Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Θρησκευτική και εκκλησιαστική παιδεία.......


Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου π. Ιεροθέου


Το Συνέδριο αυτό που γίνεται προς τους Καθηγητάς Θεολόγους της Περιφερείας μας, με την ευκαιρία της εορτής των Τριών Ιεραρχών και με θέμα «Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Εκπαίδευση σήμερα και αύριο» πιστεύω ότι θα αποτελέση σταθμό στα σύγχρονα γεγονότα, διότι πάνω στο θέμα αυτό γίνεται σοβαρός προβληματισμός από πολλούς ανθρώπους. Η προσπάθεια του εκκλησιαστικού αποχρωματισμού της κοινωνίας μας και ο αγώνας για πολιτιστικό εκσυγχρονισμό έχουν συνέπειες και στο μάθημα των Θρησκευτικών στην Στοιχειώδη και Μέση Εκπαίδευση. Γι' αυτό και οι εισηγήσεις που θα ακουστούν στο Συνέδριο αυτό θα είναι σημαντικές και θα παίξουν σπουδαίο ρόλο στην μετέπειτα εξέλιξη.

Η δική μου εισήγηση είναι γενική και θα έλεγα εισαγωγική και αναφέρεται στο θέμα «θρησκευτική και εκκλησιαστική παιδεία». Κατά την ανάπτυξη αυτού του θέματος θα αποδειχθή ότι άλλο είναι η θρησκευτική και άλλο είναι η εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή.



1. Θρησκεία και Εκκλησία

Από μια γενική άποψη όλες οι οργανωμένες ομάδες ανθρώπων που έχουν έντονα θρησκευτικά βιώματα και μεταφυσικές αναζητήσεις καλούνται Θρησκείες. Επομένως, με μια γενική έννοια και ο Χριστιανισμός μπορεί να ονομασθή Θρησκεία. Όμως αν δούμε το πράγμα αυτό από λεπτότερη προοπτική, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας. Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τις διαφορές σε πέντε συγκεκριμένα σημεία.


α) Η Θρησκεία φροντίζει να οδηγήση τον άνθρωπο στον Θεό, να λύση δηλαδή τις εσωτερικές και κοινωνικές του ανασφάλειες. Το υπόβαθρο αυτής της άποψης είναι ότι ο Θεός είναι μια ανώτερη δύναμη που κατοικεί στους ουρανούς και από εκεί διευθύνει τον κόσμο, ότι υπάρχει ένας διαχωριστικός τοίχος μεταξύ της ανώτερης αυτής δύναμης και του ανθρώπου, και επομένως ο άνθρωπος με την βοήθεια της Θρησκείας πρέπει να κάνη τα πάντα για να υπερβή αυτό το τείχος και να φθάση τον Θεό, στην πραγματικότητα να εξιλεωθή.


Η Εκκλησία όμως δεν κάνει λόγο για ένα αφηρημένο Θεό, αλλά για τον Τριαδικό Θεό, ο Οποίος αγάπησε τον κόσμο και ενδιαφέρθηκε προσωπικά για την σωτηρία του, αφού ο Πατήρ απέστειλε τον Υιόν Του, ο Υιός δέχθηκε να ενανθρω­πήση και αυτή η ενανθρώπηση έγινε με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Έτσι, ο Θεάνθρωπος Χριστός, που ενώνει το άκτιστο και το κτιστό στην υπόστασή Του, αφού ο Λόγος έγινε η υπόσταση της ανθρώπινης φύσης, είναι η Κεφαλή μας και εμείς, όταν ζούμε μυστηριακά και ασκητικά στον χώρο της Εκκλησίας, είμαστε τα μέλη Του. Άλλωστε, η λέξη Εκκλησία προέρχεται από το εκκαλέω-ώ, που σημαίνει προσκαλώ κάποιον να εξέλθη. Έτσι, λοιπόν, η Εκκλησία είναι μια πρόσκληση για κοινωνία, μία έξοδος από την αμορφία και ένωση με τον Χριστό, είναι μια οικογένεια εν Χριστώ, ένας κόσμος μέσα στον ευρύτερο κόσμο, και μάλιστα ο δεύτερος αγιάζεται και ευλογείται από τον κόσμο αυτό.


β) Η Θρησκεία είναι δημιούργημα ανθρώπινο, αφού ο άνθρωπος έχει μέσα του την αίσθηση του χαμένου παραδείσου. Πράγματι, ο Αδάμ με την παράβαση του θελήματος του Θεού, δηλαδή με την απώλεια της θεοκοινωνίας, έζησε το τραγικό γεγονός της σκοτίσεως του νου και την έξαψη της λογικής, του ορθού λόγου, βίωσε την έξαψη των παθών και της φαντασίας. Έχοντας σκοτισμένο νου, προσπαθούσε με την λογική, τον ορθό λόγο, αλλά και με την βοήθεια και την ενέργεια των παθών και της φαντασίας να πλάση τον Θεό, ως υποκατάστατο του αληθινού Θεού. Μέσα σε αυτήν την προοπτική αναπτύχθη­καν διάφορες θρησκείες, οι οποίες προσπάθησαν να λύσουν τα τραγικά προβλήματα και τα φοβερά αδιέξοδα που έχουν σχέση με τον πόνο, το κακό που υπάρχει στον κόσμο, την βασανιστική παρουσία του θανάτου. Έτσι, λοιπόν, από το γεγονός ότι η Θρησκεία είναι η φορά του ανθρώπου προς τον Θεό, και ότι αναπτύσσεται μέσα σε μια ανθρωποκεντρική ατμόσφαιρα είναι φυσικό να καλλιεργήται έντονα ο ευδαιμονισμός, η ηδονοκρατία και ο ορθολογισμός.


Η Εκκλησία, όμως, είναι το Σώμα του Χριστού, στην οποία υπάρχει η Αποκάλυψη που δόθηκε από τον Θεό στους αγίους. Η Εκκλησία δεν είναι μια ομάδα πιστών που αναζητούν τον Θεό, αλλά το Σώμα του Χριστού, το οποίο ο Χριστός προσέλαβε από την Παναγία, και στο οποίο εντάσσονται όσοι δέχονται το Βάπτισμα και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Υπάρχει, δηλαδή, πραγματική βρώση του Χριστού. Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Έτσι, αν η Θρησκεία γενικά είναι η κίνηση του ανθρώπου προς τον Θεό, η Εκκλησία είναι η κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο, δηλαδή είναι εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Εντασσόμενος ο άνθρωπος στην Εκκλησία απαλλάσσεται από την ευδαιμονία και τον ηδονισμό, στην πραγματικότητα μεταμορφώνει όλα τα πάθη και ζη την καινή ζωή, χωρίς να απορρίπτει τον κόσμο.



γ) Η Θρησκεία καλλιεργεί έντονα τα θρησκευτικά συναισθήματα, έναν επίπλαστο και εξωτερικό τρόπο ζωής, που δεν αγγίζει τον πυρήνα της υπάρξεως του ανθρώπου. Η λατρεία και η διδασκαλία της θρησκείας αναφέρονται σε μια κοινωνική συμπεριφορά και όχι τόσο στην αλλαγή του τρόπου ζωής του ανθρώπου και την μεταμόρφωση της προσωπικότητός του. Στις Θρησκείες γίνεται λόγος για καθήκοντα στον Θεό και τους ανθρώπους, και όλα κινούνται μέσα σε ένα δεοντολογικό πλαίσιο, εν ονόματι μιας σωτηρίας, η οποία βέβαια υπονοείται, στις περισσότερες περιπτώσεις, ως έξοδος της ψυχής από το σώμα, το οποίο είναι κακό, και ως απόρριψη του υλικού κόσμου, μέσα στον οποίο υπάρχει το κακό.

Η Εκκλησία, όμως, κινείται σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, αφού επιδιώκει να οδηγήση τα μέλη της στην θέωση, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θεωρία του ακτίστου Φωτός στην ανθρώπινη σάρκα του Λόγου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν κάνουν λόγο για εξιλέωση του Θεού, αλλά για θέωση του ανθρώπου, και βέβαια αυτό εννοείται ως θέωση ψυχής και σώματος. Για να επιτευχθή αυτή η θέωση, όπως την βλέπουμε στην ζωή των αγίων, απαιτείται άσκηση, η οποία συνίσταται στον ησυχασμό ή στην νηπτική θεολογία. Τα δόγματα της Εκκλησίας προϋποθέτουν αυτόν τον ησυχαστικό τρόπο ζωής, που συνδέεται με την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την πορεία προς την θέωση. Αυτή η μέθοδος φαίνεται σε πολλά κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, θα αρκεστώ, όμως, στην παρουσίαση ενός στίχου από τον ύμνο του Συμεών του Νέου Θεολόγου, που λέγεται κατά την προετοιμασία για την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού: «και καθαίρεις και λαμπρύνεις και φωτός ποιείς μετόχους...». Επομένως, η Εκκλησία δεν κινείται σε ένα συναισθηματικό χώρο και ένα νομικιστικό πλαίσιο, αλλά σε θεραπευτικό, αφού θεραπεύει τον άνθρωπο για να φθάση στον Θεό.


δ) Συνέχεια και συνέπεια των προηγουμένων είναι ότι η Θρησκεία προσπαθεί να θεραπεύση τις ενοχές που έχει ο άνθρωπος έναντι του Θεού. Το ανθρώπινο «εγώ» αισθάνεται πολύ τεταπεινωμένο, μειωμένο, μειονεκτικό και ανασφαλές έναντι του θείου «Συ», πράγμα το οποίο αυξάνει τις ενοχές. Ο λάτρης διαφόρων θρησκειών στέκεται εκστατικός μπροστά στο μεγαλείο του Θεού και την μικρότητά του. Έτσι, υπάρχει έντονη διαλεκτική αντίθεση μεταξύ Θεού και ανθρώπου.


Στην Εκκλησία όμως δεν αγωνιζόμαστε να θεραπεύσουμε τις ένοχες μας, αλλά να βιώσουμε την αγάπη του Θεού στην προσωπική μας ζωή. Δεν κάνουμε λόγο για ενοχές, αλλά για τύψεις και πνευματικές ασθένειες που πρέπει να θεραπευθούν. Υπάρχει δε τεράστια διαφορά μεταξύ ενοχής και τύψης. Η ενοχή τίθεται σε νομικιστικά πλαίσια, προϋποθέτει την παράβαση του νόμου και την οργή του Θεού, που ζητά τιμωρία του ενόχου, υπονοεί την βαθυτάτη αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι ένοχος θανάτου έναντι του Θεού. Οι τύψεις όμως ερμηνεύονται διαφορετικά, αφού αισθανόμαστε ότι με δική μας αστοχία, και με προσωπικές εσφαλμένες κινήσεις χάσαμε την κοινωνία με τον Θεό, αισθανόμαστε τύψεις έναντι της μεγάλης αγάπης του Θεού, που την έδειξε πλουσιοπάροχα τόσο κατά την δημιουργία, όσο και κατά την αναδημιουργία μας, όπως και σε διάφορες φάσεις της προσωπικής μας ζωής. Έχοντας, λοιπόν, τύψεις ότι απομακρυνθήκαμε από έναν Θεό αγάπης, ο οποίος εξακολουθεί να μας αγαπά, αγωνιζόμαστε με την Χάρη Του να θεραπευθούμε, ώστε να βιώσουμε την φιλανθρωπία Του.


ε) Η Θρησκεία αποτελείται από άτομα, τα οποία όλα μαζί αποτελούν την μάζα, την οργάνωση, την ομάδα. Το άτομο δεν διακρίνεται από αγάπη, δεν εκφράζει την ελευθερία και δεν εκδηλώνει την ιδιαιτερότητά του. Στην μάζα, επίσης, επικρατούν ανταγωνισμοί, φανατισμοί και επιθετικότητες, είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέγει ο Γκάρι Μπέκερ, κάτοχος του Νόμπελ Οικονομικών: «ο ανταγωνισμός είναι καλός για την Θρησκεία, όπως ακριβώς και για τα άλλα εμπορεύματα, διότι μ' αυτό τον τρόπο οι θρησκευτικές οργανώσεις μαθαίνουν πώς να ικανοποιούν καλύτερα τις ανάγκες των μελών τους από ό,τι όταν έχουν μονοπωλιακή θέση»1. Αυτό μπορεί να το δη κανείς σε όλα τα επίπεδα. Στην λατρεία εξαφανίζεται ο λάτρης κάτω από την συναισθηματική φόρτιση της μουσικής, παύει δε να λειτουργή η λογική. Στην προσπάθεια να εξιλεωθή απορρίπτει προσωπικά του πράγματα, αντιμετωπίζοντάς τα μανιχαϊκά. Η Θρησκεία για να συγκροτηθή σε οργανωμένες ομάδες θυσιάζει την ελευθερία του ανθρώπου και «μπλοκάρει» τους οπαδούς σε μαζικά συστήματα, σε φυλακές τρομακτικές. Χρησιμοποιούνται δε διάφορα μέσα και τρόποι που μετατρέπουν τον άνθρωπο σε αντικείμενο το οποίο πρέπει να θυσιασθή για το εμπόρευμα και την αγορά.



Στην Εκκλησία, όμως, αφού αυτή λειτουργεί ως κοινωνία και αληθινή οικογένεια, ο άνθρωπος από άτομο γίνεται πρόσωπο, διότι αισθάνεται την αγάπη του Θεού και του ανθρώπου, προσφέρει αγάπη στον Θεό και τον άνθρωπο, διατηρεί την ελευθερία του, δεν απορρίπτει τίποτε ως κακό, μόνο ζη την άσκηση ως υπέρβαση της αναγκαιότητος του ενστίκτου και της βιολογικής ζωής, δεν υποτάσσεται σε σκοπιμότητες, ούτε μπορούν να εξασκηθούν πιέσεις πάνω σε αυτόν.

Υπάρχουν και άλλες διαφορές. Θα ήθελα όμως να επιμείνω μόνο σε αυτές τις πέντε και να προσθέσω ότι όπου λειτουργεί και η Εκκλησία ως Θρησκεία και όπου η Εκκλησία διακατέχεται από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Θρησκείας και αποβάλλει τα δικά της, τότε χάνει τον προσανατολισμό της. Όπως έχουμε αληθινές και αποτυχημένες οικογένειες, όπως υπάρχει υγιές και άρρωστο σώμα, το ίδιο μπορεί να υπάρχη και μια Εκκλησία με τα αρρωστημένα γνωρίσματα της Θρησκείας. Το γεγονός είναι ότι ο άνθρωπος με την πτώση του περιέπεσε σε μια θρησκευτική κατάσταση ή θα έλεγα καλύτερα σε μια θρησκειοποίηση της ζωής, που συνδέεται και με την ειδωλοποίηση, ενώ με την πνευματική του ανάσταση και αναγέννηση περνά από την θρησκειοποίηση στην εκκλησιοποίηση.


Η διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας φαίνεται καθαρά στην διάκριση μεταξύ του θρησκειοποιημένου Χριστιανισμού της Δύσεως και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στην Δύση βιώθηκε το φαινόμενο της θρησκειοποίησης του Χριστιανισμού, ενώ στην Ανατολή ζούμε την εκκλησιοποίηση της Θρησκείας. Βέβαια, όπως λέγαμε και προηγουμένως, είναι δυνατόν και μερικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, να διακρίνονται από μερικά σημεία του θρησκειοποιημένου Χριστιανισμού, αλλά πρέπει να παρατηρηθή ότι στην Δύση η θρησκειοποίηση της Χριστιανικής ζωής είναι θεσμοθετημένη, ενώ η θρησκειοποίηση της Εκκλησίας στην Ανατολή λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο και την ατμόσφαιρα της εκκοσμίκευσης. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει υγιής διδασκαλία και κυρίως έντονη ησυχαστική και νηπτική ζωή, η οποία μπορεί να αποβάλη τυχόν θρησκειοποιημένες καταστάσεις, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο στην Δύση, αφού η θεολογία έχει οριοθετηθή και στεγανοποιηθή.


Πράγματι, υπάρχει διαφορά μεταξύ δυτικής και ορθόδοξης θεολογίας. Η δυτική θεολογία δίνει προτεραιότητα στην ουσία, και υποτάσσει το πρόσωπο σε αυτήν, όπως αποδεικνύει το δόγμα του Filioque, ενώ η Ορθόδοξη θεολογία δίνει μεγάλη σημασία στο πρόσωπο, που το βλέπει μέσα από σωστή οντολογία και όχι μέσα από το πρίσμα ενός αφηρημένου περσοναλισμού. Στην Δύση ως κριτήριο πάντων ενεργεί ο ορθολογισμός, αφού γίνεται λόγος για ορθολογική γνωσιολογία, ενώ στην Ανατολή καλλιεργείται έντονα ο αποφατισμός, όχι βέβαια με την έννοια του αγνωστικισμού, αλλά με την έννοια της προσωπικής εμπειρίας στο βάθος της καρδιάς. Στην Δύση παρατηρείται έντονα η νομική, ποινική και δικανική ηθική, όπως την βλέπουμε στον τρόπο της μετανοίας, ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία λειτουργεί η ιατρική, ιαματική και θεραπευτική ασκητική. Στην Δύση εκφράζεται ο παπισμός ως σύστημα ή ως ατομοκρατικός τρόπος ζωής (Προτεσταντισμός), ενώ στην Ορθοδοξία λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα η συνοδικότητα με την έννοια του ιεραρχικού πολιτεύματος. Στην Δύση γεννήθηκε η μεσαιωνική φεουδαρχία με όλες τις φοβερές συνέπειες, ενώ στην Ρωμηοσύνη αναπτύχθηκε έντονα η πρόνοια, ως συνάρτηση της φιλοθεΐας και της φιλανθρωπίας2.

Επομένως, η διαφορά μεταξύ Εκκλησίας και Θρησκείας δείχνει την διαφορά μεταξύ θρησκευτικής και εκκλησιαστικής παιδείας.


2. Ο Θεάνθρωπος Χριστός και η Θρησκεία

Από όσα είδαμε μέχρι τώρα φαίνεται ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παραθέσουμε την άποψη του π. Ιωάννου Ρωμανίδη, που κινείται μέσα στα πατερικά πλαίσια και πιστεύω ότι είναι πρωτότυπη για την εποχή μας. Θα παραθέσω τις βασικές έννοιες του π. Ιωάννου.


Οι Πατριάρχες και οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς επίσης και οι Απόστολοι και Προφήτες της Καινής Διαθήκης, γνωρίζουν καλά ότι η Θρησκεία είναι αρρώστια της ανθρώπινης προσωπικότητας και ότι ο μόνος ιατρός που θεραπεύει την ασθένεια αυτή είναι ο Χριστός, ο Κύριος της δόξης, ο Γιαχβέ. Η ενανθρώπηση του Χριστού και όλο το έργο της θείας Οικονομίας συνίσταται στην ελευθέρωση του ανθρώπου από την νόσο της Θρησκείας.


Όταν κάνουμε λόγο για νόσο της Θρησκείας εννοούμε την κατάσταση κατά την οποία η νοερά ενέργεια του ανθρώπου (νους), η οποία στην φυσική της κατάσταση πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά και να προσεύχεται, ταυτίζεται με τον εγκέφαλο. Κατά τους Πατέρας άλλη είναι η νοερά ενέργεια και άλλη είναι η εγκεφαλική ενέργεια. Όταν ο νους βρίσκεται σε φυσική λειτουργία τότε η νοερά ενέργεια ρυθμίζει τα πάθη της πείνας, της δίψας, του ύπνου, του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, που είναι ο φόβος του θανάτου, ώστε να παραμένουν αδιάβλητα. Έτσι, στην φυσική της κατάσταση η νοερά ενέργεια ρυθμίζει όλον τον οργανισμό του ανθρώπου, οπότε αυτό έχει κοινωνικές συνέπειες.


Στην Θρησκεία ταυτίζεται η νοερά ενέργεια με την ενέργεια του εγκεφάλου που έχει συνέπεια όλα τα νοήματα του εγκεφάλου, που προέρχονται από το περιβάλλον, να γίνονται νοήματα της νοεράς ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι εικόνες που έρχονται στον εγκέφαλο από το περιβάλλον διά των αισθήσεων, εισέρχονται στον εγκέφαλο από το περιβάλλον διά των αισθήσεων, εισέρχονται και μέσα στην καρδιά. Τότε η νοερά ενέργεια δεν προσεύχεται, διακατέχεται από τα νοήματα και τις εικόνες του περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να γίνεται δούλος του περιβάλλοντος. Ταυτοχρόνως, όμως, φθάνει στο σημείο να ταυτίση ορισμένα νοήματα που προέρχονται από το περιβάλλον με τον Θεό ή τους θεούς του. Οπότε, ο άνθρωπος, διακατεχόμενος από την ασθένεια της Θρησκείας, λατρεύει τα είδωλα, απομακρυνόμενος από τον πραγματικό Θεό.


Αυτό, όμως, έχει και ανθρωπολογικές συνέπειες. Εφ' όσον η νοερά ενέργεια στην φυσική της κατάσταση, με την αδιάλειπτη προσευχή, ρυθμίζει τα πάθη της πείνας, της δίψας, του ύπνου, του φόβου, του θανάτου, ώστε να παραμένουν αδιάβλητα, είναι επόμενο στην παραφύση κατάστασή της, κατά την οποία σκοτίζεται και ταυτίζεται με την ενέργεια του εγκεφάλου και, φυσικά, γεμίζει από τα νοήματα του περιβάλλοντος, να μη μπορή να ρυθμίση τα πάθη, τα οποία γίνονται διαβλητά και πηγή μεγάλων ανωμαλιών και στο ανθρωπολογικό και το κοινωνιολογικό πεδίο. Έτσι, τα διαβλητά πάθη μαζί με την αδέσποτη και αχαλίνωτη φαντασία δημιουργούν μαγικές θρησκείες, είτε για την χαλιναγώγηση των στοιχείων της φύσεως, είτε για την σωτηρία της ψυχής, που εννοείται ως έξοδός της από την ύλη και αιώνια κατάστασή της σε ευδαιμονία, είτε την απόκτηση της ευδαιμονίας της ψυχής μαζί με σώμα.


Επομένως, ο άσαρκος Λόγος, ο μεγάλης Βουλής Άγγελος στην Παλαιά Διαθήκη, ο σεσαρκωμένος Λόγος στην Καινή Διαθήκη, με την αποκαλυπτική αλήθεια και την μέθοδο που διδάσκει για την βίωση της αλήθειας στα όρια της προσωπικής ζωής, θεραπεύει τον άνθρωπο από την νόσο της Θρησκείας. Όπως αναλύσαμε πιο πάνω η νόσος της Θρησκείας συνίσταται στον σκοτασμό του νου, την ταύτιση της νοεράς ενέργειας με την λογική ενέργεια και την σύγχυση, αλλά και την ταύτιση μεταξύ των κτιστών και ακτίστων ενεργειών, αφού θεοποιείται η κτίση. Με την απώλεια της νοεράς ενεργείας ο άνθρωπος αποδιοργανώνεται πλήρως και δημιουργεί τεράστια προβλήματα και στον κοινωνικό χώρο.

Η θεραπεία της νόσου αυτής συνίσταται στην ενεργοποίηση της νοεράς ενεργείας, η οποία πρέπει να αποκολληθή από τον εγκέφαλο και τα νοήματα που φέρνουν οι αισθήσεις από τον περιβάλλοντα κόσμο σ' αυτόν, και στην αένναη προσευχή που πρέπει να γίνεται μέσα στην καρδιά. Σε αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος κάνει δυο παράλληλες ενέργειες.

Και προσεύχεται με την νοερά ενέργεια στην καρδιά και έχει συνείδηση του κόσμου και του περιβάλλοντος με την λογική ενέργεια. Αυτό το βλέπουμε έντονα σε όλα τα κείμενα του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού. Μέσα από αυτό το πρίσμα ερμηνεύει και την θεία Λειτουργία. Στην Μυσταγωγία του αναλύει διεξοδικά ότι η θεία λειτουργία είναι βίωση των γεγονότων της θείας Οικονομίας, είναι εικόνα και μέθεξη των επουρανίων, της Βασιλείας του Θεού, αλλά οδηγεί και στην απόκτηση της τελείας γνώσεως διά της επιστροφής του νου μέσα στην καρδιά. Ο άγιος Μάξιμος βλέπει την μέθεξη της Βασιλείας του Θεού μέσα από την νηπτική και ησυχαστική μέθοδο.

Όταν ο άνθρωπος θεραπευθή στον ανθρωπολογικό τομέα, αποκτά την ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, γίνεται κοινωνικός παράγοντας, ακόμη στέκεται με σεβασμό απέναντι στην δημιουργία, την κτίση. Έτσι, με τον τρόπο αυτό λύνονται όλα τα υπαρξιακά, οντολογικά, κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα.


Ο Χριστός ήλθε για να θεραπεύση αυτήν την νοερά ενέργεια, η οποία στην νοσούσα κατάσταση γεννά αρρωστημένες θρησκείες. Η θεραπεία επιτυγχάνεται μέσα στην Εκκλησία με την πείρα και την καθοδήγηση θεουμένων Πατέρων, οπότε ο άνθρωπος φθάνει στο σημείο να αντιληφθή ότι δεν υπάρχει καμμία σχέση μεταξύ ακτίστου Θεού και κτισμάτων, και ότι, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον», δηλαδή δεν μπορεί κανείς να στοχάζεται για τον Θεό4. Ως γνωστόν η Θρησκεία κάνει αυτήν την τρομερή σύγχυση.
Επομένως, μέσα στην Εκκλησία ο άνθρωπος, με την δύναμη του Θεού, απαλλάσσεται από την νόσο της Θρησκείας. Μέσα από το πρίσμα αυτό μπορούμε να κάνουμε λόγο για εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή.

3. Θρησκειολογικό και εκκλησιολογικό μάθημα


Γίνεται τον τελευταίο καιρό συζήτηση για το ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών στην Μέση Εκπαίδευση. Μερικοί επιμένουν ότι το θρησκευτικό μάθημα πρέπει να περιορισθή στο θρησκειολογικό ή κοινωνικό πεδίο με αναφορά στα γενικότερα ουμανιστικά προβλήματα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της Ευρωπαϊκής παιδείας, και άλλοι επιμένουν ότι στην χώρα μας, όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η επικρατούσα Θρησκεία και έχει χαρακτηρίσει τον πολιτισμό του τόπου, δεν μπορεί το μάθημα των θρησκευτικών να απομακρυνθή από τα βασικά στοιχεία της ελληνορθοδόξου Παραδόσεως.


Έχω την γνώμη ότι ένα τέτοιο ερώτημα θα αντιμετωπισθή από άλλους εισηγητές και δεν πρέπει να επιμείνω τώρα σε αυτό. Άλλωστε, ο βασικός άξονας της εισηγήσεώς μου είναι να διαγραφή η διαφορά μεταξύ θρησκευτικής και εκκλησιαστικής αγωγής και να δούμε την μεγάλη άξια που έχει η εκκλησιαστική παιδεία αφού η πρώτη συνδέεται με την νοσούσα προσωπικότητα, ενώ η δεύτερη αποβλέπει στην θεραπεία της νοσούσης προσωπικότητος, πράγμα το οποίο έχει και κοινωνικές προεκτάσεις.


Γεγονός, όμως είναι ότι δεν μπορούμε εν ονόματι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κοινής πολιτιστικής παράδοσης να απεμπολούμε τα γνήσια και ουσιαστικά στοιχεία της παραδόσεώς μας. Άλλωστε, αυτό δεν το θέλει ούτε και η συνθήκη της Μάαστριχτ. Στο κεφάλαιο για την Παιδεία, την επαγγελματική εκπαίδευση και νεολαία λέγεται: «Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας την συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας την δράση τους, σεβομένη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική του πολυμορφία»5. Φαίνεται από το άρθρο αυτό ότι η ιδιαιτερότητα κάθε Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μάλιστα η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία γίνεται πλήρως σεβαστή.


Επειδή έχω υπ' όψη μου όχι μόνο το θρησκευτικό μάθημα στα Σχολεία, αλλά και την Κατήχηση που γίνεται στην Εκκλησία, θα ήθελα να επισημάνω ότι υπάρχουν τρεις δυνατότητες ως προς τον προσανατολισμό της παιδείας και αγωγής.


α) Ο θρησκειολογικός προσανατολισμός. Δηλαδή, με το θρησκευτικό μάθημα αναλύονται οι διάφορες θρησκείες όσο το δυνατόν αυθεντικότερα και ειλικρινέστερα, δηλαδή κατά τρόπο επιστημονικό. Ένα τέτοιο μάθημα θα γίνεται εγκεφαλικά, θα γεμίση τον εγκέφαλο του ανθρώπου με γνώσεις, πράγμα το οποίο στην αδιαμόρφωτη προσωπικότητα του παιδιού είναι δυνατόν να δημιουργήση μεγάλη σύγχυση, γιατί το μάθημα της θρησκειολογίας δεν έχει την ίδια επίδραση στα παιδιά, που έχουν τα άλλα μαθήματα.


β) Ο θρησκευτικός προσανατολισμός. Μια τέτοια παιδεία θα αναφέρεται στην καλλιέργεια των λεγομένων θρησκευτικών συναισθημάτων, με έντονη ανάπτυξη του ορθολογισμού και του ηθικισμού, όπως τα αναλύσαμε στην προηγούμενη ενότητα. Το θρησκευτικό περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως θα αναφέρεται στην δεοντολογία, την καθηκοντολογία, την κοινωνιολογία, που θα στερούνται όμως οντολογίας.


γ) Ο εκκλησιολογικός προσανατολισμός. Η εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή, θα οδηγή τον νέο στην Εκκλησία, θα αποβλέπη στην λύση των υπαρξιακών του προβλημάτων, την θεραπεία της προσωπικότητός του, την πορεία του από την ατομικότητα στο πρόσωπο και από την μοναξιά στην προσωπική κοινωνία.



Σαφώς η Εκκλησία στην προσπάθειά της να κατηχήση τα παιδιά πρέπει να ακολουθήση την εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στην εκκλησιοποίηση, που είναι η θέωση, ο βαθύτερος σκοπός του ανθρώπου. Πρέπει να μάθη στα παιδιά την Ορθόδοξη θεολογία, τί είναι ο Θεός, πώς αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, πώς μπορεί να βιωθή στα όρια της προσωπικής ζωής τί είναι ο άνθρωπος και ποιος είναι ο βαθύτερος σκοπός της υπάρξεώς του, τί είναι η κτίση και πώς απαλλάσσεται αυτή από την φθορά, πώς μπορεί κανείς να ζήση αληθινά μέσα στον χώρο της Εκκλησίας.

Επίσης, τα Σχολεία στην χώρα μας πρέπει να διαπνέονται από αυτήν την εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή, όπως εκφράστηκε και βιώθηκε από τον λαό μας, προσλαμβάνοντας όμως και μερικά στοιχεία από την θρησκειολογία και την θρησκευτική ζωή.


Πάντως, πρέπει να απαλλαγούμε και όλοι εμείς που εξασκούμε ποιμαντική στους νέους, είτε στον χώρο της Εκκλησίας, είτε στον χώρο του Σχολείου, από την αντίληψη ότι η εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή είναι μια στείρα απολογητική ή ένας στυγνός ηθικισμός, πρέπει ακόμη να ελευθερωθούμε από την έννοια ότι όταν μιλάμε για τον Θεό και την Εκκλησία πρέπει να εξαντλούμαστε σε ωραία λόγια και σε θρησκευτικούς στοχασμούς για εσωτερική κατανάλωση.


Από τα πολλά σημεία τα οποία δείχνουν την ανωτερότητα της παιδείας που έχει εκκλησιολογικό προσανατολισμό θα ήθελα να υπογραμμίσω μερικά, τα οποία πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας όταν εξασκούμε εκκλησιαστική παιδεία.


Πρώτον
. Η Εκκλησία είναι μια κοινότητα, ένωση ανθρώπων και Θεού, είναι μια οικογένεια, μέσα στην οποία λύονται όλα τα προβλήματα, οντολογικά, υπαρξιακά, κοινωνικά και οικολογικά. Βέβαια, δεν λύονται διά μαγείας, αλλά με τον αγώνα και την εν Χριστώ άσκηση. Η εκκλησιαστική οικογένεια έχει κέντρο την θεία Ευχαριστία, αλλά αγκαλιάζει και όλο τον κοινωνικό βίο.

Δεύτερον.
Η Ορθόδοξη θεολογία δεν είναι στοχαστική και σχολαστική, αλλά εσωτερική και ταυτόχρονα κοινωνική. Ο διάλογος που έγινε μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Σχολαστικού Βαρλαάμ απέδειξε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούσαν διαφορετική μεθοδολογία για τον Θεό και για τα κτιστά πράγματα, ενώ οι σχολαστικοί είχαν ενιαία μεθοδολογία για τις δυο αυτές πραγματικότητες. Το έργο της Ορθοδόξου θεολογίας είναι πολύ μοντέρνο και αποδοτικό.

Τρίτον
. Η Εκκλησία δεν κινείται έξω από την κοινωνία, δεν βρίσκεται έξω από τον κόσμο, αλλά είναι ο κατ' εξοχήν κόσμος του κόσμου. Τα μέλη της Εκκλησίας δεν αποδεσμεύονται από το λεγόμενο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τα συναξάρια των αγίων αποδεικνύουν ότι οι πραγματικοί Χριστιανοί ενδιαφέρονται και για τα κοινωνικά προβλήματα. Η Εκκλησία εξασκεί την πραγματική πολιτική, αφού αυτή ενδιαφέρεται κυρίως για την πόλη, και την μεταμόρφωση της επιγείας και την βίωση της επουρανίας πολιτείας.
Ο άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης ήταν γνήσιος ησυχαστής, αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρθηκε πραγματικά και ρεαλιστικά και για την σωτηρία της Θεσσαλονίκης.



Τέταρτον
. Η Εκκλησία παρήγαγε και ένα τέλειο πολιτισμό, όπως εκφράζεται στην αγιογραφία, την μουσική, την αρχιτεκτονική κ.λπ., που προσελκύει την προσοχή των συγχρόνων ανθρώπων. Γιατί, οι αγιασμένοι άνθρωποι μπορούν να αγιογραφούν να ψάλλουν, να κατασκευάζουν Ναούς κ.λπ. αγιασμένα και θεραπευμένα, μπορούν να αγιάζουν τον κόσμο.

Πέμπτον
. Οι άγιοι, που είναι τα ζωντανά μέλη της Εκκλησίας αισθάνονται στενή και ουσιαστική σχέση με την κτίση. Μέσα στην κτίση, ακριβώς επειδή διαθέτουν καθαρό νου, βλέπουν τους λόγους των όντων, αισθάνονται τον αναστεναγμό της κτίσεως και την οδύνη της και με την δική τους αναγέννηση συντελούν στην ελευθερία της από τη φθορά. Οι άγιοι, με τον τρόπο τους, αποκαθιστούν την αταξία που υπάρχει στην κτίση, λόγω της αποστασίας του ανθρώπου, και συντελούν στην επικράτηση της δικαιοσύνης.

Έκτον
. Η Εκκλησία διαπαιδαγωγεί τα μέλη της στο να βλέπουν την παρούσα ζωή μέσα από την εσχατολογική προοπτική. Ούτε απομονώνει τον παρόντα κόσμο από το έσχατο, ούτε αποβλέπει απλώς στο έσχατο παραβλέποντας την παρούσα ζωή. Άλλωστε, μια κοινωνικότητα έξω από την εσχατολογική προοπτική συνιστά την εκκοσμίκευση.

Όλα αυτά είναι ανάγκη να τα διδάσκουμε στα παιδιά με μεθοδικότητα, με προσωπική πίστη, με παραδείγματα από τους βίους των αγίων και μάλιστα μέσα στους χώρους της ζωής που είναι η λατρεία, ιδιαιτέρως η θεία Λειτουργία, όπου δεν αφαιρείται ο λόγος χάρη ενός θρησκευτικού συναισθήματος, ούτε απομονώνονται τα υλικά αγαθά χάρη μιας μανιχαϊκής θεωρήσεως της σωτηρίας, ούτε ακόμη αποδεσμευόμαστε από ένα τμήμα του χρόνου, αλλά ζούμε στο παρόν την οικονομία του παρελθόντος και την εσχατολογία του μέλλοντος.


Συμπέρασμα


Ο σύγχρονος άνθρωπος, ιδιαιτέρως ο σύγχρονος νέος, χρειάζεται την εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή. Γιατί μια θρησκευτική αγωγή έχει κουράσει τους ανθρώπους, αφού τους οδηγεί κατ' ευθείαν στον αγνωστικισμό που αφήνει τον άνθρωπο αλύτρωτο και βασανισμένο.

Κάποιος μου είπε: «Αν ο Θεός δεν ήταν Αυτός που διδάσκει η Εκκλησία διά των αγίων, τότε θα ήταν καλύτερα να ήμουν άθεος». Είναι φοβερός ο λόγος αυτός, δείχνει, όμως, ότι μια θρησκευτική παιδεία δεν σώζει τον άνθρωπο, αλλά δημιουργεί ψευδαισθήσεις σωτηρίας που επιτείνουν το πρόβλημα και την αγωνία.

Επομένως, όλοι μας καλούμαστε να εκκλησιοποιηθούμε και να βοηθούμε όσους επιδιώκουν την εκκλησιοποίησή τους, χρησιμοποιώντας εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή.


* Εισήγηση στο Θεολογικό Συνέδριο της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου στο Συνεδριακό Κέντρο της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου την 1-2-1997.

* 1. Ελευθεροτυπία 5-2-1996.

* 2. Βλ. Μάριος Μπέγζος, Η μεταφυσική της ουσιοκρατίας στον Μεσαίωνα και η εκκοσμίκευση, φιλοσοφική κριτική στην Θρησκεία της Ευρώπης, Αθήνα 1989, σελ. 139-162.
* 3. Ιωάννου Ρωμανίδου, Η Θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της, αδημοσίευτο κείμενο.
* 4. Ένθ.αν.
* 5. Συνθήκη Μάαστριχτ έτους 1992, κεφάλαιο 3, άρθρο 126.


«ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»

ΔΙΜΗΝΙΑΙΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΝ ΚΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ
ΟΡΓΑΝΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

το βρήκαμε εδώ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΤΟΣ 80 ΤΕΥΧΟΣ 767 ΜΑΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)