Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Γιατί θυμιάζουμε

Του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών π. Χριστοδούλου

Το θυμίαμα στη λατρεία του Θεού εχρησιμοποιείτο και από τους Εβραίους και από τους ειδωλολάτρες. Ήταν δείγμα αναγνώρισης της υπερέχουσας αξίας του Θεού, ήταν σύμβολο υποταγής και αφοσίωσης. Στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε την περιγραφή του και το μείγμα από το οποίο απετελείτο. Συγκεκριμένα, στο Εξόδου 30, 34-38 ο Θεός δίδει εντολή να αποτελείται το θυμίαμα από 4 συστατικά στοιχεία, από σταχτή, όνυχα, χαλβάνη και λίβανο. Γι’ αυτό και οι έννοιες «θυμίαμα» (ή μοσχοθυμίαμα) και «λιβάνι» δεν ταυτίζονται.

Το λιβάνι είναι ένα από τα στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται το θυμίαμα.

Στα χρόνια του Κυρίου το εβραϊκό θυμίαμα απετελείτο από 13 αρωματώδη στοιχεία, πως μαρτυρεί ο Ιώσηπος. Η Σκηνή του Μαρτυρίου περιείχεν, εκτός των άλλων, και το «χρυσούν θυμιατήριον», μέσα στο οποίον έκαιαν κάρβουνα και ο Ιερέας πετούσε αρκετό θυμίαμα και έπειτα γονάτιζε και προσευχόταν στον Θεό. Στο ναό του Σολομώντος υπήρχε το θυσιαστήριον του θυμιάματος, στο οποίο εθυμίαζε κάθε ημέρα ένας Ιερεύς. Ο Ιερεύς δε, που του έπεφτε ο κλήρος να θυμιάσει, εθεωρείτο ότι αξιωνόταν μεγάλης τιμής από τον Θεό. Τούτο συνέβη και με τον Ζαχαρία, πατέρα του τιμίου Προδρόμου, που κατά την ώρα του θυμιάματος δέχθηκε από τον Άγγελο την πληροφορία ότι θα γεννήσει σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία και με τη γυναίκα του στείρα τον Βαπτιστή. Η ώρα του θυμιάματος στους Εβραίους ήταν συγκλονιστική για τους συμβολισμούς της.

Και οι ειδωλολάτρες χρησιμοποιούσαν θυμίαμα στη λατρεία τους, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, οι Αιγύπτιοι, οι Φοίνικες, οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι κλπ. Σας υπενθυμίζω τις περιπτώσεις αγίων χριστιανών μαρτύρων που, επειδή δεν εδέχθησαν να ρίψουν θυμίαμα εμπρός στα είδωλα, εθυσιάσθησαν οι ίδιοι.

Θυμίαμα προσεφέρετο και προς τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, που ελατρεύετο ως Θεός. Το ίδιο συνέβαινε και για άλλους επιφανείς ανθρώπους που είχαν δοξασθή από τους ανθρώπους. Κατά τον ιστορικό Θεοδώρητο, ο Ιουλιανός Παραβάτης αξίωνε να του καίνε θυμίαμα.

Συμβολισμοί

Η χριστιανική θρησκεία παρέλαβε από τους Εβραίους το θυμίαμα και το καθιέρωσε και στη δική της λατρεία.

Του προσέδωσε δε πνευματικούς συμβολισμούς, που αξίζει να θυμηθούμε.

1. Το θυμίαμα εν πρώτοις συμβολίζει την προσευχή, που ανεβαίνει προς τον

θρόνον του Θεού. «Κατενθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου…». Είναι η ορμή της ψυχής προς τα άνω.

Και ταυτόχρονα συμβολίζει και την ζέουσαν επιθυμία μας να γίνει η προσευχή μας δεκτή «εις οσμήν ευωδίας πνευματικής». Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος «ώσπερ το θυμίαμα και καθ’ εαυτό καλόν και ευώδες, τότε δε μάλιστα επιδείκνυται την ευωδίαν, όταν ομιλήση τω πυρί. Ούτω δε και η ευχή καλή μεν καθ’ εαυτήν, καλλίων δε και ευωδεστέρα γίνεται, όταν μετά και ζεούσης ψυχής αναφέρηται, όταν θυμιατήριον η ψυχή γένηται και πυρ ανάπτη σφοδρόν». Γι’ αυτό και πρέπει να διδάσκουμε το λαό ότι, όταν προσεύχεται, καλόν είναι να καίει θυμίαμα στο σπίτι.

2. Συμβολίζει ακόμη τις γλώσσες πυρός της Άγιας Πεντηκοστής, όταν ο Κύριος εξαπέστειλε στους Μαθητές Του το Πανάγιόν Του Πνεύμα «εν είδει πυρίνων γλωσσών». Στην ευχή που λέγει ο ιερεύς, όταν ευλογεί το θυμίαμα στην Πρόθεση, αναφέρει «Θυμίαμα Σοι προσφέρομεν Χριστέ ο Θεός εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου Σου Πνεύματος». Με το θυμίαμα δηλ. ζητούμε από τον Κύριο να μας στείλει την αγιοπνευματικήν Του χάρι. Γι’ αυτό και οι πιστοί, όταν τους θυμιάζει ο Ιερεύς, κλίνουν ελαφρώς την κεφαλή σε δείγμα αποδοχής της χάριτος αυτής. Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ερμηνεύει ως εξής την σημασίαν του θυμιάματος:

«Δηλοί την απ’ ουρανού χάριν και δωρεάν εκχυθείσαν τω κόσμον διά Ιησού Χριστού και ευωδίαν του Πνεύματος και πάλιν εις τον ουρανόν δι’ αυτου αναχθείσαν».

3. Το ευώδες θυμίαμα συμβολίζει εξ άλλου και τον αίνον, που απευθύνεται προς τον Θεό. Η καύση του θυμιάματος σημαίνει τη λατρεία και τον εξιλασμό. Το δε ευχάριστο συναίσθημα, που δημιουργείται από το άρωμα του θυμιάματος σε όλο το χώρο του Ι. Ναού, σημαίνει την πλήρωση της καρδιάς μας από τη θεία ευαρέστηση, που είναι ο καρπός της αγάπης μας προς τον Θεό. Στην περίπτωση αυτή κάθε πιστός μετατρέπεται σε «ευωδίαν Χριστού».

4. Το δε θυμιατήριον, που καίγονται τα κάρβουνα και τοποθετείται το θυμίαμα, συμβολίζει την κοιλίαν της Θεοτόκου, η οποία δέχθηκε στα σπλάγχνα της σωματικώς την Θεότητα, που είναι «πυρ κατανάλισκαν», χωρίς να υποστή φθοράν ή αλλοίωση. Κατά τον Άγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κων/λεως «Ο θυμιατήρ υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, το πυρ την θεότητα και ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του Αγίου Πνεύματος προπορευομένην».

Και αλλού: «Η γαστήρ του θυμιατηρίου νοηθείη αν ημίν η ηγιασμένη μήτρα της Θεοτόκου φέρουσα τον θείον άνθρακα Χριστόν, εν ω κατοικεί πάν το πλήρωμα της θεότητας σωματικώς. Διό και την οσμήν της ευωδίας αναδίδωσιν ευωδιάζον τα σύμπαντα». Με απλά λόγια και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιγράφει αυτόν τον συμβολισμόν, λέγοντας: «Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκο. Όπως τα κάρβουνα είναι μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται, έτσι και η Δέσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε».

Λειτουργική Χρήση

1. Η Εκκλησία μας εισήγαγε το θυμίαμα με νέους συμβολισμούς στη θεία λατρεία από την αρχή. Κατά τον 3ο Αποστολικό Κανόνα μόνο θυμίαμα και έλαιο είναι επιτρεπτά στο Άγιον Θυσιαστήριον. Ο δε Ιουστινιανός εδώρησε στην Άγια Σοφία 36 χρυσά θυμιατήρια με πολύτιμους λίθους, κατά δε μαρτυρίαν του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου οι βασιλείς στο Βυζάντιο εισερχόμενοι στην εκκλησία προσέφεραν θυμίαμα στα ειδικά θυμιατήρια, τα καλούμενα «καπνιστά».

Το θυμιατόν, κατά ταύτα, ως ένα ιερό σκεύος αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού, πρέπει να είναι καθαρό και όχι μαυρισμένο από τον καπνό, να είναι από καλό μέταλλο και όχι ευτελές και να συμμορφώνεται ως προς το σχήμα προς την λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Το «κατζίον» είναι ειδικής χρήσεως θυμιατόν, που χρησιμοποιείται στις Αγρυπνίες και στις κατανυκτικές Ακολουθίες της Μεγ. Τεσσαρακοστής και της Μεγ. Εβδομάδος. Το δε χρησιμοποιούμενο θυμίαμα πρέπει να είναι αρωματώδες, ως εκείνο πού παράγεται στο Άγιον Όρος και στις άλλες μονές μας. Από εκεί να το προμηθεύεσθε, πρώτον μεν διότι παρασκευάζεται με προσοχή και ευλάβεια, δεύτερον δε διότι προμηθευόμενοι αυτό ενισχύετε οικονομικά τις πτωχές μονές.

2. Θυμίαμα χρησιμοποιείται σε όλες τις εκκλησιαστικές Ακολουθίες και δη κατά την έναρξή των. Και στα επτά Μυστήρια επίσης. Δυστυχώς σήμερα αυτό έχει εγκαταλειφθεί αδικαιολογήτως, ενώ θα έπρεπε να επανέλθει. Η Βάπτιση π.χ. μπορεί και πρέπει να αρχίζει με θυμίαμα, το ίδιο και το Ευχέλαιο. Ο Εσπερινός και η Θεία Λειτουργία τελούνται σήμερα με χρήση θυμιάματος, το οποίον όμως δέον να προσφέρεται κατά την τάξιν.

3. Ειδικότερον, του θυμιάματος προηγούνται:

α. Η προετοιμασία του θυμιατού με το άναμμα των ανθράκων. Τα εν χρήσει «καρβουνάκια» χρειάζονται προσοχή, διότι κατά το άναμμα βγάζουν αποπνικτικό καπνό που ενοχλεί.

Γι’ αυτό και πρέπει να ανάπτονται μακρυά από το λαό, είτε σε μια άκρη του Ιερού, άωτε και έξω από αυτό. Επίσης, χρειάζεται προσοχή κατά το άναμμα, διότι εκσφενδονίζονται μικρές καύτρες που μπορεί να προκαλέσουν ζημιές σε τραπεζομάνδηλα ή στα χαλιά. Ποτέ δεν ανάπτεται το θυμιατό εμπρός στην Άγια Τράπεζα. Προτιμότερη είναι η χρήση καρβουνόσκονης, που ούτε «πετάει» καύτρες, ούτε βγάζει καπνό. Ευνόητο είναι ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση του θυμιατού χωρίς αναμμένα κάρβουνα.

β. Η τοποθέτηση του θυμιάματος. Το ορθόν είναι το θυμίαμα να το προσφέρει Αρχιερεύς-όταν λειτουργεί- ή ο Ιερεύς, τοποθετώντας ο ίδιος το «λιβάνι» μέσα στο θυμιατό. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει σε ευπρεπές δοχείο τοποθετημένο το θυμίαμα και με ένα κουταλάκι παίρνει από αυτό, συνήθως προσφερόμενο από ένα παιδί, το αναγκαίο θυμίαμα και το τοποθετεί επάνω στα κάρβουνα. Η χειρονομία είναι βέβαια συμβολική, δηλ. εντάσσεται και αυτή μέσα στους άπειρους συμβολισμούς, που υπάρχουν στη λατρεία μας. Είναι όμως και χαρακτηριστική, διότι δείχνει με απτό τρόπο ότι το θυμίαμα προσφέρεται από τον ίδιο τον λειτουργό.

γ. Η ευλόγηση αυτού από τον Αρχιερέα, αν χοροστατεί ή λειτουργεί, ή από τον ίδιον τον Ιερέα. Η ευλόγηση είναι διαφορετική στην «κάλυψη» των θείων δώρων και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις. Δηλ., όταν πρόκειται να «καλύψει» τα Άγια ο Αρχιερεύς ή ο Ιερεύς, προσφερομένου του Θυμιάματος, λέγει την ευχή «Θυμίαμα Σοι προσφέρομεν, Χριστέ…» και το ευλογεί. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις λέγει «Ευλογητός ο Θεός ημών…» και ευλογεί με το χέρι.

4. Το θυμίαμα πραγματώνει κατά περίπτωσιν είτε ο Αρχιερεύς, είτε ο Ιερεύς, είτε ο Διάκονος. Εις τον Εσπερινό και τον Όρθρο θυμιά ο Διάκονος, εάν υπάρχει, ή ο Ιερεύς. Εάν δεν χοροστατεί Αρχιερεύς, την ευλόγηση του δίδει ο Ιερεύς. Εάν όμως παρίσταται Αρχιερεύς χοροστατών προσάγεται προς αυτόν το θυμίαμα και εκείνος ευλογεί από του αρχιερατικού Θρόνου. Ο λαμβάνων την ευλογίαν θυμιά τρις τον Αρχιερέα. Στην περίπτωση αυτή ο θυμιών εισέρχεται στο Άγιον Βήμα και θυμιά την Αγίαν Τράπεζαν, τους παρόντες Ιερείς και εξέρχεται του Βήματος, που θυμιά τις εικόνες του τέμπλου και πάλιν τον Αρχιερέα 9κις, και εν συνεχεία τον λαόν.

Επιστρέφων στον Σολέα θυμιά 9κις τον Αρχιερέα, μετά πάλιν τις εικόνες του τέμπλου, και εισερχόμενος στο Άγιον Βήμα θυμιά πάλιν πέριξ την Αγίαν Τράπεζα, την Πρόθεση, τους εντός του Βήματος κλπ.

5. Θυμίαμα προσφέρεται κατά την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, κατά την ψαλμώδηση του Απολυτίκιου, προ της Αναγνώσεως του Ευαγγελίου, κατά τον Χερουβικόν ύμνον, μετά τον καθαγιασμόν, κατά το «Ορθοί, μεταλαβόντες…». Μετά την καθιέρωση, στα όρια της Ι. Αρχιεπισκοπής και μερικών άλλων Ι. Μητροπόλεων, της μελωδικής αποδόσεως του «Αλληλουιαρίον», το θυμίαμα προ του Ευαγγελίου γίνεται κατά την ώραν αυτήν με άνεση και χωρίς να παρενοχλείται κανείς.

6. Είθισται ψαλλομένου του Χειρουβικού να εξέρχεται ο Αρχιερεύς ή ο Ιερεύς στην Ωραία Πύλη και να θυμιά τις εικόνες του τέμπλου, όταν ο ιεροψάλτης φθάσει εις την λέξιν «Τριάδι». Η σύνδεσε της λέξεως αυτής με την έξοδον από του Αγίου Βήματος δεν ευρίσκει κανένα εννοιολογικό έρεισμα. Όμως έχει επικρατήσει και τηρείται από πολλούς ιερουργούς. Διαφορετική είναι η περίπτωση της ενάρξεως του θυμιάματος στον Εσπερινό, όταν ο ιεροψάλτης φθάσει στη λέξη «ως θυμίαμα ενώπιον Σου». Την έξοδο στο «Τριάδι» φαίνεται ότι επέβαλαν πρακτικοί λόγοι, επειδή τότε περίπου ο Ιερεύς έχει τελειώσει την Ανάγνωση της ευχής του Χερουβικού ύμνου.

Άλλωστε, η παλαιά τάξη ήταν να θυμιά ο Διάκονος καθ’ ον χρόνον ο Ιερεύς ανεγίνωσκε την ευχήν.

7. Ο τρόπος χειρισμού του θυμιατηρίου προϋποθέτει εμπειρίαν και ζήλον. Πολλοί ιερουργοί, ιδίως νεοχειροτόνητοι, δεν γνωρίζουν πώς γίνεται το θυμιάτισμα, δηλ. πώς πιάνουμε το θυμιατό, πώς το κινούμε με χάρι, πώς το κατευθύνουμε όπου πρέπει, πώς αποφεύγουμε ζημιές, με αποτέλεσμα να δείχνουν αδεξιότητα και να στερούν τον απαραίτητο παλμό από το θυμιάτισμα. Και βέβαια είναι απόβλητη η συνήθεια πολλών αδαών ή και αδεών, να θυμιατίζουν πολύ γρήγορα και έντονα, χωρίς τη δέουσα ιεροπρέπεια, όπως και άλλων που με πολύ δισταγμό σηκώνουν το χέρι των, αποδίδοντες στο θυμιάτισμα νωχελικό ρυθμό. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο ενδείκνυται. Το ένα προδίδει «παρρησίαν», το άλλο αμηχανία. Χρειάζεται χειραγωγία από έμπειρους προς αρχαρίους. Το θυμιατόν κινεί το δεξιό χέρι με σταθερότητα, αλλά και με ευπρέπεια. Κατά το θυμιάτισμα είτε του Αρχιερέως, είτε των ιερών εικόνων, ο θυμιών Διάκονος ή ο Ιερεύς κλίνει ελαφρώς τον αυχένα μετά από κάθε τριττή κίνηση. Χρειάζεται, επίσης, προσοχή να μη πεταχθούν έξω τα κάρβουνα. Η τέχνη του θυμιάν αποβλέπει στην αποφυγή και τέτοιων αδεξίων κινήσεων.

8. Το θυμίαμα με το «κατζίον» θέλει και αυτό την τέχνην του. Το «κατζίον» έχει συνήθως 1 ή 3 κουδουνάκια. Ο χειριζόμενος αυτό οφείλει να το κινεί κατά τρόπον που να επιτρέπει στα κουδουνάκια να ακούγονται ελαφρώς. Με το ιερό αυτό σκεύος ο ιερουργός σχηματίζει στον αέρα το σημείον του Σταυρού, αντί άλλης κινήσεως.


το βρήκαμε εδώ

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Σταῦρος Λάντσιας:Το πιάνο είναι η προέκταση του εαυτού μου.

Όταν ακούς τον Σταύρο Λάντσια να παίζει πιάνο, είναι αναπόφευκτο να νιώσεις ότι σχεδόν δεν ανασαίνεις. Σε καθηλώνει με τη δύναμη, τη μελωδικότητα και τη δεξιοτεχνία του. Οι συνθέσεις του εξίσου υπέροχες, τις χαρακτηρίζει ο λυρισμός, σαν ποιήματα δίχως λόγια. Σε ωθούν άλλοτε να ονειρευτείς και άλλοτε να ταξιδέψεις στις αναμνήσεις σου με οδηγό τα αισθήματά σου. Ως άνθρωπος χαρακτηρίζεται από χιούμορ, σεμνότητα και έχει ανοιχτούς ορίζοντες. Μια ήρεμη δύναμη που ξεχωρίζει αμέσως και εμπνέει!

Τι είναι ταλέντο τελικά;

- Είναι μια ευκολία ίσως για κάποια πράγματα; Για κάποιο παιδί είναι πιο γρήγορο και εύκολο να κάνει κάτι ενώ για κάποιο άλλο δυσκολότερο. Όμως εάν δεν το δουλέψεις, τι να το κάνεις το ταλέντο μόνο του; Χαραμίζεται! Σου δίνει ένα χάρισμα ο Θεός το οποίο δε μπορείς ευτυχώς να το μετρήσεις. Δεν πιστεύω ότι ανάλογα με το πόσο ταλέντο έχεις θα κάνεις τόση μουσική. Μπορεί για παράδειγμα, να έχεις λιγότερο ταλέντο αλλά περισσότερη αισθητική και να έχεις να πεις κάτι. Καμιά φορά το ταλέντο είναι υπερεκτιμημένο.

- Μια συμβουλή για τους νέους μουσικούς;

- Δεν υπάρχει τρόπος να προετοιμάσεις κανέναν. Στη ζωή πρέπει να τα περάσεις και ο ίδιος και να τα ζήσεις για να τα καταλάβεις. Εάν θέλεις η μουσική να είναι και το επάγγελμα σου, είναι καλό να δουλεύεις και να επιδιώκεις, για να επεξεργαστείς μέσα σου αυτό που θα σου έρθει μετά. Υπάρχει μια συνεχής πάλη, η οποία είναι καλή και να μην είσαι απέξω, να μην κρατάς μια κριτική στάση προς τα πράγματα και τους ανθρώπους. Όσο γίνεται ένας καλός συνδυασμός μελέτης ασκητικής, όσα μπορείς να μαθαίνεις από φίλους μουσικούς και από αυτά που ακούς αλλά και ανάμειξη στην πραγματική ζωή με τη μουσική, όπως συμμετοχή σε συναυλίες, σε γκρουπ και να δημιουργείς. Θεωρώ πολύ σημαντικό για έναν μουσικό να συνθέτει γιατί μετά αλλιώς παίζει και τα κομμάτια των άλλων και καταλαβαίνει τη δημιουργική διαδικασία. Πιστεύω ότι καμιά προσπάθεια δεν είναι χωρίς ανταμοιβή και ηθική και υλική. Προσπάθησε να γίνεις όσο καλύτερος γίνεται σε όποιο τομέα και αν είσαι και να έχεις ανοιχτά μυαλά και αυτιά σε όλα τα είδη μουσικής, ποτέ μην αποκλείεις τίποτα γιατί δεν ξέρεις από πού θα μάθεις κάτι.


Ο Σταύρος Λάντσιας γεννήθηκε στην Κύπρο το 1966.
Σπούδασε κλασσικό πιάνο και θεωρία μουσικής στο Ελληνικό Ωδείο Λευκωσίας. Το 1986 πηγαίνει στην Αμερική για σπουδές και το 1990 παίρνει δίπλωμα ενορχήστρωσης (Bachelor of Music Degree in Commercial Arranging) από το Berklee College of Music της Βοστώνης. Παράλληλα, παρακολουθεί μαθήματα σύνθεσης μουσικής για κινηματογράφο. Διακρίνεται με τα βραβεία Count Basie Jazz Masters award for pianists 1989 και Quincy Jones Jazz Masters award for arrangers 1990. Μετά το Berklee συνεχίζει σπουδές πιάνου με τον διεθνούς φήμης καθηγητή και guru της jazz, Charlie Banakos. To 1992 επιστρέφει στην Αθήνα όπου εργάζεται κυρίως ως ενορχηστρωτής-πιανίστας στην Eλληνική δισκογραφία, τηλεόραση και θέατρο. Από το 1993 ως το 1996 αναλαμβάνει καθήκοντα ενορχηοτρωτή-διευθυντή ορχήστρας στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού θεσσαλονίκης.Το 1994 αναλαμβάνει τη μουσική επιμέλεια-ενορχήστρωση στο θεατρικό μιούζικαλ Μερικοί το προτιμούν καυτό και το 1995 στο West Side Story.
To 1996 στη Νορβηγία και το 1997 στην Ιρλανδία λαμβάνει μέρος στον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision ως διευθυντής ορχήστρας της Κυπριακής συμμετοχής.
Ο Σταύρος Λάντσιας έχει συνεργαστεί με σπουδαίους Έλληνες καλλιτέχνες όπως οι: Ελλη Πασπαλά, Διονύσης Σαββόπουλος, Αλκίνοος Ιωαννίδης και Γιώργος Νταλάρας (Μέγαρο Μουσικής-1997) Συνθέσεις του παρουσιάζει με τους Human Touch, το group που έχει δημιουργήσει με τους διακεκριμένους μουσικούς Γιώτη Κιουρτσόγλου και David Lynch. Στην πρώτη τους δισκογραφική δουλειά (1998) εκτός από πιάνο παίζει ντραμς, ακουστική κιθάρα και κρουστά.
Η πρώτη του προσωπική δισκογραφική δουλειά έχει τον τίτλο Επιστροφή και περιέχει συνθέσεις ενορχηστρωμένες για πιάνο, όμποε, κουαρτέτο εγχόρδων, κοντραμπάσο και τύμπανα. Σε δύο συνθέσεις φιλοξενείται ο Haig Yazdjian στο ούτι και φωνή.

το βρήκαμε εδώ

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Οι διαθρησκειακές εκδηλώσεις και η παράδοσις της Εκκλησίας


π. Γεώργιος Καψάνης, Καθηγούμ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

Η αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Εκκλησία των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων. Γι' αυτό στην Εκκλησία μας δεν αυτοσχεδιάζουμε ούτε ακολουθούμε τον λογισμό μας, αλλά «επόμεθα τοις θείοις Πατράσιν» (Δ' Οικουμενική Σύνοδος), όπως και εκείνοι ήποντο τοις αγίοις Αποστόλοις και Προφήταις.
Θα πρέπη λοιπόν και στο θέμα των διαθρησκειακών σχέσεων και εκδηλώσεων να ακολουθούμε τους Προφήτας, τους Αποστόλους και τους Πατέρας. Όπως διδάσκει και ο ιερός Ιωσήφ Βρυέννιος: «Αμήχανον άλλως την αλήθειαν γνώναι ή θεολογίας άπτεσθαι μη τοις αγίοις επόμενον».


Είναι γνωστόν ότι το κήρυγμα των Προφητών ήταν κήρυγμα ανενδότου και ανυποχωρήτου αγώνος κατά κάθε μορφής αναμίξεως ή θρησκευτικού συγχρωτισμού με τους περιβάλλοντας τότε τον Ισραήλ ειδωλολατρικούς λαούς. Και μόνον το παράδειγμα του προφήτου Ηλία, του οποίου κατ' αυτάς εορτάζουμε την μνήμη, φθάνει να μας πείση για την αλήθεια αυτή.

Ανένδοτοι επίσης ήσαν και οι άγιοι Απόστολοι, όχι μόνον κατά των ειδωλολατρικών θρησκειών αλλά και κατά του αρνουμένου τον Χριστόν ως Θεόν ενανθρωπήσαντα και μοναδικόν Σωτήρα των ανθρώπων Ιουδαϊσμού. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος κηρύττει: «Παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού εστί. και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί ελη­λυθότα, εκ του Θεού ουκ εστί. και τούτο εστί το του αντιχρίστου ο ακηκόατε ότι έρχεται, και εν τω κόσμω εστίν ήδη» (Α' Ιωάν. 4, 2-3).

Οι άγιοι Πατέρες επίστευαν ως γνωστόν ακραδάντως ότι μόνον ο Κύριος Ιησούς Χριστός σώζει τον άνθρωπο, ότι κάθε παραχώρησις προς τις άλλες θρησκείες ή αιρέσεις αποτελεί άρνησι και προδοσία του Χριστού και γι' αυτό ακυρώνει την σωτηρία των ανθρώπων.

Λόγω της πίστεως αυτής οι άγιοι Πατέρες ετέλεσαν μεγάλους αγώνας κατά της ειδωλολατρίας και κατά των λεγομένων μονοθεϊστικών θρησκειών, τις οποίες θεωρούσαν εξίσου επικίνδυνες με την ειδωλολατρία και ως «μία κεκαλυμμένη ασέβεια που ευκόλως δύναται να απατήση τον νουν» (Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης).

Ετέλεσαν επίσης μεγάλους αγώνας κατά των αιρετικών παραχαράξεων της ορθής Πίστεως και υπέστησαν χάριν της Αληθείας διωγμούς, φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια και πικρούς θανάτους. Όλοι αυτοί οι άγιοι Πατέρες μακαρίζονται από την Εκκλησία ως Ομολογηταί της Ορθοδόξου Πίστεως και ισοστάσιοι με τους αγίους Μάρτυρας, παλαιούς και νέους.

Μελετώντας τους βίους των Αγίων που ήρθαν σε επαφή και συζητήσεις με τους Μουσουλμάνους, όπως ο άγιος Φώτιος και ο μαθητής του Κωνσταντίνος (μετέπειτα άγιος Κύριλλος, απόστολος των Σλάβων), ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο ιερός Γεννάδιος ο Σχολάριος, διαπιστώνουμε ότι ενώ η μουσουλμανική πλημμυρίδα απειλούσε το Βυζάντιο, οι θεοφόροι αυτοί άνδρες στις συζητήσεις τους με τους μουσουλμάνους ετόνιζαν ότι αληθής Θεός είναι ο Τριαδικός Θεός, ότι μόνος Σωτήρας των ανθρώπων είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός και ότι ο Μωάμεθ είναι ψευδοπροφήτης.

Τις αλήθειες αυτές υπεστήριξαν για να μην αθετήσουν την ομολογία του Χριστού και φανούν ένοχοι αρνήσεώς Του, αλλά και εξ αγάπης προς τους μουσουλμάνους μήπως τυχόν πιστεύσουν στον Χριστό και σωθούν.

Στους συγχρόνους διαλόγους δίδεται δυστυχώς η εντύπωσις ότι το θέμα της Πίστεως είναι δευτερεύον ή και μπορεί τελείως να παρασιωπάται, προκειμένου να επιτύχουμε πρακτικούς σκοπούς, όπως είναι η συνεργασία για την ειρήνη ή την οικολογία.

Οι άγιοι Πατέρες τονίζουν ότι όπου υπάρχει αληθινή και ζώσα πίστις, δεν μπορεί να μην ομολογήται ο Τριαδικός Θεός και ο Θεάνθρωπος Χριστός. «Θρησκείαν οίδα και των δαιμόνων σέβας. Η δ' ευσέβεια, προσκύνησις της Τριάδος», γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (ποίημα ΛΔ'). Μάλιστα ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης στην «Επιστολήν στηρικτικήν» γράφει προς τους υποδουλωθέντας Χριστιανούς τις παραμονές της πτώσεως της Θεσσαλονίκης, ότι εκτός από την ανάγκη τηρήσεως των εντολών του Χριστού «προ πάντων αναγκαιότερον φυλάσσειν αυτού καθαράν και ακλινή την ομολογίαν. Χωρίς γαρ τούτου τα πάντα εισί νεκρά... Ούτω χωρίς της ομολογίας της πίστεως ουδέν όφελος έσται...» και «ο δοκεί ενεργείν (χωρίς την ομολογία του Χριστού) του πονηρού εστί εξαπάτη και της πλάνης υπάρχει καρπός». Και ακόμη «ουδέ αγαθά εισίν α δοκεί ποιείν ο άπιστος αγαθά, πονηρία δε μάλλον και εις Θεού παραλύπησιν» (Αγ. Συμεών, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Έργα Θεολογικά, Ανάλεκτα Βλατάδων, 1981, σελ. 113).

Η πίστις και ομολογία των αγίων Πατέρων περί της μοναδικότητος της σωτηρίας διά του Κυρίου Ιησού Χριστού, του ενός της Αγίας Τριάδος, απηχεί την διδασκαλία του ιδίου του Κυρίου: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή. ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ει μη δι' εμού» (Ιω. ιδ', 6) και «ο μη ων μετ' εμού σκορπίζει» (Λουκ. ια', 23).

Θα πρέπη να ληφθή σοβαρά υπ' όψιν ποιοι και για ποιους λόγους προωθούν τις πανθρησκειακές εκδηλώσεις:

α) Η Υπερδύναμις που στοχεύει στην κατάκτησι του κόσμου και επιθυμεί να κρατά τους λαούς υποτεταγμένους και χωρίς θρησκευτικούς και άλλους ανταγωνισμούς.

β) Το Βατικανό που δι' αυτών προβάλλει τον Πάπα ως κορυφή όχι μόνον όλων των Χριστιανών αλλά και όλων των θρησκειών. Αυτό φάνηκε και στην τελευταία εκδήλωσι της Ασσίζης.

γ) Η Νέα Εποχή που στοχεύει στην πανθρησκεία και στην παγκοσμιοποίησι.

Στην προώθησι πανθρησκειακών εκδηλώσεων συντελεί και ο πλουραλισμός που χαρακτηρίζει τον εκκοσμικευμένο σύγχρονο άνθρωπο. Ο πλουραλισμός απαγορεύει σε κάθε πίστι να διεκδικήση το πλήρωμα της Αληθείας και να ισχυρισθή ότι είναι η μόνη οδός σωτηρίας. Σωστά παρατηρήθηκε ότι μόνο για τη δική του ιδεολογία δεν επιτρέπει ο πλουραλισμός κάποια αμφισβήτησι ή σχετικοποίησι.

Το πνεύμα του θρησκευτικού πλουραλισμού εξέφραζε ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Αϊζενχάουερ: «είναι χρήσιμο να πιστεύης σε κάποια θρησκεία, δεν έχει σημασία σε ποια θρησκεία».

Η πρόκλησις για τους εκκλησιαστικούς άνδρες να αποδείξουν τον Χριστιανισμό χρήσιμο και αποτελεσματικό για τον εκκοσμικευ­μένο σύγχρονο άνθρωπο είναι προφανής. Έτσι κινδυνεύουμε να συμβιβασθούμε με το πνεύμα του κόσμου τούτου και να θυσιάσουμε την πιστότητά μας προς το Ευαγγέλιο και την αγία πατερική μας παράδοσι, οπότε και ο κατήφορός μας θα είναι συνεχής.

Αυτό έπαθαν οι ρωμαιοκαθολικοί και οι προτεστάντες.

Ο ευσεβής αλλά δοκιμασμένος λαός μας έχει ανάγκη να τον στηρίξουμε στην πατροπαράδοτο ευσέβεια. Πολλά γύρω του τον επηρεάζουν αρνητικά. Οι Χριστιανοί μας κινδυνεύουν από το διαδιδόμενο γενικότερα συγκρητιστικό πνεύμα. Ας μην τους προκαλούμε σύγχυσι και ας μη συντελούμε στην άμβλυνσι της δογματικής τους ευαισθησίας με τις διαθρησκειακές εκδηλώσεις, αλλά ας τους βοηθήσουμε να πιστεύουν ακράδαντα ότι: «Ούτος (ο Χριστός) εστίν ο λίθος ο εξουθενωθείς υφ' υμών των οικοδομούντων (των αρχόντων του Ισραήλ) ο γενόμενος εις κεφαλήν γωνίας και ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία. ουδέ γαρ όνομα εστίν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις, εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πράξ. δ', 12).

Αντί επιλόγου και συμπεράσματος θα παραθέσω τους λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου που πρέπει να χαρακτηρίζουν κάθε Ορθόδοξο Ποιμένα: «Τα πρόβατα τα εμά της φωνής μου ακούει, ης ήκουσα παρά των θείων λογίων, ην εδιδάχθην παρά των αγίων πατέρων, ην εδίδαξα κατά πάντα καιρόν ομοίως, ου συμμορφούμενος τοις καιροίς, και διδάσκων ου παύσομαι, μεθ' ης εγεννήθην και η συναπέρχομαι» (Λόγος ΛΓ', Προς Αρειανούς και εις εαυτόν).


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ», ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2003, ΤΕΥΧΟΣ



Διαβάστε περισσότερα άρθρα του γέροντα πατώντας εδώ


το βρήκαμε εδώ










Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Η κόλαση

Ηπειρώτικο δημοτικό τραγούδι

Παρακαλώ σε, Πανάγια, και διπλοπροσκυνω σε, νά μου χαρίσης τά κλειδιά, κλειδιά του παραδείσου, ν’ ανοίξω νάμπω ζωντανός γύρω νά περπατήσω, νά ιδώ τους πλούσιους πώς περνάν, και τους φτωχούς πώς στέκουν. Κάθονταν ή φτωχολογιά ‘ς τον ήλιο, ‘ς τόν προσήλιο κ’ οί πλούσιοι έκυλιόντανε ‘ς τήν πίσσα, ‘ς το σκοτάδι, εκείτονταν κι’ ο έξαρχος σέ μι’ άκρ’ ακουμπισμένος, και τους φτωχούς αγνάντευε και τους παρακαλούσε.

— Φτωχοί, γιά πάρτε τ’άσπρα μου, δόστε μου μιά λαμπάδα.

—Έδώ τά άσπρα δέν περνούν, λαμπάδες δεν πουλειούνται.

Έξαρχ’, έσυ το ήξερες πώς ήσουν γι’ άλλον κόσμο , δέν λεημονούσες τους φτωχούς, δέν βόηθαγες τς αρρώστους;

Έξαρχ’, εσύ το ήξερες, πώς είχες ν’ άπεθάνης, δέν πήγαινες είς το ‘σπερνό, δέ σύχναζες ‘ς τον όρθρο, και ‘ς τήν αγιά τή λειτουργία που τρέμ’ όλος ο κόσμος; θυμάσαι όντας έπαιρνες τά δέκα δεκαπέντε κ’ έβανες ‘ς το κρασί νερό, και μέσ’τ’ αλεύρι στάχτη;

Το άσμάτιον τούτο, σκιαγράφημα της Εύαγγελικής παραβολής του πτωχού Λάζαρου και του πλουσίου, άδεται έν τη έπαρχία των Ίωαννίνων παρά των λεγόντων την του Λαζάρου ώδήν ως παράρτημα αυτής.

Πηγή: Ηπειρώτικα Τραγούδια, Π. Αραβαντινός, Εκδόσεις Δωδώνη

Τὸ θαῦμα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς





Ἱερά Μονή Ἁγίας Παρασκευῆς στὸ Μηλοχώρι τοῦ Δήμου Μουρικίου

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

"Έφυγε" ο Παύλος Βρέλλης. Τι είχε πει για το Μουσείο του



Ο διάσημος γλύπτης Παύλος Βρέλλης, o άνθρωπος που ίδρυσε το Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας στο Μπιζάνι Ιωαννίνων,όπου ο επισκέπτης έρχεται σε επαφή με την ιστορία, μέσα από κέρινα ομοιώματα ηρώων, που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην Ελλάδα, από την προεπαναστατική περίοδο έως και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, «έφυγε» αφήνοντας μας, μια τεράστια κληρονομιά


Διεύθυνση: http://www.vrellis.gr/


Είπε ο ίδιος για το Μουσείο του: «Σαν φόρο τιμής, αγάπης και πίστης στους ανώνυμους και επώνυμους ήρωές μας, έφτιαξα τούτο το Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας με κέρινα ομοιώματα, στο χωριό Μπιζάνι Ιωαννίνων.

Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας. Η αγάπη και η λατρεία που είχα - από μικρό παιδί - στους ήρωες της Προεπανάστασης και της Επανάστασης του 1821, έγινε αγάπη και θαυμασμός και για τους μετέπειτα ήρωες. Αυτοί σφάχτηκαν, κρεμάστηκαν, γδάρθηκαν, ταπεινώθηκαν ... , για να κερδίσουμε εμείς σήμερα τον τόπο τούτο ελεύθερο - χωρίς σκλαβιά. Αυτός ο μικρός λαός της γης, έδειξε την ανδρεία του σε όλες τις εποχές. Αντικατέστησε το δόρυ με το καριοφίλι ή το σύγχρονο όπλο και βροντοφώναξε προς όλους τους λαούς της γης: " Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει". Σαν φόρο τιμής, αγάπης και πίστης στους ανώνυμους και επώνυμους ήρωές μας, έφτιαξα τούτο το Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας με κέρινα ομοιώματα, στο χωριό Μπιζάνι Ιωαννίνων. Θέλω να κάνω Ιστορική αγωγή, μνήμη ιερή όλων των ηρωικών μορφών και γεγονότων. Οι συνθέσεις είναι όλες δικές μου. Δούλεψα όχι μόνο με βάση την πλούσια βιβλιογραφία που συγκέντρωσα (για ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία) αλλά και τις πληροφορίες - στοιχεία - που πήρα από τα μέρη που περπάτησα, γνώρισα, φωτογράφησα και σχεδίασα (επί χρόνια). Ευχαριστώ όλους τους Έλληνες και ξένους συγγραφείς που στάθηκαν - με τις πηγές τους - πολύτιμοι οδηγοί μου στο δρόμο της δημιουργίας τούτου του έργου, αλλά και στο γράψιμό του βιβλίου που έχετε στα χέρια σας σήμερα. Ένα μεγάλο επίσης ευχαριστώ οφείλω στους καθηγητές και δασκάλους μου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, για τις γνώσεις που μου έδωσαν στα θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα - και που τόσο πολύ με βοήθησαν αυτές οι γνώσεις για την δημιουργία τούτου του έργου.


Ποιός ήταν ο Παυλος Βρέλλης


Γεννημένος στα Γιάννενα στις 25/3/1923, ορφάνεψε σε ηλικία 4 ετών από μητέρα. Εννέα χρόνια αργότερα χάνεται και ο πατέρας του.Η θεία του, Σοφία Παραμυθιώτη, αδερφή της μητέρας του, και δασκάλα, τον μεγαλώνει και τον σπουδάζει. Η καλλιτεχνική του πλευρά, είχε αρχίσει ήδη να διαφαίνεται από την παιδική του ηλικία, όταν είχε ζωγραφίσει ή σμιλέψει σε ξύλο ή πέτρα, αγαπημένους του ήρωες. Κατά την διάρκεια της κατοχής τον συνέλαβαν οι Γερμανοί, χρησιμοποιώντας τον μαζί με άλλα παιδιά για να καθαρίζει απομεινάρια πολεμικού υλικού, που δεν είχε εκραγεί...Έχοντας ζήσει σα μελλοθάνατος, σκάλιζε στη φυλακή απλά αντικείμενα σε ξύλο, περίμενε τις τελευταίες του στιγμές, είδε φίλους να χάνονται για πάντα, αποτύπωνε μορφές συγκρατούμενων του, με διαφορετική πια ενόραση. Το 1945 μπαίνει στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία και να αποφοιτά το 1947. Σε ηλικία 23 χρονών (πριν μπει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), καταπιάνεται με τη δημιουργία προτομών.Το 1954, αποφοιτά από τη Σχολή του με Θεωρητικό και Πρακτικό Πτυχίο.

Τον Φλεβάρη του 1983, έχοντας αποσυρθεί από τη μέση εκπαίδευση, με το βαθμό του γυμνασιάρχη, αγόρασε μια πετρώδη έκταση γης, 17 στρέμματα, κοντά στο χωριό Μπιζάνι (απέχει 12 χλμ. από τα Γιάννενα και βρίσκεται πολύ κοντά στα ιστορικά πεδία μαχών, που σημάδεψαν τις μάχες των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-'13). Για τα επόμενα 12 χρόνια, δούλεψε πάρα πολύ σκληρά, δεδομένου ότι άρχισε όλο το εγχείρημά του, σε ηλικία 60 χρονών. Ευτύχησε να έχει την αμέριστη βοήθεια πρώην μαθητών και πιστών του φίλων και την υποστήριξη ατόμων, οι οποίοι γνώριζαν τη δουλειά του και πίστευαν στην καλλιτεχνική του φλέβα.


Όλο το βιογραφικό του Παύλου Βρέλλη μπορείτε να το διαβάστε και ΕΔΩ


το βρήκαμε εδώ

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει...

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Τα Σκάνδαλα

http://www.atticafreepress.gr/wp-content/uploads/2010/03/329004054_a202c8ecc01-300x292.jpg

Μητροπολίτη Λεμεσού π. Αθανάσιου

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία

Καλησπέρα σας

Να απαντήσουμε πρώτα σε μια δύο ερωτήσεις και ύστερα να πάμε στο θέμα μας για να τις περιφρουρούμε. Λέει λοιπόν μία ερώτηση λίγο μεγάλη το εξής:

“Βλέπουμε καθημερινά στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να αποκαλύπτονται παντός είδους σκάνδαλα που αφορούν την κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου. Πολλές φορές αποκαλύπτεται ότι πολιτικοί ταγοί άνθρωποι υψηλά ιστάμενοι είναι αναμεμειγμένοι. Άνθρωποι στους οποίους ο λαός μας ο απλός κόσμος τους εμπιστεύεται με την ψήφο του την τύχη αυτού του τόπου. Κι όμως αυτοί αποδεικνύονται εκ των υστέρων στυγνοί συμφεροντολόγοι και καταχρώνται με τον χειρότερο τρόπο την εμπιστοσύνη του λαού. Ποιά πρέπει να είναι η στάση του καλού χριστιανού όταν βλέπει την σήψη και την διαφθορά τις αδικίες όταν επικρατεί ο νόμος του υλικού συμφέροντος, όταν γίνεται μάρτυρας ανθρώπων που πατούν επί πτωμάτων και θυσιάζουν τα πάντα στον βωμό του χρήματος. Μήπως πρέπει να αναμειγνύεται ενεργά, να κάνει διαδηλώσεις, να διαμαρτύρεται, να κάνει κάτι τέλος πάντων ή απλώς να αδιαφορεί και να σιωπά δίνοντας όλο το βάρος των δυνάμεών του στην σωτηρία της ψυχής του;”

Οπωσδήποτε είναι ένα βασικό ερώτημα που όλους μας μας απασχολεί αλλά να πιάσουμε έτσι τα πράγματα από μία σειρά. Κατ αρχάς πρέπει να ξέρουμε παιδιά ότι κι αυτή όλη αυτή η σκανδαλολογία σε όλα τα θέματα και σε όλα τα επίπεδα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και εκκλησιαστικά ακόμα γίνεται με όχι καλό τρόπο και όχι για καλό σκοπό. Δε μπορείς να προβάλεις το κακό με έναν τρόπο που δεν είναι καλός, διότι αν προβάλλεις το κακό με έναν κακό τρόπο γίνεται ακόμα πιο μεγάλο το κακό. Και το καλό ακόμα όταν το προβάλλει κανείς με ένα κακό τρόπο και καλό να είναι ο κακός ο τρόπος δεν το βοηθά, είναι κακό πράγμα.

Να πούμε ένα παράδειγμα, ας πούμε ότι έρχεται και ακούει στην τηλεόραση προχτές κάπου που ήμουν πριν λίγες μέρες έλεγε ότι ένας πατέρας παρενοχλούσε σεξουαλικά την κόρη του και βγήκε η μάνα και το έλεγε στο ραδιόφωνο στην τηλεόραση και έδειχνε μία φωνή τρεμοσβήνουσα και μια φιγούρα ανατριχιαστική. Και λέει κανείς, καλά είναι σκάνδαλο, είναι κακό, αλλά είναι πράγματα αυτά να τα λέει η τηλεόραση δηλαδή ένα μωρό, που ακούει αυτά τα πράγματα, ένα κοριτσάκι ας πούμε, να μπει μες το νου του ότι ο μπαμπάς του ή ο μπαμπάς ενός άλλου παιδιού κάνει αυτά τα πράγματα;

Δηλαδή να πάει ο πατέρας να χαϊδέψει την κόρη του και να αρχίσει το μωρό να αισθάνεται ας πούμε ότι είναι άλλο πράγμα ετούτο. Δεν λέγονται δεν διορθώνονται αυτά τα πράγματα έτσι. Δεν οικοδομούμε με αυτόν τον τρόπο, Σκάνδαλα υπάρχουν στον κόσμο και θα υπάρχουν πάντα, δεν θα πάψουν να υπάρχουν σκάνδαλα, αλλά οικοδομούμε εμείς με το να τα δημοσιεύουμε; Οικοδομούμε η παύουμε τα σκάνδαλα με το να τα προβάλλουμε κατ αυτό τον τρόπο; Μετά προβάλλοντας τα, το σκάνδαλο γίνεται μεγαλύτερο είναι ένας μεγεθυντικός φακός που το μεγαλώνει. Εντάξει υπάρχει ένα πρόβλημα είναι ανάγκη να το μεγαλοποιείς;

Και μετά όλοι εκείνοι που εμπλέκονται μέσα σε αυτό το πρόβλημα, τι γίνεται με αυτούς όλους τους ανθρώπους; Δηλαδή καταργείται το πρόσωπο του ανθρώπου, έστω ακόμα και του αμαρτωλού και του ενόχου ανθρώπου ακόμα. Μα και ο ένοχος έχει ακόμα και αυτός ένα δικαίωμα, έχει το δικαίωμα της μετανοίας αν μη τι άλλο. Πως μπορείς να συντρίψεις τον άλλο άνθρωπο, κι αν τελικά αποδειχθεί ότι δεν είναι ένοχος; Εάν τελικά αποδειχθεί ότι δεν είναι έτσι όπως τα λες τα πράγματα; Ποιος θα σηκώσει το βάρος όλης αυτής της ταλαιπωρίας;

Μετά βγαίνουν όλα αυτά τα πράγματα προς τα έξω, τα ακούμε εμείς, τα ακούτε όλοι σας, κι αρχίζουμε κι εμείς και τι κάνουμε; Μπαίνουμε και εμείς σε μία άλλη διαδικασία, όπως λέει εδώ και η ερώτηση, δηλαδή πρέπει να αντιδράσουμε; Και το λέει και μόνος του κοιτάξτε ατελής αντίδρασις, μήπως πρέπει να αντιδράσουμε ενενεργά, δηλαδή να κάμουμε διαδηλώσεις να διαμαρτυρηθούμε; Δηλαδή αντίδραση σε αυτό το σκάνδαλο να κάνουμε διαδηλώσεις να πετάξουμε πέτρες; Αυτό είναι όπως οι κατοχικές εκδηλώσεις που κάνουμε δηλαδή να πάμε έξω από την πράσινη γραμμή και τρώμε σουβλάκι και πετάμε πέτρες στους Τούρκους; Και αισθανόμαστε ότι επιτελούμε εθνικό καθήκον και μετά αφού τελειώσει πάμε και σε καμιά δισκοθήκη να περάσει η ώρα μας;

Έτσι αντιδρούμε κατά των σκανδάλων; Με τις διαδηλώσεις και με το να έχουμε αυτά τα πράγματα; Τούτα είναι πολύ σοβαρά πράγματα, και χρειάζονται πολύ σοβαρό τρόπο και χρειάζονται πολύ σύνεση και πρώτα απ όλα ο άνθρωπος πρέπει να έχει σωστές προϋποθέσεις μέσα του για να αντιδράσει σωστά. Δηλαδή πρώτα από όλα πρέπει να σκεφθείς ότι με την αντίδραση τι θα βγει; Τι βγαίνει με την αντίδραση, θα έχεις αποτέλεσμα καλό; Θα έχεις αποτέλεσμα κακό; Μετά η αντίδραση θα είναι καλή ή κακή; Γιατί μια κακή αντίδραση έστω κι αν είναι για καλό σκοπό χαλάει χαλάει και το καλό που γίνεται μετά. Και μετά πρέπει να σκευθεί κανείς και τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτήν την υπόθεση.

Δηλαδή βλέπετε να γίνει ένα έγκλημα, εάν ρωτήσετε έναν Άγιο, και πείτε έχει γίνει ένα έγκλημα, κάποιος άνθρωπος εσκότωσε έναν άλλον άνθρωπο, ποια θα είναι τα αισθήματα του Αγίου αυτού ανθρώπου; Να σας πω, εγώ δεν είμαι Άγιος άνθρωπος αλλά είδα Αγίους ανθρώπους που όταν άκουγαν αυτά τα πράγματα, μπορεί να 'ναι λάθος αυτό που λέω, δεν ξέρω, ελυπούνταν για το θύμα, ελυπούνταν για αυτόν που σκοτώθηκε, αλλά θρηνούσαν κυριολεκτικά γι' αυτόν που σκότωσε. Εκείνος που σκότωσε είναι πιο αξιοθρήνητος από εκείνον που σκοτώθηκε.

Μπορούμε να καταλάβουμε αυτήν την λογική των αγίων; Δηλαδή επροσεύχονταν για αυτόν που υπέστη το κακό δηλαδή για το θύμα αλλά προσεύχονταν διπλά για τον θύτη. Γιατί αυτός που έκανε το κακό είναι δυο φορές πιο σκοτωμένος και πολύ χειρότερη η θέση του από τον άλλον. Οπότε η αγάπη μας και ο πόνος μας πρέπει να πιάνει όλους τους ανθρώπους. Δεν μπορούμε εμείς εάν θέλουμε να σταθούμε πνευματικά απέναντι σε ένα γεγονός τέτοιο. Δεν μπορούμε να βλέπουμε ότι αυτός είναι ο κακούργος και είναι άξιος πάσης τιμωρίας και καταδίκης και μίσους και οτιδήποτε, και ο άλλος χρειάζεται συμπαράσταση και συμπάθεια. Ναι, συμπάθεια και συμπαράσταση μάλιστα, η δικαιοσύνη να ενεργήσει μάλιστα, αλλά δικαιούται και ο ένοχος άνθρωπος την αγάπη μαζί.

Δικαιούται και ο ένοχος άνθρωπος να έχει την συμπάθεια και την φροντίδα, την ποιμαντική φροντίδα της εκκλησίας και των ανθρώπων της εκκλησίας, γιατί από κανέναν δεν μπορούμε να στερήσουμε το ενδεχόμενο και την δυνατότητα της μετάνοιας, από κανέναν άνθρωπο.

Άρα βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά από ότι τα βλέπει ο κόσμος, από ότι τα βλέπει μία κοσμική αντιμετώπιση. Τώρα εντάξει να μου πείτε, τι κάνουμε έχει τόσες αδικίες δίπλα μας, τι κάνουμε εμείς; Τι κάνουμε κοιτάζει ο καθένας τον εαυτό του και λέει εγώ τι είμαι σε αυτόν τον τόπο, εγώ τι μπορώ να κάνω εγώ, κοιτάζει και τις δυνάμεις του, κοιτάζει και την θέση του, κοιτάζει και τις δυνατότητες που έχει, Βέβαια το να κάνω κάτι, τι αποτέλεσμα έχει;

Όπως λέει ο Γέρων Παΐσιος αρχίζει ο άνθρωπος από τον εαυτό του τον ίδιο. Κάνοντας τον εαυτό σου καλό, κάνεις ένα κομμάτι του κόσμου καλό, μετά επιδράς και στους γύρω σου ανθρώπους, επιδράς και πιο πολύ και πάρα 'κει και γίνεται κάτι καλύτερο. Μπορεί να αντιδράσει εναντίον του κακού με πολύ καλό τρόπο. Εάν χρειασθεί και πιο δυναμική αντίδραση με ευπρέπεια και σοβαρότητα, δεν σου απαγορεύει κανείς να το κάνεις αυτό το πράγμα, αλλά μέσα στα όρια της ευπρεπείας και με μία αρχοντιά να μην σκοτώσεις τον άλλον άνθρωπο, αλλά με σκοπό να βοηθήσεις και αυτόν ακόμα.

Δηλαδή έχει κάποιος το χέρι του στην σκανδάλη και είναι έτοιμο να πυροβολήσει κάποιον άλλον και εγώ είμαι δίπλα και δεν με είδε, μπορώ να του δώσω μια πάνω στο χέρι να του πέσει το όπλο κάτω; Να του δώσω, αλλά αν του δώσω όχι από νεύρα κι από κακία να του κόψω το χέρι του, αλλά για να μην κάνει ένα κακό μεγαλύτερο. Δηλαδή και αυτό ακόμα που θα τον παιδεύσω τον άλλον να γίνεται με αγάπη, να γίνεται μέσα σε ένα πνεύμα αγάπης.

Να δούμε ότι αυτό το πράγμα πρέπει να οικοδομήσει τελικά, να οικοδομήσει και εμένα να οικοδομήσει και τους άλλους. Και νομίζω ότι όταν τα πράγματα γίνονται με αγάπη και με πόνο όπως λέει ο Γέροντας με αγάπη και με πόνο για τον άλλον άνθρωπο. Τότε υπάρχουν για όλα τα πράγματα σωστή αντιμετώπιση και οικοδομή. Ο Θεός οικοδομεί τον άλλον άνθρωπο οικοδομεί ακόμα και αυτόν που είναι τελείως ξοφλημένος.

Δεν καταστρέφει ο Θεός κανέναν άνθρωπο, μόνον ο διάβολος καταστρέφει τον άλλον, ο Θεός οικοδομεί ακόμα και τον μεγαλύτερο φονιά έχει τρόπο ο Θεός να τον σώσει. Και αυτό ζητά ο Θεός ζητά όχι να καταστρέψεις εκδικητικά τον άλλον αλλά να τον σώσει από άπειρη αγάπη. Οπότε άμα δει κανείς τα πράγματα νομίζω αλλάζουν. Τώρα ότι και να κάνουμε παιδιά, πρέπει να το ξέρετε ότι τα σκάνδαλα είναι αδύνατον να εκλείψουν. Το είπε και ο Χριστός στο ευαγγέλιο , eίναι αδύνατον πράγμα να μην έρθουν τα σκάνδαλα.

Εδώ έρχονται μες την εκκλησία που διαβάζουμε το ευαγγέλιο από το πρωί έως την νύκτα, που κάνουμε τόσες λειτουργίες, κοινωνούμε, νηστεύουμε, προσευχόμαστε, κάνουμε τόσα πράγματα, αφιερώσαμε τον εαυτό μας στον Θεό και έρχεται ώρα που ξεσπούν σκάνδαλα μες την εκκλησία, ανάβουν φωτιές και δεν ξέρεις από που ήλθαν και πως σβήνουν, και δεν θα ξεσπάσουν σκάνδαλα σε άλλους χώρους;

Αυτά είναι σφραγίδες ανθρώπινης ατέλειας, είμαστε άνθρωποι, υπάρχει η ατέλεια η ανθρώπινη, υπάρχει η αδυναμία η ανθρώπινη, υπάρχουν τα λάθη τα ανθρώπινα. Άλλως πως το καταλαβαίνω εγώ, άλλως πως το καταλαβαίνει ο άλλος.

Είναι ίδιον της ανθρωπίνης φύσεως πλέον να υπάρχει να υπάρχει αυτή η ατέλεια, αυτή η αδυναμία και είναι φυσικό να εξέχουν από αυτά τα πράγματα όλες οι δυσκολίες οι οποίες βγαίνουν. Πρέπει να το μάθουμε να το αντιμετωπίζουμε σωστά να στεκόμαστε με μία σύνεση εμπρός στα σκάνδαλα, να μη πανικοβαλλόμαστε και να λέμε: να έχει σκάνδαλα δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Όχι. δεν είναι έτσι, ο Θεός και από τα σκάνδαλα βγάζει καλό, δηλαδή εκεί που οργώνει ο διάβολος σπέρνει ο Θεός, έλεγε ο Γέροντας.

Μπορεί να οργώνει ο σατανάς και να τα κάνει όλα άνω κάτω, ο Θεός τον αφήνει έχει δημοκρατία, άσε τον διάβολο να κάνει την δουλειά του, να βγάλει και αυτός το ψωμί του, να κάνει την δουλειά του εκείνος, αφού τελειώσει και τα κάνει όλα άνω κάτω, και δεν έχει πλέον άλλο να κάνει, και τότε είναι όλα ανακατωμένα έτσι, θα πάει τότε ο καλός Θεός θα σπείρει τον δικό του σπόρο θα κάνει την δουλειά του. Μερικές φορές τα μπερδεύει τόσο πολύ ο διάβολος τα πράγματα, που αν του πει ο Θεός, κάτσε ξεμπέρδεψε τα τώρα έτσι που τα 'κανες, ούτε εκείνος δε θα τα καταφέρει να τα ξεμπερδέψει, είναι δηλαδή τόσο πολύπλοκα.

Όμως εάν τα αφήσει κανείς έτσι με εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, βλέπει κανείς ότι στο τέλος εκείνος που θέλει να ωφεληθεί ωφελείται. Βγαίνουν ωφέλειες, πολλές ωφέλειες, στο τέλος δεν αδικείται κανένας, μην ανησυχείτε, κανένας δεν αδικείται και αυτός που αδικείται για λίγο δικαιώνεται αιώνια. Και αυτός ο οποίος χάνει τα πρόσκαιρα κερδίζει τα αιώνια πράγματα τα οποία είναι ασυγκρίτως καλύτερα και μεγαλύτερα.

Έτσι να μην ανησυχούμε, δεν είμαστε εμείς εκείνοι που θα αποδώσουμε την δικαιοσύνη στον κόσμο ετούτο. Εμείς πρέπει να μάθουμε να αξιοποιούμε την αδικία. Υπάρχει αδικία στον κόσμο και θα υπάρχει ότι και να κάνουμε γιατί υπάρχει η ανθρώπινη ελευθερία και η ανθρώπινη ατέλεια, δεν μπορεί να εκβιάσεις τον άλλον να τηρήσει την δικαιοσύνη, είναι ελεύθερος άνθρωπος δε θέλει.

Σου λέει δε θέλω εγώ κύριε να κάμω αυτό το πράγμα, μπορεί να με αναγκάσεις εμένα να κάμω αυτό που θέλεις εσύ; Εγώ δεν θέλω να το κάνω. Μα είναι αδικία, ας είναι αδικία, θέλω την αδικία. Μπορείς να μου στερήσεις το δικαίωμα να θέλω την αδικία; Μπορείς να μου στερήσεις το δικαίωμα να κάνω λάθη, να κάνω τα στραβά μου; Θέλω να κάμω έτσι εγώ. Ωραία, δημοκρατία ότι θέλει ας κάμει ας πούμε. Δεν μπορεί όμως τίποτα να ανακόψει τον δικό μας δρόμο, και η αδικία και η δυσκολία αξιοποιούνται πνευματικά, μπορεί ο άνθρωπος να την αξιοποιήσει.


το βρήκαμε εδώ

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Ένας άγιος για το διορατικό του χάρισμα

http://vatopaidi.files.wordpress.com/2009/06/ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1-099.jpg


Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στον άγιο γέροντα Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη (1906-1991 – η επωνυμία από την παραμονή του στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους). Η περίπτωσή του έχει μελετηθεί αρκετά και υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία για το πρόσωπό του, όπως και για τον άλλο εξαιρετικά χαρισματούχο σύγχρονο άγιο του Αγίου Όρους, το γέροντα Παΐσιο. Το Μάιο του 2007, στο χώρο της μονής Χρυσοπηγής Χανίων διοργανώθηκε διεθνές συνέδριο για το πρόσωπό του, με τη συμμετοχή πλήθους εισηγητών, μεταξύ των οποίων οι Γεώργιος Κρουσταλάκης, καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, Ηλίας Κουρούμαλης, καθηγητής της Ιατρικής Σχολής πανεπιστημίου Κρήτης (με το θέμα «Ο Γέροντας Πορφύριος και οι ιατρικές του εμπειρίες»), Hannu Poyhonen, καθηγητής της Θεολογίας Ακαδημίας Νέου Βάλαμο Φινλανδίας, Marianne Boesen, λέκτορας του πανεπιστημίου Aarhus Δανίας, ιερομόναχος Λεόντιος, καθηγητής της Θεολογικής Ακαδημίας Αγίου Σεργίου Μόσχας, ο πρεσβύτερος Ιωάννης Raffan (με το ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα «Η ανάγνωση του βιβλίου Βίος και λόγοι, Γέροντος Προφυρίου Καυσοκαλυβίτου στη Δύση») κ.π.ά.

Εκτός της βιβλιογραφίας, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι στο χωριό Πλατάνια Ρεθύμνης (του καποδιστριακού δήμου Κουρητών, πολύ κοντά στο χωριό μου, το Αποδούλου) πριν λίγα χρόνια αναστηλώθηκε ένα εξωκλήσι του αγίου Χαραλάμπους, στη θέση παλαιού, αφανισμένου ναΐσκου, που τα θεμέλιά του ανακαλύφθηκαν με ανασκαφή μετά από όραμα του γέροντα και πληροφορία που έδωσε σε άγνωστό του κάτοικο του χωριού, που είχε έρθει σ’ αυτόν να εξομολογηθεί, ανύποπτος για την αγιότητά του. Συνεπώς, η ιδέα ότι τα χαρίσματα του γέροντα αποτελούν ένα είδος αστικού μύθου, θα το θέσω απλά, είναι εσφαλμένη.

Τι έλεγε όμως ο ίδιος ο γέροντας για το θέμα αυτό; Υπάρχουν αρκετές «αυτομαρτυρίες» αγίων για τα χαρίσματά τους, όπως του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, του γέροντα Παΐσιου κ.ά. Ο γέροντας Πορφύριος μιλάει γι’ αυτά στο βιβλίο Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, έκδ. ιεράς μονής Χρυσοπηγής Χανίων, Χανιά 2006, από μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις του γέροντα στις μοναχές της μονής. Εκεί, μεταξύ πολλών άλλων, ο άγιος αναφέρει:

«Να σας πω πώς μου συνέβηκε. Ένα πρωί, κατά τις τρεισήμισι, επήγα στο Καθολικό, στην Αγία Τριάδα, για την ακολουθία. Ήταν νωρίς ακό­μη. Δεν είχε χτυπήσει ακόμη το σήμαντρο. Κανείς δεν ήταν μες στην εκκλησία. Κάθισα στον πρόναο, κάτω από μία σκάλα. Ήμουν αθέατος και προσευχόμουν. Σε μια στιγμή ανοίγει η πόρτα της εκκλησίας και μπαίνει ένας ψη­λός κι ηλικιωμένος μοναχός. Ήταν ο Γερο-Δημάς. Μόλις μπήκε, κοίταξε δεξιά-αριστερά· δεν είδε κανένα. Τότε, λοι­πόν, κρατώντας ένα μεγάλο κομποσχοίνι, άρχισε τις μετά­νοιες τις στρωτές, πολλές και γρήγορες, κι έλεγε συνεχώς: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με... Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς”. Σε λίγο έπεσε σ’ έκσταση[1]. Δεν μπορώ, δεν βρίσκω λόγια να σας περιγράψω τη συμπεριφορά του απέ­ναντι στον Θεό· κινήσεις αγάπης και λατρείας, κινήσεις θείου έρωτος, θείας αγάπης κι αφοσιώσεως. Τον είδα να στέκεται, ν’ ανοίγει τα χέρια του όρθιος, σε σχήμα σταυ­ρού, όπως έκανε ο Μωυσής στη θάλασσα, κι έκανε ένα πράγ­μα: “Ούουουουου!...”. Τι ήταν αυτό; Ήταν μέσα στην χά­ρι. Έλαμπε μέσα στο φως. Αυτό ήταν! Αμέσως μου μετέ­δωσε την ευχή. Αμέσως μπήκα στη δική του ατμόσφαιρα. Δεν με είχε δει. Ακούστε με. Συγκινήθηκα κι άρχισα να κλαίω. Ήλθε σ’ εμένανε τον ταπεινό κι ανάξιο η χάρις του Θεού. Πώς να σας το πω; Μου μετέδωσε την χάρι. Δηλαδή η χάρις που είχε εκείνος ο άγιος ακτινοβόλησε και στη δική μου την ψυχή. Μου μετέδωσε τα χαρίσματά του τα πνευματικά».

«Η χαρά μου γίνεται πολύ μεγάλη όταν ο άλλος μου βεβαιώνει ότι αυτό που “βλέπω” είναι πράγματι έτσι, γιατί καταλαβαίνω πως αυτή η γνώση δεν προέρχεται παρά μόνον εκ Θεού. Να σας πω τι εννοώ. Σας ζητάω πολλές φορές να μου διαβάσετε[2] μία παράγραφο, παραδείγματος χάριν, από κάποιον Πατέρα και σας λέω: “Κοιτάξτε στη σελίδα δέκα, στην παράγραφο δύο, στο μέσον της σελίδας και θα το βρείτε αυτό που σας είπα”. Ανοίγεται, πράγματι, στη συγκεκριμένη σελίδα, το βρίσκετε, μου το διαβάζετε. Είναι γραμμένο ακριβώς όπως σας το έχω πει. Παραξενεύεσθε εσείς, γιατί μου έρχεται μεγάλη χαρά και λέω, “ α! δεν το ήξερα, πρώτη φορά τ’ ακούω”, ενώ σας το έχω πει πιο πριν απ’ έξω. Κι όμως, αλήθεια σας λέγω, δεν λέγω ψέματα. Όντως δεν το ήξερα, διότι ποτέ δεν το είχα διαβάσει πιο πριν. Τη στιγμή που σας είπα την παράγραφο, εκείνη τη στιγμή μού το εφανέρωσε μέσα μου η θεία χάρις, το Άγιο Πνεύμα. Εγώ, όμως, τ’ άκουσα για πρώτη φορά την ώρα που το διαβάσατε, γιατί ποτέ δεν το είχα διαβάσει και μου έκανε εντύπωση και χάρηκα, που επιβεβαιώσατε αυτό που μου εφανέρωσε η θεία χάρις. Να σας πω κι άλλο ένα παράδειγμα.

Κάποια μέρα, ο ηγούμενος της Μεγίστης Λαύρας ομίλησε στην Αρχαιολογική Εταιρεία στις εφτά το απόγευμα. “Πήγα” με την προσευχή και τον “είδα”. Παρακολούθησα σχεδόν μισή ώρα. Η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο, που ήταν πολύ αφοσιωμένος και συγκινημένος. Και τι βλέπω! Τον ηγούμενο, που ο ιδρώτας είχε βγει έξω απ’ τα ράσα του. Ποτάμι τον ιδρώτα έχυνε αυτός ο άνθρωπος τη στιγμή αυτή που ομιλούσε».

«Μια άλλη φορά πηγαίναμε εκδρομή προς τη βόρειο Εύβοια τέσσερις πέντε άνθρωποι. Τ’ αυτοκίνητο κυλούσε μες στην πανέμορφη φύση. Φυτά, δέντρα, άνθη από αριστερά· δεξιά η απέραντη θάλασσα. Όλα ωραία, καθαρά, ολοφώτεινα. Κανείς δεν μιλούσε. Ξαφνικά ρώτησα τους συνοδούς μου:

– Τι βλέπετε έξω; Ό,τι βλέπετε, το “βλέπω” κι εγώ, ο τυφλός, αυτή τη στιγμή μέσω των δικών σας ματιών.

Άρχισα να τραγουδάω: “Τα μάτια σου είναι μάτια μου, τα φρύδια σου δικά μου, τα δυο σου χέρια είν’ κλειδιά π’ ανοίγουν την καρδιά μου”.

Αυτό το τραγούδι είναι κοσμικό, αλλά το παίρνουμε μεταφορικά. Καταλάβατε;».

«Σας το έχω πει πολλές φορές, το χάρισμα ούτε το περίμενα, ούτε το ήθελα, ούτε το εζήτησα. Οι Γέροντές μου δεν μου λέγανε τίποτα. αυτή την παράδοση είχαν. Δεν με διδάσκανε με λόγια, μόνο με τη στάση τους. Όλα τα μάθαινα απ’ τους βίους των αγίων και τα πατερικά. Οι Πατέρες δεν έκαναν εκβιασμούς[3], δεν ζητούσαν σημεία, δεν ζητούσαν χαρίσματα. Κι εγώ δεν επεδίωξα ποτέ χαρίσματα, μόνο την αγάπη του Χριστού· τίποτ’ άλλο. Το χάρισμα μού το έδωσε ο Θεός, για να γίνω καλός.

Όταν “βλέπω” κάτι με την χάρι του Θεού, το χαίρομαι πολύ κατά βάθος· με την εν Κυρίω χαρά. Εκεί που με επισκέπτεται η χάρις του Θεού, εκεί που κοιτάζω και διαβάζω την ψυχή του άλλου διά της θείας χάριτος, τη στιγμή εκείνη η θεία χάρις φέρνει μέσα μου έναν ενθουσιασμό. Με τον ενθουσιασμό εκδηλώνεται η θεία χάρις, που φέρνει ένα είδος φιλικότητος, οικειότητος, αδελφικότητος, ενώσεως. Μετά απ’ αυτή την ένωση έρχεται μεγάλη χαρά, τόση χαρά που πάει να σπάσει η καρδιά μου. Φοβάμαι, όμως, να εκδηλωθώ. Βλέπω, αλλά δεν μιλάω, έστω κι αν μου το βεβαιώνει η χάρις ότι αυτά είναι αληθινά. Όταν, όμως, με πληροφορήσει η χάρις να μιλήσω, τότε μιλάω. Λέω μερικά πράγματα που ο Θεός φωτίζει να πω απ’ την αγάπη μου για όλους. Για να αισθανθεί ο κόσμος το αγκάλιασμα που κάνει ο Χριστός σε όλους μας. Σκοπός μου είναι να βοηθηθούν οι χριστιανοί και να σωθούν ευρισκόμενοι σε κοινωνία αγάπης με τον Χριστό.

Συγχωράτε με, που τα λέγω έτσι. […] Τώρα που τα βλέπω όλα, αισθάνομαι πάρα πολύ ταπεινός. Δηλαδή πώς να σας το εξηγήσω… Ο Θεός με προστατεύει. Στέλνει την χάρι Του σ’ εμένανε. Και λέω: “Εγώ, τόσο ταπεινός και τόσο ανάξιος! Τι θέλει ο Θεός από εμένα;”. Κι όμως, ο Θεός και τους αμαρτωλούς, όπως εμένα, τους αγαπάει και θέλει να γίνουνε καλοί. Κάνει και τέτοια η χάρις του Θεού. […] Προσοχή! Ο Θεός κρύβεται πολύ· τόσο που νομίζομε ότι δεν υπάρχει.

Σας λέω πολλά που είναι βαθιά, εσωτερικά, δικά μου. Ίσως κάποιος θα με παρεξηγούσε, που δεν κρατάω μυστικά τα βιώματά μου, αυτά που μου αποκαλύπτει ο Θεός, και λέω τόσα πολλά. Θα πει κανείς ότι είμαι εγωιστής, που λέω κι εγώ τα βιώματά μου. Το κάνω απ’ την πολλή μου αγάπη για σας, τα παιδιά μου. Για να σας ωφελήσω, να πάρετε κι εσείς αυτό το δρόμο […] Έχω όμως πολύ βαθιά τη συναίσθηση στην καρδιά μου ότι άλλος τα λέει [σ.σ.: αυτά που του αποκαλύπτει η θεία χάρη κατά καιρούς]. Αυτό το πιστεύω πολύ, γιατί βλέπω κάτι κι αμέσως μετά αισθάνομαι τις αδυναμίες μου πάρα πολύ, διότι δεν είναι ούτε από αγιοσύνη, ούτε από τίποτ’ άλλο, αλλά απ’ την αγάπη του Θεού προς εμένα, που με θέλει να γίνω καλός».

«Κι όταν καμιά φορά βλέπω ότι κάποιος πάει για καταστροφή στη ζωή του, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Του το δείχνω λίγο, δεν καταλαβαίνει. Δεν πρέπει να επέμβω ισχυρά και να περιορίσω την ελευθερία του. Δεν είναι απλό το πράγμα»[4]

Μήπως ήταν απατεώνας ο γέροντας; Ένας απατεώνας που βοηθούσε τους άλλους, αντί να θησαυρίζει; Μήπως ήταν ψυχικά ασθενής; Και παράλληλα σοφός, ώστε ένα σωρό επιστήμονες να τον θεωρήσουν υγιή και να ασχολούνται με το πρόσωπο και τη διδασκαλία του και ενώ ζούσε και αφού κοιμήθηκε;

Ας ερευνήσει ο ενδιαφερόμενος, χωρίς προϋποθέσεις, και, μετά από έρευνα, ας εξαγάγει τα συμπεράσματά του.

Για την αντιγραφή/σχόλια: Θ. Ρηγινιώτης


[1] Λέγοντας έκσταση οι ορθόδοξοι διδάσκαλοι εννοούν μια κατάσταση εντελώς διαφορετική από την τρέχουσα έννοια του όρου, γιατί στην ορθόδοξη «έκσταση», ακόμη κι αν είναι κατειλημμένος από το Άγιο Πνεύμα, ο άνθρωπος διατηρεί πλήρη συνείδηση της ύπαρξής του και των γεγονότων που του συμβαίνουν.

[2] Προς το τέλος της ζωής του, που είχε τυφλωθεί.

[3] Δηλ. δεν προσπαθούσαν να «εκβιάσουν τη θεία χάρη», να την εξαναγκάσουν με διάφορες μεθόδους να έρθει σ’ αυτούς, ώστε να βιώσουν «σημεία» (θαύματα) και να αποχτήσουν χαρίσματα.

[4] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, έκδ. ιεράς μονής Χρυσοπηγής Χανίων, Χανιά 2006, σελ. 79-80, 500-502, 505-507, 509, 511-512.


Το βρήκαμε εδώ

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Εσύ μπαμπά γιατί δεν κοινώνησες;

Είναι γεγονός πως στην Εκκλησία μας, τα τελευταία χρόνια, μας έλειψε η επαρκώς και, προπαντός, η σωστή (σύμφωνα με το πνεύμα των αγίων πατέρων) κατήχηση.

Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, ακόμη και το κατ’ ουσίαν μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας έχασε, περνώντας τα χρόνια, το δυναμισμό της κοινής προσφοράς και έγινε… θέαμα και ακρόαμα ακατανόητο.

Θέαμα αφού οι χριστιανοί απλώς παρακολουθούν (σαν από… κερκίδες) χωρίς συμμετοχή ούτε στο ΑΜΗΝ, που λέει ο Απόστολος (Α’Κορ. 14,16)! Άγνωστοι, συνήθως, μεταξύ τους… Χάθηκε η κοινότητα και η Εκκλησία έγινε… «τεκές»… προσευχομένων (υποτίθεται).Ο παπάς έπρεπε να τα τελεί όλα τυπικώς και οπωσδήποτε να κοινω­νάει αφού δεν ξέραμε… τί να κάνουμε τα Δώρα της Ευχαριστίας που τελέστηκε!

Κατέληξε η Θεία Ευχαριστία ακρόαμα μουσικής πανδαισίας που «κάλυψε» το κενό της ακατανόητης γλώσσας με ηχητική ανακούφιση. Έγιναν τα ψαλλόμενα ένα λειτουργικό μουσικό υπόβαθρο! Μουσική χωρίς λόγια.

Όλα αυτά έσπρωξαν τον χριστιανό στο χώρο της ατομικής ευλάβειας. Έκαναν την υπόθεση προσωπική φιλοτιμία και ανάγκη. Η κοινότητα χάθηκε, και κάτω από το βάρος της ασυντόνιστης… ευσέβειας, δημιουργήθηκαν οι θρησκόληπτοι και οι άσχετοι. Η Μετάληψη έγινε αξιομισθία προσωπικής διαθέσεως. Χάθηκε αφού έγινε συνήθεια για δυό-τρεις φορές το χρόνο.

Πρέπει όμως όλοι να κοινωνάμε (οι χωρίς εμπόδιο συγκεκριμένης αμαρτίας που μας αποκόπτει από το σώμα της Εκκλησίας) όπως σαφέστατα φαίνεται στις ίδιες τις ευχές της Λειτουργίας: «….αξίωσε μας με το δικό σου παντοδύναμο χέρι να μεταλάβουμε το άχραντο σώμα σου και το τίμιο αίμα σου, και μέσω ημών και όλος ο λαός». Γι’ αυτό πηγαίνουμε στο Ναό, για να ενωθούμε με το Χριστό και τους αδελφούς μας.

Αυτό είναι και το σωστό φρόνημα και η υγιής σχέση με την Ευχαριστία.

Το «σήμερα» δυστυχώς είναι οδυνηρό.

Κοινωνεί ο παπάς και τα παιδάκια! Οι υπόλοιποι… Χριστιανοί κοιτάζουν από μακριά!

Άραγε τί θα πείτε στα παιδιά σας που τυχόν θα σας ρωτήσουν: -«Εσύ μπαμπά-μαμά γιατί δεν κοινωνείς;». Ότι σεις μεγαλώσατε και η μετάληψη άφορα τους μικρούς; Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι πείθετε με τέτοια… επιχειρήματα τα παιδιά; Εσείς πείθεσθε;

Ας ξαναρχίσουμε μια σοβαρή σχέση με την Εκκλησία. Ας φύγουμε από τα καθήκοντα και ας πάμε στη ζωή που είναι ο Χριστός. Ας βάλουμε στόχο μια συνειδητή σχέση μαζί Του που αρχίζει με ειλικρινή αντιμετώπιση της πορείας και των πτώσεων σ’ αυτή (δηλ. την εξομολόγηση) και συνεχίζεται με την όσο γίνεται συχνότερη συμμετοχή μας στην Θεία Ευχαριστία. Όχι για να κάνουμε… ενέσεις αγιοσύνης με τη μετάληψη αλλά να σχετισθούμε μ’ αυτόν που θα μας οδηγήσει στο δρόμο του αγιασμού και της «ταύτισης» της καρδιάς μας με το δικό Του θέλημα και τη δική Του καρδιά.

Σ’ όλη τη Γραφή ο Χριστός αυτό και μόνο φωνάζει; Δος μου τη καρδιά σου. Σε μας μένει η απάντηση: «Γενηθήτω το θέλημά Σου».

Αρχιμ Θ. Μ. «Λυχνία» Νικοπόλεως, Ιούλιος 2010)

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Θεολογία και Ανανέωση

Επιλογές από σχετικό δοκίμιο του π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλου σχετικά με ποια είναι ή ποια πρέπει να είναι τα γνωρίσματα της Oρθοδόξου Θεολογίας, ώστε να υπηρετεί την Εκκλησία.

Σε ένα αφιέρωμα για την παράδοση και την ανανέωση στο χώρο της Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να λείψει η αναφορά στη Θεολογία. Και αυτό, γιατί η Θεολογία αποτελεί ουσιαστικό συντελεστή ανανέωσης. Η ορθόδοξη εκκλησιαστική σκέψη και γραφή επηρεάζει τη ζωή της Εκκλησίας δίνοντας κατευθύνσεις και αποκαλύπτοντας την αλήθεια.

Ποια είναι όμως ή ποια πρέπει να είναι τα γνωρίσματα της Oρθοδόξου Θεολογίας, ώστε να υπηρετεί την Εκκλησία;

Στο ερώτημα αυτό απαντά το παρακάτω κείμενο του π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλου. O συγγραφέας, λόγιος θεολόγος, είναι από τα πρόσωπα που έχουν ασχοληθεί με το θέμα«Παράδοση και Ανανέωση» όσο λίγοι και μάλιστα εδώ και δεκαετίες. Άλλωστε, το κείμενο αυτό έχει ετοιμαστεί το 1962, στα πλαίσια του Θεολογικού Συμποσίου που πραγματοποιήθηκε από την Αδελφότητα Θεολόγων «Η Ζωή» με γενικό θέμα «Θεολογία, αλήθεια και ζωή». Το κείμενο, με το να είναι «σύγχρονο», αποδεικνύει εύγλωττα ότι η αληθινή Θεολογία είναι πάντοτε ζωντανή και επίκαιρη. Το παραθέτουμε σε διασκευή.

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΝΕΩΣΗ

Μερικά γνωρίσματα της Ορθοδόξου Θεολογίας
OΡΘOΔOΞΗ:

Δεν είναι αρκετό να είναι η θεολογία μας ορθόδοξη υπό έννοια αρνητική, δηλαδή να μην περιπίπτει σε αίρεση ή πλάνη. Πρωτίστως, πρέπει να είναι ορθόδοξη υπό έννοια θετική. Δεν αρκεί μόνον να προσέχουμε να μην ξεφύγουμε από τα όρια της ορθοδόξου γραμμής. Πρέπει η πνοή και ο παλμός της θεολογίας να είναι ορθόδοξοι, να είναι όλη διαποτισμένη από το ορθόδοξο πνεύμα, να αντλεί απ’ τον αστείρευτο ποταμό της ορθοδόξου παραδόσεως. Να είναι βιβλική και πατερική, όχι τυπικώς αλλ’ ουσιαστικώς. O λόγος του Χριστού να ενοικεί σ’ αυτήν πλουσίως και οι θεοφόροι Πατέρες να είναι οι ζωντανοί οδηγοί της.

ΖΩΝΤΑΝΗ:

Η θεολογία μας πρέπει να μην είναι ξηρά, νοησιαρχική και σχολαστική, αλλά ζωντανή και ουσιαστική, γραμμένη «εν πλαξί καρδίαις σαρκίναις» (Β΄ Κορ., γ’ 3). Να είναι απαύγασμα ζωής, προϊόν της ψυχής, έκφραση του πιστεύοντος ανθρώπου. Να ακούει τον σύγχρονον άνθρωπο και να έχει κάτι να του πει. Να τον κατανοεί και να τον βοηθεί.

Η αληθής θεολογία είναι ανθρωπιστική και καθοδηγητική, είναι θεανθρωπολογία. Το ότι είναι παραδοσιακή δεν σημαίνει ότι είναι στατική και επαναληπτική. Η πορεία της δεν σταματά. O λόγος της «ου δέδεται», διότι είναι έκφρασις του ζωοποιού Πνεύματος.

ΧΡΙΣΤOΒΙΩΜΑΤΙΚΗ:

O πράγματι ορθόδοξος θεολόγος είναι και «θεοφόρος». Σκοπός του είναι όχι να γνωρίσει τον Θεόν, αλλά πρωτίστως να «μορφωθη Χριστός εν αυτω» (Γαλ. δ’ 19). Μόνον «οι καθαροί τη καρδία τόν Θεόν όψονται” (Ματθ ε΄,8). Όταν η ψυχή καθαρθεί, τότε θα γίνει όλη οφθαλμός, κατά τον Αγ. Μακάριο τον Αιγύπτιο. Θεολόγος είναι ο ορών, ο βλέπων, όπως ήταν ο προφήτης της Π. Διαθήκης, ο «επόπτης της θείας μεγαλειότητος» (Β’ Πετρ., α’ 16) ο «ψυχικός ανθρωπος ου δέχεται τά του Πνεύματος του Θεου» (Α’ Κορ. β’14).

Μόνον σε εκείνον ο οποίος «απεκδύεται τόν παλαιόν άνθρωπον καί ένδύεται τό νέον» (Κολ. γ’ 9-10) αποκαλύπτεται ο Απερίγραπτος. Μόνο εκείνος ο οποίος αποθνήσκει μετά του Χριστού ως προς τον κόσμο της αμαρτίας και συσταυρούται και συνθάπτεται, αυτός βλέπει τον αναστάντα. Μόνον όταν «κατοικήση ο Χριστός εν ταις καρδίαις υμών» δια της πίστεως και της αγάπης, είναι δυνατόν «καταλαβέσθαι σύν πασι τοις αγίοις τί τό πλάτος καί μηκος καί βάθος καί ύψος γνωναι τε τήν υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην του Χριστου” (Εφεσ. γ’ 17-19).

ΠΡOΣΕΥΧOΜΕΝΗ:

Μόνον μέσα στην θερμή ατμόσφαιρα της προσευχής και της συνεχούς επικοινωνίας με τον Θεόν μπορεί να καλλιεργηθεί μια αληθινή, ζωντανή και ορθόδοξη θεολογία. Και όχι μόνον η ατομική προσευχή, αλλά προ πάντων η ομαδική λατρεία, η συμμετοχή στην λειτουργική προσευχή της Εκκλησίας, είναι εκείνη η οποία θα τροφοδοτήσει και θα εμπνεύσει την θεολογία μας. Η έδρα πρέπει να πλησιάζει το θυσιαστήριον, τονίζει και ο σοφός θεολόγος π. Γ. Φλωρόφσκυ.

ΑΓΙΑ:
Αλλ’ η θεολογία πρέπει επίσης να είναι αγία. Όλοι οι μεγάλοι υπηρέτες της, οι Πατέρες της Εκκλησίας, υπήρξαν όσιοι και άγιοι. Δια τούτο υπήρξαν οι κατεξοχήν θεολόγοι. Κάθε πιστός εύρισκε στη ζωή των ανθρώπων αυτών μια διαυγή έκθεση της διδασκαλίας τους, ένα ζωντανό θεολογικό υπόμνημα.
Και σήμερα, πιο πολύ από κάθε άλλη εποχή, άγιοι πρέπει να γίνουν οι θεολόγοι, εάν θέλουν δώσουν στη θεολογία την αρχαία της αίγλη και τη θαυματουργική της δύναμη. Και άγιος δεν σημαίνει οπωσδήποτε εκείνος που έχει φθάσει στην κορυφή, αλλά ο τείνων προς την αγιότητα, ο πράγματι αγωνιζόμενος, ο ασκητής. Χωρίς αυτόν τον απαραίτητον τόνον της αγιότητας η θεολογία είναι αναιμική και άψυχος, αδρανής και ανενέργητος.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ:

Η θεολογία η ορθόδοξη, δεν είναι αυτόνομη ή υποκειμενική, όπως τα προτεσταντικά κατασκευάσματα, αλλά είναι στόμα και όργανο της Εκκλησίας, λειτουργός του μυστικού Σώματος του Χριστού. Διακονεί τον Θεόν και υπηρετεί τον άνθρωπο μέσα στο μυστικό «πανδοχείον». Δεν είναι δυνατόν να νοηθεί έξω από τον αγιαστικό χώρο και από την ζωογόνο ατμόσφαιρα της μητρός Εκκλησίας. Μόνον «πεφυτευμένη εν τω Oίκω Κυρίου» δύναται να «φέρη καρπόν πολύν» (Ιω, ιε’,5).

ΑΓΩΝΙΖOΜΕΝΗ:

Η αληθινή θεολογία δεν μένει κλεισμένη στο γραφείο της, δεν είναι απλώς μια «θεολογία των καθηγητών», αλλά κατέρχεται και στον στίβο, μετέχει του ηρωισμού και του μαρτυρίου, όταν χρειαστεί. Κατά ταύτα, οι ορθόδοξοι θεολόγοι πρέπει να είναι απόστολοι και προφήτες, ομολογητές και μάρτυρες, «ινα μαρτυρωσι τη αληθεία» (Ιω, ιη’ 37).

ΠΝΕΥΜΑΤOΦOΡOΣ:

Είναι τρομερό ότι πολλοί θεολόγοι λησμονούν τη ρητή και κατηγορηματική διαβεβαίωση του αψευδούς Κυρίου: “ο Παράκλητος…, τό Πνευμα της αληθείας, οδηγήσει υμας εις πασαν τήν αλήθειαν» (Ιω, ιστ’,13). Το Πανάγιο Πνεύμα είναι εκείνο το οποίο καταυγάζει τον νουν, πυρώνει την καρδιά. Δεν αρκεί η απλή ιδεολογική και νοητική ανάπτυξη. Αυτή είναι ανεπαρκής και συχνά επικίνδυνη. Αν δεν κατοικήσει το Πνεύμα του Θεού στις καρδιές μας, δεν είναι δυνατό να θεολογήσουμε. O θεολόγος πρέπει να είναι δοχείο του Πνεύματος και πλήκτρο του Πνεύματος, πνευματοφόρος και πνευματοκίνητος, «πλήρης Πνεύματος Αγίου» (Πραξ. στ΄. 3).

Σύμφωνα μ’ αυτά, η ορθόδοξη θεολογία είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας, της ΑΛΗΘΕΙΑΣ η οποία είναι συγχρόνως η OΔOΣ και η ΖΩΗ (Ιω. ιδ’, 6). Αναζήτηση όχι μόνον διά της διανοίας, αλλά «εξ όλης καρδίας και ψυχής». Αναζήτηση ευλαβική και ικετευτική, ταπεινή και σεμνή. Μετά φόβου Θεού και ζώσης πίστεως, μετ’ αγάπης και πόθου, μετά ταπεινώσεως και συντριβής και κατανύξεως, μετά καθαρότητος ψυχής και συνεχούς εξαγνισμού, «κεκαθαρμέναις διανοίαις … και ταις αισθήσεσι», μέσα σε ατμόσφαιρα λατρείας και ασκήσεως, μέσα στο πυρ της Πεντηκοστής.

Μια τέτοια θεολογία είναι γονυκλισία προ του θείου μυστηρίου, είναι γεύση Θεού και ψυχική εμπειρία, είναι ιερουργία του Ευαγγελίου του Θεού. (Ρωμ. ιε’ 16) και κατεξοχήν λειτουργία, είναι οικείωση, βίωση και κοινωνία Θεού, συγχρόνως δε «καταγγελία των θαυμασίων Αυτού» .

Μόνον μια τέτοια όντως ορθόδοξη θεολογία δύναται να μας προφυλάξει από τις ολισθηρές ατραπούς της «ψευδωνύμου γνώσεως» (Α’ Τιμ. στ’10)., η οποία δεν παύει να υπάρχει ως μια μεγάλη απειλή σε κάθε εποχή.

Την καλλιέργεια μιας τέτοιας Θεολογίας περιμένει ο αιώνιος Θεός, αλλά και ο σημερινός άνθρωπος από τους θεολόγους της εποχής μας.

Αρχιμ. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος


Το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Οἱ βυζαντινές ρίζες τοῦ Θεάτρου Σκιῶν


Ἀγραφιώτης Θωμᾶς (Ἐκπαιδευτικὸς- Καραγκιοζοπαίχτης).

Σχετικά μέ τό θέμα τῆς πατρότητας τῆς τέχνης τοῦ Θεάτρου Σκιῶν, εἶναι ἀλήθεια πώς ἡ βιβλιογραφία δέχεται (σέ σχετικά μεγάλο ποσοστό) ὅτι ἡ Κίνα ἀποτελεῖ τή γενέτειρα τοῦ Θεάτρου Σκιῶν, ἀκριβῶς ἐπειδή οἱ Κινέζοι κατέχουν τήν ἀρχαιότερη γραπτή μαρτυρία γιά τήν πρώτη ἐμφάνιση τῆς τέχνης αὐτῆς κατά τόν 11ο αἰώνα μ.Χ.. Ἡ παραπάνω παραδοχή ὁδήγησε τούς μελετητές στήν ἄποψη ὅτι τό Θέατρο Σκιῶν ἔφτασε στήν ἀνατολική Μεσόγειο ἀπό τήν Κίνα μέσω Τούρκων νομάδων. Τά τελευταῖα χρόνια ὅμως πληθαίνουν οἱ φωνές γιά τή στενή σχέση τοῦ Θεάτρου Σκιῶν μέ τή βυζαντινή παράδοση καί κατ’ ἐπέκταση μέ τόν ἀρχαιοελληνικό πολιτισμό. Ἡ σχέση αὐτή μπορεῖ νά προσδιοριστεῖ μέσω τῆς αἰσθητικῆς τοῦ Θεάτρου Σκιῶν, τῶν ἱστορικῶν μαρτυριῶν καί κυρίως τοῦ ἴδιου του πρωταγωνιστῆ του:




α) Ὡς πρός τή φιλοσοφία τοῦ Θεάτρου Σκιῶν, ἡ δισδιάστατη σκιά τῆς φιγούρας στό ἐπίπεδο φωτισμένο πανί παραπέμπει αἰσθητικά στήν περιγραφή τοῦ Σπηλαίου τῆς πλατωνικῆς «Πολιτείας», στήν ἐναλλαγή τοῦ φωτός μέ τό σκότος στά Ἐλευσίνια Μυστήρια καί στή γενικότερα κυρίαρχη θέση τῆς σκιᾶς στήν ἀρχαιοελληνική φιλοσοφία, μυθολογία καί τέχνη.

Ὡστόσο, παρατηρεῖται καί μιὰ πολύ πιό σημαντική σύζευξη τοῦ Θεάτρου Σκιῶν μέ τή βυζαντινή τέχνη μέσα ἀπό τήν ἀξιοποίηση τῆς δισδιάστατης ἀπεικόνισης τόσο στό τεντωμένο πανί ὅσο καί στή βυζαντινή ἁγιογραφία, ἀφενός γιά τήν ἀπεικόνιση τῶν φανταστικῶν ἱστοριῶν τοῦ Θεάτρου Σκιῶν καί ἀφετέρου γιά τήν ἀποτύπωση τῆς θεολογικῆς διδασκαλίας σχετικά μέ τόν (πέραν τοῦ τάφου) καινούριο κόσμο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.


β) Μέχρι προτινός παρατηροῦνταν πράγματι ἀπόλυτη ἀνυπαρξία γραπτῶν πηγῶν γιά τήν παρουσία τοῦ Θεάτρου Σκιῶν στή Μεσόγειο κατά τή βυζαντινή αὐτοκρατορία, τή στιγμή πού ἡ ἔρευνα διέθετε πολλές πληροφορίες γιά τό κουκλοθέατρο στόν ἴδιο χῶρο ἀπό τήν ἐποχή τῆς ἀρχαιότητας. Τά πράγματα ὅμως ἄρχισαν νά ἀλλάζουν, ὅταν ἀποδείχτηκε ἀρχικῶς ὅτι οἱ Ὀθωμανοί δέν ἔφεραν τό Θέατρο Σκιῶν στήν Πόλη ἀπό τά βάθη τῆς Ἀνατολῆς ἀλλά ἀπό τήν Αἴγυπτο, μετά τή νικηφόρα εἴσοδο τοῦ κατακτητῆ Σελίμ τοῦ Α΄ στό Κάϊρο τό 1517.

Ἐπιπροσθέτως, ἡ θεωρία τοῦ Georg Jacob ὅτι οἱ Τοῦρκοι νομάδες ἔφεραν τό Θέατρο Σκιῶν στή Μεσόγειο ἀπό τήν Ἀνατολή, καταρρίφθηκε ἀπό τόν Theodor Menzel. Ὁ τελευταῖος κατάφερε νά ἀποδείξει τήν πλήρη ἀνυπαρξία τῆς τέχνης αὐτῆς σέ κομβικές περιοχές τῆς Ἀσίας (ὅπως εἶναι τό Ἰρὰν καί τό Τουρκεστάν), ἀπό τίς ὁποῖες πέρασαν οἱ Τοῦρκοι κατά τήν πορεία τους πρός τά δυτικά. Τό πιό σημαντικό ὅμως εἶναι ὅτι κατά τά τελευταῖα χρόνια μελετήθηκαν καί ὁρισμένα κείμενα συγγραφέων τοῦ 4ου αἰώνα μ.Χ., οἱ ὁποῖοι σέ ἀνύποπτο χρόνο ἀποκαλύπτουν ὅτι ἡ τέχνη τοῦ Θεάτρου Σκιῶν ὑπῆρχε στήν ἀνατολική Μεσόγειο τῆς πρωτοβυζαντινῆς περιόδου σέ πρωτόλεια ἐνδεχομένως μορφή καί πιθανότατα παραμελημένη καί κυνηγημένη ἀπό τήν τότε ἐκκλησιαστική ἡγεσία.


γ) Ἡ στενή σχέση τοῦ Θεάτρου Σκιῶν μέ τή βυζαντινή παράδοση ἀποδεικνύεται ὅμως καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Καραγκιόζη. Γιά τήν καταγωγή αὐτοῦ τοῦ ἥρωα ἔχουν διατυπωθεῖ πολλές ὑποθέσεις. Μία ἀπό αὐτές προβάλλεται κυρίως ἀπό τούς Τούρκους ἐρευνητές καί βασίζεται σέ προφορικές παραδόσεις, ὑποστηρίζοντας ὅτι ὁ Καραγκιόζης ἦταν ὑπαρκτό πρόσωπο πού ἐργαζόταν ὡς χτίστης στήν Προῦσα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Στήν πόλη αὐτή μάλιστα, ὑπάρχει καί τό μνῆμα ἑνός καραγκιοζοπαίχτη, τό ὁποῖο ἀποδίδεται ἐσφαλμένα στόν Καραγκιόζη.

Σύμφωνα ὅμως μέ ἄλλες θεωρίες, ὁ Καραγκιόζης δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὑπαρκτό πρόσωπο. Ἀντιθέτως, κατά τόν Γερμανό ἐρευνητή Reich, ὁ ἥρωας αὐτός ἕλκει τήν καταγωγή του ἀπό τούς μίμους, δηλαδή ἀπό τούς ἠθοποιούς τοῦ μιμικοῦ θεάτρου τῶν ἑλληνιστικῶν καί βυζαντινῶν χρόνων.

Ἐπίσης, ὅπως ὑποστήριξε πρῶτος ὁ Φώτης Κόντογλου, ὁ Καραγκιόζης εἶχε ἄμεσες ἐπιδράσεις καί ἀπό τά Πτωχοπροδρομικά κείμενα τοῦ 12ου αἰώνα μ.Χ. κυρίως ὡς πρός τό ὕφος τῆς παρόμοιας κοινωνικῆς διαμαρτυρίας πού ἀσκοῦσαν. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, οἱ Τοῦρκοι ἐρευνητές ἐπικαλοῦνται τήν τούρκικη προέλευση τοῦ ὀνόματος τοῦ Καραγκιόζη (Kara=μαῦρος + Goz=μάτι), γιά νά ὑποστηρίξουν τή μή βυζαντινή καί κατ’ ἐπέκταση τήν τούρκικη καταγωγή τοῦ ἥρωα αὐτοῦ. Ἡ ἄποψή τους ὅμως εἶναι ἀντίθετη μέ τήν ἑλληνική ἑρμηνεία (ἀπό τήν ἐποχή τῆς ἀρχαιότητας) τοῦ ὀνόματος τοῦ Καραγκιόζη πού σημαίνει ὁ Μαυρομάτης, δηλαδή «ὁ ἔχων μέλαν ὄμμα», ὁ ὁποῖος δέν βλέπει μέ τά φυσικά του μάτια ἀλλά μέ τό νοῦ. Ὁ Μαυρομάτης λοιπόν δηλώνει τόν ἔξυπνο καί σοφό ἄνθρωπο, κάτι πού ἰσχύει καί γιά τήν ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος Αἴσωπος.

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Χ.Γιανναράς VS αγ.Νικοδήμου Αγιορείτου


14 Iουλίου: Μνήμη αγ.Νικοδήμου του Αγιορείτου

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΥΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ;

Οι νέες κατηγορίες του καθηγητού Χρ. Γιανναρά

Ο γνωστός καθηγητής Χρ. Γιανναράς επαναλαμβάνει στις ημέρες μας την περίπτωση του Θεοδωρήτου, ο οποίος ως αντικολλυβάς θέλησε να πλήξει τον Άγιο Νικόδημο λέγοντας, όπως είδαμε, ότι δανείζεται ιδέες από ξένα έργα. Ο καθηγητής Γιανναράς επεκτείνει τώρα τις δυτικές επιρροές και σε άλλα έργα του Αγίου Νικοδήμου στο «Εξομολογητάριο» και στο «Πηδάλιο» αλλά και γενικώς στην διδασκαλία του.

Μέχρι τώρα δεν υπήρχε παρόμοιος προβληματισμός, ο οποίος περιορι­ζόταν στα δύο έργα με τα οποία ασχοληθήκαμε. Τώρα ευρύνεται και γενικεύεται ο προβληματισμός. Αυτό όμως είναι πολύ επικίνδυνο, διότι στηριζόμενοι στον Γιανναρά αναμασούν τα ίδια και νεώτεροι ερευνηταί και επιστήμονες.

Οι θέσεις αυτές δεν είναι άσχετες προς όσα οι «Νεορθόδοξοι» ισχυρίζονται για τις προγαμιαίες σχέσεις και την ελευθερία στον έρωτα, τα οποία βρίσκουν θεόρατα εμπόδια εις όσα το «Πηδάλιο» και το «Εξομολογητάριο» προβλέπουν. Γι’ αυτό και επιχειρούν να τα αποδυναμώσουν και να τα συκοφαντήσουν.

Έπραξε άριστα ο π. Θεόκλητος, ο οποίος με σειρά ακαταμαχήτων επιχειρημάτων σε πολλά δημοσιεύματα παρουσίασε την αγιοπατερική αλήθεια γύρω από τον έρωτα και τον γάμο, προσπαθώντας να ευαισθητοποιήσει τους πνευματικούς και τους θεολόγους, ώστε να παύσουν να επηρεάζονται από τέτοιου είδους επικίνδυνες θέσεις. Λυπούμαι μερικές φορές, όταν διαπιστώνω ότι η διένεξη Θεοκλήτου – Γιανναρά, εκλαμβάνεται και ερμηνεύεται ως προσωπική διένεξη, και τίθενται έτσι στην ίδια μοίρα ο υποστηρικτής της αλήθειας της ορθοδόξου πίστεως, π. Θεόκλητος, με τον παραχαράσσοντα και κακοποιούντα την ορθόδοξη διδασκαλία καθηγητή Γιανναρά.

Συνέχεια των «νεονικολαϊτικών» λοιπόν θέσεων που αναπτύχθηκαν στους κύκλους των «Νεορθοδόξων» είναι και όσα έγραψε ο καθηγητής Γιανναράς για τις δυτικές επιρροές στα έργα και στη διδασκαλία του Αγίου Νικοδήμου. Και ό,τι έκανε ο π. Θεόκλητος για τα ερωτικά του Γιανναρά, έκανε και ο π. Βασίλειος Βολουδάκης για τα αντινικοδημικά.

Την συγκροτημένη μελέτη του π. Βασιλείου υιοθέτησε η Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους, η οποία εξέδωσε ένα αυστηρό, αλλά γεμάτο αγάπη, κείμενο, με το οποίο εκφράζει την λύπη της για την επίθεση εναντίον του Αγιορείτου Πατρός και την διαστρέβλωση της διδασκαλίας του. Το κείμενο της Ιεράς Κοινότητος αρχίζει ως εξής: «Η καθ’ ημάς Ιερά Κοινότης μετ’ αφάτου θλίψεως και συνοχής καρδίας έλαβε γνώσιν των κατά του Αγίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου γραφέντων υπό του καθηγητού κ. Χρήστου Γιανναρά εις το βιβλίον του “Ορθοδοξία και Δύση στην Νεώτερη Ελλάδα” διά του οποίου τον μέγαν τούτον και απλανή διδάσκαλον της Εκκλησίας παρουσιάζει ως πλανηθέντα, εμφορούμενον από το δυτικόν πνεύμα, υπεύθυνον της “ραγδαίας αλλοτρίωσης της εκκλησιαστικής ευσεβείας” και εκκοσμικεύσεως του λαού μας εξ αντιδράσεως προς την κατ’ αυτόν δικανικήν νοοτροπίαν του Εξομολογηταρίου και του Πηδαλίου που “απλώθηκε ταχύτατα σα λοιμική νόσος στην ποιμαντική πρακτική της Ελλαδικής Εκκλησίας”».

Πιστεύει, δηλαδή, ο καθηγητής Γιανναράς ότι το «Εξομολογητάριο» και το «Πηδάλιο» με την νοοτροπία που επιβάλλουν είναι λοιμική νόσος, μεταδοτική ασθένεια, η οποία έχει εξαπλωθή ταχύτατα, ώστε τώρα η Ελλαδική Εκκλησία είναι άρρωστη εξ αιτίας του ιού, που της μετέδωσε ο Άγιος Νικόδημος.

Γνωρίζουμε πάντως οι ασχολούμενοι με τον Άγιο Νικόδημο ότι ιδιαιτέρως τα δύο αυτά έργα υπέστησαν εξονυχιστικό έλεγχο από αγίους και δοκιμασμένους στα ορθόδοξα φρονήματα Γέροντες. ο ίδιος ο Άγιος Νικόδημος, με σύσταση του Πατριαρχείου, παρέδιδε τα κείμενά του και ηλέγχοντο από λογίους και ορθοδόξων φρονημάτων Γέροντες, μήπως και διαφύγει κάτι ατυχές και αντίθετο προς την Ορθόδοξη Παράδοση. Μακάρι να έπρατταν και σήμερα τα ίδια πολλοί θεολόγοι, υπερφίαλοι και μεγάλαυχοι για τα πρωτότυπα έργα τους, μακάρι να έκανε το ίδιο και ο καθηγητής Γιανναράς. Θα αποφεύγαμε αυτήν την πολυφωνία και την σύγχυση του διασπασμένου και κατασπαραγμένου από τις ιδιοτέλειες θεολογικού λόγου, ο οποίος θεωρείται νόμιμος και υγιής, ακόμη και όταν περνάει τα όρια και εισέρχεται στον χώρο της πλάνης και της αιρέσεως. Τώρα όχι μόνον δεν ζητούμε την γνώμη καταξιωμένων Γερόντων, αλλά και όταν αυτοί από αγάπη και ανησυχία την εκφράζουν, τους υβρίζουμε και τους κακολογούμε ως εμπαθείς.

Σχεδόν όλα τα έργα του Αγίου Νικοδήμου, αλλά ιδιαιτέρως το «Πηδάλιο» και το «Εξομολογητάριο» διαθέτουν βεβαιωτικά έγγραφα περί του ότι δεν έχουν τίποτε που να αντίκειται στην ορθόδοξη διδασκαλία. Ποιος έχει επικυρώσει την «Ορθοδοξία» των έργων του Γιανναρά, αλλά και όλων των άλλων θεολόγων;

Πάντως επί τη βάσει αυτών των έργων, των «λοιμικών», κατά τον Γιανναρά, εξομολόγησαν τον κόσμο επί πολλούς αιώνες οι πνευματικοί, μεταξύ δε αυτών και πολλοί Άγιοι, όπως ο Άγιος Νεκτάριος. Ο π. Βασίλειος Βολουδάκης επισημαίνει εκφράσεις θεωρούμενες δικανικές και νομικές, πολύ πιο αυστηρές, στα έργα του Αγίου Νεκταρίου. Λέγει μάλιστα πως θα έπρεπε ο καθηγητής Γιανναράς να στραφεί και εναντίον του Αγίου Νεκταρίου. Δεν το αποτολμά όμως, γιατί γνωρίζει ότι ο Άγιος Νεκτάριος είναι πολύ γνωστός στο ορθόδοξο πλήρωμα, που τον τιμά και τον σέβεται ιδιαζόντως· γι’ αυτό επιτίθεται εναντίον του αφανούς, ταπεινού και ολιγώτερον γνωστού Αγίου Νικοδήμου, νομίζοντας ότι εδώ θα περάσει η κριτική του.

Υπάρχει πάντως σε όλους τους Πατέρες πλήθος χωρίων που ομιλούν για την δικαιοσύνη του Θεού, για την οργή του Θεού και τον φόβο του Θεού. δεν ομιλούν οι Πατέρες μόνον για την αγάπη, αλλά και για την δικαιοσύνη του Θεού. Ο π. Βολουδάκης έχει παρουσιάσει αρκετές παρόμοιες θέσεις των Πατέρων. Όσα σχετικά λέγουν δεν έχουν καμμία σχέση με την δικανική ορολογία και νοοτροπία των Δυτικών και ίσως πρέπει, όπως ελέχθη, να υπάρχει μία εισαγωγή στις εκδόσεις του «Πηδαλίου», η οποία θα αναφέρεται στα θέματα αυτά και θα τα ξεκαθαρίζει. Ο Θεός τιμωρών και η Εκκλησία, επιβάλλουσα διά των πνευματικών επιτίμια, δεν συμπεριφέρονται ως δικασταί, αλλά ως ιατροί. δεν δικάζουν, αλλά θεραπεύουν.

Υπάρχουν λοιπόν του κόσμου τα χωρία μέσα στην πατερική γραμματεία, στα οποία βρίσκει κανείς παρόμοια ορολογία και αντιμετώπιση. Ήταν ποτέ δυνατόν ο πατερικώτατος Άγιος Νικόδημος, ο οποίος παιδιόθεν είχε ανατραφή και είχε ζυμωθή με την πατερική παράδοση, την οποία εγνώριζε όσο κανείς άλλος στην εποχή του, απέξω και ανακατωτά, από μνήμης, είχε γίνει ο εαυτός του, η ταυτότητά του, ήταν λοιπόν ποτέ δυνατόν να υιοθετήσει γραμμή διαφορετική από την γραμμή των Πατέρων της Εκκλησίας, η οποία θα απέβαινε “λοιμική νόσος” για τους Ορθοδόξους πιστούς;

Εχάρηκα, διότι και ο π. Θεό­κλητος στην αναγνωσθείσα εισήγησή του, και ο παριστάμενος Άγιος Καθηγούμενος, ο π. Γεώργιος Καψάνης, είπαν ότι το θέμα της παρεξηγήσεως της διδασκαλίας του Αγίου Νικόδημου είναι πολύ σοβαρό, και δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο στο συνέδριο αυτό που συνεκλήθη προς τιμήν του Αγίου Νικοδήμου, από την Ιερά Μονή που φέρει το όνομά του και τον τιμά ως απλανή Άγιο και Πατέρα της Εκκλησίας.

Με την εισήγησή μου θέλησα να δείξω ότι ο Άγιος Νικόδημος δικαιώθηκε στην πρώτη φάση, όταν παρουσιαζόταν από τον Θεοδώρητο και άλλους ως αντιγραφεύς ξένων έργων. Δικαιώνεται και τώρα στην δεύτερη φάση, που κατηγορήθηκε άδικα από τον καθηγητή Γιανναρά. Αν ζούσε ο ίδιος θα έκανε αυτό που έκανε όταν τον κατηγόρησαν ότι υπερβάλλει στην απόδοση τιμών στο πρόσωπο της Παναγίας. παρέπεμψε στους προ αυτού Αγίους Πατέρες λέγοντας πως εκείνους πρέπει να κατηγορήσουν. Το ίδιο ισχύει και για όσα λέγονται περί δικανικού και νομικού πνεύματος· θα πρέπει να κατηγορήσουμε και τους προ αυτού Αγίους Πατέρες.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης δεν έχει ανάγκη συνηγορίας· είναι στύλος ακλόνητος της ορθοδόξου πίστεως, και μόνον επαινετικά και υμνητικά πρέπει να αναφερόμαστε στο όνομά του.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ:

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ
Πρωτοπρεσβυτέρου Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΕΔΩ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)