνώριζα ακόμη πολλά για την ιστορία της εκκλησίας, το Filioque, το σχίσμα κλπ.

Αυτή τη χρονική στιγμή δεν μπορούσα και δεν ήθελα ακόμη να έρθω σε ρήξη με τον ιδρυτή της κοινότητάς μας. Πρώτα ήθελα να γνωρίσω την ορθόδοξη εκκλησία πιο βαθιά. Αυτό αρχικά θα μπορούσε να συμβεί μόνο στη λειτουργία. Ποια θα ήταν όμως η συνέχεια; Μετά τη γιορτή του Αγίου Πνεύματος θα έπρεπε όλοι να αναχωρήσουμε. Και μετά.

Δόξα τω Θεώ όρισε το δρόμο μου η θεία πρόνοια!

Όπως ανέφερα προηγουμένως, το δικό μου καθήκον ήταν η λειτουργία. Έτσι τη γιορτή του Αγ. Πνεύματος πήρα από τον ιδρυτή της κοινότητας την εντολή να παραμείνω, μαζί με μία άλλη αδελφή, για ένα χρόνο στα Ιεροσόλυμα και να μελετήσουμε τις διάφορες λειτουργίες. Έπρεπε να κινηθώ όπως οι μέλισσες και να μαζέψω το μέλι, δηλ. έπρεπε κάθε Κυριακή να επισκέπτομαι μία διαφορετική λειτουργία, να μαθαίνω ψαλμούς, να γράφω νότες και να βλέπω τι από αυτά θα μπορούσαμε να ενσωματώσουμε στη δική μας λειτουργία. Ήταν ένα καθήκον για την ένωση των εκκλησιών. Έτσι επισκεπτόμουν εναλλάξ τους Αρμένιους, τις ρωσορθόδοξες αδελφές στο Όρος των Ελαιών και την ελληνορθόδοξη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως. Εκτός από αυτά έπρεπε μία φορά την εβδομάδα να γιορτάζουμε τη θ. λειτουργία στο ορθόδοξο τυπικό με έναν καθολικό ιερέα, με σκοπό να προσευχηθούμε για την ενότητα.

Κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου των λειτουργιών περίμενα πάντα την επόμενη ελληνική λειτουργία. Δόξα το Θεό ήταν εκείνο το χρονικό διάστημα ένας νεαρός ορθόδοξος διάκονος φρουρός στο Γολγοθά, ο οποίος μιλούσε πολύ καλά αγγλικά και ήταν πολύ ανοιχτός. Μπορούσα του κάνω ερωτήσεις σχετικά με τη λειτουργία, να μάθω μερικούς ψαλμούς, και να ανταλλάξουμε απόψεις σχετικά με τις διαφορές της ορθόδοξης και της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Πραγματικά του χρωστάω πάρα πάρα πολλά! Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις μου με ατελείωτη υπομονή και προ πάντων, δεν με επηρέασε ποτέ, πράγμα που ήταν πολύ σημαντικό για εμένα. Διότι αργότερα, στην αντιπαράθεση με τη «δική» μου κοινότητα, μου έλεγαν συνεχώς ότι με επηρέασαν οι ορθόδοξοι. Συνέβη όμως το ακριβώς αντίθετο! Από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά πιέστηκα, προσπαθούσαν διαρκώς να με πείσουν ότι εδώ ήταν η πληρότητα της αλήθειας, ότι δεν μπορούσε κανείς να παραμελήσει την υπεροχή του πάπα κλπ. Από την Ορθόδοξη πλευρά έπαιρνα μόνο απαντήσεις στις ερωτήσεις μου και πληροφορίες. Φυσικά ομολογούσε καθένας ότι ήταν πεπεισμένος πως η ορθόδοξη εκκλησία είναι η πραγματική εκκλησία του Χριστού. Αλλά ποτέ κανείς δεν με πίεσε για το ότι έπρεπε να γίνω ορθόδοξη! *

Έτσι πέρασαν οι τρεις πρώτοι μήνες, με τις λειτουργίες, τη μελέτη και τις ανταλλαγές απόψεων. Ήταν μία όμορφη, εντατική αλλά και πολύ δύσκολη περίοδος για μένα, διότι δεν έπρεπε να φανερώσω ότι μέσα μου μεγάλωνε όλο και περισσότερο η έλξη προς την ορθοδοξία, διαφορετικά, σίγουρα θα απαιτούσαν να επιστρέψω άμεσα στη Γερμανία! Μετά από αυτούς τους τρεις μήνες παρουσιάστηκε και ένα άλλο πρόβλημα. Οι βίζες μας είχαν λήξει και έπρεπε να προσπαθήσουμε είτε να τις ανανεώσουμε είτε να επιστρέψουμε στη Γερμανία και να ξαναέρθουμε. Το τελευταίο το φοβόμουν πολύ, διότι ήμουν σίγουρη, ότι ο πνευματικός μου θα αντιλαμβάνονταν αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. Ένας γνωστός ορθόδοξος ιερέας με συμβούλεψε να απευθυνθώ σε έναν ορθόδοξο επίσκοπο. Μήπως μπορούσε εκείνος να με βοηθήσει στην υπόθεση με τη βίζα. Πήγα και τον βρήκα, του εξήγησα τα πάντα, του διηγήθηκα επίσης και για το βίωμά μου σε εκείνη τη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως το Πάσχα και ότι αναρωτιόμουν όλο και περισσότερο, μήπως έπρεπε να γίνω ορθόδοξη. Εάν όμως έπρεπε να επιστρέψω στη Γερμανία, τότε αυτό θα σήμαινε «το τέλος» για μένα.

Ο επίσκοπος μου έδωσε τη σοφή συμβουλή να ομολογήσω την αλήθεια στον πνευματικό μου και ιδρυτή της κοινότητας και να παρακαλέσω να απαλλαγώ για ένα έτος από την κοινότητα με σκοπό να διαβάζω, να μελετώ, να επισκέπτομαι τη λειτουργία, να γνωρίσω την ομορφιά και το βάθος της ορθοδοξίας, αλλά όμως και τις ανθρώπινες αδυναμίες και λάθη, να μπορέσω μετά από αυτό το έτος να πάρω μία ώριμη απόφαση. Μου άρεσε αυτή η συμβουλή και έτσι έγραψα ένα γράμμα στον πνευματικό μου για να τον παρακαλέσω για αυτή την απαλλαγή. Του έγραψα ξεκάθαρα ότι δεν ήθελα να πάρω την απόφαση από μία πρώτη εντύπωση αγάπης και ενθουσιασμού, αλλά ότι χρειαζόμουν το χρόνο για τη μελέτη και την εξέταση. Αυτό το αίτημά μου απορρίφθηκε με άκρα αποφασιστικότητα.

«…Το να τίθεται το θέμα της μεταστροφής μου μετά από μία τετράμηνη παραμονή, υποδεικνύει περισσότερο την ελλιπή σταθερότητα καθολικών πεποιθήσεων παρά την καθοδήγηση του Θεού. Από καθολικής απόψεως δε γίνεται αποδεκτή η απόδειξη ότι η ορθόδοξη εκκλησία αντιπροσωπεύει περισσότερο την αλήθεια του Θεού από την καθολική εκκλησία. Εκτός από αυτό μου τόνισαν ότι στάλθηκα με μία αποστολή στα Ιεροσόλυμα και για αυτό και μόνο το λόγο δε θα μπορούσα να απαλλαγώ, για να εξετάσω ένα δικό μου θέμα.

Παρακάτω ένα ακόμη απόσπασμα από την απαντητική μου επιστολή:

…Δεν μπορώ πια να επιστρέψω! Πρόκειται για ένα θέμα συνείδησης το οποίο πρέπει και θέλω να θέσω ενώπιον όλων. Τις μέρες που πέρασαν διάβασα το γράμμα σου πραγματικά πολλές φορές και το μελέτησα προσευχόμενη και αυτό που μου έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρο είναι «βρίσκομαι ήδη στην άλλη πλευρά». Αυτή την περίοδο δεν υπάρχει πια επιστροφή για μένα. Αυτό δε σημαίνει ότι έχω ήδη αποφασίσει να αλλαξοπιστήσω.

…Θα ήθελα να σε παρακαλέσω να με απαλλάξεις από την κοινότητα έτσι ώστε να εξετάσω το θέμα της μεταστροφής μου ως λαϊκή. Ό,τι αφορά στην ορθοδοξία μου είχες γράψει ότι «πρέπει κανείς να βιώνει μία αγάπη και όχι να την εκμαιεύει». Δεν θα ήθελα να την εκμαιεύσω, θα ήθελα να της παραδοθώ ολοκληρωτικά. Η ορθοδοξία είναι για μένα ένας ολόκληρος κόσμος, μέσα στον οποίο θα ήθελα να εισχωρήσω ολοκληρωτικά, εάν αυτό είναι αληθές. Εν τω μεταξύ δεν αρμόζει σε μένα πια να αποσπώ μεμονωμένα λιθαράκια και να τα εμφυτεύω στο καθολικό πνεύμα και στην καθολική λειτουργία.

Σε μία άλλη απαντητική επιστολή μου δόθηκε η εντολή να επιστρέψω άμεσα στη Γερμανία για να ξεκαθαρίσω την κατάσταση επί τόπου. Αυτό βασικά δεν το ήθελα, γιατί φοβόμουν τη δική μου αδυναμία, μήπως και επηρεαζόμουν πάλι και έκανα πίσω. Δυστυχώς δεν υπήρχε δυνατότητα να ανανεωθεί η βίζα και παράλληλα με αυτό έμαθα ότι ο πνευματικός μου είχε κλείσει ήδη μία πτήση, για να έρθει στα Ιεροσόλυμα και να μιλήσει μαζί μου, στην περίπτωση που δεν θα πήγαινα εγώ Γερμανία.

Έτσι επέστρεψα λοιπόν στη Γερμανία στη «δική μου» κοινότητα και έκανα περισσότερες συζητήσεις με τον πνευματικό μου. Σε μία από αυτές τις συζητήσεις μου υπέδειξε ότι έπρεπε ,ως καθολική, να εξετάσω την απορία μου για το αν η ορθόδοξη εκκλησία είναι η αληθινή εκκλησία του Χριστού και ότι «δεν θα μπορούσα να βρίσκομαι ήδη στην άλλη πλευρά, δηλαδή να είμαι ήδη ορθόδοξη» και να εξετάσω από εκείνη την πλευρά εάν η καθολική εκκλησία είναι η αληθινή. Αυτό θα ήταν παράνομο. Ως καθολική θα έπρεπε να το εξετάσω από την καθολική πλευρά. Αυτό με έπεισε κατά κάποιο τρόπο και μια που ο πνευματικός μου, μου επιβεβαίωσε ότι με τη λήξη του έτους και όταν θα έχω εκπληρώσει την αποστολή μου, θα μπορούσα να εξετάσω το θέμα της ορθοδοξίας, επέστρεψα στην υπακοή και στην πνευματική καθοδήγησή του. Ωστόσο ομολογώ ότι ήδη μία ώρα αργότερα στεκόμουν με κλάματα και επαναλάμβανα συνεχώς το εξής: «Τώρα έχασα τα πάντα»! Ο πνευματικός μου, μου επιβεβαίωνε συνεχώς ότι δεν είχα χάσει τίποτε, ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με το θέμα που με απασχολούσε, αλλά όχι τώρα. Μια που είχα επιστρέψει στην υπακοή και την πνευματική καθοδήγηση, με έστειλαν μετά από τρεις εβδομάδες ξανά πίσω στα Ιεροσόλυμα, για να συνεχίσω την αποστολή μου μέχρι την Πεντηκοστή. Τις πρώτες τρεις εβδομάδες πήγαν όλα καλά, ήμουν αποφασισμένη να εκπληρώσω την αποστολή μου και προ πάντων να εξετάσω το θέμα της ορθόδοξης εκκλησίας ως καθολική – αργότερα. Όμως η καρδιά μου δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω! Μεταφορικά ένιωθα σαν έγκυος, το παιδί ήθελε να γεννηθεί – και εγώ έπρεπε αυτό να το παραμερίσω εντελώς. Αυτό για μένα έμοιαζε από θρησκευτικής απόψεως με έκτρωση! Αν είχα τουλάχιστον την άδεια να μπορώ να διαβάζω ή να ανταλλάσσω απόψεις. Όμως όλα αυτά μου τα αρνήθηκαν, το μόνο που μου επιτρεπόταν ήταν μία φορά το μήνα να επισκέπτομαι τη λειτουργία. Μετά από μερικές εβδομάδες είχα γίνει μέσα μου εντελώς ράκος. Καθόμουν κλαμένη στο Γολγοθά και δεν ήξερα πια τι έπρεπε να κάνω. Ένας ορθόδοξος μοναχός μου είπε κάποτε: «Just follow the voice of your heart». Βασικά η καρδιά μου ήταν ήδη ορθόδοξη.

Τα Χριστούγεννα έπρεπε πάλι να επιστρέψω εξαιτίας της βίζας στη Γερμανία. Βρισκόμουν πάλι μπροστά στο ίδιο πρόβλημα. Η καρδιά μου ήταν ήδη «στην άλλη πλευρά», αλλά αυτή τη φορά δεν ήθελα να φανερώσω τα συναισθήματά μου, διότι διαφορετικά δεν θα υπήρχε επιστροφή στα Ιεροσόλυμα. Ωστόσο σε μία συζήτηση που είχα με τον πνευματικό μου, του είπα ότι ανυπομονώ, να εξετάσω επιτέλους το θέμα της μεταστροφής μου. Έμεινε έκπληκτος και ομολόγησε ότι πίστευε βασικά, πως αυτό το θέμα δεν θα ήταν πια επίκαιρο για μένα και ότι με την πάροδο του χρόνου θα ήταν περιττό. Μετά ανακοίνωσε επίσημα σε όλη την κοινότητα ότι σκόπευα ακόμη να εξετάσω αυτό το θέμα.

Επέστρεψα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα. Ήταν μία φρικτή περίοδος για μένα! Μέσα μου ένιωθα ένα ράκος και ήμουν σε δίλημμα. Από τη μια μου έλεγε η καρδιά και η συνείδησή μου ότι η πληρότητα της αλήθειας βρίσκεται στην Ορθόδοξη εκκλησία και ότι εκείνη είναι η πραγματική Εκκλησία. Δεν ήταν μόνο εκείνο το πρώτο βίωμα. Εδώ ό,τι ήταν ιερό, το διατηρούσαν ακόμη ιερό, η λειτουργία ήταν κατευθυνόμενη προς το Θεό και δεν πουλιόταν στους ανθρώπους ούτε τους την παρουσίαζαν με ελκυστικό τρόπο, ήταν πάντοτε η ίδια, έτσι όπως μας τη δίδαξαν οι πατέρες μας. Η πίστη διατηρούνταν, έτσι όπως μας την παρέδωσαν οι πατέρες και όπως κατατέθηκε στις επτά πρώτες συνόδους. Όχι συνεχώς νέες θεολογικές θεωρίες και λειτουργικά πειράματα. Εδώ βρίσκονταν η πληρότητα της αλήθειας και η μία και γνήσια εκκλησία του Χριστού. Αυτή η βεβαιότητα μεγάλωνε όλο και περισσότερο μέσα μου, μετά από τις πολλές συζητήσεις με το διάκονο και με μερικούς άλλους μοναχούς και μέσα από την επίσκεψη της Θείας Λειτουργίας. Από την άλλη ένιωθα δεσμευμένη με την υπακοή, να μην εξετάσω τώρα αυτό το θέμα (το οποίο δεν υφίστατο πλέον ως θέμα) και να μην ανταλλάξω απόψεις με κανένα από τα μέλη της ορθόδοξης εκκλησίας. Προς τα πού να στρέψω λοιπόν αυτή την εσωτερική ανάγκη;!

Ο Θεός μου έστειλε και πάλι έναν βοηθό. Ήταν ένας φίλος, ρωμαιοκαθολικός θεολόγος και διάκονος, του οποίου την αγάπη για την ορθοδοξία εγώ γνώριζα. Όταν του φανέρωσα την εσωτερική μου διαμάχη ανάμεσα στη συνείδηση και την πνευματική υπακοή, μου απάντησε: «Είναι ρωμαιοκαθολικό δόγμα το να βρίσκεται στα θέματα της πίστης και της εκκλησίας η προσωπική συνείδηση πάνω από την υπακοή».

Αυτό ήταν σαν μία λύτρωση για μένα! Η απόφασή μου είχε ληφθεί. Την επόμενη μέρα πήγα και βρήκα τον Πατριάρχη, του διηγήθηκα την ιστορία μου και του φανέρωσα την επιθυμία μου να γίνω ορθόδοξη. Πήρε το σκοπό μου στα σοβαρά και με παρέπεμψε σε έναν μοναχό, ο οποίος θα μου έκανε κατήχηση. Αυτό συνέβη μία εβδομάδα πριν από την αρχή της νηστείας, δηλ. περίπου ένα χρόνο μετά την άφιξή μου στα Ιεροσόλυμα.

Σε ένα επόμενο γράμμα μου ανακοίνωσα την απόφασή μου στον πνευματικό μου και στην κοινότητα. Φυσικά δεν την αποδέχτηκαν. Ο πνευματικός μου, μου υπενθύμισε να επιστρέψω άμεσα στην τελεία υπακοή, μια που δεν θα επρόκειτο για ένα θέμα συνείδησης, να μην επιχειρήσω περαιτέρω βήματα και από αυτή τη στιγμή να διακόψω αμέσως κάθε επαφή και κατήχηση που προέρχεται από την ορθόδοξη πλευρά, μέχρι να έρθει ο ίδιος στα Ιεροσόλυμα. Ωστόσο αυτή τη φορά είχε ληφθεί η απόφασή μου, που ήταν οριστική και δεν ήθελα να την επανεξετάσω. Έγραψα ένα τελευταίο γράμμα στον πνευματικό μου και εγκατέλειψα την κοινότητα λίγες μέρες πριν από την άφιξή του. Εκείνη τη στιγμή δεν είχα διάθεση, να έρθω σε έναν ακόμη διαξιφισμό με τον πνευματικό μου. Ούτε έβλεπα και κάποια προοπτική για αυτό. Η κοινότητα ήθελε να υπηρετεί την οικουμένη – εγώ δεν έβλεπα καμία προοπτική για την ένωση των λεγομένων «αδελφών εκκλησιών». Η ΝΑ ΠΩ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΠΕΠΕΙΣΜΕΝΗ, ΟΤΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ “ΕΚΚΛΗΣΙΑ” ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Όλα τα άλλα αποτελούν ένα τεχνητό, ανθρώπινο σχήμα. Πόσο λυτρωτικό είναι, να συμμετέχει κανείς σε μία ορθόδοξη λειτουργία και να γνωρίζει, ότι είναι αμετάβλητη και όχι όπως στην καθολική λειτουργία, να πρέπει να φοβάται, με ποιο πράγμα θα βρίσκεται πάλι αντιμέτωπος αυτή τη φορά. Μερικές φορές σκέφτομαι, ότι πολλοί ορθόδοξοι άνθρωποι δεν γνωρίζουν καν, πόσος πνευματικός πλούτος και τι θησαυρός τους έχει δοθεί, πόσο ευγνώμονες θα πρέπει να είμαστε για αυτό στο Θεό και πόσο υπεύθυνοι πρέπει να νιώθουμε στο να τον διαφυλάξουμε!

Εγκατέλειψα λοιπόν την κοινότητα. Και τώρα; Ούτε χρήματα, ούτε σπίτι. Πού να πάω; Ήταν καταπληκτικό, πόση βοήθεια έλαβα, τόσο από πνευματικής όσο και από οικονομικής απόψεως. Μια που η βίζα μου είχε λήξει για άλλη μια φορά, μου πρότειναν, να πάω για τρεις εβδομάδες σε ένα μεγάλο μοναστήρι στην Ελλάδα, για να γνωρίσω λίγο από κοντά τη μοναστική ζωή και μετά να επιστρέψω πάλι. Όταν επέστρεψα μία εβδομάδα μετά το Πάσχα δεν είχε βρεθεί δυστυχώς ακόμη ένα σπίτι για μένα στα Ιεροσόλυμα. Μου δόθηκε μία ευκαιρία στο μοναστήρι του Αγίου Γεράσιμου στην έρημο του Ιορδάνου. Εκεί όμως δεν ήθελα να πάω σε καμία περίπτωση! Ήθελα να παραμείνω στα Ιεροσόλυμα, τώρα που επιτέλους ήμουν ελεύθερη και μπορούσα να ανταλλάξω απόψεις με όποιον ήθελα! Ευτυχώς τελικά συμφώνησα – αλλά όμως μόνο για μία εβδομάδα, μέχρι να μου έβρισκαν σπίτι στα Ιεροσόλυμα. Μετά από μία εβδομάδα μου άρεσε εκεί στην έρημο τόσο πολύ, που παρακάλεσα να μείνω άλλη μία εβδομάδα. Μου το ενέκριναν. Μετά την αποχώρησή μου από την κοινότητα, υπέφερα τις νύχτες από φρικτούς εφιάλτες. Στα όνειρά μου βρισκόμουν πάντα αντιμέτωπη με την κοινότητα. Με προειδοποίησαν για το τι θα πάθαινα, εάν εγκατέλειπα την κοινότητα και “αλλαξοπιστούσα”. Αυτά τα λόγια με παρακολουθούσαν σαν σκοτεινές προφητείες συνήθως τις νύχτες, έτσι ώστε να ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα και με κλάματα. Μετά από αυτή την πνευματική σφαγή το μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου υπήρξε για μένα ο πρώτος τόπος, στον οποίο η ψυχή μου βρήκε ηρεμία και ειρήνη. Μετά από άλλη μία εβδομάδα, με βαριά καρδιά έκανα τη σκέψη, να εγκαταλείψω πάλι αυτόν τον τόπο και έτσι παρακάλεσα να μου επιτραπεί να μείνω άλλη μία εβδομάδα. Πάνω σε αυτό ο Γέροντας Χρυσόστομος, ο ηγούμενος, μου είπε, ότι μπορούσα να μείνω όσο ήθελα. Εγκάρδια επιθυμία μου και παράκλησή μου ήταν να βαπτιστώ και ο Γέροντας Χρυσόστομος δέχτηκε αυτή την επιθυμία μου με ευχαρίστηση. Την παραμονή της γιορτής του Αγίου Αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου με βάφτισε και μου έδωσε το όνομα Ματθαία, κατά τον απόστολο και ευαγγελιστή Ματθαίο. (Βασικά ήθελε να με βαφτίσει στο όνομα Μαριάμ, αλλά λίγο πριν τη βάπτιση, άκουσε μέσα του ξεκάθαρα μία φωνή να του λέει: «όχι Μαριάμ, Ματθαία». Μετά τη βάφτιση με ρώτησε ο Γέροντας, εάν είχε κάποια σημασία για μένα ο Άγιος Ματθαίος και εγώ του διηγήθηκα για το βίωμά μου εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, όταν άκουσα το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και είπα ότι θέλω να γίνω μία απάντηση στην αγάπη του Χριστού.

Τη νύχτα την πέρασα προσευχόμενη στην εκκλησία και την επόμενη μέρα, κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, έλαβα το Μοναχική Κουρά από το Γέροντα. Αυτές οι δύο μέρες ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής μου. «Επιτέλους έφτασες στο σπίτι σου».

Αυτό το μοναστήρι έγινε η πατρίδα μου. Και στο εξής, ναι μεν διατελώ το διακόνημά μου στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, αλλά επιστρέφω εδώ κάθε Σαββατοκύριακο.

Εν τω μεταξύ πέρασαν τρία χρόνια και όπως τότε έτσι και τώρα, ευχαριστώ το Θεό κάθε μέρα, που με οδήγησε στην Εκκλησία Του και μου χάρισε την ευλογία της Βαπτίσεως।


το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)