Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Φώτης Κόντογλου - Παραμονὴ Χριστούγεννα

Διαβάζει η Άννα Συνοδινού



ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΕΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ




του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Το εορταστικό δωδεκαήμερο που αρχίζει με την εορτή των Χριστουγέννων και κλείνει με τα Θεοφάνεια ή Φώτα μας δείχνει το μεγαλείο της Χριστιανικής πίστης και μάλιστα της Ορθόδοξης. Οι εορτές αυτές γιορτάζονται πραγματικά, μόνο όταν συνδέονται με την ζωή της Εκκλησίας, γιατί έξω από αυτήν δεν μπορεί κανείς να προσεγγίση το πραγματικό νόημά τους. Μένει στην επιφάνεια, στα ευμετάβολα συναισθήματα και αγνοεί το σωτήριο βάθος, από το οποίο αντλεί την ύπαρξη και την ζωή της η Εκκλησία του Χριστού.

Η ενανθρώπηση του Θεού - η μητρόπολη των εορτών - είναι το “ξένον μυστήριον” που μας δίνει την δυνατότητα να γίνουμε μέλη του σώματος του Χριστού. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού υπάρχει, επειδή ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος.

Η περιτομή που δέχθηκε ο Χριστός υπακούοντας στο νόμο, εκφράζει τον ασκητικό - νόμιμο - αγώνα που είναι απαραίτητος, ώστε να απαλλαγούμε από το “κάλυμμα των παθών” μας. Ο Χριστός υπέμεινε την σαρκική περιτομή, για να μπορούμε εμείς να φθάσουμε στην περιτομή της καρδιάς, δηλαδή στην καθαρότητά της.

Η βάπτιση, τέλος, του Χριστού έφερε στα ύδατα τον αγιασμό και τα μεταποίησε σε “ψυχών καθάρσιον”. Έτσι, με το βάπτισμα της Εκκλησίας, κατά το οποίο αγιάζονται τα νερά της κολυμβήθρας και αποκτούν την “ευλογίαν του Ιορδάνου”, το “απειρόκακο” νήπιο ή ο ορθόδοξα κατηχημένος ενήλικας, δηλαδή αυτός που καθοδηγείται και αγωνίζεται να φθάση στην “περιτομή της καρδιάς” ανακαινίζεται και φωτίζεται. Αυτό γίνεται, γιατί σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, με την “εις Χριστόν” βάπτιση “ενδυόμαστε τον Χριστό”, συνθαπτόμαστε και συνανασταινόμαστε. Γινόμαστε μέλη του σώματός Του, μέλη της Εκκλησίας Του.

Η συναισθηματική προσέγγιση των εορτών αυτών είναι γνώρισμα μιας ρηχής πνευματικότητας, αλλά και απόρροια των ανθρωποκεντρικών αντιλήψεων που κυριαρχούν στις μέρες μας. Συνέπεια αυτής της συναισθηματικής και ανθρωποκεντρικής προσέγγισης της Εκκλησίας και των εορτών της είναι η αδυναμία ορισμένων να κατανοήσουν κάποιες λειτουργικές και ποιμαντικές πρακτικές της. Το συναίσθημα καλύπτει και τρέφει τα πάθη, ενώ η Εκκλησία τα θεραπεύει, γι’ αυτό προκαλεί τον θυμό και την εμπαθή κριτική ορισμένων “ελευθέρων πνευμάτων”. Η Εκκλησία, όμως, δεν φοβάται την κριτική του “κόσμου”, που κυριαρχείται από την σαρκική λογική και αγνοεί την λογική της πίστεως. Θέτει πάντα και προβάλλη τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για να φθάση κανείς στην αληθινή ελευθερία και την αυθεντική αγάπη.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω το μεγάλο πρόβλημα που δημιουργεί η εκκοσμικευμένη νοοτροπία κάποιων ανθρώπων που έχουν βαπτισθή ορθόδοξοι Χριστιανοί και θέλουν να βαπτίσουν και τα παιδιά τους ορθοδόξους Χριαστιανούς, με αναδόχους της επιλογής τους, αγνοώντας τις εκκλησιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να εκπληρώνη ο ανάδοχος. Πρέπει να σημειώσω ότι ο ανάδοχος, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, δεν είναι ένας απλός οικογενειακός φίλος, είναι ένα εκκλησιαστικό πρόσωπο ικανό και έμπειρο στην διδασκαλία της πίστεως, που εκπροσωπεί τον Ιερέα στην εκκλησιαστική κατήχηση και αγωγή του νεοφωτίστου. Κανονικά, σύμφωνα με την έγκυρη γνώμη του μακαριστού αρχιμανδρίτου π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, ο ανάδοχος πρέπει να είναι πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του Ιερέως που τελεί το μυστήριο.

Όταν η Εκκλησία, στηριγμένη στους Ιερούς Κανόνες της, αποκλείει κάποιους από το ρόλο του αναδόχου, σηκώνει συνήθως εναντίον της την κριτική μιας μερίδας του κόσμου για σκοταδισμό και μεσαιωνική νοοτροπία. Αυτό που κάνει όμως είναι να λέη τα πράγματα με το όνομά τους. Λέει την αλήθεια και δεν την συσκοτίζει. Αγαπά και δεν θέλει να παραπλανήση. Προσπαθεί να διασώζη τον τρόπο με τον οποίο μπορούν οι κατηχούμενοι και οι “φωτισθέντες” να ζήσουν προσωπικά τα γεγονότα της ζωής του Χριστού. Τα γεγονότα που δωρίζουν στην ύπαρξη των αγωνιζομένων μελών της Εκκλησίας αληθινή ελευθερία και αυθεντική αγάπη.

το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Αγνότητα - Διαφθορά



Του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και Πάσης Αλβανίας π. Αναστασίου

Στη σκληρότητα που δεσπόζει στον κόσμο, ο Λυτρωτής έρχεται ως «παιδίον»· προβάλλοντας από την πρώτη στιγμή την αγνότητα, η οποία συμπυκνώνει μια δυναμική μυστική και αναρίθμητες δυνατότητες. Με αυτή την ήρεμη και άφοβη αθωότητα, ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού αντικρύζει, τη γεμάτη πονηρία και ραδιουργία διεφθαρμένη ανθρώπινη πραγματικότητα. «Ακακίας γαρ σύμβολον το αρτιγενές εστί παιδίον· νέα γαρ ώσπερ κτίσις το βρέφος», επισημαίνει ο Αγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Το παιδί έχει μια ομορφιά με πρωτόγονη ισχύ, όμως τόσο εύθραυστη.

Την αγνότητα της καρδιάς –εκεί όπου γεννιούνται οι επιθυμίες και οι διαθέσεις– ζήτησε από τούς δικούς Του ο Λυτρωτής του κόσμου. Οχι τόσο την εξωτερική επιφάνεια κάποιας ευσεβείας, αλλά κυρίως την καθαρότητα του βάθους της υπάρξεως. Σε ώριμη, αργότερα, ηλικία, ο Χριστός, καθώς αντιμετώπιζε την πολεμική των δήθεν θεοφοβούμενων Φαρισαίων και των σκεπτικιστών Σαδδουκαίων, προειδοποίησε: «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών». Ευλόγησε και αγκάλιασε τα παιδιά και δήλωσε: «Των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία του Θεού» (Μάρκ. 10:14). Σε όσους είναι σαν κι αυτά στην απλότητα, στην αγαθοσύνη, «τοιούτων τουτέστιν των εχόντων εκ φύσεως την ακακίαν και μετριοφροσύνην προαιρετικώς κτησαμένην, ην τα παιδία έχουσιν από φύσεως», εξηγεί ο αρχιεπίσκοπος Θεοφύλακτος. Και ο Χριστός επιμένει: «Αμήν, λέγω υμίν, ος εάν μη δέξηται την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν» (Μάρκ. 10:15, Λουκ. 18:17).

Σε άλλη ευκαιρία, ζωγραφίζοντας το ήθος, τη στάση ζωής αυτών τους οποίους αναγνωρίζει δικούς Του, βεβαιώνει: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5:8). Οσοι έχουν καρδιά καθαρή θα δουν πρόσωπο προς πρόσωπο τον Θεό και θα έχουν αληθινή σχέση κοινωνίας μαζί Του. Αυτοί είναι όντως μακάριοι.

«Παιδίον εγεννήθη ημίν». Η αθωότητα και αγνότητα του «παιδιού», του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού, του «νέου Αδάμ», του νέου ανθρώπου, σύντομα θα αντιμετώπιζε τη σκληρότητα και την πονηριά του παλαιού, του πεπτωκότος Αδάμ, που προβάλλονται με όλη τους την ένταση στο πρόσωπο του Ηρώδη. «Πορευθέντες ακριβώς εξετάσατε περί του παιδίου», ζήτησε ο πανούργος δυνάστης από τους σοφούς της Ανατολής, τους Μάγους, «επάν δε εύρητε, απαγγείλατε μοι, όπως καγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ» (Ματθ. 2:8). Ο διεφθαρμένος και αδίστακτος ηγεμόνας σχεδιάζει να τελειώσει το συντομότερο με την απειλή που διαισθάνεται ότι κρύβει ο νεογέννητος Ιησούς, η σαρκωμένη αγνότητα. Η ιστορία των Χριστουγέννων ολοκάθαρα αποκαλύπτει αυτή τη σύγκρουση: Η διαφθορά ενάντια στην αγνότητα. Και η αγνότητα ενάντια στη διαφθορά – μεγάλης ή μικρής εξουσίας. Εκ πρώτης όψεως, το αποτέλεσμα της συγκρούσεως φαίνεται προκαθορισμένο. Η συντριβή της αγνότητος, η επικράτηση της διαφθοράς φαίνονται αναπόφευκτες. Μακροπρόθεσμα, όμως, επιβάλλεται στην παγκόσμια συνείδηση η κρυστάλλινη καθαρότητα του Ιησού και βυθίζεται στην περιφρόνηση η διεφθαρμένη μορφή του Ηρώδη. Διότι αυτό το «παιδίον» που γεννιέται είναι κατ’ ουσίαν ο Υιός του Θεού που έχει την πραγματική εξουσία: »… και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (Ησ. 1:6). Η καθαρότητα, η αγιότητα ψυχής του Ιησού δεν έχει καμιά σχέση με την απλοϊκότητα ή την αδυναμία. Αντίθετα, αναδεικνύεται θαρρετή και αλύγιστη. Ο Ιησούς Χριστός στηλιτεύει την υποκρισία, τις αδικίες, τη διαφθορά. Και η κριτική του αντηχεί καθοριστικά στη διάρκεια της ιστορίας του κόσμου, ανατρέποντας ισχυρά και διεφθαρμένα κατεστημένα.

Η Γέννηση του Σωτήρος Χριστού ανοίγει τα μάτια μας για να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην αθωότητα και καθαρότητα των παιδικών ματιών, σε όποια γωνιά του πλανήτη και αν πρωτοείδαν το φως. Να τα δούμε με σεβασμό και στοργή. Και να εκφράσουμε, προς όσα παιδιά μπορούμε, ανυπόκριτο, έμπρακτο ενδιαφέρον.

Αλλά ακόμη, να αναζητήσουμε μέσα μας, στα βάθη της ψυχής μας, το «παιδίον», την αγνότητα· που, κυνηγημένη από την εγωιστική πλευρά του εαυτού μας –η οποία θυμίζει διεφθαρμένο Ηρώδη–, έχει ξενητευθεί σε κάποια γωνιά του υποσυνειδήτου μας. Παρά τις αλλοιώσεις που επιφέρει η ζωή, κάθε άνθρωπος κρύβει σε κάποια πτυχή της ψυχής του κάτι από την πρωτογενή παιδική αθωότητα. Να δώσουμε στην καθαρότητα και αγνότητα – σκέψεων, διαθέσεων, κινήτρων– την πρέπουσα θέση στη ζωή μας.

Ασφαλώς, είναι καλές οι ανακοινώσεις και χρήσιμες οι αποφάσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Αναγκαία η αναζήτηση νέων μεθόδων και συστημάτων για την πάταξή της. Αλλά, όπως έχει περίτρανα αποδειχθεί από όσα καθημερινά έρχονται στο φως, οι τρόποι και οι μέθοδοι διαφυγής των κυρώσεων είναι περισσότεροι. Η διαφθορά πηγάζει από τον νου και την καρδιά. Και εκεί πρέπει μακροπρόθεσμα, μαζί με τα άμεσα τεχνικά μέτρα, να κατευθυνθεί η θεραπευτική αγωγή της κοινωνίας μας. Αρχίζοντας από την ορθή αγωγή των παιδιών, των μικρών και των μεγάλων, κάνοντάς τους να αγαπήσουν την ομορφιά της αγνότητος και της τιμιότητος, Να μάθουν να αποστρέφονται την απάτη· και να μην καμαρώνουν γι’ αυτήν. Να συνειδητοποιήσουν ότι η ειλικρίνεια, η ευθύτητα και η δικαιοσύνη, όλες αυτές οι μορφές της αγνότητος στον ώριμο βίο, δεν είναι αδυναμία αλλά ιδιότητες ευγενικού και αδαμάντινου χαρακτήρα – που τελικά παραμένει ό,τι πιο πολύτιμο για την οικογένεια, την κοινωνία και τον πολιτισμό.

«Παιδίον εγεννήθη ημίν». Σ’ αυτή τη μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων, ας δεηθούμε, ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού να μάς χαρίσει κάτι από την ήρεμη αθωότητα και την άφοβη αγνότητά Του. Να μας δωρίσει καθαρότητα διαθέσεων, αισθημάτων, κινήτρων, ενεργειών. Και να μας φωτίσει, με τη δύναμη της αλήθειας και της αγάπης Του, να αντιστεκόμαστε σταθερά σε κάθε μορφή διαφθοράς – εξωτερικής ή εσωτερικής.

Ευλογημένα Χριστούγεννα. Γεμάτος φως και ελπίδα ο Νέος Χρόνος.

το βρήκαμε εδώ

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Το πρόβλημά μας και το πρόβλημα των άλλων είμαστε εμείς!


Ένας μοναχός «από το κόμμα του Θωμά», ο πατήρ Νίκων από τη Νέα Σκήτη Αγίου Όρους σε μια ασυνήθιστη συζήτηση με τον π. Χρύσανθο Στελλάτο στον τηλεοπτικό σταθμό Λύχνος της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών.


το βρήκαμε εδώ

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Η γιορτή της Θεοσκέπαστης στην ενορία μας

Το ιστορικό μας Εκκλησάκι γιόρτασε χθες την "Σύναξη της Θεοτόκου" με την παρουσία πλήθος κόσμου, στους πρόποδες του ιστορικού Σκάρου.
















Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Εαυτόν εκένωσε …

«Βίος νεόρταστος, μακρ δς πανδόκευτος» λεγαν ο ρχαοι, φράση πού, περνώντας π τν πατερικ παράδοση, παναλαμβάνεται ς σήμερα, κυρίως κατ τς μέρες τν Χριστουγέννων, πο ποτελον τ ναπαυτικότερο «πανδοχεο» το τους. Κορυφαία ορτ το χριστιανικο κόσμου, λαμπρυνόμενη π τν ασιόδοξο συμβολισμ τς Γεννήσεως, τ Χριστούγεννα, μ τν τμόσφαιρά τους κα τ συναισθήματα πο ατ ποβάλλει, προκάλεσαν κλασικς σελίδες τς λογοτεχνίας, νάμεσα στς ποες κα λληνικές. Σ ρισμένες π τς τελευταες κα στ θρησκευτικ νόημα τς ορτς ναφέρεται τ σημεριν φιέρωμα τν «Νέων ποχν».


Μιὰ τρέχουσα, λαϊκή, «θρησκειολογία» θέλει τὰ Χριστούγεννα νὰ εἶναι ἑορτὴ προσφιλὴς περισσότερο στὸν δυτικὸ Χριστιανισμό, ἐνῶ τὸ Πάσχα στὸν ἀνατολικό. Ἂν στὴ θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ἀποτυπώνονται τέτοιες μετρήσιμες διαφορές, γιὰ τὴ χριστιανικὴ παράδοση πάντως, ἀνατολικὴ καὶ δυτική, ὑπάρχει μόνο ἡ ἑνότητα τῆς θείας οἰκονομίας. Μέσα σε αὐτὴν τὴν ἑνότητα, ἡ κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου του καὶ ἡ ἑορτὴ μὲ τὴν ὁποία τὴν τιμοῦμε εἶναι ἀληθινὰ «μητρόπολις πασῶν τῶν ἑορτῶν» (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος). H Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ ὁρίζει τὴν κατεξοχὴν ἀγεφύρωτη διαφορὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἀπὸ τὴν ἰουδαϊκὴ καὶ ἐν γένει τὴν ἰδιαιτερότητα, τὸ μυστήριο καὶ τὸ σκάνδαλο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ ἕνας καὶ μόνος Θεός, ὁ Δημιουργός του κόσμου, π τς γς φθη κα ν τος νθρώποις συνανεστράφη (Βαροὺχ 3, 38), γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴ σκόνη καὶ στὴ λάσπη τῆς Παλαιστίνης, ἄνθρωπος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Θὰ ἀναζητήσουμε τὸ νόημα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς σχολιάζοντας ἕνα περίφημο χωρίο τῆς Πρς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς (2, 6 -10) τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

[ ησος Χριστός] ν μορφ Θεο πάρχων οχ ρπαγμν γήσατο τ εναι σα Θε, λλ᾿ αυτν κένωσε μορφν δούλου λαβών, ν μοιώματι νθρώπων γενόμενος, κα σχήματι ερεθες ς νθρωπος ταπείνωσεν αυτν γενόμενος πήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δ σταυρο. Δι᾿ κα Θες ατν περύψωσε κα χαρίσατο ατ νομα τ πρ πν νομα. [Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἂν καὶ ἦταν Θεός, δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά του μὲ τὸν Θεὸ ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλὰ τὰ ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε μορφὴ δούλου καὶ ἔγινε ἄνθρωπος· καὶ ὄντας πραγματικὸς ἄνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικὰ ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνέβασε πολὺ ψηλὰ καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα ποὺ εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὀνόματα. (μτφρ. λληνικς Βιβλικς ταιρείας)

Ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε ἐν μορφῇ Θεοῦ, εἶχε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς θεότητος, δὲν θεώρησε ὡστόσο ἁρπαγμὸ τὸ νὰ εἶναι ὁμότιμος μὲ τὸν Πατέρα, δὲν θεώρησε δηλαδὴ τὴ θεϊκὴ ἰδιότητα ἕνα λάφυρο ἢ προνόμιο ποὺ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ ἀπολαμβάνει. Γι᾿ αὐτὸ ἐκένωσε, ἄδειασε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα, ἀπεκδύθηκε τὴ θεότητα, ἀποξενώθηκε τὸν θεϊκὸ χαρακτήρα του, καὶ ἔλαβε μορφὴ δούλου. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου γεννιέται ὡς ἄνθρωπος στὴ Βηθλεὲμ καὶ μάλιστα ὡς πάντων ἔσχατος: ἀνέστιος, ἄστεγος, ἄοικος, σπαργανώνεται καὶ ἀνακλίνεται στὴ φάτνη, διότι οκ ν ατ τόπος ν τ καταλύματι (Λκ, 2, 7).

Ὁ Χριστὸς καὶ Λόγος ἐκένωσεν ἐαυτόν, δὲν κενώθηκε ἀλλὰ ὁ ἴδιος κένωσε τὸν ἑαυτό του, ἀποστέρησε θέλων τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα. Ὁ Χριστὸς ποὺ ἔγινε ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων, ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας, ὅπως λέει ἀκόμη τολμηρότερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πρς Ρωμαίους (8, 3), δὲν εἶναι πλέον ἀναγνωρίσιμος ὡς Θεός. H θεότητα εἶναι κρυμμένη, λανθάνει μέσα στὴν ἀνθρώπινη μορφή. «Λαθν τέχθης π τ σπήλαιον» ψάλλει ἕνα τροπάριο τῶν Χριστουγέννων καὶ «Χριστς Θεός, δυνάμεις λαθών, σας περκοσμίους, σας ν γ, κα νανθρωπήσας» ψάλλει ἕνα ἄλλο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ κατεξοχὴν Deus absconditus.

Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ φτάνει μέχρι θανάτου. Ταπείνωσε τόσο τὸν ἑαυτό του ποὺ γίνεται ὑπήκοος τοῦ θανάτου, καὶ μάλιστα τοῦ θανάτου τῶν κακούργων: πεθαίνει διὰ σταυροῦ. Πάνω στὸν σταυρὸ ὁλοκληρώνεται ἡ ἐν σπηλαίῳ γέννηση, στὸν «Γολγοθᾶ φανερώνεται καὶ ἀκτινοβολεῖ ἡ σημασία τῆς Ἐνσάρκωσης, τῆς Βηθλεέμ» (ὅπως γράφει καὶ ὁ μέγας Κὰρλ Μπὰρτ στὸ Ὑπόμνημά του στὴν Πρς Φιλιππησίους). Τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ σταυρικὸς θάνατός του εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἴδια ἀκριβῶς κενωτικὴ κίνηση ὁδηγεῖ καὶ στὰ δύο. H γέννησή του καὶ ὁ θάνατός του, ὡς ἔκφραση τῆς θείας κενώσεως, ὁρίζουν καὶ τὰ δυὸ μίαν ἀπώλεια γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἀνενδεὴς πάσχει ὡς θνητὸς καὶ τὸ πρῶτο πάθος εἶναι ἡ ἴδια ἡ γέννησή του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ Λόγος ἐκένωσε καὶ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του, ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε (τὸν ἀνάστησε) καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα, τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα: Κύριος. «ν τ νόματι ησο πν γόνυ κάμψη πουρανίων κα πιγείων κα καταχθονίων, κα πσα γλώσσα ξομολογήσεται τι Κύριος ησος Χριστς ες δόξαν Θεο πατρός», συνεχίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἴδια ἐπιστολή, εὐθὺς μετὰ τὸ σημεῖο ὅπου τελειώνει τὸ ἀρχικὸ παράθεμά μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων ἐν τῇ κενώσει του, εἶναι ὁ Βασιλεὺς τοῦ κόσμου μὲ θρόνο τὸν Σταυρό. Τὴν κυριότητα τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴ μορφὴ τοῦ δούλου μπορεῖ νὰ τὴν ἀναγνωρίσει μόνο ὁ Πατέρας, καὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο θέλει ὁ Πατὴρ νὰ τὴν ἀποκαλύψει, σὲ ὅποιον δηλαδὴ ἔχει λάβει τὸ δώρημα τῆς πίστεως.

Ἡ κένωσις, ἡ ἑκούσια πτωχεία τοῦ Πλουσίου καὶ ἡ ἠθελημένη ἀδυναμία τοῦ Δυνατοῦ, ἀνήκει μόνο στὸν Θεό, εἶναι τὸ ἀκατανόητο μυστήριο τῆς θείας ἀγάπης. «Ο γρ στιν νθρώπων οδες ς τοτον οκειώσεται τν λόγον. Οδες τν πώποτε γενομένων γίων, μονογενς ν Θεός, γενόμενος νθρωπος. Τοτο γρ στιν ν μορφ Θεο πάρχοντα, μορφν δούλου λαβεν» γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, σχολιάζοντας τοὺς παραπάνω στίχους τῆς Πρς Φιλιππησίους (PG 45, 683 BC).

Ὡστόσο ἡ κενωτικὴ κίνηση ὁρίζει, γιὰ ὅλους μας, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης. H ἀγάπη εἶναι κενωτικὴ καὶ ὁ παντοτινὸς τύπος καὶ ὑπογραμμός της εἶναι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀγάπη δὲν σημαίνει νὰ κρατήσεις σὰν λάφυρο (ρπαγμόν) αὐτὸ ποὺ ἔχεις οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ ἀποκτήσεις ἄλλα λάφυρα, ἀλλὰ νὰ δώσεις, δηλαδὴ νὰ χάσεις, νὰ χάσεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου. H ἀγάπη εἶναι θυσία. Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ ὄχι θεωρητικά, στὸ πλαίσιο μιᾶς χριστολογικῆς συζήτησης, ἀλλὰ μέσα σὲ ἡθικὰ συμφραζόμενα, καλώντας ἀκριβῶς τοὺς χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων νὰ ἀποκτήσουν τὸ κενωτικὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ:

μηδν κατ ρίθειαν κενοδοξίαν, λλ τ ταπεινοφροσύν
λλήλους γούμενοι περέχοντας αυτν. (2, 3).

Μὴν κάνετε τίποτε ἀπὸ ἀνταγωνισμὸ ἢ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀλλά μὲ
ταπεινοφροσύνη ἂς θεωρεῖ ὁ καθένας ἀνώτερό του τὸν ἄλλο.

H λέξη κένωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου κυκλοφορεῖ ἀμετάφραστη στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀκόμη περισσότερο ἀμετάφραστο μένει τὸ νόημά της στὴ ζωή μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἑορτάζουν τίποτε, ἁπλῶς ψωνίζουν.

Σταύρος Ζουμπουλάκης

Ἄρθρο στὸ Βῆμα τῆς Κυριακῆς,
Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2005 – Ἀρ. Φύλλου 14649

κ. Σταρος Ζουμπουλάκης εναι διευθυντς το περιοδικο «Νέα στία»

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΗΜΕΡΑ


Η συνέντευξη που δημοσιεύουμε παραχωρήθηκε από τον Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου π. Ιερόθεο στην εφημερίδα “Η Ορθοδοξία στην Ελλάδα και τον Κόσμο

1η Ερώτηση: Ποια η σημασία του ιερού Δωδεκαημέρου για τους Ορθοδόξους;

Απάντηση: Κατ’ αρχάς σάς συγχαίρω γιατί ασχολείσθε με τέτοια θέματα, ξεφεύγοντας λίγο από την λεγομένη επικαιρότητα, που σε πολλά σημεία είναι παραπλανητική. Απαντώντας στο ερώτημά σας, θα ήθελα να πω ότι το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων δίνει στους Ορθοδόξους την δυνατότητα να προσεγγίσουν υπαρξιακά και προσωπικά τις τρεις μεγάλες Δεσποτικές εορτές, την Γέννηση, την Περιτομή και την Βάπτιση του Χριστού, που συνιστούν το μυστήριο της αναπλάσεως του ανθρωπίνου γένους. Και μάλιστα, αυτή η προσέγγιση γίνεται μέσα στον λατρευτικό και μυστηριακό χώρο της Εκκλησίας.

2η Ερώτηση: Η ενσάρκωση του Θεανθρώπου αποτελεί μια πρόκληση στον κόσμο;

Απάντηση: Ο Χριστός παρουσιάστηκε στην ιστορία ως η μεγαλύτερη πρόκληση. Δεν αναφέρομαι μόνο στην επαναστατική διδασκαλία Του, αλλά στο γεγονός ότι ήνωσε το κτιστό με το άκτιστο, το θείο με το ανθρώπινο. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι ο Χριστός είναι “το μόνον καινόν υπό τον ήλιον”. Δηλαδή, μετά την δημιουργία του κόσμου όλα τα πράγματα είναι επαναλαμβανόμενα, ενώ η γέννηση του Χριστού είναι το μοναδικό νέο μέσα στην ιστορία. Και σήμερα ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι πρόκληση, ακριβώς γιατί ο άνθρωπος αρέσκεται στην ανθρωποκεντρικότητα και θα έλεγα στην εκ-σάρκωση του Χριστού. Δηλαδή, όταν οι σύγχρονοι άνθρωποι υποβιβάζουν τον Θεό στο ανθρώπινο, και τον άνθρωπο στο υπάνθρωπο και κτηνώδες, το Θεανθρώπινο είναι πρόκληση για την απόκτηση υψηλού νοήματος ζωής, για την βίωση της λεγομένης διαστατικής οντολογίας. Άλλωστε, εκείνο που χρειάζεται ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι απλώς “η ψυχολογία του βάθους”, αλλά η “ψυχολογία (και θεολογία) του ύψους”, όπως θα έλεγε ο Victor Frankl, δηλαδή χρειάζεται υψηλό νόημα ζωής.

3η Ερώτηση: Η σημερινή εικόνα που παρουσιάζει η Εκκλησία της Ελλάδος, ειδικά τα δύο τελευταία χρόνια, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το ορθόδοξο Ποίμνιο, και αν ναί, πώς είναι δυνατόν να διορθώσουν την εικόνα αυτή;

Απάντηση: Αν προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σύμφωνα με τον χωροχρόνο του Αινστάιν, κατά τον οποίο η γνώση ενός αντικειμένου εξαρτάται από την θέση και την κίνηση του παρατηρητή, τότε μπορούμε να πούμε ότι η εικόνα που έχει κανείς για την Εκκλησία της Ελλάδος εξαρτάται από την προοπτική από την οποία την βλέπει και ανάλογα με την δική του υπαρξιακή κίνηση. Άλλη εικόνα έχει για την Εκκλησία της Ελλάδος εκείνος που την βλέπει μέσα από τα ποικίλα Μ.Μ.Ε. και άλλη εικόνα έχει κανείς μέσα από την προσωπική προσέγγιση στον εσωτερικό της χώρο, όπου γίνονται τεράστιες αλλαγές και μεταμορφώσεις. Και είναι γεγονός ότι αν το ποίμνιο σταθή στις εξωτερικές πληροφορίες, θα επηρεασθή αρνητικά, ενώ αν προσεγγίση στο μυστηριακό χώρο της Εκκλησίας δεν θα προβληματισθή σοβαρά, γιατί θα μάθη ότι, παρά τις προσωπικές αστοχίες και αποτυχίες, η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και όχι ένα ανθρώπινο σωματείο, είναι ένα πνευματικό θεραπευτήριο που θεραπεύει τον άνθρωπο, επομένως είναι ο μοναδικός χώρος ζωής.

Είναι γεγονός ότι τελευταία, και λόγω της μεγάλης πληροφόρησης, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας διάφορα λεγόμενα εκκλησιαστικά σκάνδαλα. Όμως αυτά τις περισσότερες φορές αυτονομούνται από την όλη ζωή της Εκκλησίας, μεγεθύνονται υπερβολικά, καθώς επίσης εξυπηρετούν διάφορα σχέδια αποπροσανατολισμού του λαού. Τελικά, πιστεύω ότι η προσπάθεια μειώσεως του κύρους και του έργου της Εκκλησίας, λόγω των παθών μερικών μελών της, ομοιάζει με την προσπάθεια καταλύσεως του δημοκρατικού πολιτεύματος μιας χώρας, λόγω του ότι ενδεχομένως μερικοί εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του λαού κλέβουν και εκμεταλλεύονται τον λαό. Μια τέτοια απολυτοποίηση, πιστεύω ότι είναι το εύκρατο κλίμα επωάσεως δικτατορικών αντιλήψεων.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι αμνηστεύονται οι αρρωστημένες καταστάσεις μέσα στην Εκκλησία, οι οποίες πρέπει να θεραπεύωνται, με όλη την ζωή που έχει η Εκκλησία.

4η Ερώτηση: Διαπιστώνουμε σήμερα ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού λαού είναι ακατήχητο. Πιστεύετε ότι ο λαός χρειάζεται μια κατήχηση, ώστε να επαναπροσδιορίσει την σχέση του με τον πραγματικό σκοπό των εορτών και να μην αναλύεται μόνο φολκλορικά απέναντι σε αυτές;

Απάντηση: Είναι γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του λαού μας είναι ακατήχητο, σχετικά με το βαθύτερο νόημα των γεγονότων που εορτάζουμε στις μεγάλες ημέρες. Πέρα από την κατήχηση εκείνο που χρειάζεται σήμερα είναι να δη ο κόσμος φίλους του Θεανθρώπου Χριστού, αφού δεν μπορεί να δη τον Ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό. Είναι γεγονός ότι η ζωή του ανθρώπου επηρεάζεται αρνητικά ή θετικά από τα πρότυπα που παρουσιάζονται μπροστά του. Φίλοι του Θεανθρώπου είναι οι άγιοι, που και σήμερα υπάρχουν, και τους οποίους μπορεί να συναντήση κανείς στα πρόσωπα αγωνιστών Κληρικών και μοναχών, ταπεινών γονιών και δασκάλων, πονεμένων ανθρώπων, που όμως υπομένουν και πιστεύουν. Και τελικά, αν σήμερα στην πατρίδα μας η εκκοσμίκευση δεν θεσμοθετήθηκε, οφείλεται στην πλούσια παράδοση που υπάρχει, στα υπόγεια ρεύματα ζωής, που κυκλοφορούν, οφείλεται στην ύπαρξη ανθρώπων μέσα στην κοινωνία μας, σαν του Παπαδιαμάντη, του Μακρυγιάννη κ.ά. που κρατούν αναμμένη την σπίθα της πίστεως και της ζωής.

5η Ερώτηση: Συμβαδίζει ο καταναλωτισμός των ημερών με το Σωτηριολογικό γεγονός της ενσαρκώσεως;

Απάντηση: Στην Ορθοδοξία δεν είμαστε ιδεαλιστές ή ματεριαλιστές, ούτε βέβαια ειδωλολάτρες ή μανιχαϊστές. Επομένως, δεν απορρίπτουμε τα υλικά αγαθά, αλλά και δεν τα θεοποιούμε. Όλα τίθενται στην υπηρεσία του ανθρώπου και ο άνθρωπος όλα τα εξαγιάζει και τα μεταμορφώνει. Ο καταναλωτισμός, πράγματι, δηλώνει ένα σοβαρό υπαρξιακό πρόβλημα, μια ανασφάλεια και μια υπαρξιακή κενότητα. Αντίθετα, το γεγονός της ενσαρκώσεως του Χριστού συνδέεται με την κένωση και την καινότητα, την απλότητα και την πνευματική αρχοντιά, την αγάπη και την πνευματική τρυφερότητα, την πτωχεία και την ψυχική πληρότητα.

6η Ερώτηση: Πώς μπορούμε σαν Ορθόδοξοι να κατανοήσουμε το νόημα της Γέννησης του Θεανθρώπου;

Απάντηση: Είναι γνωστό ότι κατά την καρτεσιανή αντίληψη η ύπαρξη και η γνώση ταυτίζονται με τον ορθό λόγο: “σκέφτομαι, άρα υπάρχω”. Στην ορθόδοξη αντίληψη η γνώση ταυτίζεται με την όλη ύπαρξη του ανθρώπου, η οποία ύπαρξη δεν εξαντλείται στην λογική και τον ορθό λόγο: “ζώ εν Χριστώ, άρα υπάρχω”. Έτσι, ο μόνος τρόπος να κατανοήσουμε το γεγονός της γεννήσεως του Χριστού είναι να μπορέσουμε να εισέλθουμε, όπως οι κολυμβητές, γυμνοί από τις εικόνες που μας δίνουν οι άλλοι, μέσα στην θάλασσα της αγάπης του Θεού, όπως βιώνεται μέσα στην Εκκλησία. Η αποβολή των παραπλανητικών και αποσπασματικών εικόνων είναι μια ασφαλής μέθοδος ευρέσεως της πνευματικής γνώσεως και πληρότητος.

7η Ερώτηση: Ποιό είναι το μήνυμα της Γεννήσεως για την εποχή της Μεταπρατικής κοινωνίας;

Απάντηση: Όταν κάνουμε λόγο για μεταπρατική κοινωνία, εννοούμε κυρίως μια κοινωνία χρησιμοθηρική και εμπορική, μια κοινωνία εκπτώσεως των αξιών και των παραδοσιακών δομών της κοινωνίας. Πράγματι, οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους σήμερα καθορίζονται από τον ορθολογισμό, τον ατομικισμό και την χρησιμοθηρία, που είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δυτικού διαφωτισμού, ο οποίος διαπότισε την παιδεία και την κοινωνική ζωή πολλών ανθρώπων στην εποχή μας. Σε μια τέτοια ακοινώνητη κοινωνία, το μήνυμα της γεννήσεως του Χριστού είναι ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να είναι πρόσωπο, να έχη σωστές σχέσεις με τον Θεό και τους ανθρώπους. Πρέπει να γίνη αυτό το άνοιγμα προς τον άλλο, που δεν είναι ο άλλος, ο ξένος, ούτε η κόλασή μας, αλλά ο αδελφός μας, η εικόνα του Θεού. Αν περάσουν και αυτές οι γιορτές και δεν μπορέσουμε να αποβάλλουμε την ιδέα ότι οι άλλοι αποτελούν κίνδυνο για μάς, τότε θα χάσουμε μια ακόμη ευκαιρία να ξεφύγουμε από την κόλαση της μεταπρατικής κοινωνίας.

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Ξύπνα παιδί μου πριν σε ξυπνήσει ο Χάρος...


Στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος. Διάλεξε.
Ξύπνα παιδί μου πριν σε ξυπνήσει ο Χάρος.


Τελείωνε πια το προσκύνημά μας. Τις παραμονές του μισεμού πήρα τον ανήφορο μοναχός, ν' ανέβω στ' άγρια ησυχαστήρια, ανάμεσα στους βράχους αψηλά απάνω από τη θάλασσα, στα Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σε σπηλιές, ζουν εκεί και προσεύχουνται για τις αμαρτίες του κόσμου, καθένας μακριά από τον άλλο, για να μην έχουν και την παρηγοριά να βλέπουν ανθρώπους, οι πιο άγριοι, οι πιο άγιοι ασκητές του Αγίου Όρους. Ένα καλαθάκι έχουν κρεμασμένο στη θάλασσα, κι οι βάρκες που τυχαίνει κάποτε να περνούν ζυγώνουν και ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ελιές, ότι έχουν, για να μην αφήσουν τους ασκητές να πεθάνουν της πείνας. Πολλοί από τους άγριους αυτούς ασκητές τρελαίνουνται. Θαρρούν πώς έκαμαν φτερά, πετούν απάνω από τον γκρεμό και γκρεμίζουνται. Κάτω ο γιαλός είναι γεμάτος κόκκαλα.
Ανάμεσα στους ερημίτες τούτους ζούσε τα χρόνια εκείνα, ξακουστός για την αγιοσύνη του, ο Μακάριος ο Σπηλαιώτης. Αυτόν κίνησα να δω. Από τη στιγμή που πάτησα στο ιερό βουνό, είχα πάρει την απόφαση να πάω να τον δω, να σκύψω να του φιλήσω το χέρι και να του ξομολογηθώ. Όχι τα κρίματά μου, δεν πίστευα να χα κάμει ως τότε πολλά, όχι τα κρίματά μου παρά την εωσφορική αλαζονεία που συχνά μ' έσπρωχνε να μιλώ με αναίδεια για τα εφτά μυστήρια και τις δέκα εντολές και να θέλω να χαράξω δικό μου δεκάλογο.
Έφτασα κατά το μεσημέρι στ' ασκηταριά. Τρύπες μαύρες στον γκρεμό, σιδερένιοι σταυροί καρφωμένοι στους βράχους, ένας σκελετός πρόβαλε από μια σπηλιά, τρόμαξα. Σα να χε φτάσει κιόλας η Δευτέρα Παρουσία και ξεπρόβαλε ο σκελετός αυτός από τη γης και δεν είχε ακόμα προφτάσει να ντυθεί όλες τις σάρκες του. Φόβος κι αηδία με κυρίεψε, και συνάμα κρυφός ανομολόγητος θαμασμός. Δεν τόλμησα να τον ζυγώσω, τον ρώτησα από μακριά. Άπλωσε το ξεραμένο μπράτσο, αμίλητος, και μου δείξε μια μαύρη σπηλιά αψηλά στα χείλια του γκρεμού.

Πήρα ν' ανεβαίνω πάλι τους βράχους, με καταξέσκισαν τα αγκρίφια τους, έφτασα στη σπηλιά. Έσκυψα να δω μέσα. Μυρωδιά χωματίλα και λιβάνι, σκοτάδι βαθύ. Σιγά-σιγά διέκρινα ένα σταμνάκι δεξά, σε μια σκισμάδα του βράχου, τίποτα άλλο. Έκαμα να φωνάξω, μα η σιωπή μέσα στο σκοτάδι ετούτο μου φάνηκε τόσο ιερή, τόσο ανησυχαστική, που δεν τόλμησα. Σαν αμαρτία, σαν ιεροσυλία μου φάνηκε εδω η φωνή του ανθρώπου.

Είχαν πια συνηθίσει τα μάτια μου στο σκοτάδι, κι ως τα γούρλωνα και κοίταζα, ένας φωσφορισμός απαλός, ένα πρόσωπο χλωμό, δυό χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στο βάθος της σπηλιάς κι ακούστηκε γλυκιά ξεπνεμένη φωνή:
- Καλώς τον!
Έκαμα κουράγιο, μπήκα στη σπηλιά, προχώρησα κατά τη φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, είχε σηκώσει το κεφάλι ο ασκητής, και διέκρινα στο μεσόφωτο το πρόσωπό του άτριχο, φαγωμένο από τις αγρύπνιες και την πείνα, με αδειανούς βολβούς, να γυαλίζει βυθισμένο σε ανείπωτη μακαριότητα. Τα μαλλιά του είχαν πέσει, έλαμπε το κεφάλι του σαν κρανίο.
- Ευλόγησον, πάτερ, είπα κι έσκυψα να του φιλήσω το κοκαλιασμένο χέρι.
Κάμποση ώρα σωπαίναμε. Κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη που είχε εξαφανίσει το κορμί της, αυτό βάραινε τις φτερούγες της και δεν την άφηνε ν' ανέβει στον ουρανό. Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό η ψυχή που πιστεύει. Κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα του τα χε φάει.
Δεν ήξερα τι να πω, από που ν' αρχίσω. Σαν ένα στρατόπεδο ύστερα από φοβερή σφαγή μου φάνταζε το σαράβαλο κορμί μπροστά μου. Ξέκρινα απάνω του τις νυχιές και τις δαγκωματιές του Πειρασμού.
Αποκότησα τέλος:
- Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τον ρώτησα.
- Όχι πια, παιδί μου. Τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου. Δεν έχει δύναμη. Παλεύω με το Θεό.
- Με το Θεό! έκαμα ξαφνιασμένος κι ελπίζεις να νικήσεις;
- Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου. Μου απόμειναν ακόμα τα κόκαλα. Αυτά αντιστέκουνται.
- Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου. Θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
- Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.
- Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου.
- Ένας μονάχα δρόμος.
- Πώς τον λέν;
- Ανήφορο. Ν' ανεβαίνεις ένα σκαλί. Από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από τη χαρά στον πόνο. Στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος διάλεξε.
- Είμαι ακόμα νέος. Καλή ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω.
Aπλωσε ο ασκητής τα πέντε, κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε:
- Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει o Χάρος.
Ανατρίχιασα.
- Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.
- Ο Χάρος αγαπάει τους νέους. Η Κόλαση αγαπάει τους νέους. Η ζωή ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου, ξύπνα!
Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:
- Είσαι έτοιμος; μου κάνει.
Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.
- Όχι! φώναξα.
- Αυθάδεια της νιότης! Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις. Δε φοβάσαι;
- Ποιος δε φοβάται; Φοβούμαι. Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε ! πόρτα της Παράδεισος. Μα θ' ανοίξει η πόρτα αυτή να μπεις; Θ' ανοίξει; είσαι σίγουρος;
Δύο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του. Αναστέναξε. Και σε λίγο:
- Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπου.
- Κι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει και την αυθάδεια της νιότης.
- Αλίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη του Θεού. Η κακία τότε κι η αρετή θα μπαίναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.
- Δεν είναι, θαρρείς, γέροντά μου, ! καλοσύνη του Θεού τόσο μεγάλη;
Κι ως το πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος, μπορεί, μα, ποιος ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός, πώς θα ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης, θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο Ασωτος Υιός, ο Σατανάς, θ' ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του: «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας θ' ανοίξει την αγκάλη του: «Καλώς ήρθες» θα του πει «καλώς ήρθες, γιε μου. Συχώρεσε με που σε τυράννησα τόσο πολύ!».
Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου. Πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω.
- Έχω ακουστά, γέροντά μου, πώς ένας άγιος, δε θυμάμαι τώρα ποιός, δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο. Ακουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε: «Τί έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε. «Δεν είσαι ευτυχής;
Πώς να μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος. Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα σιντριβάνι και κλαίει.
Τί συντριβάνι;
Τα δάκρυα των κολασμένων».
Ο ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν.
- Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη. Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!
Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές, έφτυσε στον αέρα:
- Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε, κι ! φωνή του τώρα είχε στερεώσει.
Αγγιξα το γόνατό του που γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο. Το χέρι μου πάγωσε.
- Γέροντά μου, του κάνω, δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω, δεν είμαι ο Πειρασμός. Είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς μου ο χωριάτης θέλω, μα δεν μπορώ.
- Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε. Το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει. Ο αρχάγγελος Εωσφόρος, που εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση; Όταν στράφηκε στx Θεό κι είπε: Εγώ. Ναι ναι, άκου, νεαρέ, και βάλ'; το καλά στo νου σου:
- Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ. Το εγώ, ανάθεμά το!
Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:
- Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.
- Με το εγώ αυτό ξεχώρισε από το Θεό. Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του. Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος δεν υπήρχε δικό σου και δικό μου, δεν υπήρχαν δυό, υπήρχε ένα. Το Ένα, ο Ένας. Αυτός είναι ο Παράδεισος που ακούς, κανένας άλλος. Από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει ! ψυχή να γυρίσει. Βλογημένος ο θάνατος! τί ναι ο θάνατος, θαρρείς; Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε.
Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν. Γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν από τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο. Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο.
- Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου;
- Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε είμαι ευτυχής, παιδί μου. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γρικώ τα πέταλα του μουλαριού, γρικώ το Χάρο να ζυγώνει.
Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής. Μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς. Η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει, αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο, έλαμπε o Εωσφόρος στο μυαλό μου, δεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού. Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω, σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι o Εωσφόρος.
Σηκώθηκα. Ασκωσε ο γέροντας το κεφάλι.
- Φεύγεις; έκαμε άε στο καλό. Ο Θεός μαζί σου.
Και σε λίγο, περιπαιχτικά:
- Χαιρετίσματα στον κόσμο.
- Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα. Και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς, φταίει αυτός που έκαμε τον
κόσμο τόσο ωραίο.

N.Kαζαντζάκη Η συνάντηση του με τον γέροντα Μακάριο τον σπηλαιώτη ασκητή τών Καρουλίων τού Αγίου Όρους

το βρήκαμε εδώ

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Ο Εκμουσουλμανισμός της Ελλάδος (Μια ανοιχτή πληγή)


Του Αρχιμανδρίτη Π.Παύλου
Μετανάστευση είναι η ακούσια ή εκούσια μετακίνηση ατόμου ή κοινωνικών ομάδων σε άλλο τόπο της χώρας (εσωτερική μετανάστευση) ή σε άλλη χώρα (εξωτερική μετανάστευση), με σκοπό την προσωρινή ή μόνιμη εγκατάστασή τους εκεί.
Οι λόγοι της μετανάστευσης είναι οικονομικοί (ανεργία, υποαπασχόληση, οικονομική κρίση). Επίσης ο υπερπληθυσμός, οι κοινωνικές συγκρούσεις, οι πόλεμοι, οι φυσικές καταστροφές. Αρκετά, όμως, άτομα μεταναστεύουν στο εσωτερικό ή το εξωτερικό για αναζήτηση καλύτερης τύχης. Η μετανάστευση, ως φαινόμενο, λύνει προβλήματα (αξιοποιεί καλύτερα το ανθρώπινο παραγωγικό δυναμικό, μειώνει την κοινωνική ένταση, ενισχύει την εθνική οικονομία κ.λ.π._ αλλά και δημιουργεί νέα: αστυφιλία, προβλήματα προσαρμογής, ερήμωση της υπαίθρου κ.ο.κ.

Πολλοί έλληνες μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που δημιούργησε πολλά οικονομικά προβλήματα στην πατρίδα μας, έφυγαν για το εξωτερικό. Ο αείμνηστος πατέρας μου το 1968 πήγε στη Γερμανία για να δουλέψει και να θρέψει τα 8 μέλη τη οικογένειάς του. Στην ξενιτειά οι έλληνες δούλεψαν με φιλότιμο, με κόπο, ιδρώτα και με αίμα ακόμη, προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες της οικογένειάς του, σεβόμενοι τους νόμους, τα ήθη και τους θεσμούς του κάθε κράτους.

Τα τελευταία χρόνια η πατρίδα μας δέχεται μέχρι σήμερα αναρίθμητα πλήθη μεταναστών ή καλύτερα λαθρομεταναστών. Από τότε που η Ελλάδα έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (1993) δημιουργήθηκε η εντύπωση, ότι η πατρίδα μας, έγινε ένας επίγειος παράδεισος. Δυστυχώς σ’ αυτό φταίνε και οι πολιτικοί μας, οι οποίοι με εντυπωσιακούς και ψηφοθηρικούς λόγους έδωσαν την εντύπωση ότι η Ελλάδα μπορεί να λύσει τα προβλήματά τους.

Είναι αλήθεια, ότι ερχόμενοι στην Ελλάδα αντιμετώπισαν προβλήματα επιβίωσης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα χωρίς ασφάλεια, με φτηνό μεροκάματο, με άγχος και ανασφάλειες.

Ωστόσο, όμως, δεν πρέπει να αγνοήσουμε τα προβλήματα που έχουν δημιουργήσει στη χώρα μας οι μετανάστες. Αυτά είναι:

• Η ενίσχυση του προβλήματος της ανεργίας για τους ντόπιους, αφού οι συγκεκριμένοι πληθυσμοί αποτελούν φτηνή εργατική δύναμη
• Η έξαρση των φαινομένων κοινωνικής παθογένειας π.χ. βία και εγκληματικότητα, κλίμα καχυποψίας, χαλάρωση της κοινωνικής συνοχής
• Η ετερογένεια του πληθυσμού, αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας και συνεργασίας
• Η υπονόμευση της ορθής και εύρυθμης λειτουργίας των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών
• Κυρίως όμως και κατεξοχήν, ελλοχεύει ο κίνδυνος της εθνολογικής αλλοίωσης της πατρίδος μας αλλά και η έκρηξη του θρησκευτικού φανατισμού.


Αλήθεια πώς μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι, όταν οι κατά καιρούς δηλώσεις των διαφόρων μουσουλμάνων ηγετών είναι τόσο δεικτικές και προκλητικές;

Ο πρώην πρόεδρος της Τουρκίας Τ. Οζάλ, που διαλαλούσε την οθωμανική δόξα, είχε πει:
«Θα εξισλαμίσουμε την Ευρώπη…». Και κάποτε άλλοτε: «Δεν λησμονούμε ότι η προέλαση των Τούρκων σταμάτησε μπροστά στη Βιέννη».

Ο ηγέτης της Λιβύης Μαουμάρ Καντάφι δήλωσε: «Υπάρχουν σημάδια ότι ο Αλλάχ θα χαρίσει τη νίκη στο Ισλάμ μέσα στην Ευρώπη».

Και ο Ιρανός Arsbam Momeni διακηρύττει: «Ο Ισλαμισμός δεν αστειεύεται ούτε διαπραγματεύεται, αλλά και δεν διανοείται να υποχωρήσει. Όταν χύνεται το αίμα των απίστων από τους μουσουλμάνους, οι τελευταίοι πηγαίνουν κατευθείαν στον παράδεισο… χρειάζεται να χύνεται συνεχώς αίμα απίστων» (Ισλάμ, Ιστορία, Επεκτατισμός και Βία, σελ. 135).

Πώς μπορούμε να ησυχάζουμε όταν ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Νταβούντογλου, που επιθυμεί την παλαιά επιρροή της οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη, στην Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή έχει γράψει στο νέο του βιβλίο: «Είναι αδιανόητο να βρίσκεται στην κυριαρχία της Ελλάδος το Αιγαίο και να μην το έχει η Τουρκία, για μας αυτό είναι τελειωμένο!».

Σύμφωνα με αυτό το πνεύμα η τουρκική «μαφία» δουλεμπορίας που δρα στην περιοχή του Αιγαίου, είναι αυτή που επωφελείται και αποκομίζει τεράστια κέρδη από την όλη υπόθεση, καθώς απαιτεί 3.000 και 7.000 ευρώ κατ’ άτομο για τη διαφυγή του. Το πρόβλημα συνεπώς λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις όταν στη χώρα μας φιλοξενούνται πάνω από 1.500.000 μουσουλμάνοι και ο αριθμός βαίνει ανεξέλεγκτα.

Ποια, όμως, είναι η στάση των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στο πρόβλημα αυτό;
Είναι ανθελληνική και προδοτική.




Δυστυχώς η πολιτεία θέλει να δώσει ψήφο τουλάχιστον σε 643.000 αλλοδαπούς. Και εάν δοθεί η ελληνική υπηκοότητα σε κάθε παιδί αλλοδαπών που γεννιέται στην Ελλάδα , ας σκεφτούμε τι πρόκειται να συμβεί.

Παραχωρούνται δηλαδή τα εθνικά δικαιώματα σε όποιον γεννηθεί στην Ελλάδα, είτε είναι από το Πακιστάν, είτε από την Τουρκία, είτε από την Ινδία κ.ο.κ.


Χωρίς να το καταλαβαίνουμε πέφτουμε θύματα του γεωπολιτικού όπλου της Νέας Τάξης, που επιζητεί με την λαθρομετανάστευση, τη διάσπαση της εθνικής συνοχής και την αποδυνάμωση της Ελλάδος. Η Τουρκία με τις ευλογίες των Η.Π.Α. χρησιμοποιούν την λαθρομετανάστευση για την αλλοτρίωση της Ελλάδος και την ισοπέδωση των ιερών θεσμών.

Γι’ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη:


1. ΟΙ πολιτικοί μας να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να μην επιτρέψουν την αλλοίωση της δημογραφικής σύστασης του πληθυσμού. Ας μιμηθούν τον Πρωθυπουργό της Αυστραλίας Kevin Rudd ο οποίος έσπασε το φράγμα της υποκρισίας και μίλησε με θάρρος και παρρησία, για τους μετανάστες της Αυστραλίας: «Αυτοί (οι μετανάστες) οφείλουν να προσαρμοσθούν με τα ήθη και τα έθιμα και τον τρόπο ζωής μας και όχι οι Αυστραλοί με τη δική τους κουλτούρα. Ο λαός της Αυστραλίας πιστεύει στο Θεό. Έχουμε αρχές, έχουμε πολιτισμό, έχουμε μια πλούσια πνευματική ζωή. Αν δεν τους αρέσει μπορούν να πάνε όπου αλλού θέλουν, εμείς θα μείνουμε εδώ».

2 Η Ιεραρχία της Εκκλησίας με τους κληρικούς της, να διεγείρει το ελληνορθόδοξο φρόνημα, για να είναι σε θέση ο ελληνικός λαός να αντιδράσει σε όλα εκείνα που τεκταίνονται από τις δυνάμεις του Σκότους, της Νέα εποχής. Να υψώσουμε φωνή διαμαρτυρίας στις ανθελληνικές διαθέσεις και κινήσεις της Υπουργού Παιδείας και της κας Δραγώνα.

3. Η πατρίδα μας βρίσκεται σε οικτρή οικονομική κατάσταση. Γιατί η κυβέρνηση θέλει με τα χρήματα του Ελληνικού λαού να κτίσει το περιβόητο τζαμί στον Βοτανικό; Γιατί δεν ζητάει αντισταθμιστικά μέτρα; Γιατί δεν έλαβε σαφή θέση υπέρ της καταξιωμένης δασκάλας Χαράς Νικολοπούλου στο Μεγάλο Δέρρειο της Θράκης; Μήπως κινδυνεύουμε να χάσουμε τη Θράκη με την ανθελληνική πολιτική που ασκείται από τους πολιτικούς μας; Γιατί δεν ζητάμε και εμείς να είναι ελεύθεροι οι χριστιανοί να ανοίξουν εκκλησίες, καθεδρικούς ναούς, ιερατικές σχολές σε χώρες και περιοχές όπως η Βοσνία, το Κόσσοβο, η Τουρκία, η Αλγερία, η Τυνησία, το Μαρόκο, η Σαουδική Αραβία, το Ιράν, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, η Ινδονησία;

4. Ας μην μας ενδιαφέρει μόνο τι θα φάμε και τι θα πιούμε. Έχουμε γίνει πολύ φίλαυτοι, φιλήδονοι και φιλάργυροι. Ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής μας ισοπέδωσε. Καιρός να επιστρέψουμε στις ρίζες μας, στα ιδεώδη της φυλής μας, τη Γλώσσα μας, την Ιστορία μας, την Ελληνορθόδοξη Παράδοσή μας, τις διαχρονικές αξίες που δημιούργησαν τον Ελληνοχριστιανικό πολιτισμό μας.

Θα τρίζουν τα κόκκαλα των Αγίων Μαρτύρων και των Ηρώων που έβαψαν το χώμα της πατρίδος μας με την μαρτυρική τους κατάθεση και το ομολογιακό τους πνεύμα, εάν δεν αγωνισθούμε.


Σημείωση:Το κείμενο είναι γραμμένο πριν κάποιους μήνες


Το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Σχέσεις ζωῆς... , Οἰκογένεια Τριανταφύλλου.


Αιμορροφιλία θέληση για ζωή.Γιάννης Τριανταφύλλου.
H αιμορροφιλία είναι μία σπάνια κληρονομική αιμορραγική ασθένεια, η οποία εκδηλώνεται κυρίως στους άνδρες. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η αιμορραγική διάθεση, η οποία οφείλεται στην έλλειψη ή στην κακή λειτουργία ενός παράγοντα πήξης του αίματος.
Η συχνότητα εμφάνισης της εκτιμάται ότι είναι 30 με 40 περιπτώσεις ανά εκατομμύριο κατοίκους.
Η βαριά μορφή αιμορροφιλίας εμφανίζεται από τα πρώτα χρόνια της ζωής. Μόλις το παιδί αρχίσει να περπατάει μόνο του χωρίς τη βοήθεια κάποιου μπορεί να εμφανιστεί αιμορραγία στις αρθρώσεις (ιδιαίτερα στα σημεία εκείνα των αρθρώσεων που επιδέχονται το μεγαλύτερο βάρος, όπως είναι τα γόνατα οι αστράγαλοι και το ισχίο). Μπορούν να προκαλέσουν σοβαρό πόνο και συχνά μόνιμη βλάβη στις αρθρώσεις ακόμα και κίνδυνο σοβαρής αναπηρίας.

το βρήκαμε εδώ

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΕΥΛΑΜΠΙΑ ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ



του Πρεσβ. π. Λαμπρου Φωτοπούλου

Η καταγωγή

Η Ευλαμπία Ρωμανίδου, μητέρα του πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη, κατήγετο από την Αραβισσό της Καππαδοκίας, μια περιοχή που ποτέ δεν έπαυσε να συζητάη θεολογικά, ακόμα και μετά τούς μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες (Βασίλειο το Μεγα και Γρηγόριο Νυσσης).

Γεννημένη πριν από την καταστροφή (το 1895), μεγάλωσε σε ένα χώρο βαθειάς πίστης. Στο χώρο αυτό η Ορθοδοξία ήταν πρώτη αξία, η γλώσσα και η καταγωγή το δευτερεύον. Ανήκε σ ?κε?νον τον μεγαλειώδη λαο των Καραμανλήδων, που με την δική του ελληνική γραφή, τα σημαντικά μνημεία του, τα μοναδικά ήθη και έθιμά του μετέφρασε το ορθόδοξο βίωμα των ασκητών και των αγίων σε καθημερινή πράξη.

Το θεολογικό πρότυπο των Καππαδοκών είναι η μίμηση των αυστηρών ησυχαστών, όπως των στηλιτών αγίων Συμεών και Δανιήλ, του αγίου Αλεξίου του Ανθρώπου του Θεού, κ.α. Η προσωπικότητα του αγίου Αλεξίου, ειδικότερα, τόσο μεγάλη εντύπωση είχε κάνει στούς Καππαδόκες, λόγω της υπερβολικής νηστείας, της ξενιτείας και της σκληρής άσκησης, ώστε πολλά τραγούδια γράφτηκαν γι α?τ?ν που τραγουδιώνται ακόμη. Καθε σαρακοστή στην Καππαδοκία επικρατούσε περισυλλογή, μνήμη θανάτου, προσευχή και άσκηση. Το κέντρο της κοινωνικής ζωής του Καππαδόκη ήταν ο Ναός και πνευματικό κατόρθωμα ήταν η άσκηση στη νοερά προσευχή. Δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η αναπνοή της Καππαδοκίας ήταν στο ρυθμό της Ευχής “Κυριε Ιησο? Χριστέ (εισπνοή), ελέησόν με (εκπνοή)!”

Μεσα σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον μεγάλωσε η Ευλαμπία Ρωμανίδου.



Τα παιδικά χρόνια

Τα παιδικά χρόνια της Γερόντισσας Ευλαμπίας ήσαν μέσα στον πόνο. Πονος βαθύς, αλλά σωτήριος. Δωδεκάχρονο κοριτσάκι γνώρισε την φοβερή σφαγή των γονέων της, ένα γεγονός που τα παιδικά μάτια το τύπωσαν βαθειά μέσα στην ψυχή της. Εν τούτοις η εμπειρία αυτή, αντί να αποβή καταστρεπτική για την Ευλαμπία, ήταν το ουράνιο μήνυμα να πάρη την καλή στροφή, να αγαπήση τον Χριστό και την Εκκλησία.

Κοινωνικά η Ευλαμπία έμεινε ορφανή, αλλά πνευματικά απέκτησε μια παντοδύναμη προστασία. Η Βασίλισσα των Ουρανών, η των ορφανών βοηθός, την πήρε κάτω από τη δική της σκέπη. Με θαυμαστή απλότητα για τόσο μεγαλειώδεις εμπειρίες μιλούσε αργότερα στις μοναχές η γερόντισσα και έλεγε πως της παρουσιαζόταν η Παναγία, πως την έπαιρνε από το χέρι και την έσωζε από διαφόρους ψυχικούς κινδύνους. Από γλέντια που γίνονταν γύρω της την εμπόδιζε, την απομάκρυνε. Μετά ερχόταν πολλή διάθεση για προσευχή. Ετσι από μικρό παιδί επικοινωνούσε δια της προσευχής με το Θεο!

Άραγε, τι είδους προσευχή να έκανε η μικρή ορφανή Ευλαμπία; Σε μια έγγραφη εξομολόγηση που άφησε, λέει τα εξής: “Δωδεκα χρονών που ήμουν, προσευχή που έκανα αυτή ήταν. Παράκληση, Εξάψαλμος, Απόδειπνο, Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Ετσι περνούσα το χρόνο μου. Αυτούς τούς λόγους δεν τούς άφηνα από το μυαλό μου νύχτα και μέρα. Κυριε Αγαθέ, τα αγαθά σου μη μου στερήσης, από κάθε τι, να ακούω τα λόγια σου. Από απρεπή πράγματα με την βοήθειά Σου, Κυριε μου, φύλαξέ με. Κυριε, κατά την εντολή Σου, όπως ξέρεις εσύ, Κυριε, ο λάρυγγάς μου, ο,τι λέει δικός Σου είναι. Η Βασίλισσα η Παναγία μας, με τις πρεσβείες Της και των αγίων... Και από όλους αυτούς ευλογητός είσαι εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν”.



Στην προσφυγιά

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή έρχεται στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στον Πειραιά. Παντρεύεται τον συμπατριώτη της Σαββα Ρωμανίδη και αποκτά το πρώτο της παιδί, αγόρι. Το έχει ταμένο στον επίσης πρόσφυγα, άγιο Ιωάννη το Ρώσσο. Αξιώνεται, όταν το παιδί έγινε 2 ετών, να πραγματοποιήση το τάμα της και να το βαπτίση, τον μετέπειτα ιερέα Ιω?ννη, στο Προκόπι Ευβοίας, όπου είχε εναποτεθή το ιερό Λείψανο.

Η ζωη στην Ελλάδα είναι δύσκολη και η οικογένεια Ρωμανίδη μεταναστεύει το 1927 στην Αμερική.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η Ευλαμπία Ρωμανίδου βοηθά τον σύζυγό της στη ραπτική, ένα επάγγελμα που τούς έδωσε τη δυνατότητα να μεγαλώσουν τα δύο παιδιά τους. Η πολυπολιτισμική κοινωνία, με την ποικιλόχρωμη θρησκευτικότητα και τις διαφορετικές αξίες, δεν την επηρέασαν, αντίθετα της έδωσαν την πρόκληση για ιεραποστολή. Πολεμάει με τις όποιες δυνάμεις διαθέτει τον προτεσταντικό περίγυρο. Η θερμότητα της πίστης της κάνει εντύπωση. Οι αιρετικοί διαβλέπουν ότι θα είναι μεγάλη επιτυχία γι α?το?ς αν προσηλυτίσουν στις ιδέες τους αυτήν την Καπαδόκισσα με την πολλή πίστη. Δεν παραγνωρίζουν και το αξιόμαχο της αντιπάλου. Οργανώνουν έτσι πραγματική “επιχείρηση” για τον προσηλυτισμό της, στην οποία συμμετέχουν 10-15 άτομα. Την επισκέπτονται και προσπαθούν μέσα από την αγία Γραφή, με τα γνωστά τους επιχειρήματα, να την κλονίσουν. Η Ευλαμπία έχει άλλα, μεγαλύτερα και ακαταμάχητα επιχειρήματα. Τούς αφήνει για λίγο μόνους και καταφεύγει στούς αγίους, που έχει στο “εικονοστάσι” του δωματίου της. Προσεύχεται με θέρμη να την φωτίση ο Θεός. Και, ω! του θαύματος! Μια δυνατή βοη βγαίνει από τις εικόνες. Την ακούν και οι Προτεστάντες και τρέπονται σε άτακτη φυγή. Εκτοτε δεν την ξαναενόχλησαν.



Ιεραπόστολος

Η γερόντισσα Ευλαμπία είχε βεβαιωθεί ότι η μόνη αλήθεια είναι η Ορθόδοξη Πιστη και δεν υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας από το Ορθόδοξο Άγιο Βαπτισμα. Ετσι, όταν έμαθε ότι η κόρη της παντρεύτηκε στην Ν. Ζηλανδία έναν ετερόδοξο, τον Malcolm, ανώτερο κρατικό υπάλληλο, κατάλαβε ποιο είναι ακριβώς το καθήκον της. Πηγαίνει στην Ν. Ζηλανδία και μένει εκεί μέχρις ότου να κατηχήση σωστά τον γαμπρό της και να τον βαπτίση ορθόδοξο με το όνομα Μάρκος. Δεν εγκαταλείπει την Νεα Ζηλανδία πριν να εκπληρώση και τον άλλο ιερό σκοπό της: Να ιδρύση Ορθόδοξη Εκκλησία στο Christchurch, τη δεύτερη μεγάλη πόλη της χώρας αυτής.

Μια προσφυγοπούλα ράφτρα από την Αμερική, χωρίς συνδρομή ιεραποστολικών κλιμακίων και οικονομική υποστήριξη, μόνη με μόνο το Θεο στην καρδιά της, γίνεται ισαπόστολος και ιδρύει Ορθόδοξη Εκκλησία στις εσχατιές της Γης...



Η μοναχή

Μετά το θάνατο του συζύγου της προσφέρει τις υπηρεσίες ως ράπτρια στο αντρικό μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Βοστώνη και συγχρόνως αρχίζει μόνη της να ασκήται στην μοναχική ζωη. Παίρνει έτσι σταθερά την απόφαση να γίνη μοναχή. Η ευκαιρία δεν άργησε να δοθή. Ο γιός της, ο π. Ιω?ννης, επιστρέφει οικογενειακώς στην Ελλάδα και η γερόντισσα τον ακολουθεί ενημερώνοντάς τον συγχρόνως για τις προθέσεις της.

Με την μεσολάβηση του π. Ιω?ννη και την συνδρομή του (νυν) Επισκόπου Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμονος Ροδοπούλου ο π. Πολύκαρπος Μαντζάρογλου τη συνιστά στο Ιερό Ησυχαστήριο “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτής Θεσσαλονίκης, όπου γίνεται δεκτή ως δόκιμη στις 17/1/1971. Στις 4/5/1973 γίνεται η κουρά της σε μεγαλόσχημη, χωρίς να αλλάξη το βαπτιστικό της όνομα, κατά παράκληση του π. Ιω?ννη.

Ως μοναχή ουδέποτε παρέλειπε τον κανόνα της. Τα μεσάνυχτα προσευχόταν ανελλιπώς με τον τρόπο που είχε συνηθίσει από νέα. Εξηγούσε δε με τον ακόλουθο χαρακτηριστικό τρόπο την συνήθειά της αυτή: “τότε, παιδί μου, ανοίγει ο ουρανός”, έλεγε.

Στο μοναστήρι έζησε μέχρι το 1980, οπότε κοιμήθηκε εν Κυρίω οσιακά, όπως το ζητούσε αδιάκοπα από το Θεο: “Το όνομά μου εν βίβλω ζωής να περάση. Ειρηνικά χριστιανικά τα τέλη της ζωής μου δος μου...”

Προγνώριζε το θάνατό της και το έλεγε (το 1980) στις αδελφές που την υπηρετούσαν, όταν της μιλούσαν για γεγονότα που θα γίνονταν αργότερα (κτίσιμο ναού αγίων Αρχαγγέλων). Άλλωστε, το γεγονός του θανάτου ήταν η μελέτη της καρδίας της από ηλικίας 12 χρονών· “τον θάνατο να μην βγάλω από το νου μου Κυριε δος μου”, έλεγε. Ο Θεός της έδωσε τούς τελευταίους μήνες της ζωής της όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να προετοιμαστή για το μεγάλο πέρασμα.



“Εις μνημόσυνον αιώνιον”

Ποσο διαφορετική είναι αυτή η γερόντισσα από όλα εκείνα τα τεχνητά μοντέλα που “λανσάρει” το θρησκευτικό “star system” της εποχής μας.

Εχοντας την χάρη του “ταπεινού και ησυχίου” Αγίου Πνεύματος υποτάχθηκε στο θέλημα του Τριαδικού Θεού. Υπ?μεινε την ορφάνια και την προσφυγιά με πίστη στο Θεο και αδιάλειπτη Προσευχή. Εζησε μέσα στον κόσμο αφοσιωμένη στα καθήκοντά της ως σύζυγος και μητέρα και, όταν αποφάσισε να μονάση, προέκρινε ταπεινά την υπακοή σε ένα Ορθόδοξο Μοναστήρι.-


(απόσπασμα - αναδημοσίευση από το Περιοδικό “Εφημέριος”)

το βρήκαμε εδώ

Δείτε την καλύτερη, ίσως, συνέντευξη του Χρήστου Γιανναρά, κατά δική του δήλωση, με τον εξαιρετικό δημοσιογράφο Γεώργιο Σαχίνη.


Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Θρησκευτική και εκκλησιαστική παιδεία.......


Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου π. Ιεροθέου


Το Συνέδριο αυτό που γίνεται προς τους Καθηγητάς Θεολόγους της Περιφερείας μας, με την ευκαιρία της εορτής των Τριών Ιεραρχών και με θέμα «Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Εκπαίδευση σήμερα και αύριο» πιστεύω ότι θα αποτελέση σταθμό στα σύγχρονα γεγονότα, διότι πάνω στο θέμα αυτό γίνεται σοβαρός προβληματισμός από πολλούς ανθρώπους. Η προσπάθεια του εκκλησιαστικού αποχρωματισμού της κοινωνίας μας και ο αγώνας για πολιτιστικό εκσυγχρονισμό έχουν συνέπειες και στο μάθημα των Θρησκευτικών στην Στοιχειώδη και Μέση Εκπαίδευση. Γι' αυτό και οι εισηγήσεις που θα ακουστούν στο Συνέδριο αυτό θα είναι σημαντικές και θα παίξουν σπουδαίο ρόλο στην μετέπειτα εξέλιξη.

Η δική μου εισήγηση είναι γενική και θα έλεγα εισαγωγική και αναφέρεται στο θέμα «θρησκευτική και εκκλησιαστική παιδεία». Κατά την ανάπτυξη αυτού του θέματος θα αποδειχθή ότι άλλο είναι η θρησκευτική και άλλο είναι η εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή.



1. Θρησκεία και Εκκλησία

Από μια γενική άποψη όλες οι οργανωμένες ομάδες ανθρώπων που έχουν έντονα θρησκευτικά βιώματα και μεταφυσικές αναζητήσεις καλούνται Θρησκείες. Επομένως, με μια γενική έννοια και ο Χριστιανισμός μπορεί να ονομασθή Θρησκεία. Όμως αν δούμε το πράγμα αυτό από λεπτότερη προοπτική, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας. Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τις διαφορές σε πέντε συγκεκριμένα σημεία.


α) Η Θρησκεία φροντίζει να οδηγήση τον άνθρωπο στον Θεό, να λύση δηλαδή τις εσωτερικές και κοινωνικές του ανασφάλειες. Το υπόβαθρο αυτής της άποψης είναι ότι ο Θεός είναι μια ανώτερη δύναμη που κατοικεί στους ουρανούς και από εκεί διευθύνει τον κόσμο, ότι υπάρχει ένας διαχωριστικός τοίχος μεταξύ της ανώτερης αυτής δύναμης και του ανθρώπου, και επομένως ο άνθρωπος με την βοήθεια της Θρησκείας πρέπει να κάνη τα πάντα για να υπερβή αυτό το τείχος και να φθάση τον Θεό, στην πραγματικότητα να εξιλεωθή.


Η Εκκλησία όμως δεν κάνει λόγο για ένα αφηρημένο Θεό, αλλά για τον Τριαδικό Θεό, ο Οποίος αγάπησε τον κόσμο και ενδιαφέρθηκε προσωπικά για την σωτηρία του, αφού ο Πατήρ απέστειλε τον Υιόν Του, ο Υιός δέχθηκε να ενανθρω­πήση και αυτή η ενανθρώπηση έγινε με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Έτσι, ο Θεάνθρωπος Χριστός, που ενώνει το άκτιστο και το κτιστό στην υπόστασή Του, αφού ο Λόγος έγινε η υπόσταση της ανθρώπινης φύσης, είναι η Κεφαλή μας και εμείς, όταν ζούμε μυστηριακά και ασκητικά στον χώρο της Εκκλησίας, είμαστε τα μέλη Του. Άλλωστε, η λέξη Εκκλησία προέρχεται από το εκκαλέω-ώ, που σημαίνει προσκαλώ κάποιον να εξέλθη. Έτσι, λοιπόν, η Εκκλησία είναι μια πρόσκληση για κοινωνία, μία έξοδος από την αμορφία και ένωση με τον Χριστό, είναι μια οικογένεια εν Χριστώ, ένας κόσμος μέσα στον ευρύτερο κόσμο, και μάλιστα ο δεύτερος αγιάζεται και ευλογείται από τον κόσμο αυτό.


β) Η Θρησκεία είναι δημιούργημα ανθρώπινο, αφού ο άνθρωπος έχει μέσα του την αίσθηση του χαμένου παραδείσου. Πράγματι, ο Αδάμ με την παράβαση του θελήματος του Θεού, δηλαδή με την απώλεια της θεοκοινωνίας, έζησε το τραγικό γεγονός της σκοτίσεως του νου και την έξαψη της λογικής, του ορθού λόγου, βίωσε την έξαψη των παθών και της φαντασίας. Έχοντας σκοτισμένο νου, προσπαθούσε με την λογική, τον ορθό λόγο, αλλά και με την βοήθεια και την ενέργεια των παθών και της φαντασίας να πλάση τον Θεό, ως υποκατάστατο του αληθινού Θεού. Μέσα σε αυτήν την προοπτική αναπτύχθη­καν διάφορες θρησκείες, οι οποίες προσπάθησαν να λύσουν τα τραγικά προβλήματα και τα φοβερά αδιέξοδα που έχουν σχέση με τον πόνο, το κακό που υπάρχει στον κόσμο, την βασανιστική παρουσία του θανάτου. Έτσι, λοιπόν, από το γεγονός ότι η Θρησκεία είναι η φορά του ανθρώπου προς τον Θεό, και ότι αναπτύσσεται μέσα σε μια ανθρωποκεντρική ατμόσφαιρα είναι φυσικό να καλλιεργήται έντονα ο ευδαιμονισμός, η ηδονοκρατία και ο ορθολογισμός.


Η Εκκλησία, όμως, είναι το Σώμα του Χριστού, στην οποία υπάρχει η Αποκάλυψη που δόθηκε από τον Θεό στους αγίους. Η Εκκλησία δεν είναι μια ομάδα πιστών που αναζητούν τον Θεό, αλλά το Σώμα του Χριστού, το οποίο ο Χριστός προσέλαβε από την Παναγία, και στο οποίο εντάσσονται όσοι δέχονται το Βάπτισμα και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Υπάρχει, δηλαδή, πραγματική βρώση του Χριστού. Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Έτσι, αν η Θρησκεία γενικά είναι η κίνηση του ανθρώπου προς τον Θεό, η Εκκλησία είναι η κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο, δηλαδή είναι εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Εντασσόμενος ο άνθρωπος στην Εκκλησία απαλλάσσεται από την ευδαιμονία και τον ηδονισμό, στην πραγματικότητα μεταμορφώνει όλα τα πάθη και ζη την καινή ζωή, χωρίς να απορρίπτει τον κόσμο.



γ) Η Θρησκεία καλλιεργεί έντονα τα θρησκευτικά συναισθήματα, έναν επίπλαστο και εξωτερικό τρόπο ζωής, που δεν αγγίζει τον πυρήνα της υπάρξεως του ανθρώπου. Η λατρεία και η διδασκαλία της θρησκείας αναφέρονται σε μια κοινωνική συμπεριφορά και όχι τόσο στην αλλαγή του τρόπου ζωής του ανθρώπου και την μεταμόρφωση της προσωπικότητός του. Στις Θρησκείες γίνεται λόγος για καθήκοντα στον Θεό και τους ανθρώπους, και όλα κινούνται μέσα σε ένα δεοντολογικό πλαίσιο, εν ονόματι μιας σωτηρίας, η οποία βέβαια υπονοείται, στις περισσότερες περιπτώσεις, ως έξοδος της ψυχής από το σώμα, το οποίο είναι κακό, και ως απόρριψη του υλικού κόσμου, μέσα στον οποίο υπάρχει το κακό.

Η Εκκλησία, όμως, κινείται σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, αφού επιδιώκει να οδηγήση τα μέλη της στην θέωση, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θεωρία του ακτίστου Φωτός στην ανθρώπινη σάρκα του Λόγου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν κάνουν λόγο για εξιλέωση του Θεού, αλλά για θέωση του ανθρώπου, και βέβαια αυτό εννοείται ως θέωση ψυχής και σώματος. Για να επιτευχθή αυτή η θέωση, όπως την βλέπουμε στην ζωή των αγίων, απαιτείται άσκηση, η οποία συνίσταται στον ησυχασμό ή στην νηπτική θεολογία. Τα δόγματα της Εκκλησίας προϋποθέτουν αυτόν τον ησυχαστικό τρόπο ζωής, που συνδέεται με την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την πορεία προς την θέωση. Αυτή η μέθοδος φαίνεται σε πολλά κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, θα αρκεστώ, όμως, στην παρουσίαση ενός στίχου από τον ύμνο του Συμεών του Νέου Θεολόγου, που λέγεται κατά την προετοιμασία για την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού: «και καθαίρεις και λαμπρύνεις και φωτός ποιείς μετόχους...». Επομένως, η Εκκλησία δεν κινείται σε ένα συναισθηματικό χώρο και ένα νομικιστικό πλαίσιο, αλλά σε θεραπευτικό, αφού θεραπεύει τον άνθρωπο για να φθάση στον Θεό.


δ) Συνέχεια και συνέπεια των προηγουμένων είναι ότι η Θρησκεία προσπαθεί να θεραπεύση τις ενοχές που έχει ο άνθρωπος έναντι του Θεού. Το ανθρώπινο «εγώ» αισθάνεται πολύ τεταπεινωμένο, μειωμένο, μειονεκτικό και ανασφαλές έναντι του θείου «Συ», πράγμα το οποίο αυξάνει τις ενοχές. Ο λάτρης διαφόρων θρησκειών στέκεται εκστατικός μπροστά στο μεγαλείο του Θεού και την μικρότητά του. Έτσι, υπάρχει έντονη διαλεκτική αντίθεση μεταξύ Θεού και ανθρώπου.


Στην Εκκλησία όμως δεν αγωνιζόμαστε να θεραπεύσουμε τις ένοχες μας, αλλά να βιώσουμε την αγάπη του Θεού στην προσωπική μας ζωή. Δεν κάνουμε λόγο για ενοχές, αλλά για τύψεις και πνευματικές ασθένειες που πρέπει να θεραπευθούν. Υπάρχει δε τεράστια διαφορά μεταξύ ενοχής και τύψης. Η ενοχή τίθεται σε νομικιστικά πλαίσια, προϋποθέτει την παράβαση του νόμου και την οργή του Θεού, που ζητά τιμωρία του ενόχου, υπονοεί την βαθυτάτη αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι ένοχος θανάτου έναντι του Θεού. Οι τύψεις όμως ερμηνεύονται διαφορετικά, αφού αισθανόμαστε ότι με δική μας αστοχία, και με προσωπικές εσφαλμένες κινήσεις χάσαμε την κοινωνία με τον Θεό, αισθανόμαστε τύψεις έναντι της μεγάλης αγάπης του Θεού, που την έδειξε πλουσιοπάροχα τόσο κατά την δημιουργία, όσο και κατά την αναδημιουργία μας, όπως και σε διάφορες φάσεις της προσωπικής μας ζωής. Έχοντας, λοιπόν, τύψεις ότι απομακρυνθήκαμε από έναν Θεό αγάπης, ο οποίος εξακολουθεί να μας αγαπά, αγωνιζόμαστε με την Χάρη Του να θεραπευθούμε, ώστε να βιώσουμε την φιλανθρωπία Του.


ε) Η Θρησκεία αποτελείται από άτομα, τα οποία όλα μαζί αποτελούν την μάζα, την οργάνωση, την ομάδα. Το άτομο δεν διακρίνεται από αγάπη, δεν εκφράζει την ελευθερία και δεν εκδηλώνει την ιδιαιτερότητά του. Στην μάζα, επίσης, επικρατούν ανταγωνισμοί, φανατισμοί και επιθετικότητες, είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέγει ο Γκάρι Μπέκερ, κάτοχος του Νόμπελ Οικονομικών: «ο ανταγωνισμός είναι καλός για την Θρησκεία, όπως ακριβώς και για τα άλλα εμπορεύματα, διότι μ' αυτό τον τρόπο οι θρησκευτικές οργανώσεις μαθαίνουν πώς να ικανοποιούν καλύτερα τις ανάγκες των μελών τους από ό,τι όταν έχουν μονοπωλιακή θέση»1. Αυτό μπορεί να το δη κανείς σε όλα τα επίπεδα. Στην λατρεία εξαφανίζεται ο λάτρης κάτω από την συναισθηματική φόρτιση της μουσικής, παύει δε να λειτουργή η λογική. Στην προσπάθεια να εξιλεωθή απορρίπτει προσωπικά του πράγματα, αντιμετωπίζοντάς τα μανιχαϊκά. Η Θρησκεία για να συγκροτηθή σε οργανωμένες ομάδες θυσιάζει την ελευθερία του ανθρώπου και «μπλοκάρει» τους οπαδούς σε μαζικά συστήματα, σε φυλακές τρομακτικές. Χρησιμοποιούνται δε διάφορα μέσα και τρόποι που μετατρέπουν τον άνθρωπο σε αντικείμενο το οποίο πρέπει να θυσιασθή για το εμπόρευμα και την αγορά.



Στην Εκκλησία, όμως, αφού αυτή λειτουργεί ως κοινωνία και αληθινή οικογένεια, ο άνθρωπος από άτομο γίνεται πρόσωπο, διότι αισθάνεται την αγάπη του Θεού και του ανθρώπου, προσφέρει αγάπη στον Θεό και τον άνθρωπο, διατηρεί την ελευθερία του, δεν απορρίπτει τίποτε ως κακό, μόνο ζη την άσκηση ως υπέρβαση της αναγκαιότητος του ενστίκτου και της βιολογικής ζωής, δεν υποτάσσεται σε σκοπιμότητες, ούτε μπορούν να εξασκηθούν πιέσεις πάνω σε αυτόν.

Υπάρχουν και άλλες διαφορές. Θα ήθελα όμως να επιμείνω μόνο σε αυτές τις πέντε και να προσθέσω ότι όπου λειτουργεί και η Εκκλησία ως Θρησκεία και όπου η Εκκλησία διακατέχεται από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Θρησκείας και αποβάλλει τα δικά της, τότε χάνει τον προσανατολισμό της. Όπως έχουμε αληθινές και αποτυχημένες οικογένειες, όπως υπάρχει υγιές και άρρωστο σώμα, το ίδιο μπορεί να υπάρχη και μια Εκκλησία με τα αρρωστημένα γνωρίσματα της Θρησκείας. Το γεγονός είναι ότι ο άνθρωπος με την πτώση του περιέπεσε σε μια θρησκευτική κατάσταση ή θα έλεγα καλύτερα σε μια θρησκειοποίηση της ζωής, που συνδέεται και με την ειδωλοποίηση, ενώ με την πνευματική του ανάσταση και αναγέννηση περνά από την θρησκειοποίηση στην εκκλησιοποίηση.


Η διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας φαίνεται καθαρά στην διάκριση μεταξύ του θρησκειοποιημένου Χριστιανισμού της Δύσεως και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στην Δύση βιώθηκε το φαινόμενο της θρησκειοποίησης του Χριστιανισμού, ενώ στην Ανατολή ζούμε την εκκλησιοποίηση της Θρησκείας. Βέβαια, όπως λέγαμε και προηγουμένως, είναι δυνατόν και μερικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, να διακρίνονται από μερικά σημεία του θρησκειοποιημένου Χριστιανισμού, αλλά πρέπει να παρατηρηθή ότι στην Δύση η θρησκειοποίηση της Χριστιανικής ζωής είναι θεσμοθετημένη, ενώ η θρησκειοποίηση της Εκκλησίας στην Ανατολή λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο και την ατμόσφαιρα της εκκοσμίκευσης. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει υγιής διδασκαλία και κυρίως έντονη ησυχαστική και νηπτική ζωή, η οποία μπορεί να αποβάλη τυχόν θρησκειοποιημένες καταστάσεις, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο στην Δύση, αφού η θεολογία έχει οριοθετηθή και στεγανοποιηθή.


Πράγματι, υπάρχει διαφορά μεταξύ δυτικής και ορθόδοξης θεολογίας. Η δυτική θεολογία δίνει προτεραιότητα στην ουσία, και υποτάσσει το πρόσωπο σε αυτήν, όπως αποδεικνύει το δόγμα του Filioque, ενώ η Ορθόδοξη θεολογία δίνει μεγάλη σημασία στο πρόσωπο, που το βλέπει μέσα από σωστή οντολογία και όχι μέσα από το πρίσμα ενός αφηρημένου περσοναλισμού. Στην Δύση ως κριτήριο πάντων ενεργεί ο ορθολογισμός, αφού γίνεται λόγος για ορθολογική γνωσιολογία, ενώ στην Ανατολή καλλιεργείται έντονα ο αποφατισμός, όχι βέβαια με την έννοια του αγνωστικισμού, αλλά με την έννοια της προσωπικής εμπειρίας στο βάθος της καρδιάς. Στην Δύση παρατηρείται έντονα η νομική, ποινική και δικανική ηθική, όπως την βλέπουμε στον τρόπο της μετανοίας, ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία λειτουργεί η ιατρική, ιαματική και θεραπευτική ασκητική. Στην Δύση εκφράζεται ο παπισμός ως σύστημα ή ως ατομοκρατικός τρόπος ζωής (Προτεσταντισμός), ενώ στην Ορθοδοξία λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα η συνοδικότητα με την έννοια του ιεραρχικού πολιτεύματος. Στην Δύση γεννήθηκε η μεσαιωνική φεουδαρχία με όλες τις φοβερές συνέπειες, ενώ στην Ρωμηοσύνη αναπτύχθηκε έντονα η πρόνοια, ως συνάρτηση της φιλοθεΐας και της φιλανθρωπίας2.

Επομένως, η διαφορά μεταξύ Εκκλησίας και Θρησκείας δείχνει την διαφορά μεταξύ θρησκευτικής και εκκλησιαστικής παιδείας.


2. Ο Θεάνθρωπος Χριστός και η Θρησκεία

Από όσα είδαμε μέχρι τώρα φαίνεται ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παραθέσουμε την άποψη του π. Ιωάννου Ρωμανίδη, που κινείται μέσα στα πατερικά πλαίσια και πιστεύω ότι είναι πρωτότυπη για την εποχή μας. Θα παραθέσω τις βασικές έννοιες του π. Ιωάννου.


Οι Πατριάρχες και οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς επίσης και οι Απόστολοι και Προφήτες της Καινής Διαθήκης, γνωρίζουν καλά ότι η Θρησκεία είναι αρρώστια της ανθρώπινης προσωπικότητας και ότι ο μόνος ιατρός που θεραπεύει την ασθένεια αυτή είναι ο Χριστός, ο Κύριος της δόξης, ο Γιαχβέ. Η ενανθρώπηση του Χριστού και όλο το έργο της θείας Οικονομίας συνίσταται στην ελευθέρωση του ανθρώπου από την νόσο της Θρησκείας.


Όταν κάνουμε λόγο για νόσο της Θρησκείας εννοούμε την κατάσταση κατά την οποία η νοερά ενέργεια του ανθρώπου (νους), η οποία στην φυσική της κατάσταση πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά και να προσεύχεται, ταυτίζεται με τον εγκέφαλο. Κατά τους Πατέρας άλλη είναι η νοερά ενέργεια και άλλη είναι η εγκεφαλική ενέργεια. Όταν ο νους βρίσκεται σε φυσική λειτουργία τότε η νοερά ενέργεια ρυθμίζει τα πάθη της πείνας, της δίψας, του ύπνου, του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, που είναι ο φόβος του θανάτου, ώστε να παραμένουν αδιάβλητα. Έτσι, στην φυσική της κατάσταση η νοερά ενέργεια ρυθμίζει όλον τον οργανισμό του ανθρώπου, οπότε αυτό έχει κοινωνικές συνέπειες.


Στην Θρησκεία ταυτίζεται η νοερά ενέργεια με την ενέργεια του εγκεφάλου που έχει συνέπεια όλα τα νοήματα του εγκεφάλου, που προέρχονται από το περιβάλλον, να γίνονται νοήματα της νοεράς ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι εικόνες που έρχονται στον εγκέφαλο από το περιβάλλον διά των αισθήσεων, εισέρχονται στον εγκέφαλο από το περιβάλλον διά των αισθήσεων, εισέρχονται και μέσα στην καρδιά. Τότε η νοερά ενέργεια δεν προσεύχεται, διακατέχεται από τα νοήματα και τις εικόνες του περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να γίνεται δούλος του περιβάλλοντος. Ταυτοχρόνως, όμως, φθάνει στο σημείο να ταυτίση ορισμένα νοήματα που προέρχονται από το περιβάλλον με τον Θεό ή τους θεούς του. Οπότε, ο άνθρωπος, διακατεχόμενος από την ασθένεια της Θρησκείας, λατρεύει τα είδωλα, απομακρυνόμενος από τον πραγματικό Θεό.


Αυτό, όμως, έχει και ανθρωπολογικές συνέπειες. Εφ' όσον η νοερά ενέργεια στην φυσική της κατάσταση, με την αδιάλειπτη προσευχή, ρυθμίζει τα πάθη της πείνας, της δίψας, του ύπνου, του φόβου, του θανάτου, ώστε να παραμένουν αδιάβλητα, είναι επόμενο στην παραφύση κατάστασή της, κατά την οποία σκοτίζεται και ταυτίζεται με την ενέργεια του εγκεφάλου και, φυσικά, γεμίζει από τα νοήματα του περιβάλλοντος, να μη μπορή να ρυθμίση τα πάθη, τα οποία γίνονται διαβλητά και πηγή μεγάλων ανωμαλιών και στο ανθρωπολογικό και το κοινωνιολογικό πεδίο. Έτσι, τα διαβλητά πάθη μαζί με την αδέσποτη και αχαλίνωτη φαντασία δημιουργούν μαγικές θρησκείες, είτε για την χαλιναγώγηση των στοιχείων της φύσεως, είτε για την σωτηρία της ψυχής, που εννοείται ως έξοδός της από την ύλη και αιώνια κατάστασή της σε ευδαιμονία, είτε την απόκτηση της ευδαιμονίας της ψυχής μαζί με σώμα.


Επομένως, ο άσαρκος Λόγος, ο μεγάλης Βουλής Άγγελος στην Παλαιά Διαθήκη, ο σεσαρκωμένος Λόγος στην Καινή Διαθήκη, με την αποκαλυπτική αλήθεια και την μέθοδο που διδάσκει για την βίωση της αλήθειας στα όρια της προσωπικής ζωής, θεραπεύει τον άνθρωπο από την νόσο της Θρησκείας. Όπως αναλύσαμε πιο πάνω η νόσος της Θρησκείας συνίσταται στον σκοτασμό του νου, την ταύτιση της νοεράς ενέργειας με την λογική ενέργεια και την σύγχυση, αλλά και την ταύτιση μεταξύ των κτιστών και ακτίστων ενεργειών, αφού θεοποιείται η κτίση. Με την απώλεια της νοεράς ενεργείας ο άνθρωπος αποδιοργανώνεται πλήρως και δημιουργεί τεράστια προβλήματα και στον κοινωνικό χώρο.

Η θεραπεία της νόσου αυτής συνίσταται στην ενεργοποίηση της νοεράς ενεργείας, η οποία πρέπει να αποκολληθή από τον εγκέφαλο και τα νοήματα που φέρνουν οι αισθήσεις από τον περιβάλλοντα κόσμο σ' αυτόν, και στην αένναη προσευχή που πρέπει να γίνεται μέσα στην καρδιά. Σε αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος κάνει δυο παράλληλες ενέργειες.

Και προσεύχεται με την νοερά ενέργεια στην καρδιά και έχει συνείδηση του κόσμου και του περιβάλλοντος με την λογική ενέργεια. Αυτό το βλέπουμε έντονα σε όλα τα κείμενα του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού. Μέσα από αυτό το πρίσμα ερμηνεύει και την θεία Λειτουργία. Στην Μυσταγωγία του αναλύει διεξοδικά ότι η θεία λειτουργία είναι βίωση των γεγονότων της θείας Οικονομίας, είναι εικόνα και μέθεξη των επουρανίων, της Βασιλείας του Θεού, αλλά οδηγεί και στην απόκτηση της τελείας γνώσεως διά της επιστροφής του νου μέσα στην καρδιά. Ο άγιος Μάξιμος βλέπει την μέθεξη της Βασιλείας του Θεού μέσα από την νηπτική και ησυχαστική μέθοδο.

Όταν ο άνθρωπος θεραπευθή στον ανθρωπολογικό τομέα, αποκτά την ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, γίνεται κοινωνικός παράγοντας, ακόμη στέκεται με σεβασμό απέναντι στην δημιουργία, την κτίση. Έτσι, με τον τρόπο αυτό λύνονται όλα τα υπαρξιακά, οντολογικά, κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα.


Ο Χριστός ήλθε για να θεραπεύση αυτήν την νοερά ενέργεια, η οποία στην νοσούσα κατάσταση γεννά αρρωστημένες θρησκείες. Η θεραπεία επιτυγχάνεται μέσα στην Εκκλησία με την πείρα και την καθοδήγηση θεουμένων Πατέρων, οπότε ο άνθρωπος φθάνει στο σημείο να αντιληφθή ότι δεν υπάρχει καμμία σχέση μεταξύ ακτίστου Θεού και κτισμάτων, και ότι, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον», δηλαδή δεν μπορεί κανείς να στοχάζεται για τον Θεό4. Ως γνωστόν η Θρησκεία κάνει αυτήν την τρομερή σύγχυση.
Επομένως, μέσα στην Εκκλησία ο άνθρωπος, με την δύναμη του Θεού, απαλλάσσεται από την νόσο της Θρησκείας. Μέσα από το πρίσμα αυτό μπορούμε να κάνουμε λόγο για εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή.

3. Θρησκειολογικό και εκκλησιολογικό μάθημα


Γίνεται τον τελευταίο καιρό συζήτηση για το ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών στην Μέση Εκπαίδευση. Μερικοί επιμένουν ότι το θρησκευτικό μάθημα πρέπει να περιορισθή στο θρησκειολογικό ή κοινωνικό πεδίο με αναφορά στα γενικότερα ουμανιστικά προβλήματα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της Ευρωπαϊκής παιδείας, και άλλοι επιμένουν ότι στην χώρα μας, όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η επικρατούσα Θρησκεία και έχει χαρακτηρίσει τον πολιτισμό του τόπου, δεν μπορεί το μάθημα των θρησκευτικών να απομακρυνθή από τα βασικά στοιχεία της ελληνορθοδόξου Παραδόσεως.


Έχω την γνώμη ότι ένα τέτοιο ερώτημα θα αντιμετωπισθή από άλλους εισηγητές και δεν πρέπει να επιμείνω τώρα σε αυτό. Άλλωστε, ο βασικός άξονας της εισηγήσεώς μου είναι να διαγραφή η διαφορά μεταξύ θρησκευτικής και εκκλησιαστικής αγωγής και να δούμε την μεγάλη άξια που έχει η εκκλησιαστική παιδεία αφού η πρώτη συνδέεται με την νοσούσα προσωπικότητα, ενώ η δεύτερη αποβλέπει στην θεραπεία της νοσούσης προσωπικότητος, πράγμα το οποίο έχει και κοινωνικές προεκτάσεις.


Γεγονός, όμως είναι ότι δεν μπορούμε εν ονόματι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κοινής πολιτιστικής παράδοσης να απεμπολούμε τα γνήσια και ουσιαστικά στοιχεία της παραδόσεώς μας. Άλλωστε, αυτό δεν το θέλει ούτε και η συνθήκη της Μάαστριχτ. Στο κεφάλαιο για την Παιδεία, την επαγγελματική εκπαίδευση και νεολαία λέγεται: «Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας την συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας την δράση τους, σεβομένη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική του πολυμορφία»5. Φαίνεται από το άρθρο αυτό ότι η ιδιαιτερότητα κάθε Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μάλιστα η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία γίνεται πλήρως σεβαστή.


Επειδή έχω υπ' όψη μου όχι μόνο το θρησκευτικό μάθημα στα Σχολεία, αλλά και την Κατήχηση που γίνεται στην Εκκλησία, θα ήθελα να επισημάνω ότι υπάρχουν τρεις δυνατότητες ως προς τον προσανατολισμό της παιδείας και αγωγής.


α) Ο θρησκειολογικός προσανατολισμός. Δηλαδή, με το θρησκευτικό μάθημα αναλύονται οι διάφορες θρησκείες όσο το δυνατόν αυθεντικότερα και ειλικρινέστερα, δηλαδή κατά τρόπο επιστημονικό. Ένα τέτοιο μάθημα θα γίνεται εγκεφαλικά, θα γεμίση τον εγκέφαλο του ανθρώπου με γνώσεις, πράγμα το οποίο στην αδιαμόρφωτη προσωπικότητα του παιδιού είναι δυνατόν να δημιουργήση μεγάλη σύγχυση, γιατί το μάθημα της θρησκειολογίας δεν έχει την ίδια επίδραση στα παιδιά, που έχουν τα άλλα μαθήματα.


β) Ο θρησκευτικός προσανατολισμός. Μια τέτοια παιδεία θα αναφέρεται στην καλλιέργεια των λεγομένων θρησκευτικών συναισθημάτων, με έντονη ανάπτυξη του ορθολογισμού και του ηθικισμού, όπως τα αναλύσαμε στην προηγούμενη ενότητα. Το θρησκευτικό περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως θα αναφέρεται στην δεοντολογία, την καθηκοντολογία, την κοινωνιολογία, που θα στερούνται όμως οντολογίας.


γ) Ο εκκλησιολογικός προσανατολισμός. Η εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή, θα οδηγή τον νέο στην Εκκλησία, θα αποβλέπη στην λύση των υπαρξιακών του προβλημάτων, την θεραπεία της προσωπικότητός του, την πορεία του από την ατομικότητα στο πρόσωπο και από την μοναξιά στην προσωπική κοινωνία.



Σαφώς η Εκκλησία στην προσπάθειά της να κατηχήση τα παιδιά πρέπει να ακολουθήση την εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στην εκκλησιοποίηση, που είναι η θέωση, ο βαθύτερος σκοπός του ανθρώπου. Πρέπει να μάθη στα παιδιά την Ορθόδοξη θεολογία, τί είναι ο Θεός, πώς αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, πώς μπορεί να βιωθή στα όρια της προσωπικής ζωής τί είναι ο άνθρωπος και ποιος είναι ο βαθύτερος σκοπός της υπάρξεώς του, τί είναι η κτίση και πώς απαλλάσσεται αυτή από την φθορά, πώς μπορεί κανείς να ζήση αληθινά μέσα στον χώρο της Εκκλησίας.

Επίσης, τα Σχολεία στην χώρα μας πρέπει να διαπνέονται από αυτήν την εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή, όπως εκφράστηκε και βιώθηκε από τον λαό μας, προσλαμβάνοντας όμως και μερικά στοιχεία από την θρησκειολογία και την θρησκευτική ζωή.


Πάντως, πρέπει να απαλλαγούμε και όλοι εμείς που εξασκούμε ποιμαντική στους νέους, είτε στον χώρο της Εκκλησίας, είτε στον χώρο του Σχολείου, από την αντίληψη ότι η εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή είναι μια στείρα απολογητική ή ένας στυγνός ηθικισμός, πρέπει ακόμη να ελευθερωθούμε από την έννοια ότι όταν μιλάμε για τον Θεό και την Εκκλησία πρέπει να εξαντλούμαστε σε ωραία λόγια και σε θρησκευτικούς στοχασμούς για εσωτερική κατανάλωση.


Από τα πολλά σημεία τα οποία δείχνουν την ανωτερότητα της παιδείας που έχει εκκλησιολογικό προσανατολισμό θα ήθελα να υπογραμμίσω μερικά, τα οποία πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας όταν εξασκούμε εκκλησιαστική παιδεία.


Πρώτον
. Η Εκκλησία είναι μια κοινότητα, ένωση ανθρώπων και Θεού, είναι μια οικογένεια, μέσα στην οποία λύονται όλα τα προβλήματα, οντολογικά, υπαρξιακά, κοινωνικά και οικολογικά. Βέβαια, δεν λύονται διά μαγείας, αλλά με τον αγώνα και την εν Χριστώ άσκηση. Η εκκλησιαστική οικογένεια έχει κέντρο την θεία Ευχαριστία, αλλά αγκαλιάζει και όλο τον κοινωνικό βίο.

Δεύτερον.
Η Ορθόδοξη θεολογία δεν είναι στοχαστική και σχολαστική, αλλά εσωτερική και ταυτόχρονα κοινωνική. Ο διάλογος που έγινε μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Σχολαστικού Βαρλαάμ απέδειξε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούσαν διαφορετική μεθοδολογία για τον Θεό και για τα κτιστά πράγματα, ενώ οι σχολαστικοί είχαν ενιαία μεθοδολογία για τις δυο αυτές πραγματικότητες. Το έργο της Ορθοδόξου θεολογίας είναι πολύ μοντέρνο και αποδοτικό.

Τρίτον
. Η Εκκλησία δεν κινείται έξω από την κοινωνία, δεν βρίσκεται έξω από τον κόσμο, αλλά είναι ο κατ' εξοχήν κόσμος του κόσμου. Τα μέλη της Εκκλησίας δεν αποδεσμεύονται από το λεγόμενο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τα συναξάρια των αγίων αποδεικνύουν ότι οι πραγματικοί Χριστιανοί ενδιαφέρονται και για τα κοινωνικά προβλήματα. Η Εκκλησία εξασκεί την πραγματική πολιτική, αφού αυτή ενδιαφέρεται κυρίως για την πόλη, και την μεταμόρφωση της επιγείας και την βίωση της επουρανίας πολιτείας.
Ο άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης ήταν γνήσιος ησυχαστής, αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρθηκε πραγματικά και ρεαλιστικά και για την σωτηρία της Θεσσαλονίκης.



Τέταρτον
. Η Εκκλησία παρήγαγε και ένα τέλειο πολιτισμό, όπως εκφράζεται στην αγιογραφία, την μουσική, την αρχιτεκτονική κ.λπ., που προσελκύει την προσοχή των συγχρόνων ανθρώπων. Γιατί, οι αγιασμένοι άνθρωποι μπορούν να αγιογραφούν να ψάλλουν, να κατασκευάζουν Ναούς κ.λπ. αγιασμένα και θεραπευμένα, μπορούν να αγιάζουν τον κόσμο.

Πέμπτον
. Οι άγιοι, που είναι τα ζωντανά μέλη της Εκκλησίας αισθάνονται στενή και ουσιαστική σχέση με την κτίση. Μέσα στην κτίση, ακριβώς επειδή διαθέτουν καθαρό νου, βλέπουν τους λόγους των όντων, αισθάνονται τον αναστεναγμό της κτίσεως και την οδύνη της και με την δική τους αναγέννηση συντελούν στην ελευθερία της από τη φθορά. Οι άγιοι, με τον τρόπο τους, αποκαθιστούν την αταξία που υπάρχει στην κτίση, λόγω της αποστασίας του ανθρώπου, και συντελούν στην επικράτηση της δικαιοσύνης.

Έκτον
. Η Εκκλησία διαπαιδαγωγεί τα μέλη της στο να βλέπουν την παρούσα ζωή μέσα από την εσχατολογική προοπτική. Ούτε απομονώνει τον παρόντα κόσμο από το έσχατο, ούτε αποβλέπει απλώς στο έσχατο παραβλέποντας την παρούσα ζωή. Άλλωστε, μια κοινωνικότητα έξω από την εσχατολογική προοπτική συνιστά την εκκοσμίκευση.

Όλα αυτά είναι ανάγκη να τα διδάσκουμε στα παιδιά με μεθοδικότητα, με προσωπική πίστη, με παραδείγματα από τους βίους των αγίων και μάλιστα μέσα στους χώρους της ζωής που είναι η λατρεία, ιδιαιτέρως η θεία Λειτουργία, όπου δεν αφαιρείται ο λόγος χάρη ενός θρησκευτικού συναισθήματος, ούτε απομονώνονται τα υλικά αγαθά χάρη μιας μανιχαϊκής θεωρήσεως της σωτηρίας, ούτε ακόμη αποδεσμευόμαστε από ένα τμήμα του χρόνου, αλλά ζούμε στο παρόν την οικονομία του παρελθόντος και την εσχατολογία του μέλλοντος.


Συμπέρασμα


Ο σύγχρονος άνθρωπος, ιδιαιτέρως ο σύγχρονος νέος, χρειάζεται την εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή. Γιατί μια θρησκευτική αγωγή έχει κουράσει τους ανθρώπους, αφού τους οδηγεί κατ' ευθείαν στον αγνωστικισμό που αφήνει τον άνθρωπο αλύτρωτο και βασανισμένο.

Κάποιος μου είπε: «Αν ο Θεός δεν ήταν Αυτός που διδάσκει η Εκκλησία διά των αγίων, τότε θα ήταν καλύτερα να ήμουν άθεος». Είναι φοβερός ο λόγος αυτός, δείχνει, όμως, ότι μια θρησκευτική παιδεία δεν σώζει τον άνθρωπο, αλλά δημιουργεί ψευδαισθήσεις σωτηρίας που επιτείνουν το πρόβλημα και την αγωνία.

Επομένως, όλοι μας καλούμαστε να εκκλησιοποιηθούμε και να βοηθούμε όσους επιδιώκουν την εκκλησιοποίησή τους, χρησιμοποιώντας εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή.


* Εισήγηση στο Θεολογικό Συνέδριο της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου στο Συνεδριακό Κέντρο της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου την 1-2-1997.

* 1. Ελευθεροτυπία 5-2-1996.

* 2. Βλ. Μάριος Μπέγζος, Η μεταφυσική της ουσιοκρατίας στον Μεσαίωνα και η εκκοσμίκευση, φιλοσοφική κριτική στην Θρησκεία της Ευρώπης, Αθήνα 1989, σελ. 139-162.
* 3. Ιωάννου Ρωμανίδου, Η Θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της, αδημοσίευτο κείμενο.
* 4. Ένθ.αν.
* 5. Συνθήκη Μάαστριχτ έτους 1992, κεφάλαιο 3, άρθρο 126.


«ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»

ΔΙΜΗΝΙΑΙΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΝ ΚΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ
ΟΡΓΑΝΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

το βρήκαμε εδώ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΤΟΣ 80 ΤΕΥΧΟΣ 767 ΜΑΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1997

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)