Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Ο διάλογος για το Παπικό πρωτείο και η Παπική διγλωσσία



Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Tο Παπικό «πρωτείον δικαιοδοσίας» (Jurisdictionis) μένει κύρια και μόνιμη έκφραση της παπικής αλλοτριώσεως, αλλά και η ανίατη, ως φαίνεται, νόσος της Λατινικής Εκκλησίας. Αυτή ήταν η συνείδηση των Βυζαντινών Ορθοδόξων, που προσέκρουαν καθ' όλη την διάρκεια των ενωτικών διαλόγων (11ος—15ος αι.) στην παπική εμμονή στο πρωτείον εξουσίας και την συνεχή απαίτηση των Παπών δια την επιβολή του στους Ανατολικούς. Είναι δε γεγονός, ότι τα περί Πάπα δόγματα (πρωτείον, αλάθητον, ο Πάπας νicarius -αντιπρόσωπος- του Χριστού κ.λπ.) ήταν και είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην επιτυχή έκβαση των σημερινών διαλόγων, όπως και κατά την «βυζαντινή» περίοδο. Πρέπει δε να υπογραμμισθή, ότι από τον δυτικό μεσαίωνα και κυρίως από την Α' Βατικανή Σύνοδο (1869-70), με την δογματοποίηση του αλάθητου, πρωτείο και αλάθητο συμπορεύονται ως η πεμπτουσία του Παπισμού.

Στον διεξαγόμενο διάλογο δίνεται η εντύπωση, ότι το βάρος πίπτει στο πρωτείον, και μάλιστα κατά την πρώτη χιλιετία (ταυτίζονται όμως πρωτείο και «πρεσβεία τιμής»;), είναι δε απολύτως βέβαιο, ότι μία τυχόν κοινά αποδεκτή διατύπωση (Formula) θα οδηγήσει αναπότρεπτα στην αποδοχή του παπικού πρωτείου και στην μεταγενέστερη εκδοχή του. Αυτός είναι ο στόχος του Παπισμού και των ιδικών μας δυτικοφρόνων. Και δια μεν το «παπικό πρωτείο» έχουν γραφή πολλά εκατέρωθεν. Για την Ορθόδοξη τοποθέτηση στο πρόβλημα αρκεί να μελετήσουμε τον ογκώδη τόμο «Εκκλησιολογία» (Αθήναι 1973) του μακαρίτου διδασκάλου μας Ιωάννης Καρμίρη. Δια το «παπικόν αλάθητον» όμως, που είναι η συμπλήρωση του πρωτείου και θα αποτελέσει κατ' αδήριτη νομοτέλεια το επόμενο βήμα του διαλόγου ελάχιστα λέγονται. Αν δεν γίνει μετά την αναγνώριση του πρωτείου αυτομάτως και η αποδοχή του αλάθητου, διότι, όπως θα δούμε ο παπικός θεσμός είναι αδιανόητος χωρίς την άμεση διασύνδεση πρωτείου και αλάθητου.

Τι είναι δε ως δόγμα πίστεως το αλάθητον; Κατά την «Εγκύκλιον της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου κατά των λατινικών καινοτομιών» (1838) πρόκειται για θεοποίηση του Πάπα («ο παρ' αυτών -δηλαδή των Λατίνων- θεοποιούμενος πάπας»). Κατά τον όσιο π. Ιουστίνο Πόποβιτς «το δόγμα περί του αλάθητου του Πάπα… Δεν είναι άλλο παρά η αναγέννησις της ειδωλολατρίας και του πολυθεϊσμού». Ο καθηγητής δε Ιωάννης Καρμίρης, δεχόμενος την άμεση σύνδεση πρωτείου και αλάθητου, παρατηρεί: «Τα συγκροτούντα τον παπικόν θεσμόν δύο δόγματα του πρωτείου και του αλάθητου είναι απαράδεκτα υπό της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας» (όπου πρ. 621). Τα δύο δε αυτά παπικά δόγματα είναι «το κυριώτερον αίτιον της θλιβεράς διαιρέσεως της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας» (σ. 645).

Εξ άλλου, το παπικόν πρωτείον είναι η πηγή όλων των άλλων καινοτομιών της Λατινικής Εκκλησίας. Ανύψωση δε του Πάπα υπέρ τις Οικουμενικές Συνόδους μένει, όπως θα δούμε, μέχρι σήμερα αμετακίνητη. Ο «Λεβιάθαν», συνεπώς, που καταβροχθίζει την έννοια της Εκκλησίας, είναι ο παπικός θεσμός. Η μεγαλύτερη αυταπάτη των Ορθοδόξων συνομιλητών είναι η επιδίωξη επανερμηνείας του πρωτείου, το οποίο, όπως και αν χαρακτηρισθεί, θα παραμένει πρωτείο αντι-Εκκλησιαστικό και πατερικά απαράδεκτο, ως απ’ αρχής φορτισμένο με την πολιτική-κοσμική σημασία του. Η προσχηματική, μάλιστα, πρόταση Παπικών και οικουμενιστών να γίνει δεκτό το παπικό πρωτείον ως «πρωτείον διακονίας», αποδεικνύεται απατηλό πυροτέχνημα. Διότι η μεγαλύτερη έκφραση ειλικρινείας, φιλαληθείας και διακονίας θα ήταν η επιστήμη άρνηση εκ μέρους του Παπισμού όλων των παπικών καινοτομιών, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκονται τα ειδικά περί Πάπα δόγματα.

Είναι, άλλωστε, ιστορικά γνωστό, ότι ο Παπισμός μετέρχεται πολλά τεχνάσματα, δια να γίνονται δεκτές οι θέσεις του. Στην Σύνοδο της Φλωρεντίας (1439) λ.χ. έγινε δεκτό το πρωτείο του Ρώμης, «ως περιέχεται εν ταις πράξεσι των οικουμενικών συνόδων και τοις ιεροίς κανόσι». Αυτή ήταν η διατύπωση των Ανατολικών, για να αποφευχθή η αποδοχή του παπικού πρωτείου κατά την δυτική εκδοχή του. Τότε όμως αναδύθηκε η παπική πονηρία και απάτη. Και ιδού πώς: Ο ΣΤ' κανόνας της Α' Οικουμενικής ανοίγει με την φράση: «Τα αρχαία έθη κρατείτω». Στην λατινική-παπική μετάφραση όμως προτάχθηκε η φράση: «Romana Ecclesia Semper Primatum Habuit» (η ρωμαϊκή Εκκλησία είχε πάντα το πρωτείο), ώστε να θεωρηθή και το πρωτείο «αρχαίον έθος» της Εκκλησίας. Τα «πρεσβεία τιμής», που δέχονταν οι Ανατολικοί, όταν ο Πάπας είναι «εν τη Εκκλησία», προβάλλονταν από τους Δυτικούς ως παπικόν πρωτείον (δικαιοδοσίας).

Παρόμοιο τέχνασμα αποδεικνύεται σήμερα το και από την Ορθόδοξη πλευρά, δυστυχώς, προβαλλόμενο «πρωτείον διακονίας», διότι μπορεί μεν να νοηθή ευαγγελικώς και Ορθοδόξως (παράβαλλε Μάρκος 10,44). Το πρόβλημα όμως είναι, πως νοείται παπικώς. Την απάντηση δίδει η ισχύουσα σήμερα ογκώδης παπική Κατήχησις. Το βιβλίο δε αυτό, που συντάχθηκε με την απόφαση της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1962-65) από Επιτροπής, την προεδρία της οποίας είχε ο σημερινός Πάπας ως Καρδινάλιος Γιόσεφ Ράτσιγκερ, είναι η επιστήμη φωνή της Λατινικής Εκκλησίας, που προβάλλει την Πίστη και το ήθος της σ' όλο το πλήρωμα της θεολογικά, αλλά και εκλαϊκευτικά, το προσφέρει δεν ως πρόταση σωτήριας στους προτιθεμένους να εισέλθουν στους κόλπους της. Τι λέγει όμως για τα παπικά αυτά δόγματα η «Κατηχησις της Καθολικής Εκκλησίας (Βατικανό Κάκτος 1996); Παραθέτουμε μερικές παραγράφους, που ανήκουν στην «Παράγραφο» (=Κεφάλαιον) 4, με τίτλο «Οι πιστοί του Χριστού, Ιεραρχία, Λαϊκοί, αφιερωμένη ζωή»:

Ο Σύλλογος των Επισκόπων και ο Αρχηγός του, ο Πάπας

880 Ο Χριστός "συγκρότησε τους δώδεκα (Αποστόλους) υπό μορφή Συλλόγου, δηλαδή σταθερού σώματος, επικεφαλής του οποίου τοποθέτησε τον Πέτρο, που τον διάλεξε ανάμεσα τους". "Όπως ο Άγιος Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου, αποτελούν ένα και μόνο Αποστολικό σύλλογο, έτσι και ο Επίσκοπος Ρώμης, διάδοχος του Πέτρου, και οι Επίσκοποι, διάδοχοι των Αποστόλων, σχηματίζουν μεταξύ τους ένα σύνολο".

880 When Christ instituted the Twelve, "he constituted [them] in the form of a college or permanent assembly, at the head of which he placed Peter, chosen from among them." Just as "by the Lord's institution, St. Peter and the rest of the apostles constitute a single apostolic college, so in like fashion the Roman Pontiff, Peter's successor, and the bishops, the successors of the apostles, are related with and united to one another.

881 Ο Κύριος; μόνο τον Σίμωνα, στον οποίο έδωσε το όνομα Πέτρος, τον έκανε την πέτρα της Εκκλησίας Του. Σ' αυτόν εμπιστεύθηκε τα κλειδιά, τον όρισε ποιμένα όλου του ποιμνίου. "Αλλά αυτό το αξίωμα να δένει και να λύνει, που δόθηκε στον Πέτρο, δόθηκε επίσης, χωρίς καμιά αμφιβολία, στο σύλλογο των Αποστόλων, ενωμένων με τον αρχηγό τους". Το ποιμαντικό αυτό καθήκον του Πέτρου και των άλλων Αποστόλων ανήκει στα θεμέλια της Εκκλησίας και συνετίζεται από τους επισκόπους κάτω από το πρωτείο του Πάπα.

881 The Lord made Simon alone, whom he named Peter, the "rock" of his Church. He gave him the keys of his Church and instituted him shepherd of the whole flock." The office of binding and loosing which was given to Peter was also assigned to the college of apostles united to its head." This pastoral office of Peter and the other apostles belongs to the Church's very foundation and is continued by the bishops under the primacy of the Pope.

882 Ο Πάπας, Επίσκοπος Ρώμης και διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, "είναι η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας, που συνδέει τόσο τους επισκόπους μεταξύ τους όσο και το πλήθος των πιστών". "Πραγματικά, ο Επίσκοπος Ρώμης, με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησίας, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκοσμία εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί".

882 The Pope, Bishop of Rome and Peter's successor, "is the perpetual and νisible source and foundation of the unity both of the bishops and of the whole company of the faithful.". "For the Roman Pontiff, by reason of his office as νicar of Christ, and as pastor of the entire Church has full, supreme, and universal power over the whole Church, a power which he can always exercise unhindered. "

883 "Ο σύλλογος ή το σώμα των Επισκόπων δεν έχει εξουσία, αν δεν Βρίσκεται σε κοινωνία με τον Επίσκοπο Ρώμης ως αρχηγό του". Ο ίδιος αυτός σύλλογος "είναι επίσης φορέας της υπέρτατης και πλήρους εξουσίας μέσα στην παγκόσμια Εκκλησία, την οποία όμως δεν μπορεί να ασκεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Επισκόπου Ρώμης"

883 "The college or body of bishops has no authority unless united with the Roman Pontiff, Peter's successor, as its head." As such, this college has "supreme and full authority over the universal Church; but this power cannot be exercised without the agreement of the Roman Pontiff."

884 "Ο σύλλογος των Επισκόπων ασκεί την εξουσία πάνω σε όλη την Εκκλησία με επίσημο τρόπο στην Οικουμενική Σύνοδο". "Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Συνοδός αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από το διάδοχο του Πέτρου".

884 "The college of bishops exercises power over the universal Church in a solemn manner in an ecumenical council". But "there never is an ecumenical council which is not confirmed or at least recognized as such by Peter's successor."

885 "Ο σύλλογος αυτός, με την πολλαπλή του σύνθεση, εκφράζει την ποικιλία και την παγκοσμιότητα του λαού του Θεού, και, με τη συνάθροισή του κάτω από έναν αρχηγό, εκφράζει την ενότητα του ποιμνίου του Χριστού" (… ).

885 "This college, in so far as it is composed of many members, is the expression of the variety and universality of the People of God; and of the unity of the flock of Christ, in so far as it is assembled under one head. "

890 (… ) Το ποιμαντικό καθήκον του Διδακτικού Σώματος έγκειται στην επαγρύπνηση, ώστε ο Λαός του Θεού να παραμένει στην αλήθεια, η οποία ελευθερώνει. Για να εκπληρώνουν αυτή την υπηρεσία, οι ποιμένες της Εκκλησίας προικίσθηκαν από τον Χριστό με το χάρισμα του αλάθητου σε θέματα πίστεως και ηθών. Η άσκηση αυτού του χαρίσματος μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους.

890 The mission of the Magisterium is linked to the definitive nature of the covenant established by God with his people in Christ. It is this Magisterium's task to preserve God's people from deviations and defections and to guarantee them the objective possibility of professing the true faith without error. Thus, the pastoral duty of the Magisterium is aimed at seeing to it that the People of God abides in the truth that liberates. To fulfill this service, Christ endowed the Church's shepherds with the charism of infallibility in matters of faith and morals. The exercise of this charism takes several forms:

891 "Αυτό το αλάθητο έχει ο Επίσκοπος Ρώμης, κεφαλή του συλλόγου των Επισκόπων, χάρη στο αξίωμά του, όταν, σαν πρώτος ποιμένας μαζί με το διάδοχο του Πέτρου, ασκούν το ύψιστο διδακτικό τους αξίωμα", προπάντων στην Οικουμενική Σύνοδο. Όταν, με το υπέρτατο Διδακτικό της Σώμα, η Εκκλησία προτείνει μία αλήθεια "να την πιστεύσουμε ως αποκεκαλυμμένη από τον Θεό" και σαν διδασκαλία του Χριστού, "οφείλουμε να παραδεχθούμε μέσα στην υπακοή της πίστεως αυτούς τους ορισμούς". Το αλάθητο αυτό επεκτείνεται στις ίδιες διαστάσεις, όπου επεκτείνεται και η παρακαταθήκη της θεϊκής αποκαλύψεως.

891 "The Roman Pontiff, head of the college of bishops, enjoys this infallibility in νartue of his office, when, as supreme pastor and teacher of all the faithful who confirms his brethren in the faith he proclaims by a definitive act a doctrine pertaining to faith or morals… . The infallibility promised to the Church is also present in the body of bishops when, together with Peter's successor, they exercise the supreme Magisterium," above all in an Ecumenical Council. When the Church through its supreme Magisterium proposes a doctrine "for belief as being divinely revealed," and as the teaching of Christ, the definitions "must be adhered to with the obedience of faith." This infallibility extends as far as the deposit of divine Revelation itself.

892. Η θεϊκή συμπαράσταση προσφέρεται επίσης στους διαδόχους των Αποστόλων, όταν διδάσκουν ενωμένοι με το διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, και με ιδιαίτερο τρόπο προσφέρεται στον Επίσκοπο Ρώμης, ποιμένα όλης της Εκκλησίας (… ).

892 Divine assistance is also given to the successors of the apostles, teaching in communion with the successor of Peter, and, in a particular way, to the bishop of Rome, pastor of the whole Church, when, without arriving at an infallible definition and without pronouncing in a "definitive manner," they propose in the exercise of the ordinary Magisterium a teaching that leads to better understanding of Revelation in matters of faith and morals. To this ordinary teaching the faithful "are to adhere to it with religious assent" which, though distinct from the assent of faith, is nonetheless an extension of it.

895. "Η εξουσία αυτή, που την ασκούν προσωπικά στο όνομα του Χριστού, είναι δική τους, τακτική και άμεση, έστω και αν η άσκηση της ρυθμίζεται τελικά από την ανώτατη εξουσία της Εκκλησίας". Αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται οι Επίσκοποι ως αντιπρόσωποι του Πάπα, του οποίου η τακτική και άμεση εξουσία σε όλη την Εκκλησία δεν εκμηδενίζει, αλλ’ αντίθετα επιβεβαιώνει και προστατεύει την εξουσία των Επισκόπων. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται σε κοινωνία με όλη την Εκκλησία υπό την καθοδήγηση του Πάπα».

895 "The power which they exercise personally in the name of Christ, is proper, ordinary, and immediate, although its exercise is ultimately controlled by the supreme authority of the Church." But the bishops should not be thought of as νacars of the Pope. His ordinary and immediate authority over the whole Church does not annul, but on the contrary confirms and defends that of the bishops. Their authority must be exercised in communion with the whole Church under the guidance of the Pope.

Καταγράφουμε τις βασικότερες επισημάνσεις μας:

1 Το πρωτείον του Πάπα εξακολουθεί να στηρίζεται στον Άγιο Πέτρο.

2 Θεμέλιο της ενότητας «αιώνιο και ορατό» είναι ο Πάπας.

3 Ο Πάπας μένει «αντιπρόσωπος του Χριστού» και ποιμένας όλης της Εκκλησίας, με «υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία» (Episcopus Universalis).

4 Ο Πάπας υπέρκειται των Οικουμενικών Συνόδων.

5 Ο Πάπας έχει -κατ' εξοχήν- το αλάθητον, ως «κεφαλή» όλων των Επισκόπων και «πρώτος ποιμένας» της Εκκλησίας.

6 Όλα τελούνται (από τους Επισκόπους) «υπό την καθοδήγηση του Πάπα».

Είναι κατάδηλος ο παπο-κεντρισμός, θα μπορούσε -ίσως- να δικαιολογηθή στον δυτικό μεσαίωνα, αλλ’ όχι και σήμερα.

Παρ' όλα αυτά οι ημέτεροι φιλοπαπικοί εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τον Παπισμό «πλήρη Εκκλησία». Αλλά «πλήρης» και «καθολική» Εκκλησία είναι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και Πατέρων.

Ίσως όμως θεωρούμε και τον Παπισμό, όπως και σήμερα είναι, «πλήρη Εκκλησία», διότι δεν τον συγκρίνουμε με τους Αγίους μας, αλλά με τους άθλιους εαυτούς μας…

το βρήκαμε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)