Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Η ένοχη σιωπή



Γράφει ο Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης

Επιτρέψτε μου παρακαλώ σήμερα μία δημόσια εξομολόγηση - αν και θα μπορούσα να πω πως όλα τα κείμενα που υπογράφω είναι άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερα εξομολογητικά.
Σε κάποιο προηγούμενο άρθρο μου είχα γράψει για μία ανεπίτρεπτη σιωπή των ιθυνόντων. Είναι γεγονός ότι υπάρχει μία ισχυρή πλειοψηφία που σιωπά και παρακολουθεί από μακριά. Η ηχηρή ουδετερότητα κάποιων -πολλών- καλοβολεμένων είναι αρκετά ενοχλητική. Πρόκειται για καλούς ανθρώπους που λένε “ναι” σε όλα, για να τα πηγαίνουν καλά με όλους και να περνάνε καλά.
Δεν γνωρίζω, αλήθεια, πόσο καλοί μπορεί να είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, όταν μάλιστα έχουν και υπεύθυνες θέσεις και δε θέλουν να τα χαλάσουν με κανέναν. Να μην έχεις άποψη για τίποτε, να σιωπάς συνεχώς, να συμφωνείς και όταν δεν συμφωνείς, μόνο και μόνο για να περνάς καλά, είναι άνανδρο και ανέντιμο. Ακόμη και όταν προσκαλούνται για να μιλήσουν και κοιτούν πώς να περάσει η ώρα για να μη μιλήσουν είναι τραγικό. Άνθρωποι υπεύθυνοι για να παρουσιάζονται καλοντυμένοι σε πανηγύρια, εορτές και τελετές, χρόνια τώρα, δίχως καμία αναφορά στην κατηφόρα του τόπου.
Ο κόσμος να περιμένει εναγώνια να υψωθεί μια φωνή σοβαρή, συνετή, σεμνή, διακριτική, γνήσια, αληθινή, όταν όλα γύρω καταστρέφονται, και να ακούς λόγους περί ωραίας και ιερής σιωπής. Ο φόβος να κατατεθεί νηφάλια γνώμη, που δεν θα χαϊδεύει αυτιά, δεν θα πρέπει να υπάρχει σε κρίσιμες στιγμές. Δεν είναι ώρα για κρυφτό και απομόνωση. Δεν μπορεί να ψηφίζεις δίχως γνώση, μελέτη και προσοχή. Να συμφωνείς συνεχώς με τους προλαλήσαντες σε ένα διαβουλευμένο σώμα δεν νομίζω ότι είναι σοβαρό. Να απέχεις από τους αγώνες των επαγγελματικών κλάδων, να δίνεις χώρο σ’ αυτούς που δεν θέλεις να ακούς και να σε εκπροσωπούν.
Όσοι δεν μιλούν δίνουν τη θέση τους σε αυτούς που δεν πρέπει να μιλούν. Από καιρό έχουν γεμίσει τα τηλεοπτικά παράθυρα από “μαϊντανούς” και “παπαγαλάκια” που μιλούν ακατάσχετα, κρίνοντας εύκολα τους πάντες και τα πάντα. Είναι ανάγκη να λύσουν τη σιωπή τους ορισμένοι ιθύνοντες, για να πληροφορήσουν υπεύθυνα τους σε μεγάλη απορία ευρισκόμενους. Υπάρχει σιωπή κακή, νοσηρή, φοβισμένη, ένοχη, αδικαιολόγητη. Ο κόσμος δεν είναι κουτός. Δεν ξεγελιέται εύκολα πάντοτε. Να τη χαρακτηρίζεις τη σιωπή ως προερχόμενη από σεμνότητα και ταπεινότητα δεν πείθεις, όταν όλα καίγονται γύρω σου τόσο γρήγορα.
Η φλυαρία, η κενολογία, η αερολογία, η περιττολογία και η κουτοπονηρία κάποιων αφελών δεν δικαιολογεί την επικίνδυνη σιωπή άλλων. Η σιωπή δεν είναι πάντοτε η καλύτερη στάση, λύση, άμυνα και επιλογή. Η απεραντολογία δεν είναι έξυπνη τοποθέτηση, αλλά κουράζει, φθείρει και εκθέτει. Οι τοιουτοτρόπως σιωπούντες και φλυαρούντες λαθεύουν σίγουρα και αφήνουν το χώρο για άλλους επιτήδειους πονηρούς. Είναι καιρός να ψάξουμε και να βρούμε το μέτρο, τη μέση οδό, την ισορροπία. Τη λογική, τη σοβαρότητα, τη σύνεση, την αρμονία και τη συνεννόηση.
Ο δολοφονημένος στην Αμερική, για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, νέγρος πάστορας Μάρτιν Λούθερ Κιγκ είχε πει μια σοφή κουβέντα: “Η γενιά μας θα πρέπει να απολογηθεί, όχι τόσο για τις κακές πράξεις των μοχθηρών ανθρώπων, όσο για την αποτρόπαιη σιωπή των καλών ανθρώπων…”. Δεν πρέπει να απολογηθούμε; Υπερβάλλει; Δεν έχει δίκιο; Για τις κακίες των συνανθρώπων μας έχουμε ένα ποσοστό ευθύνης, γιατί δεν τους συνδράμαμε στο αγαθό καθόλου.
Εμείς, οι υποτιθέμενοι καλοί, γιατί δεν αφήσαμε την ανεμελιά, τη νωθρότητα, το χουζούρι, το βόλεμα, την ησυχία μας απέναντι στα μεγάλα προβλήματα των γύρω δυστυχισμένων, αναγκεμένων, πονεμένων και ταλαιπωρημένων αδελφών μας; Εμείς, οι τόσο καλοί, συχνά ακολουθήσαμε μία καλά επιλεγμένη σιωπή, η οποία τελικά ήταν αποτρόπαιη, αφού βασάνισε παραμελημένους πλησίον.
Η σιωπή μερικές φορές σε υψηλά επίπεδα ανθρώπων είναι χειρότερη από τη βλασφημία. Να με συγχωρείτε για την αυθόρμητη αυτή εξομολόγηση. Από καιρό τα σκεφτόμουν και ήθελα να τα πω. Έχει δίκιο ο Μάρτιν Λούθερ Κιγκ. Βέβαια ως μοναχός θα έπρεπε να σιωπώ. Να που σιωπούν άλλοι, που δεν είναι μοναχοί. Μετανιώνεις πάλι που μίλησαν, γιατί τα έκαναν θάλασσα. Ας κινείται κανείς κατά συνείδηση και όχι φοβούμενος, ντρεπόμενος και δειλιάζοντας συνεχώς, καταθέτοντας λόγο ανυπόκριτο, εγκάρδιο, αληθινό, δίχως εκπτώσεις, χαϊδολογήματα γλυκανάλατα και αναμασήματα κουραστικά.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Επίθεση του καθηγητή Αριστείδη Πανώτη προς τους υπογράφοντες την «Ομολογία Πίστεως»



Ρεπορτάζ από την παρουσίαση του «Συνοδικού» του καθηγητή Αριστείδη Πανώτη, με την παρουσία του Αρχιεπισκόπου και πολλών Ιεραρχών μας δίνει το amen.gr.


Κλείνοντας την εκδήλωση ανάμεσα στα άλλα ο καθηγητής Πανώτης αναφέρθηκε με τρόπο απαξιωτικό και σκληρό στους υπογράφοντες την Ομολογία Πίστεως μιλώντας για «αδέσποτους αντιφρονούντες, που διαλαλούν δήθεν «ομολογίες» χωρίς διάκριση για να μερίζουν την Εκκλησία».


Είναι γνωστό «τέκνο» του Πατριάρχη Βαρθολομαίου ο καθηγητής Πανώτης......


Και φαίνεται πως μαζί με τον καθηγητή Φειδά αποτελούν τα δύο πρωτοπαλήκαρα του Πατριάρχη που με το επιστημονικό τους κύρος (!) και τη σοφία των ετών που κουβαλάνε (!) νομίζουν πως αρκεί να εκστομίσουν μια καθηγητική θεωρία και να συντρίψουν τον αντι-οικουμενιστικό αγώνα.


Κάνουν όμως μέγα λάθος.


Τις σοφιστείες του καθηγητή Φειδά περί συμπροσευχών ήδη ανασκεύασαν αγωνιστές κληρικοί και κυρίως ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος αποδεικνύοντας την παρερμηνεία των Κανόνων που έκανε ο καθηγητής.


Τώρα ο καθηγητής Πανώτης κλείνει τα μάτια μπροστά στις οικουμενιστικές κινήσεις του Πατριάρχη και των συν αυτώ, δείχνει «απόλυτη εμπιστοσύνη» στον τρόπο διεξαγωγής από αυτούς του διαλόγου για την «Πανορθόδοξη και την Διαχριστιανική ενότητα» και στρέφει τα βέλη του εναντίον όσων υπογράψαμε την Ομολογία Πίστεως.


«Αντιφρονούντες» μας ονομάζει, και ναι είμαστε, διότι δεν φρονούμε τα ίδια με τους οικουμενιστές.«Αδέσποτοι» όμως γιατί; Επειδή δεν έχουμε επισκόπους στον αγώνα μας;


Ξεχνάει ο καθηγητής Πανώτης ότι υπάρχουν και επίσκοποι που υπέγραψαν την Ομολογία, ανάμεσά τους δε και ο παρακολουθών την ομιλία του Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ;«Χωρίς διάκριση μερίζουν την Εκκλησία».


Που είδε ο καθηγητής την έλλειψη διάκρισης από τους υπογράφοντες την Ομολογία;


Αντί να προχωρήσουμε σε σκληρότερη στάση, με πολλή υπομονή αναμένουμε την ανάνηψη των οικουμενιστών, χωρίς πρόωρα να προχωρούμε σε αποτείχιση ή διακοπή μνημοσύνου.


Ο μερισμός όμως της Εκκλησίας είναι έργο των οικουμενιστών που βάλθηκαν να μας οδηγήσουν με τα καμώματά τους σε εσωτερικές συγκρούσεις ανοίγοντας πόρτες και παράθυρα στους αιρετικούς παπικούς και προτεστάντες και εξαπολύοντας απειλές εναντίον των ανησυχούντων πιστών.


Δυστυχώς και για τον καθηγητή Πανώτη, όπως και για τον καθηγητή Φειδά ισχύει το «Γήρας γαρ τίμιον ου το πολυχρόνιον… πολιά δε εστί φρόνησις ανθρώποις» (Παροιμ. δ΄, 7) αλλά αυτοί φαίνεται πως στα γεράματα έχασαν την ορθόδοξη πατερική φρόνηση και επέλεξαν αντί ταύτης το οικουμενιστικό φρόνημα.








το βρήκαμε εδω

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Ηχηρό χαστούκι από Δεσποτόπουλο



Τα αυτονόητα και τα ανόητα

Το παρακάτω κείμενο του μεγαλύτερου εν ζωή Έλληνα φιλοσόφου δημοσίευσε η Καθημερινή ως επιστολή αναγνώστη!

Κωνσταντίνου Δεσποτοπουλου - Ακαδημαϊκού - πρώην υπουργoύ Παιδείας






Κύριε διευθυντά

Παλλάδιο ηθικό των Ελλήνων της γενεάς μου, η επί αιώνες πολλούς παρουσία του ελληνικού έθνους στην ιστορία της ανθρωπότητας, από τους προ Χριστού χρόνους έως την εποχή μας και με συμβολή μεγαλουργό κάποτε, αμφισβητείται και πάλι, από Ελληνες τώρα μάλιστα, και χαρακτηρίζεται έωλο θεώρημα, γέννημα του ελληνικού ρομαντισμού του ΙΘ΄ αιώνα είτε κατασκεύασμα ιδεολογικό της εκπαιδευτικής πολιτικής του νεοσύστατου κράτους.

Δεν κατονομάζω πρόσωπα, εφόσον αδυνατώ να τα επαινέσω. Δεν ανέχομαι όμως την οικτρή αυτή απάρνηση της ιστορικής αλήθειας, συνοδευμένη, άλλωστε, και από την αξίωση να εισαχθεί στα διδακτικά βιβλία της Ιστορίας.

Επικαλούμαι, λοιπόν, τα εξής προς τους διδασκάλους της Ιστορίας ή και προς το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο:

1. Ο φιλόσοφος Πλήθων, στον 15ο αιώνα, είχε ζητήσει, πριν από την Αλωση, ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, να ανακηρυχθεί Βασιλεύς των Ελλήνων, ώστε και να συμμορφωθεί προς την ιστορική τότε πραγματικότητα.

2. Ο πρώτος μετά την Αλωση Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, απευθυνόμενος στους μοναχούς της Πάτμου, τονίζει προς αυτούς ότι με την περίσωση των ευρισκομένων στη Μονή χειρογράφων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας συμβάλλουν στην επιβίωση του υπόδουλου Γένους.

3. Ο Ιανός Λάσκαρις και άλλοι Ελληνες λόγιοι στην Ιταλία, πολύ πριν από τον 19ο αιώνα, όχι μόνο διδάσκουν τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και με αμείωτο ζήλο επιδιώκουν να προκαλέσουν πολεμική επιχείρηση των Δυτικοευρωπαίων για την απελευθέρωση των συγχρόνων τους Ελλήνων.

4. Στον 17ο αιώνα, ο Ελληνας Επίσκοπος Βελιγραδίου έγραφε για τον σύγχρονό του φιλόσοφο Θεόφιλον Κορυδαλλέα ότι δεν υστερεί όχι μόνο των διάσημων τότε φιλοσόφων της Ιταλίας, αλλά και των ημετέρων φιλοσόφων της αρχαίας εποχής.

5. Ο μέγας ζωγράφος Θεοτοκόπουλος, στον 17ο αιώνα, ονομάζεται για τους Ευρωπαίους «Ελ Γκρέκο», ο Ελληνας με όσα ένδοξα υποβάλλει τότε η λέξη αυτή, ενώ και υπενθύμιζε την ύπαρξη του Γένους των Ελλήνων, μεγαλουργού άλλοτε και υπόδουλου τότε.

6. Αλλά και στον 18ο αιώνα, Ελληνες έμποροι και λόγιοι, που ζούσαν και δρούσαν στις ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα στη σημερινή Ρουμανία, διατηρούσαν ακμαίο το ελληνικό φρόνημά τους, μάλιστα ήκμαζαν τότε οι «Αδελφότητες» Ελλήνων στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

7. Ο Διονύσιος Σολωμός, στον Υμνον εις την Ελευθερίαν, γραμμένον πριν να υπάρξει ακόμη ελληνικό ανεξάρτητο κράτος, όχι λοιπόν ως φερέφωνο της εκπαιδευτικής πολιτικής του, αναφέρεται σε «περασμένα μεγαλεία» και χαρακτηρίζει «σαν πρώτα αντρειωμένη» την ελευθερία, δηλαδή εμπνέεται από την ιστορική διάρκεια του ελληνικού έθνους.

8. Ο φιλελληνισμός, το υπέροχο αυτό κίνημα των ηθικά αισθαντικών Ευρωπαίων και Αμερικανών, εξηγείται μόνο από την πεποίθησή των ότι ένα μεγαλουργό στους αρχαίους χρόνους έθνος έχει εξεγερθεί για την απόσειση της επί αιώνες δουλείας του.

9. Εκφραστικότατο είναι και ό,τι διακήρυξε ο ραδιοσταθμός της Μόσχας τον Νοέμβριο του 1940: Οι Ελληνες στην Πίνδο έγραψαν νέον Μαραθώνα. Και ο ρωσικός φιλελληνισμός υπάρχει έντονος ήδη από τον δέκατο όγδοο αιώνα.

10. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η συγκινητική αντοχή του ελληνικού φρονήματος συμπαγών ελληνικών πληθυσμών υπό εξουσία τουρκική επί αιώνες σε περιοχές των εσχατιών της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα του Πόντου, όπου η τοπική ελληνική γλώσσα διατήρησε χαρακτηριστικά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής πολύ έκδηλα.

Η διαχρονική συνέχεια του ελληνικού έθνους, λοιπόν, είναι διάτορα μαρτυρημένη από την ιστορική πραγματικότητα και δεν είναι απλώς εφεύρημα του «ελληνικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα», προς ιδεολογική στήριξη «εθνικών επεκτατισμών», όπως επιπόλαια γράφεται σε πρόσφατο δημοσίευμα.

Στον 19ο αιώνα συζητήθηκε απλώς η «διαχρονική συνέχεια του ελληνικού έθνους» με αφορμή την αμφισβήτησή της από μη Ελληνες. Πριν δεν συζητούσαν γι’ αυτήν, καθώς δεν συζητεί κανείς για τα δεδομένα και αυτονόητα.


Οι πολέμιοι της ιστορικής αλήθειας για την αδιάκοπη επί αιώνες πολλούς ύπαρξη του ελληνικού έθνους δεν επιτρέπεται να συγχέουν τη λεγόμενη συχνά «προγονοπληξία» με τη νηφάλια επίγνωση από τους σημερινούς Ελληνες των αρχαιότατων εθνικών τίτλων τους, εμπνευστική μάλλον προς εθνική αξιοπρέπεια ή και υποκινητική σε προσπάθεια για ιστορική μεγαλουργία.

Στους αρχαίους Ελληνες διάχυτη κατά Ηρόδοτον ήταν η πίστη ότι «απεκρίθη εκ παλαιτέρου του βαρβάρου έθνεος το ελληνικόν, εόν και δεξιώτερον και ηλιθίου ευηθείης απηλλαγμένον μάλλον». Η πίστη αυτή όμως δεν τους εμπόδισε να μεγαλουργήσουν.



Το βρήκαμε εδώ

Αν ποτέ κρυφοκοιτάξεις μέσα απ’ το παράθυρό σου…


Φαντάσου έναν κατακόρυφο απόκρημνο βράχο, με μιαν άκρη να προεξέχει στην κορφή. Τώρα φαντάσου τι θα αισθανόταν ίσως ένα πρόσωπο, αν έβαζε το πόδι του στην άκρη αυτού του γκρεμού και, κοιτάζοντας κάτω προς το χάος, δεν έβλεπε ούτε στέρεο πάτημα ούτε κάτι για να πιαστεί. Αυτό είναι, νομίζω, η εμπειρία της ψυχής όταν πηγαίνει πέρα απ’ το πάτημα στα υλικά πράγματα, στην αναζήτησή της γι’ αυτό που δεν έχει διάσταση και υπάρχει προαιώνια. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε απ’ όπου να μπορεί να κρατηθεί, ούτε χώρος, ούτε χρόνος, ούτε μέτρο, ούτε τίποτε άλλο· το μυαλό μας δεν μπορεί να το προσεγγίσει. Κι έτσι η ψυχή, γλιστρώντας σε κάθε σημείο απ’ όπου δεν μπορεί να πιαστεί, ζαλίζεται και παθαίνει σύγχυση και ξαναγυρίζει γι’ άλλη μια φορά σ’ αυτό που της είναι σύμφυτο, ευχαριστημένη τώρα που ξέρει απλώς αυτό για το Υπέρτατο, ότι είναι τελείως διαφορετικό από τη φύση των πραγμάτων που η ψυχή γνωρίζει.

(Αγ. Γρηγόριος Νύσσης)

Σκέψου έναν άνθρωπο που στέκεται τη νύχτα μέσα στο σπίτι του, μ’ όλες τις πόρτες κλειστές· κι έπειτα υπόθεσε ότι ανοίγει ένα παράθυρο ακριβώς τη στιγμή που παρουσιάζεται μια ξαφνική λάμψη αστραπής. Ανίκανος ν’ ανεχτεί τη λαμπρότητα, αμέσως προφυλάσσεται κλείνοντας τα μάτια του και φεύγοντας προς τα πίσω, μακριά απ’ το παράθυρο. Έτσι συμβαίνει με την ψυχή που είναι κλεισμένη μέσα στο βασίλειο των αισθήσεων· αν ποτέ κρυφοκοιτάζει μέσα απ’ το παράθυρο του νου κατακλύζεται από τη λαμπρότητα -σαν την αστραπή- της βεβαιότητας ότι το Άγιο Πνεύμα είναι μέσα της. Μη μπορώντας να υποφέρει το θάμπος από το φως που αποκαλύφθηκε, αμέσως παθαίνει σύγχυση στο νου της και αποσύρεται ολοκληρωτικά στον εαυτό της καταφεύγοντας σαν σ’ ένα σπίτι, ανάμεσα στα αισθητά και ανθρώπινα πράγματα.

(Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος)

Όποιος προσπαθεί να περιγράψει το άφατο με λόγια είναι πράγματι ψεύτης -όχι επειδή μισεί την αλήθεια- αλλά επειδή είναι ακατάλληλος για την περιγραφή.

(Αγ. Γρηγόριος Νύσσης)

Άφησε τις αισθήσεις και τις εργασίες του νου, και όλα όσα οι αισθήσεις και ο νους μπορούν να διακρίνουν, και όλα όσα δεν υπάρχουν και όσα υπάρχουν· και μέσα από την αγνωσία πλησίασε, όσο αυτό είναι δυνατό, την ταυτότητα μ’ αυτόν που είναι πέρα από κάθε ύπαρξη και γνώση. Μ’ αυτό τον τρόπο, με μια ασυμβίβαστη, απόλυτη και καθαρή αποδέσμευση από τον εαυτό σου και απ’ όλα τα πράγματα, ξεπερνώντας όλα τα πράγματα και απαλλαγμένος απ’ όλα, θα οδηγηθείς προς τα πάνω, προς αυτή τη λαμπρότητα του θείου γνόφου που είναι πέρ’ από κάθε ύπαρξη.

Μπαίνοντας στο γνόφο που υπερβαίνει την κατανόηση, θα βρεθούμε σε μια κατάσταση όπου όχι μόνο δεν θα μπορούμε να πούμε πολλά, αλλά θα είμαστε σε τέλεια σιγή και αγνωσία.

Αδειανός απ’ όλες τις γνώσεις, ο άνθρωπος ενώνεται στο υψηλότερο μέρος του εαυτού του, όχι με κάποιο δημιούργημα, ούτε με τον εαυτό του, ούτε με κανέναν άλλο, αλλά με τον «Ένα» που είναι τελείως ακατάληπτος και μη ξέροντας τίποτε, γνωρίζει μ’ έναν τρόπο που ξεπερνάει την κατανόηση.

(Αγ. Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης).

Η μορφή του Θεού είναι άφατη και απερίγραπτη, και δεν μπορεί να θεαθεί με τα μάτια της σάρκας. Είναι απεριχώρητος στη δόξα, ακατανόητος στη μεγαλειότητα, ασύλληπτος στην επιβλητικότητα, ασύγκριτος στη δύναμη, απρόσιτος στη σοφία, αμίμητος στην αγάπη, ανέκφραστος στη φιλανθρωπία.

Όπως η ψυχή μέσα στον άνθρωπο δεν φαίνεται αφού είναι αθέατη στους ανθρώπους, αλλά ξέρουμε την ύπαρξή της από τις κινήσεις του σώματος, έτσι ο Θεός δεν μπορεί να ιδωθεί με ανθρώπινα μάτια, αλλά βλέπεται και γνωρίζεται από την πρόνοιά του και τα έργα του.

(Θεόφιλος Αντιοχείας).

Δεν γνωρίζουμε το Θεό στην ουσία του. Τον ξέρουμε μάλλον από το μεγαλείο της δημιουργίας του και από την προνοητική φροντίδα του για όλα τα πλάσματα. Γιατί μ’ αυτό το μέσο, σαν να χρησιμοποιούμε καθρέφτη, αποκτούμε επίγνωση της άπειρης καλοσύνης του, της σοφίας και της δύναμης του.

(Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής).

Το πιο σημαντικό πράγμα που συμβαίνει ανάμεσα στο Θεό και την ανθρώπινη ψυχή είναι το ν’ αγαπάει και ν’ αγαπιέται.

(Κάλλιστος Καταφυγιώτης).

Η αγάπη για το Θεό είναι εκστατική, και μας κάνει να βγούμε από τον εαυτό μας· δεν επιτρέπει στον εραστή ν’ ανήκει πια στον εαυτό του, αλλ’ ανήκει μόνο στον Αγαπημένο.

(Αγ. Διονύσιος ό Αρεοπαγίτης).

Ξέρω ότι ο Ακίνητος κατεβαίνει·

Ξέρω ότι ο Αόρατος μου εμφανίζεται·

Ξέρω ότι αυτός που είναι έξω απ’ όλη τη δημιουργία

Με παίρνει μέσα του και με κρύβει στην αγκαλιά του,

Και τότε βρίσκομαι έξω απ’ όλο τον κόσμο.

Εγώ, ένας εύθραυστος, μικρός θνητός μέσα στον κόσμο,

Βλέπω τον Δημιουργό του κόσμου, ολόκληρο μέσα σε μένα τον ίδιο·

Και ξέρω ότι δεν θα πεθάνω, γιατί είμαι μέσα στη ζωή,

Έχω ολόκληρη τη Ζωή που ξεπηδάει από μέσα μου σαν πηγή.

Αυτός είναι στην καρδιά μου, είναι στον ουρανό·

Κι εκεί κι εδώ μου φανερώνεται με την ίδια δόξα.

(Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος)

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Το αρχαίο ήθος και το νεωτερίστικο πνεύμα


Ξεκίνησα να γράψω κάποιες συμπληρωματικές σκέψεις για το τρέχον θέμα της χρήσης μή λειτουργικής γλώσσας στην λατρεία, όμως οι λογισμοί με πήγαν αλλού, με πήγαν βαθύτερα.

Όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα, να ερμηνεύσουμε ένα φαινόμενο, συνήθως αναφερόμαστε στα γεγονότα και τις συνθήκες που τα δημιούργησαν,για να επιστρατεύσουμε αντίθετα επιχειρήματα με τους κανόνες της διαλεκτικής, όμως σπάνια ασχολούμεθα και αναφερόμαστε στη βαθιά ρίζα, στο πνεύμα της καινοτομίας.

Στην περίπτωση της γλωσσικής καινοτομίας και αυθαιρεσίας έχουμε να κάνουμε με ένα αλλόκοτο, αλλά όχι άγνωστο μας πνεύμα.Είναι το ίδιο το σύγχρονο πνεύμα που αναπνέουμε,το κλίμα που ζούμε,ένα καθεστώς που δύσκολα θα ξεριζώσουμε και θα απαρνηθούμε: η νέα εκκλησιαστική ατμόσφαιρα, το διαμορφωμένο στις μέρες μας εκκλησιαστικό ήθος, το παγιωμένο ως σύνηθες ιερατικό ύφος και οι νοοτροπίες τους.

Συνήθως ρίχνουμε τον "λίθο του αναθέματος" στους διεφθαρμένους ιερείς, στους "πουριτανούς ιεροκήρυκες",στις "προτεσταντικού τύπου οργανώσεις","στον αμαθή κλήρο και τον αποστάτη λαό", "στις δυτικόφερτες θεολογίες", στην "εκκλησιαστική διαφθορά" κτλ προκειμένου να εντοπίσουμε τον φταίχτη για την αλλοίωση και απεμπόληση της ορθόδοξης παράδοσης και του γνησίου χριστιανικού ανατολικού ήθους. Κι όμως οι καινοτομίες δεν έχουν μία και δύο μήτρες, μπορεί να φταίνε κάποια ή όλα παραπάνω,δεν είναι όμως ένας ο "δολοφόνος", συγκεκριμμένος ο φταίχτης, σεσημασμένος ο ένοχος με την ευκολία της δεδομένης προκατάληψης. Και εξηγούμαι...

Οι ιερείς παλιότερα "μυρίζανε λιβάνι και κερί". Μπαίνανε ελεύθερα στα σπίτια ενοριτών και παραστεκότανε στα προβλήματα τους , απρόσκλητοι. Διαβάζανε ακολουθίες και κάνανε τον κανόνα τους, αυτονόητα και καθηκόντως.Προβλήματα τους ήταν τα ενοριακά προβλήματα και σπουδή τους η διακονία του δίπλα,μεγαλώνοντας και ανατρέφοντας παράλληλα πολυμελείς οικογένειες και μάλιστα χριστιανικές και δακτυλοδεικτούμενες. Σπίτι τους είχαν την εκκλησία και για "πατερημά" τους τους ιερούς κανόνες και τα σοφιολογικά βιβλία.

Χωρίς να ξέρουνε πολλα θεολογικά γράμματα, είχαν εγκολπωθεί όλο το ευαγγέλιο και τα υψηλότατα δόγματα και την ορθοδοξία την έκαναν ορθοπραξία σε κάθε εκδήλωση της ζωής τους. Από το στόμα τους δεν έλειπε ο ψαλμός και η συμβουλή, όχι με ψυχαναλυτικά κόλπα και συμβουλευτικά στερεότυπα, αλλά με λόγο απλό, ευαγγελικό και "άλατι ηρτυμένω". Από δίπλα τους ο άνθρωπος έφευγε ξαλαφρωμένος και κατανυγμένος και όχι προβληματισμένος,σκανδαλισμένος,κολακευμένος ή κατατρυχόμενος από τυψεις. Δεν χρησιμοποιούσαν εκφράσεις που αποπνέουν υποκειμενική αυτοδικαίωση και αντικειμενική μιζέρια όπως "φιλανθρωπική διακονία,φιλόπτωχον" κλπ αλλά το να θρέφουν φτωχούς το θεωρούσαν αυτονόητο και μάλιστα είχαν αρρωγό τον απλό λαό, που τους προλάβαινε στην ελεημοσύνη, γιατί ο δίπλα δεν ήταν ο "πτωχός και άτυχός" αλλά ο αδελφός και ο Χριστός. Δεν ξέρανε πολλά πολλά "κηρύγματα και μελέτες της αγίας γραφής", καίτοι την αγία γραφή την γνώριζαν απ'έξω, όχι μόνο στα λόγια και καμιά φορά ούτε στα λόγια, αλλά στις πράξεις,στις σκέψεις, στην νοοτροπία,στην αναπνοή, την καθημερινότητα. Όμοια και ο λαός δεν πολυσκοτίζοταν για τον "Λόγο" και τους "κύκλους", ούτε είχαν "γέροντες" και "ιεροκήρυκες" για βιοτικούς "ινστρούχτορες" και pop idols. Έψαχναν και εύρισκαν πνευματικό , όπου "ξαγορεύονταν τα κρίματα" τους και ετρέφονταν πνευματικά με τον "Αόρατο πόλεμο", τον ¨Θησαυρό Δαμασκηνού" την "Αμαρτωλών σωτηρία". Όλοι οι παπάδες ήταν άγιοι , ακόμα και οι πιο γραφικοί και αμαρτωλοί γιατί "κρατούσαν στα χέρια τους την θεία κοινωνία".Στην λειτουργία οι ιερείς, ψέλιζαν λέξεις πανάρχαιες και τις "καταλάβαιναν" ή τις καταλάβαιναν όλοι! Την γλώσσα την λειτουργική την μεταχειρίζοταν με ιερότητα και δεν τους ένοιαζε το κάλυμμα και το περίβλημα, όπως κανείς μαζί με τον γλυκό καρπό γεύεται και το φλούδι και στο σκληρό όστρακο κρύβεται το μαργαριτάρι. Τους ένοιαζε η γεύση και η λάμψη, γι'αυτό και σέβονταν ακόμα και το φλούδι και το όστρακο , αν και καμιά φορά ήταν σκληρό.

ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠ'ΟΛΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΧΑΝΕ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ. Από την στιγμή που η ευχαριστία έγινε δευτερεύον ή κοινό θέμα σε μια λίστα πολλών ποιμαντικών "προτεραιοτήτων", αφ'ης στιγμής η θεία λειτουργία μετατοπίστηκε από το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής για να αντικατασταθεί με ηθικιστικά κηρύγματα,λέσχες μελέτης και κοινωνικές κοσμικές εκδηλώσεις έγινε κάτι το κοινό και "φτηνό". Ένα μέσα σ'όλα, ένα δευτερεύον θέμα. Και ένα δευτερεύον θέμα μπορεί βέβαια κάποιος "ευσεβής και φωτισμένος" κληρικός να το μεταχειριστεί "οπως θέλει" για το "καλό της κοινότητας". Εξ'ου και η χρήση λειτουργικών μεταφράσεων αλλα και βιασμού του κειμένου και του τυπικού με αυθαιρεσίες και υποκειμενισμούς ανθρώπων. Και μετά τρέχουν πανικόβλητοι και προβληματισμένοι οι ανώτατοι των ποιμένων να επιβάλουν λειτουργική αναγέννηση για να επανέλθουμε στο αρχαίο ύφος. Βάλτε στο κέντρο την λειτουργία,την ευχαριστία και όλα θα αποκατασταθούν,αγαπητοί πατέρες και θεολόγοι.

Με λίγα λόγια, είχαν δύο πράγματα οι παλιοί ποιμένες,οι λειτουργοί ποιμένες : την ταπείνωση και την αγάπη που γεννούσε την απλότητα, την ανεπιτήδευση, το ησυχαστικό και αγιοτικό κλίμα και πνεύμα. Δεν εποίμαιναν τον Χριστό, ούτε πήγαιναν την Εκκλησία όπου τους έλεγε η καρδιά τους. Μέσα στην άγνοια τους για τα πολλά-πολλά(αν και παλιότερα οι θεολογικά μορφωμένοι ιερείς,όσοι μορφωμένοι, ήταν όντως θεολογικά μορφωμένοι και όχι "επιχρισμένοι με γνώσεις"), καθοδηγούνταν από ένα Καθήκον. Όχι καθήκον προτεσταντικό,ευσεβιστικό,καθωσπρεπίστικο, αλλά φιλότιμο μυστικό,συναίσθηση ευθύνης,συναίσθηση ιερωσύνης. Είχαν το βίωμα και το ήθος. Είχαν ήθος ταπεινό και βίωμα φιλοκαλικό.

Σήμερα έχουμε ήθος νεωτεριστικό και βίωμα "εκκλησιαστικό" . Πονηρέψαμε και προοδέψαμε. Ζούμε με τα "σύμβολα", το θέλημα,την πιθανότητα,τον πειραματισμό,την αυτονόμηση,την αυτοδικαίωση,την φατρία,την σχολαστική θεολογία,τον μεγαλειώδη καθωσπρεπισμό, την πρωτοβουλία και την αβουλία,την υπόκριση,τον συντηρητισμό και τον μοντερνισμό. Είμαστε αυθαίρετα "άγιοι" και επιλεκτικά "αμαρτωλοί", προσχηματικά "άξιοι" και ... περιστασιακά "ανάξιοι".

Το ένα "πνεύμα" και η μία πλάνη γεννά αλυσιδωτά την άλλη. Θέτουμε αυτόβουλα τον εαυτό μας σε βάθρο ή "εις κοπρίαν" ζητώντας από τον άλλο να μας θαυμάσει ή να μας λυπηθεί.

Μπαίνουμε σε μια διαδικασία, σε έναν κρημνισμό που δεν βλέπουμε και μάλιστα νομίζουμε πώς ορθοδοξούμε.Είμαστε ευσεβείς και μορφωμένοι, τιμητές και εκτιμητές, φιλολογούντες και αγαπιστές και χιλιάδες άλλα και μόνο αγάπη και ταπείνωση , τα δύο μεγάλα και αυθεντικά συστατικά δεν έχουμε, δεν έχουμε την γνησιότητα γιατί άλλωστε όπως είπαμε παραπάνω: δεν ποιμαινόμαστε από τον Χριστό, δεν αφηνόμαστε στον Χριστό, δεν "είμαστε" Εκκλησία, αλλά ποιμαίνουμε και πηγαινοφέρνουμε τον Χριστό και την Εκκλησία όπου εμείς θέλουμε!


To βρήκαμε εδώ


Πιστοί στην ποίηση ... κληρικοί ορθόδοξοι


«Το μοναστήρι του νησιού/ επισκέφτηκαν οι τουρίστες.

Με τα σορτσάκια τους δοκίμασαν/ τα πεπαλαιωμένα στασίδια.

Δείχνοντας τις ξεθωριασμένες τοιχογραφίες /πιστοποίησαν την υπεροχή των νυχιών τους./

Εν γένει επεκράτησε άνεση/ και φιλοπερίεργη ζωηρότητα./

Αλλωστε η ποσότητα του αντηλιακού/ εγγυάτο ότι δεν κινδύνευαν/ από τον Ηλιο της Δικαιοσύνης».

(«Daily Excursions», του π. Βασίλειου Θερμού)

Τα μοναστήρια των νησιών, όπως και οι εκκλησίες των πόλεων, θα δεχτούν αυτές τις μέρες πολλούς «τουρίστες», πιθανότατα λιγότερο ζωηρούς. Τη Μεγάλη Βδομάδα, πολλοί από εκείνους που δεν ανήκουν στον κλειστό πυρήνα των θρησκευόμενων χριστιανών, ανοίγουν παραπάνω την ψυχή τους. Κι ίσως αυτοί ν' αποτελούν το ιδανικό κοινό για ιερωμένους που δεν εκφράζουν την αγάπη τους προς το Θεό μόνο με την προσευχή, αλλά και με την ποίησή τους.


Παρά την καχυποψία της χριστιανικής παράδοσης απέναντι στη φαντασία και τον ευμετάβλητο κόσμο του συναισθήματος, κάποιοι - μετρημένοι στα δάχτυλα - κληρικοί, επιχειρούν να στήσουν ένα προσωπικό ποιητικό σύμπαν.

Η κληρονομιά της βυζαντινής ποίησης βαραίνει βέβαια στους ώμους τους. Όμως, η συναναστροφή μέσα από το λειτούργημά τους με τον Ρωμανό τον Μελωδό, τον Στέφανο τον Αγιοπολίτη ή την Κασσιανή, δεν παύει ν' αποτελεί γερό θεμέλιο για τα γραπτά τους.

* Η επίσημη Εκκλησία μάλλον τους αγνοεί. Όπως λέει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, «η ενασχόληση με την ποίηση αντιμετωπίζεται είτε ως παραγέμισμα του ελεύθερου χρόνου κάποιων λογίων ρασοφόρων, είτε ως αγαθή, με την κακή όμως έννοια, παρέκκλιση από τα "ισορροπημένα" γνωστά μας. Καμιά φορά, δε, και ως έκφανση διαταραγμένων -τουλάχιστον!- προσωπικοτήτων που αποβλέπουν στο περιθώριο μάλλον, παρά στο επίκεντρο, της κοινωνικής δραστηριότητας»...


Κληρικός από το '83, ο 40χρονος Παν. Καποδίστριας έχει δημοσιεύσει πέντε ποιητικές συλλογές (ανάμεσά τους, «Δήθεν υαλογραφία», εκδ. «Περίπλους» και «Ενύπνιο μετά τρούλλου», εκδ. «Μπάστας»), έχει αποσπάσει θετικά σχόλια από τον ίδιο τον Ελύτη, κι είναι από τους στυλοβάτες της πνευματικής ζωής της Ζακύνθου, στη Μητρόπολη της οποίας υπηρετεί ως γενικός αρχιερατικός επίσκοπος.

«Στο χαρτί ζωντάνεψα /τη Λευκή Πολιτεία./ Αστόχησε μια μελανιά/ και τη μαύρισα ολάκερη» («Σφάλμα», 1979).

Γράφοντας ποίηση ο Π. Καποδίστριας αναπνέει, αναζωογονείται, οπλίζεται με νέες αντοχές. «Μητέρα των μαχών μου», όπως λέε


ι, «η εσωτερική μου άβυσσος». Ποιητικά του πρότυπα, τόσο οι Κανόνες, που έλκουν την καταγωγή από τον βυζαντινό 8ο αιώνα, όσο και τα ιαπωνικά χάι-κου με την πυκνή τους λιτότητα. Και στο έργο του, «ο λόγος πάντα

αλογόκριτος, τζάμι» ισχυρίζεται, καθώς «ο Θεός ουδέποτε υπήρξε σεμνότυφος ή υποκριτής».

Οι «απ' έξω», βέβαια, απορούν. «Δυσκολεύομαι να καταλάβω τους ποιητές που είναι πιστοί, θρήσκοι», δήλωνε τις προάλλες η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.


* «Μου φαίνεται οξύμωρο. Γιατί να γράφεις, όταν έχεις την εξήγηση του κόσμου; Ποιος είπε, όμως, ότι ο πιστός δεν βασανίζεται από ερωτηματικά»; «Η πίστη» ισχυρίζεται ο π. Βασίλειος Θερμός,είναι μια προσωπική σχέση με το Θεό, όπου έχεις συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν θα πάρεις όλες τις απαντήσεις. Μια σχέση με ρίσκο, που δεν εξαντλείται σε διανοητικές διατυπώσεις. Γι' αυτό ακριβώς σηκώνει πολλή ποίηση!». «

Απόφοιτος της Θεολογικής αλλά και της Ιατρικής Αθηνών, με ειδίκευση στην παιδο-ψυχιατρική, ο 45χρονος Β. Θερμός κατέφυγε στην ποίηση ενήλικος κι αφού είχε ήδη χειροτονηθεί κληρικός. Η συλλογή «Φωνήεντες στεναγμοί» (εκδ. «Αρμός»), ένα είδος ποιητικοποιημένης θεολογίας, ήρθε να προστεθεί σε μια πλειάδα έργων του γύρω από τη θρησκεία, την εκπαίδευση και τις οικογενειακές σχέσεις.

Ομολογημένο μέλημά του είναι να διακρίνει «τη σφραγίδα του Θεού μέσα από τις κοσμικές συμπεριφορές και ν' αναδείξει "την ομορφιά που κρύβεται πίσω από κάθε προσωπείο"». Υπάρχουν άραγε θέματα που δεν τολμά ν' αγγίξει; «Πολύ σπάνια δίστασα. Κι όχι επειδή υπήρχε μια άνωθεν απαγόρευση, αλλά επειδή νοιάζομαι να μην προκαλέσω κάποιους ανθρώπους. Δεν θα ήθελα να τους σοκάρω».

* Ο κοσμικότερος μάλλον των ιερωμένων ποιητών, δεν είναι άλλος από τον αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Στυλιανό.




«Όσο γερνώ το αισθάνομαι βαθύτερα/

πως η γραφή δεν είναι τέχνη/

είναι λειτουργία ερωτική./

Η δίψα της αφής δεν ικανοποιείται/

αν δεν αγκαλιάσω κατάσαρκα/

τη λευκή σελίδα/

γι' αυτό ό,τι δεν γράψω με το χέρι/

μου φαίνεται σχεδόν σαν ψευδεπίγραφο»

διαβάζουμε στην τελευταία -30ή τον αριθμό!- συλλογή του «Ο βαθμός της εκπλήξεως» (εκδ. Καστανιώτη).




«Δεν γράφουμε για να εξηγήσουμε τον κόσμο» λέει. «Αυτό θα ήταν πιο πολύ από θρασύ. Θα ήταν βλάσφημο! Ο κόσμος είναι, ώς το τελευταίο μόριο κονιορτού, μυστήριο. Η επιστήμη φιλοδοξεί να τον εξηγήσει. Ο ποιητής προσπαθεί να τον αναδείξει και να τον σεβαστεί. Η ποίηση είναι εξ ορισμού ιερή λειτουργία. Όποιος αρνείται την προτεραιότητα του θείου που μας καλεί υπό μορφήν εμ-πνεύσεως, θα πει ότι δεν υπήρξε ποτέ "ένθεος", δηλαδή "ένθους". Ο ενθουσιασμός, όμως, ακόμη και σε περιστάσεις που το κυρίαρχο αίσθημα είναι η απογοήτευση, δεν λησμονεί ποτέ την "γοήτευση" που προηγήθηκε».

Προσωπικότητα εκρηκτική κι από τους σημαντικότερους ορθόδοξους θεολόγους, ο Στυλιανός Χαρκιανάκης, γράφει με τους ρυθμούς ενός Ρίτσου - ποιητή που, μαζί με τους Σεφέρη, Ελύτη, Λειβαδίτη και Πεντζίκη, αγαπάει πολύ. Το αξίωμά του όχι μόνο δεν τον εμπόδισε να εκφραστεί ελεύθερα. Αντίθετα «στάθηκε πάντοτε το βαθύτερο ερέθισμα και η ευγενέστερη προϋπόθεση για να προσκυνήσω στο θαύμα της ζωής», λέει με ειλικρίνια.

Η θεματική του γκάμα εκτείνεται από τις οικολογικές του ανησυχίες μέχρι τα προβλήματα των μεταναστών. Και οι αναφορές στη μητέρα του, τη γενέτειρά του Κρήτη ή τον απόδημο ελληνισμό, διαδέχονται εκείνες για τους «Δολοφόνους» που «μισούν όσους πιστεύουν στο φως» (το ομώνυμο ποίημα είναι αφιερωμένο στον Π. Μπακογιάννη) ή τις «τεχνητές πλειοψηφίες» που «κατόρθωσαν να οδηγήσουν σε παραίτηση έναν Μιχαήλ Γκορμπατσόφ» (βλ. «Η εποχή των Νάνων»).



«Είναι ο καϋμός μου αρσενικός/


και θηλυκιά η καρδιά μου/

βοήθα, Θεέ μου, να κρατήσω ασάλευτα/

τα λογικά μου»

γράφει στη «Δέηση». Ενώ ανακαλώντας την πατρίδα, σημειώνει: «

Ελλάδα δεν είναι ο Ολυμπος/

μήτε ο Παρθενώνας/

μήτε ακόμη κι η Αγιά Σοφιά./

Είναι ο τρόπος που πίνεις κρασί/

κι ακόμη ακριβέστερα/

το πώς παραμιλάς στο μεθύσι».



Για τον ίδιο, δεν υπάρχουν θέματα-ταμπού: «Μόνο σχήματα και προσχήματα που είναι ξένα προς το κλίμα της "κατανύξεως"».

Ακόμα και την οδική κυκλοφορία προσφ έρεται να υμνήσει βλέποντάς την σαν «την πιο συγκινητική εκδήλωση απέραντης εμπιστοσύνης για συνεργασία με αγνώστους, και με όλα τα δεδομένα απρόβλεπτα κι αστάθμητα. Μέχρι και να μη γυρίσεις στο σπίτι ζωντανός!». Το μόνο εμπόδιο που αναγνωρίζει ο κ. Στυλιανός στην ποίηση ενός κληρικού, είναι το λεξιλόγιο. Εμπόδιο, αλλά ταυτόχρονα και προνόμιο. Γιατί «με την ιερωσύνη του ως θώρακα, ο κληρικός δύσκολα παρασύρεται σε χυδαιολογίες και ματαιολογίες ώστε να θεωρηθεί μοντέρνος και τολμηρός».

Η ποίηση, ωστόσο, ανθεί και στο Αγιον Ορος. Απόδειξη, τα «Αθωνικά ποιήματα» του Μωυσή του Αγιορείτη (εκδ. Αρμός), ο οποίος υπερασπίζεται τα «Χιλιόχρονα στασίδια» και παρακαλεί:

«Αφήστε μας να κλάψουμε για τον τόπο/ και μη μας ταράζετε της μοναξιάς τη χάρη/ μη μας πολιορκείτε μ' ερωτήσεις/ πηγαίνετε στους ποδοσφαιριστές και στους μεγάλους/ αφήστε αλώβητη την αθωνική ησυχία / που χίλια χρόνια αγρυπνεί στα ίδια στασίδια/ και βρίσκει φως μέσ' στα σκοτάδια/ που διώχνει νέφη, ραγισματιές, πληγές κι ερωτήσεις». Στο πιο «απάνθρωπο» και ταυτόχρονα πιο φιλόξενο μέρος του κόσμου, κατέφυγε κι ο περουβιανής καταγωγής Συμεών, ένας εστέτ που καλλιέργησε συνειδητά την πειθαρχία, πεπεισμένος ότι κι η τέχνη γεννιέται μέσα από τους περιορισμούς. Ήδη οι εκδόσεις Αγρα περιμένουν μια ακόμη ποιητική του συλλογή μετά το «Συμεών μνήμα» και το «Με ιμάτιον μέλαν».



* Ο Νικόδημος, πάντως, («Το χρώμα των αιώνων», «Επειδή εγώ», εκδ. Λιβάνη) έπειτα από 19 χρόνια «καλλιέργειας μιας ερωτικής σχέσης με το Θεό», το 1990 επέστρεψε στα εγκόσμια.

«Πάρε θέματα από την Καινή Διαθήκη», τον συμβούλευαν οι άλλοι μοναχοί, αμήχανοι μπροστά σε τέτοιες εκμυστηρεύσεις: «Εσύ πρώτη το μήλο δάγκωσες/ για να εξουσιάζεις/ της πεσμένης μου φύσης/ την έρημη πλεύση./ Σειρήνα,/ έταξες το καράβι μου/ άρμεξες όλο τον κάματο του μυαλού μου,/ όσο πάλευα με το φίδι μέσα μου».

«Εμένα με κέρδισε η τέχνη», λέει, «επειδή γράφοντας ή ζωγραφίζοντας αισθάνομαι πιο ελεύθερος απ' ό,τι μέσα στο θρησκευτικό δόγμα. Αυτό ενδιαφέρει τους θεολόγους, όχι τον σημερινό άνθρωπο». Και σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος από τους παραπάνω ομοτέχνους του, παραδέχεται: «Υπάρχει πάντα η ανάγκη να παραμείνεις πιστός, αλλά αυτή η πίστη, μέσα σ' ένα σκηνικό που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, διασπάται πια σε χιλιάδες κομμάτια. Η θρησκεία χρειάζεται και λίγο νερό στο κρασί της... Κι η Εκκλησία θα έπρεπε ν' ανοιχτεί ακόμα περισσότερο, ώστε να επιτρέψει σ' εκείνους που αδιαφορούν γι' αυτήν να την κρίνουν. Εκεί θα δοκιμαστεί η αντοχή της. Το μήνυμά της πρέπει να εκπέμπεται προς τα έξω, όχι να κάνει κύκλους μέσα στον ίδιο χώρο».



Το βρήκαμε εδώ

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Συνεργείο διάσωσης και επισκευών:Λίγα λόγια για την εν Χριστώ ζωή


Τού Θ. Ι. Ρηγινιώτη

Τα μέσα που παρέχει στον άνθρωπο η Εκκλησία για τη σωτηρία –δηλαδή για την ένωσή του με το Θεό και τους συνανθρώπους του– είναι πολλά. Είναι βοηθητικά μέσα. Δε σώζουν τον άνθρωπο «μαγικά», αλλά προσελκύουν τη θεία χάρη, η οποία ενισχύει την αγάπη του και με αυτή την αγάπη ο άνθρωπος σώζεται. Μπορεί, επαναλαμβάνω, να μείνουν χωρίς αποτέλεσμα. Όμως χωρίς αυτά είναι πολύ οδυνηρό και συνεπώς δύσκολο για τον άνθρωπο να ξεφύγει από το Εγώ του (μήπως εγώ νομίζω ότι έχω ήδη ξεφύγει; πώς μπορώ να το ξέρω; το να κάνω διάγνωση στον εαυτό μου είναι δικαίωμά μου, όμως δεν είναι ασφαλές, ακόμη κι αν έχω ιατρικές γνώσεις). Αναφέρω τα παρακάτω:

1. Η προσευχή. Πρόκειται για το εκπληκτικό κανάλι άμεσης επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Κατ’ ουσίαν, όλες οι χριστιανικές τελετές («ακολουθίες») είναι προσευχές. Υπάρχει όμως και η προσωπική προσευχή, που μπορεί να γίνεται παντού και πάντα. «Κάθε έργο που έγινε από αγάπη Χριστού φέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όμως αυτό κατορθώνεται ευκολότερα με την προσευχή, γιατί αυτή αποτελεί το όργανο που διαθέτουμε. Μπορεί να τύχει να θέλετε να πάτε στην εκκλησία, αλλά η εκκλησία να μην είναι κοντά ή να έχει τελειώσει η ακολουθία. Ή να έχετε την επιθυμία να ελεήσετε κάποιον πτωχό, αλλά πτωχός να μην υπάρχει. Ίσως επιθυμείτε να γίνετε απαθής, αλλά δεν έχετε γι’ αυτό δυνάμεις. Για την προσευχή όμως υπάρχει πάντοτε δυνατότητα. Η προσευχή είναι προσιτή τόσο στον πλούσιο όσο και στον πτωχό, τόσο στον εγγράμματο όσο και στον απλοϊκό, στον ισχυρό όσο και στον αδύναμο, στο δίκαιο όσο και στον αμαρτωλό. Η δύναμη της προσευχής είναι τεράστια και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο αυτή εκλύει το Άγιο Πνεύμα» (άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ).

Ο μέσος άνθρωπος κατά κανόνα προσεύχεται, για να ζητήσει από το Θεό γήινα αγαθά –υγεία, πρόοδο, ευημερία– ή λύση σε συγκεκριμένα προβλήματα. Αν τα αιτήματά του ικανοποιηθούν, δοξάζει το Θεό. Αν όχι, Τον κατηγορεί ως άδικο ή αδιάφορο, κι ας ξέρει ότι Εκείνος, ως πάνσοφος, μπορεί να κρίνει καλύτερα. Ακόμα κι αυτές οι γραμμές πιθανόν να σκανδαλίζουν τον αναγνώστη, που είναι βιαστικός και απαιτητικός και υψώνει ενώπιον του Θεού το ανυποχώρητο θέλημά του.

Αν και είναι φυσικό να προσευχόμαστε για τις γήινες ανάγκες μας (και στη θεία λειτουργία λέγονται τέτοιες προσευχές), ο αληθινός σκοπός της προσευχής είναι ν’ ανοίξει την καρδιά του ανθρώπου για να δεχτεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό, κυρίως οι μοναχοί, αλλά και αρκετοί «κοσμικοί» (δηλαδή άνθρωποι που δεν είναι μοναχοί), λένε σύντομες προσευχές, που μπορούν να τις επαναλαμβάνουν όσες φορές θέλουν, ακόμα και την ώρα της δουλειάς τους ή όταν ξεκουράζονται, στις οποίες ζητούν από το Θεό «έλεος» χωρίς να Του λένε από πριν τι να κάνει. Τέτοιες προσευχές είναι: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», «άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών» (για όποιον άγιο έχουμε στο νου μας), «άγιοι πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ ημών» κ.λ.π. Επίσης τέλεια προσευχή, που περιλαμβάνει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, γήινες και ουράνιες, είναι το Πάτερ ημών, που ονομάζεται κυριακή προσευχή (=του Κυρίου), γιατί το δίδαξε ο Χριστός στα Ματθ. 6, 9-13, και Λουκ. 11, 1-4.

Οι προσευχές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα να δουλεύουν όλα ρολόι στη ζωή μας, αλλά, όταν ο Θεός βρίσκεται στην καρδιά, όλες οι συμφορές του κόσμου δε μπορούν να μας πτοήσουν. Αυτό μοιάζει με αυθυποβολή ή με τη θεωρία της «θετικής ενέργειας», που παράγεται με «θετικές σκέψεις», αλλά δεν είναι το ίδιο. Προχωρώντας στο στάδιο της κάθαρσης της καρδιάς ή (διστάζω και να το πω) ακόμη μακρύτερα, η παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου γίνεται ενεργός και εμφανής.

Η «εργασία της νοεράς προσευχής» είναι ολόκληρη επιστήμη για τους χριστιανούς, η οποία, σημειωτέον, στρέφεται προς τα έξω, προς το Θεό και τους αγίους, κι όχι προς τα μέσα, όπως ο διαλογισμός, κι έχει στόχο την προσέγγιση ανθρώπου και Θεού κι όχι την πνευματική ή σωματική χαλάρωση ή την «ανάπτυξη εσωτερικών δυνάμεών μας» κ.τ.τ.[1].

2. Ο εκκλησιασμός. Εκτός από την προσωπική προσευχή, κρίνεται απαραίτητη η συμμετοχή του ανθρώπου στη θεία λειτουργία και τις άλλες τελετές που γίνονται στο ναό. Η συμμετοχή αυτή ονομάζεται εκκλησιασμός, δηλαδή συνάντηση με τους άλλους, γιατί εκκλησία = συγκέντρωση. Για την ακρίβεια, η έκφραση «πάω στην εκκλησία» δε σημαίνει πάω στο ναό, αλλά πάω να συναντήσω τους υπόλοιπους χριστιανούς, που έχουν συγκεντρωθεί στο ναό – γι’ αυτό έχει επικρατήσει να λέμε το ναό «εκκλησία», δηλαδή συγκέντρωση.

Ο εκκλησιασμός είναι απαραίτητος για δύο λόγους: α) διότι στο ναό δε γίνεται απλώς προσευχή, αλλά τελούνται και τα μυστήρια, με κυριότερο τη θεία Μετάληψη˙ παντού μπορώ να προσευχηθώ, αλλά μόνο στην εκκλησία μπορώ να μεταλάβω˙ β) διότι στο ναό θα συναντήσω τους συνανθρώπους μου, τους αδελφούς μου, και θα προσευχηθώ στο Θεό μαζί μ’ αυτούς˙ εκεί θα βρω και τους εχθρούς μου ή εκείνους που περιφρονώ ή αντιπαθώ, για να τους συγχωρήσω μέσα στην καρδιά μου, δηλαδή να τους κάνω χώρο να μπουν (συν+χωρώ = βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μ’ εσένα, και ο χώρος αυτός είναι η καρδιά μου)˙ εκεί θα προσευχηθώ γι’ αυτούς που βαφτίζονται ή παντρεύονται, ώστε να έχουν τη χάρη του Θεού στη ζωή τους, και για τους νεκρούς που κηδεύονται ή μνημονεύονται (στα μνημόσυνα), για την ανάπαυση της ψυχής τους… Αυτό σημαίνει ότι, κι αν δεν καταλαβαίνω τα λόγια της τελετής, λόγω της αρχαίας γλώσσας ή ενός κακόφωνου ψάλτη, έχει μεγάλη σημασία να προσευχηθώ εκείνη την ώρα μέσα στο ναό, μαζί με τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς άλλος εκτός από μένα δεν προσεύχεται˙ ας προσευχηθώ εγώ, με ταπείνωση, για όλους.

Χωρίς τον εκκλησιασμό, δεν υπάρχει χριστιανική Εκκλησία, αλλά μόνο δυστυχισμένα πρόσωπα, που παλεύουν με τη μοναξιά τους και δεν πρόκειται να σωθούν ποτέ, γιατί σωτηρία δεν είναι να «πείσω» το Θεό πως είμαι δικός Του άνθρωπος, εξασφαλίζοντας μια θεσούλα στον παραδείσιο κήπο, αλλά να ενωθώ μ’ Αυτόν διά της αγάπης, πράγμα που σημαίνει και ένωση με τους συνανθρώπους μου.

Είναι φυσικό ότι, αν δεν έχω όρεξη να συγχωρήσω τον αδελφό μου ή να προσευχηθώ για τους άλλους, δεν έχω και διάθεση να πάω στο ναό. Επομένως, πηγαίνω μόνο σε ξωκλήσια, όπου δε βλέπω κανέναν και «ανάβω το κερί μου» μόνο για τον εαυτό μου ή για κείνους με τους οποίους είμαι δεμένος συναισθηματικά (τα «αγαπημένα μου πρόσωπα», σύζυγο, παιδιά φίλους, ευεργέτες –στην ουσία προεκτάσεις του εαυτού μου), ή πάω στο ναό για κοινωνικούς λόγους, για να δω κόσμο και να με δουν, να επιδείξω τον πλούτο μου ή την ομορφιά μου ή να διασκεδάσω βλέποντας με μισό μάτι τους άλλους. Αυτές είναι οι παρενέργειες του εκκλησιασμού, που οφείλονται στην ανεπάρκεια και την ανωριμότητα των χριστιανών, ιερέων και λαϊκών, και καλό είναι να μη γίνονται δικαιολογία για να μην πηγαίνουμε στην εκκλησία. Και πάλι, είναι δικαίωμά μας να μην πάμε ποτέ, αλλά είναι σπουδαιότερο δικαίωμά μας να πάμε και να ενωθούμε με το Θεό και τους αδελφούς μας σ’ εκείνο το ευλογημένο περιβάλλον.

Ας έχουμε υπόψιν ότι σε όλο τον κόσμο, κάθε Κυριακή και εορτή, τελείται μόνο μία λειτουργία, απλωμένη σε όλους τους ορθόδοξους ναούς της Γης. Η λειτουργία αυτή ενώνεται με την ουράνια λειτουργία, που τελείται μυστικά στον ουρανό, από τους αγγέλους και τους αγίους. Κατά την έναρξη της λειτουργίας, τελείται η «αγία προσκομιδή», όπου ο ιερέας σχηματίζει με μερίδες από το πρόσφορο (το ψωμί της θείας Μεταλήψεως) το σύμβολο της παγκόσμιας Εκκλησίας πάνω στο δισκάριο, από το οποίο κατόπιν θα μπει στο άγιο ποτήριο και, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, θα γίνουν όλοι αυτοί –άγγελοι, άγιοι, η Παναγία, ο Χριστός, οι ζωντανοί και οι νεκροί– το Σώμα του Χριστού, το Οποίο θα κοινωνήσουμε, όταν κοινωνήσουμε, ενώνοντας τον εαυτό μας μ’ εκείνους.

3. Η νηστεία. Ο αθλητής, όταν προετοιμάζεται για τους αγώνες, πρέπει να προσέχει τη διατροφή του. Συχνά πρέπει να στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Και ο χριστιανός, που είναι κι αυτός αθλητής, προσέχει επίσης τη διατροφή του. Συχνά στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι «κακό» να τρως ή ότι «το φαγητό είναι αμαρτία», ούτε ότι ο Θεός «μας τιμωρεί» επειδή απολαμβάνουμε κάτι νόστιμο. Η απόλαυση δε είναι αμαρτία. Αυτό δε θα έλεγε και η Κίρκη στον Οδυσσέα;

Εδώ και λίγα χρόνια, τουλάχιστον στην Ελλάδα, νομίζω πως παρατηρείται μια επιστροφή αρκετών ανθρώπων στη συνήθεια της νηστείας. Αυτό το συμπεραίνω από την προσφορά νηστίσιμων εδεσμάτων ή και γευμάτων στα καταστήματα έτοιμου φαγητού. Η νηστεία, κατά τη γνώμη μου, είναι καλή για τον άνθρωπο, ακόμη κι αν δεν ξέρει το βαθύτερο νόημά της. Αυτό το βαθύτερο νόημα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε με συντομία εδώ.

Κατ’ αρχάς, η ορθόδοξη νηστεία δεν είναι θέμα μόνο είδους αλλά και ποσότητας φαγητού. Όταν δηλαδή τρώγω μέχρι σκασμού φαγητό που θεωρείται νηστίσιμο (πράγμα που κάνω κατά κανόνα), δε νηστεύω. Επίσης, αν νηστεύω το φαγητό, αλλά συγχρόνως αμαρτάνω με την καρδιά, τις πράξεις ή τις αισθήσεις μου, δε νηστεύω. Τέλος, αν ακολουθώ νηστίσιμο διαιτολόγιο για λόγους αποτοξίνωσης και σωματικής υγείας, ενώ δεν αισθάνομαι ορθόδοξος χριστιανός αλλά πιστεύω «όλες τις θρησκείες» ή καμία, είμαι μάλλον σε λάθος δρόμο – παρόλο που ο Θεός κάθε λάθος δρόμο μπορεί να βρει τρόπο να τον κάνει σωστό δρόμο. Άνθρωποι απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σωθούν, ωστόσο αυτό που κάνουν δεν είναι ορθόδοξη νηστεία.

Το νόημα της νηστείας θα μπορούσαμε ίσως να το συνοψίσουμε στα εξής: α) αποσύρεις τις αισθήσεις σου από τις γήινες απολαύσεις, για να τις στρέψεις προς την απόλαυση της επαφής με το Θεό˙ δε νηστεύεις για να στερηθείς, αλλά για να απολαύσεις, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο απόλαυσης˙ γι’ αυτό τις περιόδους νηστείας αυξάνονται οι εκκλησιαστικές ακολουθίες και πυκνώνει η συμμετοχή στη θεία Μετάληψη˙ εμείς βέβαια τις ακολουθίες τις νιώθουμε σαν αγγαρείες, επειδή είμαστε πνευματικά αναλφάβητοι, όσο προχωρεί όμως κάποιος στην πνευματική ζωή τόσο αισθάνεται «ανέκφραστη ηδονή» από την παρουσία του στην εκκλησία˙ β) αρνείσαι κάποιες απολαύσεις, για να πάψουν να σου είναι αναγκαίες, για να μάθεις να επιβιώνεις χωρίς αυτές˙ με δυο λόγια, ασκείσαι στη στέρηση, για να μάθεις να απορρίπτεις και «αμαρτωλές» απολαύσεις (π.χ. την ξένη γυναίκα) ή και αμαρτωλή ικανοποίηση αναγκών (π.χ. τα ξένα χρήματα, ακόμα κι αν τα έχεις ανάγκη), αλλά και για να μπορείς να θυσιάσεις την άνετη ζωή σου, αν σου ζητηθεί να προδώσεις τον αδελφό σου ή ν’ αρνηθείς το Χριστό και τη διδασκαλία Του˙ γ) νηστεύεις για να μάθεις να είσαι ταπεινός, όχι για να υποτάσσεσαι εύκολα αλλά, αντίθετα, για να είσαι ελεύθερος από το παραπλανητικό διογκωμένο Εγώ σου˙ έτσι, ενώ έχεις το δικαίωμα να φας ό,τι θες, αποποιείσαι αυτό το δικαίωμα και τρως αυτό που σου λένε κάποιοι άλλοι, οι παπάδες, η Εκκλησία, τα βιβλία των αγίων (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί δεν νηστεύουν – οι παπάδες θα Μου πούνε Εμένα τι θα φάω;)˙ γι’ αυτό, δε νηστεύουμε όταν, όπως και όσο θέλουμε, αλλά όταν, όπως και όσο ορίζει η Εκκλησία και, για να τροποποιήσουμε τη νηστεία, χρειαζόμαστε ευλογία απ’ τον πνευματικό μας. Αν π.χ. νηστεύω διπλές σαρακοστές, μπορεί να θεωρήσω πως είμαι άγιος κι αυτό να κλείσει εντελώς την καρδιά μου απέναντι στο Θεό και σε σένα, αδελφέ μου. Τότε η νηστεία μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της σωτηρίας, αυξάνοντας τον εγωισμό μας.

Σημειωτέον, ότι η νηστεία προβλέπεται στην Αγία Γραφή: ο Χριστός νήστεψε σαράντα μέρες μετά τη βάφτισή Του στον Ιορδάνη (4, 1), και, παρόλο που τόνισε πως ο άνθρωπος μολύνεται απ’ αυτό που βγαίνει απ’ το στόμα κι όχι απ’ αυτό που μπαίνει (Ματθ. 15, 10-20), είπε για το διάβολο: «αυτό το γένος δε φεύγει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21).

4. Η εξομολόγηση. Ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια στον εγωισμό μας, που μας σκανδαλίζει αφάνταστα, είναι ότι η Εκκλησία μας ζητάει να βρούμε έναν άνθρωπο αμαρτωλό σαν εμάς και να του αποκαλύψουμε τις αμαρτωλές πράξεις και σκέψεις μας. Φυσικά ήδη καταλάβατε το σκοπό αυτής της πράξης, που είναι το να γίνουμε ταπεινοί. Η «εξομολόγηση στην εικόνα» ή «απευθείας στο Θεό» ή «στην Παναγία» δεν μας ταπεινώνει, εκτός αν είμαστε ήδη ταπεινοί. Μπορεί να μας βοηθήσει, κάτω από ειδικές συνθήκες (π.χ. αν δεν υπάρχει ιερέας), όμως δεν υποκαθιστά την πραγματική εξομολόγηση.

Εκτός όμως από την καλλιέργεια της ταπείνωσης (που είναι τόσο οδυνηρή στα πρώτα στάδια, ώστε να καθυστερούμε για χρόνια το μεγάλο βήμα, ακριβώς όπως δυσκολευόμαστε να πάμε στον οδοντίατρο ή να δώσουμε αίμα), υπάρχουν και οι εξής σοβαροί λόγοι, που κάνουν την εξομολόγηση απαραίτητη:

α) Ο ιερέας διαβάζει στον εξομολογούμενο τη «συγχωρητική ευχή», με την οποία οι εξομολογημένες αμαρτίες του συγχωρούνται και δε θα τον βαραίνουν κατά την ώρα του θανάτου και κατά την ημέρα της κρίσεως. Οι απόστολοι είχαν λάβει από το Χριστό την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες, εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό («όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ», Ματθ. 18, 18)˙ εκείνοι κληροδότησαν αυτή τη χάρη στους μαθητές τους (τους πρώτους επισκόπους[2]), κι έτσι, από ιερέα σε ιερέα, έφτασε ώς τις μέρες μας. Έτσι ο ιερέας γίνεται χοάνη που δέχεται μέσα της κάθε αμαρτία και την αδειάζει στο κενό. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο λαϊκός (ο μη ιερέας), παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (αν είναι άγιος και αν δεν υπάρχει ιερέας κοντά, επειδή π.χ. βρισκόμαστε σε διωγμό και το καθεστώς έχει κατασφάξει τους ιερείς, ή δεν προλαβαίνει να πάει σε ιερέα εκείνος που επιθυμεί να εξομολογηθεί, επειδή π.χ. είναι ετοιμοθάνατος, τότε θα μπορούσε να του δώσει άφεση αμαρτιών και λαϊκός).

β) Η εξομολόγηση δεν είναι μια «ανάκριση θρησκευτικού τύπου», αλλά μια βαθιά και διαρκής σχέση πνευματικής πατρότητας, στην οποία ο «πνευματικός» ή «γέροντας» (δηλαδή ο πνευματικός δάσκαλος) καλείται να στηρίξει τον άνθρωπο που τον πλησιάζει και θέτει τον εαυτό του στα χέρια του ως παιδί προς το γονιό, να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα πάθη του (δηλαδή να νικήσει την αμαρτία εντός του) και όσο το δυνατόν πιο καθαρός να πλησιάσει το Θεό. Αυτή η πνευματική πατρότητα δεν είναι επίσημος «θεσμός» και μπορεί να την ασκήσει και λαϊκός, άντρας ή γυναίκα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτει σοφία Θεού: ή είναι άγιος –αυτό θα ήταν το ιδανικότερο– ή έχει την ταπείνωση και τη σύνεση να μελετά του βίους και τα έργα των αγίων και να διδάσκει από τα υποδείγματά τους και όχι μόνο λέγοντας την ανθρώπινη γνώμη του. Τότε αυτός ο γέροντας ή η γερόντισσα μπορεί να διδάσκει ανθρώπους, και να τους στέλνει σε ιερέα για την (ας την πούμε έτσι) «συγχωρητική εξομολόγηση», αυτήν που περιλαμβάνει την ευχή της άφεσης των αμαρτιών. Τέτοιοι λαϊκοί γέροντες συνήθως κατοικούν στα μοναστήρια ή τις ερήμους (είναι δηλαδή απλοί μοναχοί, χωρίς χειροτονία ιερέα, που δε μπορούν να λειτουργήσουν, ή μοναχές), αλλά μπορεί να ζουν και δίπλα μας, να είναι μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, πλούσιοι ή φτωχοί, πιθανόν παραμελημένοι γέροι ή φαινομενικά αλλοπρόσαλλοι, αλλά οπωσδήποτε ευσεβείς, ταπεινοί και γεμάτοι αγάπη για το συνάνθρωπό τους. Επίσης μπορεί να είναι στην ηλικία νέοι ή και παιδιά («παιδιογέροντες»), αν και συνήθως έχουν κάποια ηλικία, αφού η πρόοδος στην πίστη, την αγάπη και τη σοφία μπορεί να προϋποθέτει χρόνια.

Η πνευματική πατρότητα είναι η ανώτερη εκδοχή του μυστηρίου της εξομολόγησης, την οποία χρειάζεται απαραίτητα κάθε άνθρωπος, όπως χρειάζεται τον προσωπικό και τον οικογενειακό του γιατρό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί σωστά, απελευθερώνει, δυναμώνει, εξισορροπεί, ειρηνεύει, προλαμβάνει συμφορές, και τελικά θεραπεύει. Αυτή η σχέση, μια ιδιαίτερα εξελιγμένη θεραπευτική επιστήμη του ορθόδοξου χώρου, είναι που αντικαταστάθηκε με την ψυχοθεραπεία δυτικού τύπου στις σύγχρονες κοινωνίες, παρόλο που οι επιδιώξεις τους δεν είναι κοινές˙ ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, ενώ ο πνευματικός στη θεραπεία από την αμαρτία, δηλαδή στην αιώνια σωτηρία.

Εννοείται ότι ψάχνεις για τον κατάλληλο πνευματικό, όπως ψάχνεις για τον κατάλληλο γιατρό, μπορεί να διανύσεις χιλιόμετρα για να τον βρεις, δοκιμάζεις, πιθανώς απορρίπτεις, προσεύχεσαι και προσέχεις. Αρκεί να μην εξαπατάς τον εαυτό σου, λέγοντας στη συνείδησή σου πως είναι ανάξιος για πνευματικός σου κάποιος που σου λέει την αλήθεια χωρίς να σε κολακεύει. Και φυσικά είναι δικαίωμά σου να μην αναζητήσεις ποτέ πνευματικό και να μην προσέλθεις ποτέ για εξομολόγηση (ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι αμαρτωλός»), όπως και να μην πας ποτέ σε γιατρό και να μην κάνεις εξετάσεις, ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι άρρωστος». Μπορείς να κάνεις ο ίδιος διάγνωση στον εαυτό σου διαβάζοντας βιβλία, περιφρονώντας τη ζεστή πραγματική επικοινωνία μ’ έναν άλλο άνθρωπο και χωρίς ν’ ανοίγεσαι σε μια «δεύτερη γνώμη».

Μπορεί έτσι να μην αρρωστήσεις ποτέ και να ζήσεις μέχρι βαθύ γήρας˙ το πιθανότερο όμως είναι ότι θα υποφέρεις και θα πεθάνεις πρόωρα. Στην περίπτωση του πνευματικού, μπορεί να πλησιάσεις «μόνος σου» το Θεό και να σωθείς˙ το πιθανότερο όμως είναι πως θα περιπλανηθείς σε άγνωστα μονοπάτια και μάλιστα ίσως –το χειρότερο– να νομίζεις ότι Τον βρήκες ή και ότι Εσύ είσαι ο κατάλληλος πνευματικός άλλων ή ακόμη και ότι, με κάποιο παράξενο τρόπο, είσαι ο Θεός ή ένας θεός. Κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος, όταν είναι μόνος˙ χρειάζεται τη συμβουλή έμπειρων, που δεν τον κολακεύουν. Και, για να τη ζητήσει, κάνει το πρώτο βήμα προς την ταπείνωση.

5. Η θεία Μετάληψη. Παρακαλώ το Θεό να οδηγήσει τα χέρια μου, για να μπορέσω, αν και ανάξιος, να γράψω αυτό που Εκείνος θέλει για το μέγα μυστήριο, το «φάρμακο της αθανασίας και αντίδοτο κατά του θανάτου» (όπως το ονομάζει ο μαθητής των αποστόλων άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος το 110 μ.Χ.). Η θεία Μετάληψη ή θεία Κοινωνία (=επικοινωνία) ή θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει χριστιανισμός. Η επίγεια Εκκλησία είναι οι χριστιανοί ενωμένοι γύρω από το κοινό Ποτήρι της θείας Μετάληψης.

Βλέποντας παραμορφωμένα την εκκλησιαστική ζωή, αντιμετωπίζουμε τη θεία Μετάληψη ως ένα προσωπικό μας γεγονός («πάω να μεταλάβω», χωρίς να νιώθω δεσμό με τους άλλους που μεταλαβαίνουν συγχρόνως) και μάλιστα ως εξαίρεση στην καθημερινότητά μας, ενώ στην πραγματικότητα σε κάθε λειτουργία θα έπρεπε να μεταλαβαίνουμε όλοι όσοι είμαστε στο ναό, εκτός φυσικά αν ο πνευματικός μας μάς έχει ζητήσει να απέχουμε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Αυτό θα σήμαινε ότι κάθε μέρα θα προσέχουμε να μην αμαρτάνουμε (να μην προσκολλόμαστε σε αγάπες που μας αποκόπτουν από το Θεό και τον αδελφό μας), όχι όμως κι ότι θα νηστεύουμε κάθε μέρα. Αν κοινωνούσαμε ταχτικά, θα αρκούσε να νηστεύουμε όταν είναι μέρες νηστείας, δηλαδή τις σαρακοστές, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές (με εξαιρέσεις) και τις άλλες νηστίσιμες εορτές, όπως η ημέρα του Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου, ή η επέτειος της αποτομής της κεφαλής του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 29 Αυγούστου (μήπως μιλάω σαν τη γιαγιά σας; μα η απλή σοφία της γιαγιάς έχει κάτι να δώσει στο μοντέρνο και παγκόσμια δικτυωμένο σύγχρονο κοσμοπολίτη –και πιθανόν πρώην χριστιανό– καταναλωτή).

Η θεία λειτουργία γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να κοινωνήσουν οι παρευρισκόμενοι και λειτουργία ονομάζεται μόνο εκείνη η εκκλησιαστική τελετή, στην οποία τελείται η θεία Μετάληψη. Δεν είναι λειτουργία ο εσπερινός, ο γάμος, η βάφτιση, η κηδεία, το ευχέλαιο, οι Χαιρετισμοί κ.τ.λ. Όλα αυτά λέγονται «ακολουθίες». Λειτουργία λέγεται μία ακολουθία, αυτή που γίνεται κάθε Κυριακή και γιορτή και περιλαμβάνει τη θεία Μετάληψη. Υπάρχει και η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που γίνεται τις καθημερινές της μεγάλης Σαρακοστής (πριν το Πάσχα), με θεία Μετάληψη που έχει καθαγιαστεί την προηγούμενη Κυριακή.

Αυτό που τρώμε, όταν μεταλαβαίνουμε, είναι το αληθινό Σώμα και το αληθινό Αίμα του Χριστού, και όχι απλό ψωμί και κρασί που «συμβολίζουν» μόνο το Σώμα και το Αίμα Του. Ο Ίδιος το λέει στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, 6, 48-59: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής… Ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι η σάρκα μου, την οποία θα δώσω υπέρ της ζωής του κόσμου. Αλήθεια σας λέω, αν δε φάτε τη σάρκα και δεν πιείτε το αίμα του Υιού του ανθρώπου, δεν έχετε ζωή μέσα σας. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωή αιώνια και εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα. Γιατί η σάρκα μου είναι στ’ αλήθεια τροφή και το αίμα μου στ’ αλήθεια ποτό. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου κι εγώ μέσα του…».

Φυσικά ο Ίδιος ο Ιησούς παρέδωσε τη θεία Μετάληψη στους ανθρώπους κατά το μυστικό δείπνο (που λέγεται «μυστικός», επειδή περιελάμβανε το «μυστήριο» της θείας Μετάληψης κι όχι επειδή… ήταν κρυμμένοι), όπως φαίνεται στα Ματθ. 26, 26-29, Μάρκ. 14, 22-24, Λουκ. 22, 17-20, και Α΄ προς Κορινθίους 11, 23-30.

Στην πρώτη Εκκλησία η θεία Μετάληψη λεγόταν «κλάσις του άρτου» (κόψιμο του ψωμιού) και γινόταν τουλάχιστον κάθε Κυριακή, δηλαδή τη «Μία των σαββάτων», ημέρα της ανάστασης του Χριστού (βλ. Πράξεις των αποστόλων, 20, 7).

Γιατί όμως μεταλαβαίνουμε; Πώς η θεία Μετάληψη μας βοηθάει να πλησιάσουμε το Θεό; Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση.

Ο άνθρωπος ενώνεται περισσότερο μ’ αυτό που τρώει παρά με οτιδήποτε άλλο. Τρώγοντας λοιπόν το Σώμα και πίνοντας το Αίμα του Χριστού, ενώνεται με Αυτόν. Γίνεται έτσι «μικρός Χριστός». Δε γίνεται βέβαια άγιος αυτόματα και μαγικά. Όμως η ένωση αυτή με το Θεό (δηλαδή με το Χριστό) ενισχύει τον άνθρωπο, για να μπορεί να αντέξει το μεγάλο μαρτύριο της αγάπης. Χωρίς τη θεία Μετάληψη, Κύριε, δε μπορώ να εκπληρώσω την εντολή Σου «αγαπάτε αλλήλους» και μάλιστα «αγαπάτε τους εχθρούς σας». Τους εχθρούς μου θέλω να τους μισώ. Άλλωστε, αν αγαπώ χωρίς όρια, οι περισσότεροι θα με εκμεταλλευτούν, θα με προδώσουν, θα με συντρίψουν! Και, γεμάτος πόνο, ή θα εξοντωθώ ή θα βάλω φρένο στην αγάπη μου και θα πάψω να προσπαθώ να τηρώ την εντολή Σου. Θ’ αγαπώ μόνο αυτούς που μ’ αγαπούν και τους άλλους απλά θα τους «συμπαθώ» μέσα σε περιορισμένα όρια. Έχω όμως το Σώμα και το Αίμα Σου, που με θωρακίζει και με κάνει ν’ αντέχω και να συνεχίζω μαζί Σου. Αν θέλω. Αν είμαι πωρωμένος και δε θέλω ν’ αγαπήσω, και κάθε μέρα να μεταλαβαίνω, θα είμαι (μη γένοιτο) μακριά Σου…

Αν και οι προεκτάσεις της θείας Μετάληψης είναι πάρα πολλές, ας αναφέρουμε μερικές όσο το δυνατόν απλούστερα.

Καθώς ο άνθρωπος μεταλαβαίνει, συμβαίνει μια πολλαπλή ένωσή του με όλο το υπόλοιπο σύμπαν. Στη θεία Μετάληψη θεωρούμε ότι συνοψίζεται και μεταμορφώνεται όλη η κτίση. Αποτελεί σύνοψη, πρώτον, ολόκληρου του υλικού κόσμου, που εκπροσωπείται μέσω των δύο βασικών τροφών –που εκφράζουν τη σχέση αυτού του κόσμου με τον άνθρωπο, γιατί αυτή η σχέση είναι η τροφή (ο άνθρωπος ζει επειδή τρώει, δηλαδή βάζει μέσα του τον κόσμο και ενώνεται μ’ αυτόν). Δεύτερον, όλης της ανθρωπότητας, με την υπερφυσική παρουσία του Χριστού, που δεν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά πρωτόπλαστος, νέος Αδάμ, γι’ αυτό στο πρόσωπό Του περιλαμβάνονται δυνάμει όλοι οι άνθρωποι, από την αρχή μέχρι το τέλος της ιστορίας. Τρίτον, όλης της Θεότητας, γιατί ο Χριστός, ως Θεός, είναι πάντα ενωμένος με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Τέταρτον, της σταύρωσης και της ανάστασης του Χριστού, γιατί το Σώμα Του κόπηκε και το Αίμα Του χύθηκε, καταργώντας τις θυσίες των παλιών θρησκειών και εγκαινιάζοντας το μόνο αληθινό τρόπο λατρείας, τη μόνη θυσία: την αυτοθυσία.

Έτσι, θεωρούμε ότι ο χριστιανός που μεταλαβαίνει επιτελεί την ύψιστη ένωση με όλη την ανθρωπότητα, με όλη τη δημιουργία και με το Θεό, αλλά και συμμετέχει με μυστικό τρόπο στη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Και φυσικά ενώνεται ιδιαίτερα με εκείνους που κοινωνούν την ίδια μέρα, γιατί όλοι κοινωνούμε από το «κοινό Ποτήριο». Επιπλέον, δείχνει ότι αποδέχεται τον υλικό κόσμο ως δημιούργημα του Θεού κι επομένως καλό. Όλες οι θρησκευτικές παραδόσεις μιλούν για σωτηρία, αλλά την περιορίζουν στο πνεύμα του ανθρώπου˙ εδώ η σωτηρία δεν επεκτείνεται μόνο στο σώμα του ανθρώπου, αλλά και σε ολόκληρο τον υλικό κόσμο, που μέσω του ανθρώπου καθαγιάζεται (γι’ αυτό και, καθώς ο άνθρωπος προοδεύει στη σχέση του με το Θεό, βιώνει όλο και πιο έντονα τις επισκέψεις της άκτιστης χάριτός Του κάθε φορά που μεταλαβαίνει).

Τέλος, επειδή η πρωταρχική απομάκρυνση του ανθρώπου απ’ το Θεό συμβολίζεται με τη βρώση του απαγορευμένου καρπού (από τον Αδάμ και την Εύα), η προσέγγισή μας με το Θεό γίνεται με μιαν άλλη βρώση –τροφή αντί τροφής.

Υπόψιν ότι κατά την αγία προσκομιδή, την ουσιαστική έναρξη της θείας λειτουργίας, ο ιερέας βγάζει από το πρόσφορο μερίδες για το Χριστό (τον «Αμνό» = αρνάκι), την Παναγία, τους αγγέλους, τους αγίους και κάθε ζωντανό και νεκρό, τα ονόματα των οποίων του έχουμε πάει (σε χαρτάκια) να μνημονεύσει. Όλα αυτά τοποθετούνται σ’ ένα μικρό δίσκο (το «δισκάριο») και στη συνέχεια μπαίνουν στο άγιο Ποτήριο και γίνονται η θεία Μετάληψη. Όταν λοιπόν έρθει η ώρα να μεταλάβεις, μέσα στο Ποτήρι –το κοινό Ποτήρι, το Ποτήρι της αγάπης που μας ενώνει– βρίσκεται σε μικρογραφία το πλήρες σύμπαν.

Ας σημειώσουμε τέλος ότι το πρόσφορο, το ψωμί της θείας Μετάληψης, είναι ένα, γιατί συμβολίζει την ενότητά μας, και στρογγυλό, γιατί συμβολίζει τον κόσμο. Όσο απομένει και δε γίνεται Σώμα Χριστού, καθώς και τα επιπλέον πρόσφορα, κόβεται και μοιράζεται σ’ εκείνους που δεν κοινωνούν «αντί Δώρου». Είναι το «αντίδωρο». Βέβαια εμείς παίρνουμε αντίδωρο ακόμη κι όταν κοινωνούμε, όμως ο αρχικός προορισμός του αντίδωρου ήταν για εκείνους που δεν κοινωνούσαν.


Σημειώσεις


--------------------------------------------------------------------------------

[1] Για το θέμα αυτό βλ. το Περί προσευχής του γέροντα Σωφρόνιου του Essex, αλλά και το ανώνυμο ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, ελλ. έκδ. Αστήρ.

[2] Όπως ο Τίτος, πρώτος επίσκοπος Κρήτης, ο Τιμόθεος, πρώτος επίσκοπος Εφέσου της Μ. Ασίας, οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς, ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, πρώτος επίσκοπος Αντιόχειας της Συρίας κ.ά. Από τους πρώτους επισκόπους ήταν, κατά τους αρχαίους χριστιανούς ιστορικούς, και ο γνωστός μας Λάζαρος, ο φίλος του Ιησού, που έγινε επίσκοπος Κύπρου



Το βρήκαμε εδώ

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Λατρεμένος τόπος

Ο Ναυπάκτου π.Ιερόθεος για το ζήτημα της ιθαγένειας




«Το θέμα της ιθαγένειας των μεταναστών είναι πολύπλοκο και πολυδιάστατο. Δέν αντιμετωπίζεται με μερικές αποσπασματικές και συνθηματολογικές δηλώσεις, όπως δυστυχώς συχνά γίνεται στήν πατρίδα μας. Θά ήθελα να καταθέσω ευσύνοπτα τίς προσωπικές μου απόψεις, γιατί δέν υπάρχει συγκεκριμένη Συνοδική απόφαση για το θέμα αυτό. Τονίζω δύο σημεία. Τό πρώτο ότι άλλος είναι ο ρόλος τής Εκκλησίας και άλλος ο ρόλος τής Πολιτείας. Κατ' επέκταση άλλη γλώσσα χρησιμοποιεί η Εκκλησία και άλλη γλώσσα η Πολιτεία.

Η Πολιτεία με τούς μηχανισμούς πού έχει διερευνά ποιός έχει τίς προϋποθέσεις να αποκτήση την ελληνική ιθαγένεια χωρίς να αλλοιωθή εθνολογικά. Τό δίλημμα στό οποίο πρέπει να απαντήση είναι το εξής: Θά αδιαφορήση για το θέμα και θά δημιουργηθούν πολιτιστικά γκέτο ή θά εντάξη δημιουργικά στόν δικό της πολιτιστικό και κοινωνικό χώρο τούς μετανάστες;

Η Εκκλησία όμως έχει άλλο ρόλο και άλλη γλώσσα, δηλαδή αποδέχεται τον κάθε άνθρωπο ως εικόνα Θεού, τού δείχνει αγάπη και όταν θέλη να γίνη μέλος της τον αποδέχεται με πνευματικές προϋποθέσεις και όχι με κοινωνικά, πολιτικά και εθνικιστικά κριτήρια. Η Εκκλησία είναι εναντίον τού ρατσισμού και τού εθνοφυλετισμού, τον οποίον θεωρεί αίρεση.

Άλλωστε η Εκκλησία είναι πνευματικό Νοσοκομείο πού θεραπεύει τον κάθε άνθρωπο πού θέλει να θεραπευθή. Συμβαίνει ό,τι και με τα Νοσοκομεία τού σώματος. Είναι υποχρεωμένα να προσφέρουν βοήθεια σέ όποιον πονάει, υποφέρει και θέλει να θεραπευθή.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι η πρόθεση τής Πολιτείας να δώση ελληνική ιθαγένεια σέ μερικούς πού έχουν τίς απαραίτητες προϋποθέσεις έχει θετικά και αρνητικά σημεία. Κανένα γεγονός δέν είναι από μόνο του άσπρο ή μαύρο. Οι απόλυτες διαχωριστικές γραμμές δείχνουν μιά πουριτανική νοοτροπία. Γιά παράδειγμα, δέν μπορώ να αποδεχθώ την άποψη ότι όλοι οι μετανάστες είναι επικίνδυνοι για την Πολιτεία μας και όλοι οι πολιτογραφημένοι Έλληνες είναι τίμιοι και νομοταγείς πολίτες.

Θά πρέπει να μελετηθή σοβαρά το θέμα αυτό από νομικούς, κοινωνιολόγους, εθνολόγους, ψυχολόγους, πολιτικούς κλπ., δηλαδή επιστήμονες πού γνωρίζουν τα θέματα, έχουν αντικειμενική γνώση και δέν άγονται και φέρονται από προσωπικές τραυματικές εμπειρίες. Στήν περίπτωση αυτή πρέπει να εξετασθή τί ακριβώς είναι η «πολιτισμική πρόσκτηση» ή αφομίωση και τί ακριβώς είναι η δημιουργία «πολιτισμικών υβριδίων» ή συγκρητισμός.

Άλλωστε, και η ισχύουσα νομοθεσία καθορίζει τα σχετικά με την κτήση τής ιθαγένειας και τίς προϋποθέσεις πολιτογράφησης. Δέν ξεκινάει τώρα το θέμα από μηδενική βάση, όπως φαίνεται ότι μερικοί υπονοούν.

Καί μιά γενική παρατήρηση. Η ανωτερότητα κάθε πολιτισμού αποδεικνύεται από το κατά πόσον έχει την δυνατότητα να αφομοιώνη δημιουργικά άλλους πολιτισμούς και παραδόσεις, χωρίς να αλλοιώνεται και να απο-εκπολιτίζεται ο ίδιος.

Συχνά υποστηρίζουμε με επιχειρήματα ότι ο ελληνικός πολιτισμός έχει μεγάλη δύναμη, γονιμοποίησε άλλες παραδόσεις, όπως την ρωμαϊκή, άντεξε σέ Τουρκοκρατία, Φραγκοκρατία κλπ. Οι ενδεχόμενες φοβίες δείχνουν ότι αμφιβάλλουμε για την δύναμη και την γονιμότητα τού πολιτισμού μας.»




Το βρήκαμε εδώ


Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Μια δουλειά που μιλούσε από μόνη της...


Το ηφαίστειο της Καντάνιας


Το μάζεμα των ελαιών εν Μυτιλήνη


Επιστρέφοντας από την Αμερική, τον Ιούνιο του 1961, σταμάτησα για λίγες μέρες στο Παρίσι. Και καθώς βγήκα να χαζέψω στους δρόμους, το πρώτο πράγμα που είδα ήτανε, σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου, όπου συνήθιζα να πηγαίνω άλλοτε, η μεγάλη «αφίσα» της Έκθεσης Θεοφίλου που είχε ανοίξει, ακριβώς εκείνη την εβδομάδα στις αίθουσες του Λούβρου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά. Έ λοιπόν ναί, υπήρχε δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον κόσμο. Άρχισα πάλι να σιγοπερπατώ και ν' αναλογίζομαι άθελά μου πως είχε η αρχίσει η ιστορία αυτή. Τα πρώτα δειλά βήματα, τα διαβήματα πέντ' έξι φίλων, τα άρθρα του Σπύρου Μελά μέσα στη γενική κατακραυγή, των «μορφωμένων». Ύστερα, τα δύο δημοσιεύματα σε ξένα περιοδικά, το ένα στο Voyαge en Grece, και το άλλο στο Arts et Μetiers Grαphiques. Αργότερα, την πρώτη επίσημη έκθεση στο «Βρετανικό Ινστιτούτο» των Αθηνών. Και τώρα...

Βέβαια, υπήρχε πίσω απ' όλα αυτά ένας άνθρωπος. Σεμνός και αθόρυβος, όπως όλοι που κάνουν καλό σ’ αυτό τον τόπο, κάποτε και παρά την θέληση μας. Που αγαπούσε την καλή ζωγραφική και αγαπούσε την μικρή πατρίδα του με την ιερότητα προς τις αισθήσεις - το γευστικό χρώμα, το γευστικό φρούτο- που έχουν οι σωστοί Έλληνες, όταν το κατορθώνουν να μένουν σωστοί, - τι περίεργο – μακριά απ’ τον τόπο τους. Μιλώ για τον Ε. Teriade (Στρατή Ελευθεριάδη), που με τη νηφάλια κρίση του, και το ανοιχτό πνεύμα του, κράτησε από τη γαλλική πρωτεύουσα τα ηνία της Καλλιτεχνικής ζωής σ' όλο το μάκρος που αξιώθηκε να διατρέξει η μοντέρνα τέχνη, από την αρχή σχεδόν του αιώνα ως τις ημέρες μας. Η τύχη το έφερε να βρεθώ κοντά του για ένα μεγάλο διάστημα και να παρακολουθήσω με πόση σοφία ήξερε να κρατά το ζύγι ανάμεσα στα ταπεινά και στα μεγάλα - φτάνει και τα δυο τους να 'χανε τη σφραγίδα της γνησιότητας. Ανάμεσα σ' ένα μισογκρεμισμένο «πύργο» της Βαρειάς και σ’ ένα δουκικό παλάτι της Τουραίνης, σ’ έναν μπαξέ της Γέρας και σ' ένα ροδώνα της Κυανής Ακτής. Και για να προχωρήσω: ανάμεσα σ ένα Θεόφιλο και σ’ έναν Βonnard. Η καλή ζωγραφική, όπως και οι καλές ανθρώπινες σχέσεις, δεν έχουν άλλο διακριτικό από την ποιότητα. Μου μένει αξέχαστο ένα βράδυ, όταν έμενα στο Παρίσι, που μαζί με τον Alberto Giacometti μας φώναξε στο σπίτι του και μας έδειξε λίγα έργα του Θεόφιλου, απ' αυτά που είχε πάρει μαζί του. Με πόση ευλάβεια, με πόση προσοχή να μη δείξει την παραμικρή συγκατάβαση. Ήταν κάτι, άλλωστε , που το έκανε σπάνια, όταν το έφερνε ο λόγος, και πάλι χωρίς να κουράζει τον θεατή, χωρίς να συνοδεύει με σχόλια μια δουλειά που μιλούσε από μόνη της.


Οδυσσέα Ελύτη,

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ


Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί· ὁ γὰρ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται· ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, τελωνικῶς διὰ νηστείας κράζοντες· Ἱλάσθητι ἡμῖν ὁ Θεός, τοῖς ἁμαρτωλοῖς.

Κεκραγάριο Εσπερινού, Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου

Ο νέος Σέρβος Πατριάρχης: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΣΕΡΒΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ




Κωνσταντίνος Χολέβας
Πολιτικός Επιστήμων



Την Παρασκευή 22-1-2010 η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία εξέλεξε ως 45ο Πατριάρχη της τον Επίσκοπο της πόλεως Νις Ειρηναίο. Η Νις είναι η ιστορική Ναϊσός, γενέτειρα του Αγίου Κωνσταντίνου, ιδρυτού της Κωνσταντινουπόλεως.

Η διαδικασία της εκλογής κατέδειξε και τα ισχυρά ερείσματα του Ελληνισμού και της ελληνικής παιδείας στην Σερβική Ορθοδοξία, δεδομένου ότι και οι τρεις Επίσκοποι που εξελέγησαν στο «τριπρόσωπο» από το σύνολο των Ιεραρχών είναι μεταπτυχιακοί απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αθηνών και άριστοι γνώστες της ελληνικής γλώσσας.

Συγκεκριμένα κατόπιν μυστικής ψηφοφορίας οι τρεις επικρατέστεροι -αυτό είναι το «τριπρόσωπον»- ανεδείχθησαν ως εξής:

1. Ο Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην μοναχός στην Κεφαλληνία. Ήταν κατά τα τελευταία χρόνια ο τοποτηρητής του Πατριαρχικού Θρόνου, λόγω παρατεταμένης ασθενείας του μακαριστού Πατριάρχου Παύλου.

2. Ο Επίσκοπος της Νις Ειρηναίος, 80 ετών, ο οποίος πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Θεολογική Σχολή Αθηνών κατά την περίοδο 1962-63.

3. Ο Επίσκοπος Νόβισαντ και Μπάτσκας Ειρηναίος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής και θερμός υποστηρικτής των ελληνικών θέσεων στο Μακεδονικό. Έχει επανειλημμένως μιλήσει σε ελληνικές τηλεοπτικές εκπομπές και πρότεινε να ασχοληθούμε σοβαρότερα με την ανάδειξη της καταπιεσμένης ελληνικής μειονότητας στη ΦΥΡΟΜ.

Μεταξύ των τριών έγινε ΚΛΗΡΩΣΗ, όπως προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης του Πατριαρχείου Σερβίας, και εξελέγη ο Ειρηναίος της Νις.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί Σέρβοι κληρικοί και νυν Επίσκοποι καθώς και κληρικοί από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν σπουδάσει στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης με υποτροφίες της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Είναι προφανές ότι η χώρα μας μπορεί και πρέπει να επενδύσει περισσότερα στην πολιτιστική διπλωματία. Πολλοί Ορθόδοξοι νέοι από την Ανατολική Ευρώπη και από τη Μέση Ανατολή ελκύονται από την ελληνορθόδοξη παράδοση και την βυζαντινή κληρονομιά, φοβούμαι όμως ότι θα απογοητευθούν αν διαπιστώσουν τις τάσεις αφελληνισμού και αποχριστιανοποιήσεως του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Και μία τελευταία επισήμανση: Τα ονόματα των τριών προαναφερθέντων Επισκόπων έχουν ελληνική και όχι σλαβική ρίζα. Πρόκειται για μία συνήθη επιλογή της Σερβικής Εκκλησίας κατά την κουρά μοναχών και τη χειροτονία αγάμων κληρικών.

Το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Avatar και Θεολογία

Δεν συμμεριζόμαστε σε πολλά τις απόψεις του εν λόγο κειμένου που παρουσιάζουμε ,ωστόσο είναι και αυτό ένα ικανοποιητικό κοίταγμα προς ενημέρωση!

Ένα από τα θέματα της επικαιρότητας είναι το περιεχόμενο της ταινίας Άβαταρ. Ωφελεί ή βλάπτει; Ακολουθούν μερικές σημειώσεις από την θέαση της ταινίας.




Προβληματικά σημεία

  • Άβαταρ: όρος που χρησιμοποιείται ευρέως από παραθρησκείες για να υποδηλώσει τον (αναμενόμενο) μεσσία
  • Τεχνομεσσιανισμός
  • Γαία θεά ως απρόσωπη, κτιστή δύναμη (όλα, φύση, ζώα, νεκροί είναι ένα, ενέργεια)
  • Ανιμισμός/παγανισμός
  • Ο ξενόφερτος σωτήρας

Αξιοσημείωτα σημεία

  • Μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης συλλογικότητα (φυλή) με συνδυασμό ατομικής ελευθερίας
  • Ισότητα δύο φύλων
  • Προστασία/ισορροπία περιβάλλοντος, αρμονία με φύση
  • Κριτική στον τρέχοντα καταναλωτικό ατομικιστικό πολιτισμό & μοντέλο ανάπτυξης, ζωής, νοοτροπία ετσιθελισμού που οδηγεί στο βιασμό της φύσης
  • Η αποκαλυπτική ατάκα του στρατιωτικού αρχηγού «ας απαντήσουμε με τρόμο στον τρόμο» ως ειρωνική αντιπολεμική πινελιά
  • Δίκτυο μαλλιών ως ..χειροπιαστή προσευχή
  • Η (υπαρκτή) μετά θάνατον ζωή
  • Εγκράτεια στις σχέσεις των δύο φύλων – δεσμός επισφραγίζεται μετά από τελετή
  • Απλότητα εναντίον μηχανών, βία εναντίον αξιοπρέπειας, αποικιοκράτες εναντίον ιθαγενών

Δείτε επίσης: Η ταινία Avatar και οι θρησκευτικοί της συμβολισμοί (ΟΟΔΕ)






To βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)