Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Μνήμη Παύλου Μελά


Ο Παύλος Μελάς αποτελεί μια από τις ρομαντικότερες φυσιογνωμίες που ανέδειξε ποτέ ο νέος Ελληνισμός, και όχι τυχαία το όνομά του έλαβε χαρακτήρα μύθου για τον Μακεδονικό Αγώνα. Γεννημένος το 1870, γόνος μεγάλης αστικής οικογένειας, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον με έντονες εθνικές ανησυχίες. Το 1886 εισήλθε στην Σχολή Ευελπίδων όπου και απεφοίτησε μετά από πενταετία ως αξιωματικός. Ως τρόφιμος ακόμη της σχολής είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην αποστολή πολεμοφοδίων για την Μακεδονία. Μέλος της Εθνικής Εταιρείας, συνέχισε και μετά την επίσημη διάλυσή της να διατηρεί επαφές με διάφορους αξιωματικούς που επιθυμούσαν να προβούν σε δυναμικές λύσεις. Ο γάμος του με τη Ναταλία Δραγούμη, αδελφή του Ίωνος Δραγούμη, τον έφερε σε επαφή με αυτόν τον κατεξοχήν ιδεολογικό εκπρόσωπο του ελληνισμού. Με τον Δραγούμη ανέπτυξε στενές σχέσεις, που έγιναν ακόμη πιο ουσιαστικές λόγω της έντονης ανάμιξης και συμβολής τους στον Μακεδονικό Αγώνα. Η πρώτη εμπειρία που είχε ο Παύλος Μελάς κατά την περιοδεία του στην Μακεδονία σχετικά με τον αγώνα τού εκεί Ελληνισμού τον συντάραξε. Ακολούθησε και δεύτερη περιοδεία, τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς (1904). Μια αντιπροσωπεία Ελλήνων από την Κοζάνη τον είχε προσκαλέσει προκειμένου, με την στρατιωτική εμπειρία που διέθετε, να οργανώσει στρατιωτικά τμήματα για την αυτοάμυνα των κατοίκων. Με πλαστή ταυτότητα ζωέμπορου, και με την συνοδεία του Λάκη (Νικολάου) Πύρζα (από την Φλώρινα), μετέβη στην Κοζάνη και στα γειτονικά χωριά. Στο μέτρο του δυνατού, οργάνωσε κάποια μικρά σώματα και γύρισε εκ νέου στην Αθήνα. Ήταν πλέον φανερό και στον ίδιο πως ο Ελληνισμός της Μακεδονίας μονάχα με την στρατιωτική συνδρομή του εθνικού κέντρου θα μπορούσε να διατηρήσει την υπόστασή του. Βέβαια, για την ελληνική κυβέρνηση μια άμεση εμπλοκή της έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί. Μια προκλητική εκ μέρους της ενέργεια θα μπορούσε να προκαλέσει άμεση επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και ένα νέο πόλεμο. Οι μνήμες άλλωστε από την πρόσφατη στρατιωτική ήττα ήταν ακόμη νωπές. Έτσι θεωρήθηκε ως πιο πρόσφορη λύση η ανάληψη πρωτοβουλιών από ιδιώτες, με την έμμεση συμπαράσταση από το ελληνικό κράτος. Ούτως ή άλλως η κυβέρνηση Θεοτόκη είχε λάβει οριστικά την απόφαση για αποστολή κατάλληλων στρατιωτικών δυνάμεων από την Ελλάδα για τις οποίες η ίδια θα είχε το γενικό πρόσταγμα. Η λύση που προκρίθηκε ήταν ντόπιοι εθελοντές να κατέλθουν στην Ελλάδα όπου θα εκπαιδεύονταν, οργανώνονταν και εξοπλίζονταν, για να επιστρέψουν στην Μακεδονία υπό την διοίκηση Ελλήνων αξιωματικών. Επιπλέον θα αποστέλλονταν και ολόκληρα σώματα Κρητών εθελοντών, που διέθεταν πολεμική παράδοση και εμπειρία, και για τα οποία η ελληνική κυβέρνηση δεν θα έφερε θεωρητικά την ευθύνη. Τα τελευταία, που έδρασαν κατά την διάρκεια του αγώνα κυρίως στη Δυτική Μακεδονία, προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες, παράλληλα όμως δημιούργησαν και κάποια προβλήματα, καθώς το αντιτουρκικό τους μένος, επακόλουθο της κρίσης του όλου Κρητικού ζητήματος, λειτουργούσε συχνά αποπροσανατολιστικά απέναντι στον πιο επικίνδυνο εχθρό που ήταν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες. Στην πορεία του Μακεδονικού Αγώνα μεγάλες επιτυχίες είχαν και τα αποσταλέντα σώματα Μανιατών μακεδονομάχων, στα οποία συμμετείχαν εθελοντικά, αξιωματικοί, στρατιώτες αλλά και απλά παιδιά της Μάνης.

Η ανάληψη της αρχηγίας του αγώνα
Κάτω από την πίεση των γεγονότων, το Μακεδονικό Κομιτάτο (έκφανση της Εθνικής Εταιρείας), που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1903 από τον Μανιάτη δημοσιογράφο και διευθυντή της εφημερίδας "Εμπρός" Δημήτριο Καλαποθάκη, και το οποίο αποτελούσε τον κύριο μοχλό πίεσης στην Ελλάδα για το Μακεδονικό ζήτημα, όρισε τον Παύλο Μελά, γενικό αρχηγό των ελληνικών σωμάτων που δρούσαν στην περιοχή Μοναστηρίου-Καστοριάς. Επρόκειτο για την πλέον κατάλληλη στιγμή, καθώς μόλις πρόσφατα ο Κώτας, ο πυρήνας της ελληνικής αντίστασης, είχε συλληφθεί στην περιοχή. Τον Αύγουστο του 1904, ο Παύλος Μελάς με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας και συνοδευόμενος και πάλι από τον Λάκη (Νικόλαο) Πύρζα και άλλους τριανταπέντε άνδρες ξεκίνησε το ταξίδι του για την Μακεδονία, το οποίο έμελλε να είναι και το τελευταίο. Σε γράμμα του προς την γυναίκα του Ναταλία έγραφε τα εξής: "Αναλαμβάνω αυτόν τον αγώνα με όλη μου την ψυχή και με την ιδέα ότι είμαι υποχρεωμένος να τον αναλάβω. Είχα και έχω την ακράδαντον πεποίθησιν ότι δυνάμεθα να εργασθώμεν εν Μακεδονία και να σώσωμεν πολλά πράγματα. Έχων δε την πεποίθησιν ταύτην, έχω και υπέρτατον καθήκον να θυσιάσω το παν όπως πείσω και Κυβέρνησιν και κοινή γνώμην περί τούτου". Στις 28 Αυγούστου 1904 ο Παύλος Μελάς πέρασε τα σύνορα και άρχισε να κατευθύνεται προς την περιοχή ευθύνης του. Κύριο μέλημά του ήταν να ενισχυθούν τα ελληνικά χωριά με ντόπιες δυνάμεις για την αυτοάμυνά τους, ενώ τα σώματα που είχαν αρχίσει πλέον να καταφθάνουν από την Ελλάδα και ήταν καλύτερα οργανωμένα και εξοπλισμένα, να κάνουν συχνές επισκέψεις για την αναζωογόνηση του ηθικού του πληθυσμού. Η προεργασία βέβαια των εξαρχικών και των κομιτατζήδων είχε αποφέρει καρπούς και ήταν φανερό πως η χρήση βίας ήταν αναπόφευκτη. Έτσι στο χωριό Πρεκοπάνα (Περικοπή Φλώρινας) ο Μελάς αναγκάστηκε να εκτελέσει τον εξαρχικό ιερέα καθώς και τον δάσκαλο που ήταν υπεύθυνοι για την δολοφονία του πατριαρχικού ιερέα παπα-Χρήστου καθώς και του ανιψιού του. Επίσης στη Μπελκαμένη (Δροσοπηγή Φλώρινας) όπου ο πληθυσμός της ήταν βλαχόφωνος, ανάγκασε τον ρουμανίζοντα δάσκαλο να εγκαταλείψει το χωριό, ενώ παράλληλα οργάνωσε και μια ομάδα άμυνας από ντόπιους κατοίκους για να αποφύγουν τα αντίποινα. Εν τούτοις, δεν προχώρησε ποτέ σε άσκοπη χρήση βίας, ενώ έβλεπε πάντα με δυσφορία την συνεργασία με λησταντάρτες που λειτουργούσαν με ιδιοτελή και όχι εθνικά κίνητρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο χωριό Νερέτι (Πολυπόταμο) αρνήθηκε να επιτρέψει να βάλουν φωτιά εκεί που διέμεναν οι ένοχοι της δολοφονίας οκτώ ιερέων και δασκάλων των γειτονικών χωριών, από φόβο μήπως έτσι χάσουν την ζωή τους και αθώα γυναικόπαιδα.

Ο θάνατος του παλικαριού
Στην περιοχή δράσης του Παύλου Μελά, που αποτελούσε το επίκεντρο του Μακεδονικού Αγώνα, η βουλγαρική παρουσία ενόπλων ήταν πολύ ισχυρή. Εκεί είχαν τα λημέρια τους οι αρχικομιτατζήδες Κόλε, Τάνε, Μήτρο-Βλάχος και Πάντος και τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό. Ο Παύλος Μελάς κινήθηκε προκειμένου να τους βρει και να τους εξοντώσει. Ο στόχος του δεν ήταν εύκολος, καθώς οι κομιτατζήδες απέφευγαν την σύγκρουση, γνωρίζοντας πως το σημαντικότερο ήταν η διατήρηση των σωμάτων τους, προκειμένου να εκφοβίζουν τα χωριά με την απειλή των αντιποίνων. Επρόκειτο για ένα ιδιότυπο είδος ανταρτοπόλεμου όπου οι αντιμαχόμενοι, εκτός των άλλων, έπρεπε να αποφεύγουν συστηματικά και τις οθωμανικές δυνάμεις, που εν τω μεταξύ πύκνωναν τις περιπολίες τους. Οι μάχες ήταν σπάνιες και κρατούσαν ελάχιστα. Η δύναμη των σωμάτων μετριόνταν περισσότερο στην ανθεκτικότητά τους στο χρόνο και στην ικανότητά τους να οργώνουν χιλιόμετρα στην ύπαιθρο, παρά στο μεγάλο τους αριθμό και τον ηρωϊσμό τους. Την ημέρα χάνονταν στα βουνά και στα δάση, ενώ το σούρουπο κατέρχονταν στα χωριά για ολιγόωρη ανάπαυση και έφευγαν πάλι πριν ξημερώσει. Η δράση τους συνίστατο κυρίως σε μικρές ενέδρες στα διάφορα περάσματα, απ' όπου θα περνούσαν τα ούτως ή άλλως ολιγάριθμα αντάρτικα σώματα. Σε αυτού του είδους τον αγώνα, ο Παύλος Μελάς έχασε την ζωή του πρόωρα. Φθάνοντας στη Στάτιστα Καστοριάς στις 12 Οκτωβρίου 1904, που ήταν το σημείο συνάντησης με τους οπλαρχηγούς Παύλο Κύρου (σλαβόφωνο) και Ευθύμιο Καούδη (Κρητικό), αναγκάστηκε λόγω της έντονης βροχής να διαμείνει στο χωριό, παρά την αντίθετη συμβουλή του Πύρζα. Ο κομιτατζής Μήτρο-Βλάχος πληροφορήθηκε την όλη εξέλιξη και με ύπουλο τρόπο ειδοποίησε με μια γυναίκα τις τουρκικές αρχές πως τάχα ο ίδιος είχε καταλύσει στη Στάτιστα. Ο αρχηγός του τουρκικού αποσπάσματος που βρίσκονταν στην περιοχή έσπευσε την επομένη για να συλλάβει τον επικηρυγμένο Βούλγαρο. Δεν άργησε να ξεσπάσει σύγκρουση μέσα στο χωριό, όπου ο Μελάς και οι άνδρες του ήταν ταμπουρωμένοι μέσα στα σπίτια. Μόλις άρχιζε να βραδιάζει και βγαίνοντας από το κρησφύγετό του, δέχθηκε ένα πυροβολισμό στη μέση. Μετά από λίγες ώρες ξεψύχησε. Ήταν Τετάρτη βράδυ, 13 Οκτωβρίου του 1904. Λίγο πριν το τέλος έβγαλε τον σταυρό του και τον έδωσε στον Πύρζα λέγοντάς του: "Το σταυρό να δώσεις στη γυναίκα μου και το ντουφέκι μου στο Μίκη (το γιο του) και να του πεις ότι το καθήκον μου το έκαμα". Παίρνοντας τα προσωπικά του έγγραφα και υπό την πίεση των γεγονότων ο Πύρζας άφησε το πτώμα στους κατοίκους του χωριού όπου και το έθαψαν. Την επόμενη μέρα στάλθηκε από τον Κύρου ο Ντίνας Στεργίου (μέλος της ομάδας του Καούδη και κάτοικος της Στάτιστας, που σήμερα ονομάζεται προς τιμήν του πεσόντος ηρωϊκού αξιωματικού Μελάς) να ξεθάψει το πτώμα του και να το θάψει στο Ζέλοβο (Ανταρτικό Φλώρινας). Καθώς όμως την ώρα που το ξέθαβε εμφανίστηκε εκ νέου τουρκικό απόσπασμα, αναγκάσθηκε να κόψει το κεφάλι του Παύλου, το οποίο ετάφη με όλες τις τιμές στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής της Μονής της Αγίας Τριάδας στο Πισοδέρι της Φλώρινας στις 18 Οκτωβρίου του 1904, από τον παπα-Σταύρο Τσάμη (τον οποίον αργότερα, το 1906, τον δολοφόνησαν οι κομιτατζήδες). Μετά από μέρες οι Τούρκοι ανακάλυψαν το ακέφαλο πτώμα και το μετέφεραν στην Καστοριά. Μετά από προσωπική παρέμβαση του Γερμανού Καραβαγγέλη οι οθωμανικές αρχές δέχθηκαν τελικά να το παραδώσουν για να ταφεί κοντά στη μητρόπολη.
Σε αντίθεση με τα πραγματικά γεγονότα, η βουλγαρική προπαγάνδα διαδίδει ότι ουδεμία μάχη συνήφθη με τους Τούρκους, που απεχώρησαν από την Στάτιστα χωρίς να αντιληφθούν την παρουσία της ομάδας του Παύλου Μελά, ο οποίος κατά την έξοδό του από το σπίτι, αμέσως μετά την αποχώρηση των Τούρκων, πυροβολήθηκε πισώπλατα από τον Πύρζα για να του πάρει την ζώνη του την γεμάτη λίρες, που έφερε πάντοτε μαζί του, για τις ανάγκες του αγώνα. Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε τον Ελληνισμό, τόσο στη Μακεδονία όσο και στο ελληνικό βασίλειο. Στην Αθήνα διακόπηκαν οι εργασίες ενώ τα πλήθη αυθόρμητα άρχισαν να συρρέουν στους δρόμους και στις πλατείες για να θρηνήσουν τον θάνατο του Παλικαριού. Στη Μακεδονία η συγκίνηση του ελληνικού στοιχείου ήταν μεγάλη. Αποτιμώντας κάποιος τα γεγονότα θα μπορούσε να αντιτείνει με ψυχρή λογική πως η δράση του Παύλου Μελά ήταν χρονικά περιορισμένη και στρατιωτικά δεν υπήρξε καθοριστική. Όμως τα έθνη επιλέγουν να πορεύονται στην ιστορία με οδοδείκτες τους μάρτυρες τους, και στην περίπτωση αυτή ο ελληνικός λαός είδε στο πρόσωπο του ρομαντικού αξιωματικού που έπεσε στη Μακεδονία τον δικό του εθνικό μύθο. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το έργο του Ίωνος Δραγούμη Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα, που αναφέρεται στον Παύλο Μελά: "Στη Μακεδονία δεν πέθανε, παρά ζει και βασιλεύει. Ένα κοριτσάκι στη Βέροια, που το ρώτησαν ποιός είναι ο βασιλιάς των Ελλήνων, αποκρίθηκε χωρίς δισταγμό: Ο Παύλος Μελάς". Ο Μελάς ανήκει πλέον στο πάνθεον των ηρώων, πρωτεργάτης του αγώνα για την διάσωση της ελληνικής Μακεδονίας. Μέχρι τον θάνατό του, το Μακεδονικό ζήτημα απασχολούσε ένα συγκεκριμένο τμήμα του πληθυσμού μέσα στα όρια του βασιλείου, κυρίως ενταγμένο στον κρατικό μηχανισμό. Από την επόμενη όμως μέρα, η σωτηρία του Ελληνισμού της Μακεδονίας έγινε πρώτιστος εθνικός στόχος, από την κυβέρνηση έως και τον τελευταίο πολίτη. Η προσωπική θυσία του Παύλου Μελά είχε βρει την δικαίωσή της.

από το βιβλίο του Χρίστου Γούδη
"Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ 1904-1908"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)