Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

"Η ασθένεια ως υπαρξιακό γεγονός"



Γράφει στο Βήμα ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου π.Ιερόθεος


Η νέα γρίπη που έγινε πανδημία και κυρίως ο πανικός και ο φόβος που δημιουργεί στους ανθρώπους φέρει στην επιφάνεια ένα μεγάλο γεγονός που έχει σχέση
με τις ψυχολογικές ανασφάλειες και τον υπαρξιακό φόβο.

Όλες οι υπερβολικές αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι σε τέτοια ζητήματα, όπως η ασθένεια, συνδέονται με τον φόβο του θανάτου.

Όταν ρωτούμε τον γιατρό για κάποια ένδειξη σοβαρής ασθένειας δεν προσέχουμε τόσο την απάντηση που μας δίνει, αλλά προσπαθούμε με αγωνία να εισδύσουμε στη σκέψη του για να διακριβώσουμε τι ενδεχομένως μας αποκρύπτει.

Και αυτή η κίνησή μας κρύβει τον φόβο του θανάτου, μήπως δηλαδή η συγκεκριμένη ασθένεια καταλήξη στον θάνατο. Έτσι, περισσότερο από την ασθένεια πρέπει να αντιμετωπισθή ο φόβος του θανάτου, ο οποίος προκαλείται από διάφορα γεγονότα και αφορμές.

Ο θάνατος είναι ένα βιολογικό και υπαρξιακό φορτίο που το κουβαλάει ο άνθρωπος από την πρώτη στιγμή της γονιμοποίησης του ωαρίου και τη δημιουργία του ζυγώτη.

Από τα περίπου 20.000 γονίδια που έχει ο άνθρωπος ένας αριθμός γονιδίων σχετίζεται με τη γήρανση και τη φθορά και οδηγεί στον θάνατο, όπως αυτά που βρίσκονται στο μιτοχονδριακό DΝΑ.

Οπότε, ο θάνατος καιροφυλακτεί μέσα μας, ακόμη και από τότε που δεν έχουν διαφοροποιηθή τα βλαστοκύτταρα και δεν έχουν σχηματισθή τα όργανα του σώματος. Αλλά και τα γονίδια που θα προκαλέσουν κάποτε διάφορες ασθένειες και αυτά κρύβουν τελικά τον θάνατο.

Ο φόβος του θανάτου ερμηνεύεται και κοινωνιολογικά, αφού η συσσώρευση υλικών αγαθών, οι ποικίλες ασφαλίσεις, τα συντάξιμα χρόνια, οι καταθέσεις κτλ., στο βάθος τους υποκρύπτουν την αντιμετώπιση των γηρατειών και τις άγνωστες συνθήκες με τις οποίες θα πεθάνουμε. Και αυτό το «πνεύμα» του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού δεν είναι ανεξάρτητο από τον φόβο του θανάτου.

Ψυχολογικοί παράγοντες συνδέονται με τον θάνατο και την αντιμετώπισή του. Οπως ισχυρίζεται ο Ιωσήφ Φέιμπρι που ανέλυσε πρακτικότερα τη «λογοθεραπεία» του Βίκτορ Φρανκλ, οι βιολόγοι θεωρούν ότι η ζωή του ανθρώπου από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο προσδιορίζεται «από τις λειτουργίες των ενδοκρινών αδένων, από τις χημικές αντιδράσεις και από τις ηλεκτρικές φορτίσεις».

Οι ψυχολόγοι ομιλούν για τις ορμές και τα ένστικτα και τις διάφορες εξηρτημένες διαδικασίες που προσδιορίζουν τη συμπεριφορά μας. Ο Βίκτορ Φρανκλ όμως υποστηρίζει ότι μέσα σε όλους αυτούς τους παράγοντας διατηρείται ένας χώρος ελευθερίας και ο άνθρωπος μπορεί να προσδιορίζει το νόημα της ζωής του και να υπερβαίνει «την τραγική τριάδα της ανθρώπινης ύπαρξης», που είναι ο πόνος, ο θάνατος και η ενοχή, και μάλιστα ο θάνατος προηγείται του πόνου.

Ο Πιαζέ απέδειξε ότι η μη αναστρεψιμότητα του θανάτου εμφανίζεται στην ηλικία των 8-10 ετών και συνδέεται με τις κρίσεις στην εφηβεία και τις μετέπειτα ηλικίες.

Συγχρόνως ο θάνατος είναι και ένα υπαρξιακό γεγονός, ένα οριακό σημείο στη ζωή του ανθρώπου. Για τα οριακάυπαρξιακά φαινόμενα, που δείχνουν την εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου, ασχολήθηκαν οι υπαρξιστές φιλόσοφοι και έδωσαν διάφορες ερμηνείες.

Άλλοι τα υπαρξιακά ερωτήματα τα αντιμετώπισαν με την πίστη στον Θεό (Κίρκεγκαρ)· άλλοι με την κίνηση προς τον εαυτό, τους άλλους και την Ιστορία, με απώτερο τέλος όμως την τραγωδία, τον θάνατο που δεν μπορούμε να αποφύγουμε (Γιάσπερς)· άλλοι συνδέουν την ύπαρξη με το μηδέν, αφού θεωρούν ότι η ύπαρξη προέρχεται από το μηδέν και μηδενίζει τα πάντα (Σαρτρ)· άλλοι συνδέουν την ύπαρξη με το νόημα για τη ζωή, και την αλήθεια με την ανάδυση από τη λήθη και μάλιστα τη λήθη του θανάτου (Χάιντεγκερ).

Ο πανικός για το πότε θα κυκλοφορήσει το νέο εμβόλιο για τη γρίπη και πότε θα το προμηθευθούμε κατέλαβε πολλούς. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθή αυτήν την πραγματικότητα που όταν παραμένει σε ένα φυσιολογικό επίπεδο για την προστασία του εαυτού μας, και κυρίως των παιδιών που έχουν μέλλον και όραμα για τη ζωή, είναι δικαιολογημένη, αλλά αυτό δεν είναι πανάκεια στη λύση όλων των προβλημάτων.

Υπάρχουν υγιείς σωματικά άνθρωποι που δεν έχουν απαλλαγεί από το υπαρξιακό κενό και την «ανούσια ανυπαρξία», από τη βίωση μιας προθανάτιας εμπειρίας, μιας αργόσυρτης κίνησης προς τον θάνατο. Ο Γιάλομ έθεσε στο στόμα του Μπρόιερ κατά τη «συζήτησή» του με τον Νίτσε τη φράση: «Παρελαύνω κι εγώ μαζί με όλους τους άλλους, με συντονισμένο βήμα προς το θάνατο».
Έτσι, εκτός από το εμβόλιο κατά της νέας ασθενείας απαιτείται η εύρεση υπαρξιακών και πνευματικών «εμβολίων», που να υπερνικούν τον φόβο του θανάτου, ο οποίος δημιουργεί ψυχολογικά, υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα. Η νοηματοδότηση του ανθρώπινου βίου είναι ένα «πνευματικό εμβόλιο» που είναι αναγκαίο για κάθε ασθένεια.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Πότε θα σταματήσει η συμφορά;




Η ζωή διδάσκει χρεώνοντας πανάκριβα δίδακτρα για κάθε μάθημα.
Επίσης, το κόστος των μαθημάτων πολλαπλασιάζεται γεωμετρικά και γίνεται δυσβάχταχτο όταν ο μαθητής είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως και χρειαστεί επαναλήψεις.
Ένα από τα μαθήματα, στη διδακτέα του ύλη περιλαμβάνει και την ακόλουθη απλή διαπίστωση:Όταν νοσεί η πολιτεία επηρεάζονται όλοι.
Δεν μπορεί να μείνει κάποιος αλώβητος από τη νόσο που πλήττει το κοινωνικό σύνολο.
Στην αρχαία Ελλάδα, οι μεγάλοι τραγωδοί προσπάθησαν να περάσουν αυτό το κρίσιμης σημασίας μήνυμα στους πολίτες με τα έργα τους στα οποία είτε είχαμε τη σωτήρια μεσολάβηση του από μηχανής "θεού" είτε την απαραίτητη «Κάθαρση».

Στο αξιοθρήνητο μόρφωμα που αποκαλείται ελληνικό κράτος είμαστε όλοι κοινωνοί μιας κατάστασης που από μακρού χρόνου έχει ξεπεράσει τα όρια της παρακμής.

Υπάρχει μια συνάθροιση προσώπων χωρίς στόχους, έρμα, ιδεολογικούς προσανατολισμούς και δεσμούς.

Σχεδόν όλοι, ελάχιστες οι εξαιρέσεις, έχουν ορίσει το πέρασμά τους από τη γη ως μία πάση θυσία επίτευξη κάποιου «βολέματος», κάποιας «επικράτησης» έναντι των άλλων.

Ο αμοραλισμός, η προχειρότητα, η υποκρισία και η προσκόλληση στην ύλη, είναι τα καύσιμα με τα οποία κινούνται τα ανθρωπόμορφα μηχανάκια στην διαδρομή της λογιζόμενης ως «επιτυχία» τους.

Μια «επιτυχία» που περνάει πάνω από τον αφανισμό των άλλων.Αρχικά ο «επιτυχημένος» κι ο «κατάλληλος», μόλις αντικρίσουν τα πρώτα δείγματα εκπλήρωσης της φαύλης αποστολής τους, επιχαίρουν.

Νομίζουν ότι η καταστροφή, η ήττα, η αρρώστεια που έπεσε πάνω στις κεφαλές των «άλλων», δεν τους αφορά.Η συνέχεια, ωστόσο, τους διαψεύδει οικτρά.

Το κακό πάντοτε επιστρέφει. Με τη μια μορφή ή την άλλη.Τρανή απόδειξη είναι η στάχτη που καλύπτει τις μέχρι πρότινος καταπράσινες πλαγιές και εκτάσεις της Ανατολικής Αττικής.

Είναι μια συμφορά που επέστρεψε και δεν θα πάψει αν δεν μεσολαβήσουν οι νόρμες που θεσμοθέτησε το αρχαιοελληνικό Δράμα.Ο από μηχανής Θεός και η «Κάθαρση».

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

Αν ένα παιδί ...

http://istologio.org/

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κριτική, μαθαίνει να κατακρίνει
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην έχθρα, μαθαίνει να καυγαδίζει.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ειρωνεία, μαθαίνει να είναι ντροπαλό.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ντροπή, μαθαίνει να αισθάνεται ένοχο.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κατανόηση, μαθαίνει να είναι υπομονετικό.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στον έπαινο, μαθαίνει να εκτιμά.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην δικαιοσύνη, μαθαίνει να είναι δίκαιο.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ασφάλεια, μαθαίνει να πιστεύει.
Αν ένα παιδί ζει μέσα σε επιδοκιμασία, μαθαίνει να έχει αυτοεκτίμηση.
Αν ένα παιδί ζει μέσα σε παραδοχή και φιλία μαθαίνει να βρίσκει την αγάπη μέσα στον κόσμο.

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Η Βαπτισματική Θεολογία

Πηγή: http://www.parembasis.gr/2001/01_12_15_12.htm


Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου π.Ιεροθέου


Έγιναν στο παρελθόν και γίνονται στην εποχή μας πολλές συζητήσεις για το Βάπτισμα των αιρετικών, δηλαδή εάν οι αιρετικοί πού έχουν αποκλίνει από την Ορθόδοξη πίστη και θέλουν να επιστρέψουν σ’ αυτήν, θα βαπτίζονται εκ νέου ή θα χρίονται απλώς, αφού δώσουν λίβελλο.


Υπάρχουν αποφάσεις Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων για το θέμα αυτό.
Όμως στο κείμενο που ακολουθεί θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα παράδειγμα που είναι συμφωνία μεταξύ της «Διαρκούς Συνελεύσεως Κανονικών Επισκόπων Αμερικής (SCOBA)» και της «Συνελεύσεως Καθολικών Επισκόπων Αμερικής (ACBC)» την 3 Ιουνίου 1999. Την μετάφραση του πρωτοτύπου κειμένου στην ελληνική γλώσσα έκανε ο Πρωτ. π. Γεώργιος Δράγας, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, ο οποίος έκανε συγχρόνως και μια συνοπτική περιγραφή και κριτική του συμφωνηθέντος κειμένου μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών στην Αμερική.

Η βάση του κειμένου αυτή είναι η συμφωνία στο Μπαλαμάνττο 1993 «Ουνιτισμός, Μέθοδος Ενώσεως του Παρελθόντος και η Παρούσα αναζήτησις της πλήρους κοινωνίας», την οποία φαίνεται επιθυμεί να στηρίξει.

Το κείμενο που σχολιάζουμε, δηλαδή το κείμενο που υπογράφηκε στην Αμερική μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών, με τίτλο «βάπτισμα και μυστηριακή κοινωνία» στηρίζεται σε μερικά σημεία, όπως το έχω εντοπίσει, τα οποία είναι πολύ χαρακτηριστικά και δείχνουν όλο το περιεχόμενο της συγχρόνου οικουμενιστικής κινήσεως.

Το πρώτο σημείο είναι ότι «το βάπτισμα εδράζεται επί της πίστεως του ιδίου του Χριστού, της πίστεως της Εκκλησίας, και της πίστεως του πιστού, εκ των οποίων απορρέει η οντότητά του» (13). Εκ πρώτης όψεως εδώ κάνει εντύπωση η απουσία του Τριαδικού Θεού, ίσως για να δικαιολογείται κάθε διασταλτική ερμηνεία του Βαπτίσματος. Η πίστη, λοιπόν, είναι το βάσιμο σημείο και στοιχείο του Βαπτίσματος.


Το δεύτερο σημείο είναι ότι το Βάπτισμα δεν είναι μια πράξη που απαιτείται από την Εκκλησία, «αλλά μάλλον το θεμέλιον της Εκκλησίας. Το βάπτισμα θεμελιώνει την Εκκλησίαν» (26). Εδώ παρουσιάζεται η αλήθεια ότι το άγιο Βάπτισμα δεν είναι το «εισαγωγικό» μυστήριο διά του οποίου εισαγόμαστε στην Εκκλησία, αλλά το θεμέλιο της Εκκλησίας.

Τρίτο σημείο είναι ότι «το βάπτισμα ουδέποτε εγένετο κατανοητό ως ιδιωτική τελετουργία, αλλά μάλλον ως κοινοτικό γεγονός» (13). Αυτό σημαίνει ότι η Βάπτιση των κατηχουμένων αποτελούσε «περίστασιν μετανοίας και ανανεώσεως ολοκλήρου της κοινότητος» (13). Ο Βαπτισθείς «υποχρεούται να οικειοποιηθή την κοινήν πίστιν της κοινότητος εις το πρόσωπον και τας υποσχέσεις του Σωτήρος» (14).

Το τέταρτο σημείο είναι συνέχεια και συνέπεια των προηγουμένων. Αφού το Βάπτισμα εδράζεται στην πίστη στον Χριστό, αφού είναι η βάση της Εκκλησίας και επί πλέον αφού είναι έργο της κοινότητος, αυτό σημαίνει ότι η αναγνώριση του Βαπτίσματος συνεπάγεται και την αναγνώριση της Εκκλησίας. Στο συμφωνημένο κείμενο λέγεται: «Αμφότερα τα μέλη της Κοινής αυτής Επιτροπής, Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί, αναγνωρίζομεν εις τας παραδόσεις αλλήλων κοινήν διδασκαλίαν και κοινήν πίστιν περί Βαπτίσματος, παρά τας διαφοροποιήσεις εις την πράξιν, αι οποίαι, ως πιστεύομεν, δεν επηρεάζουν την ουσίαν του μυστηρίου» (17).


Κατά το κείμενο υπάρχει κοινή πίστη και διδασκαλία περί του Βαπτίσματος στις δύο «Εκκλησίες», αλλά και οι υπάρχουσες διαφοροποιήσεις δεν επηρεάζουν την ουσία του μυστηρίου. Τα δύο μέρη αναγνωρίζουν μια εκκλησιαστική οντότητα «εις αμφότερα εξ αυτών, και εάν ακόμη θεωρούν την βίωσιν της οντότητος της Εκκλησίας υπό του ετέρου ως ελαττωματικήν ή πλημμελή» (17).


Στο σημείο αυτό βρίσκεται η «ασφαλής βάσις της συγχρόνου χρήσεως της φράσεως "αδελφαί εκκλησίαι"». Η Ορθόδοξη και Λατινική Εκκλησία είναι οι δύο αδελφές Εκκλησίες, γιατί έχουν την ίδια παράδοση, την ίδια πίστη και το ίδιο Βάπτισμα, έστω και εάν υπάρχουν μερικές διαφορές. Γι’ αυτό και στο κείμενο επανειλημμένως υποστηρίζεται η άποψη: «Θεωρούμεν την αμοιβαίαν ταύτην αναγνώρισιν της εκκλησιαστικής οντότητος του βαπτίσματος, παρά τας διαιρέσεις ημών, πλήρως σύμφωνον προς την αέναον διδασκαλίαν αμφοτέρων των εκκλησιών» (26). Παρερμηνεύοντας την διδασκαλία του Μ. Βασιλείου, ισχυρίζονται ότι οι δύο «Εκκλησίες» παρά τις υφιστάμενες «ατέλειες» αποτελούν την ίδια οντότητα της Εκκλησίας. «Χάριν εις την δωρεάν του Θεού, είμεθα αμφότεροι "εκ της Εκκλησίας" κατά την φράσιν του Αγίου Βασιλείου» (26).

Το πέμπτο σημείο είναι ότι κατηγορείται ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ο οποίος, ερμηνεύοντας τις απόψεις του Κυπριανού Καρχηδόνος, του Μ. Βασιλείου και της Β' Οικουμενικής Συνόδου, κάνει λόγο, όπως και όλοι οι φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος, για την ακρίβεια και την οικονομία, ως προς τον τρόπο εισδοχής των αιρετικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Δηλαδή, οι Πατέρες άλλοτε δέχονται τους αιρετικούς με την ακρίβεια, δηλαδή με το Βάπτισμα, και άλλοτε με την οικονομία, δηλαδή με χρίσμα. Αλλά και όταν η Εκκλησία δέχεται κάποιον με οικονομία, αυτό σημαίνει ότι εκείνη την ώρα που τον αποδέχεται, ενεργεί το μυστήριο της σωτηρίας, ακριβώς γιατί η Εκκλησία υπέρκειται των Κανόνων, και όχι οι Κανόνες της Εκκλησίας, και η Εκκλησία είναι η πηγή των μυστηρίων και του Βαπτίσματος και όχι το Βάπτισμα βάση της Εκκλησίας. Η Εκκλησία μπορεί να αποδεχθεί κάποιον αιρετικό με την αρχή της οικονομίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αναγνωρίζει ως Εκκλησία την κοινότητα που τον είχε προηγουμένως βαπτίσει. Μέσα από την προοπτική αυτή ερμηνεύεται η σχετική απόφαση της Β' Οικουμενικής Συνόδου.


Βεβαίως, η σύγχυση επιτείνεται από το ότι μεταξύ των προτάσεων υπάρχει και μία πρόταση, η οποία ερμηνεύεται με πολλούς τρόπους. Λέγεται στο κείμενο ότι πρέπει να διευκρινισθεί «ότι η αμοιβαία αναγνώρισις του βαπτίσματος δεν εξυπακούεται και την επίλυσιν όλων των ζητημάτων τα οποία τας διαιρούν, ούτε την αποκατάστασιν της εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ των, αν και υποβοηθεί εις την απομάκρυνσιν ενός βασικού εμποδίου από την οδόν προς την αποκατάστασιν πλήρους κοινωνίας» (σελ. 28).


Από την μικρή ανάλυση φαίνεται πόση σύγχυση επικρατεί στους οικουμενιστικούς κύκλους γύρω από τα θέματα αυτά, καθώς επίσης και ότι η αποδοχή του Βαπτίσματος των αιρετικών (Παπικών, Προτεσταντών που αλλοίωσαν το δόγμα της Αγίας Τριάδος κλπ) ερμηνεύεται ως αποδοχή της υπάρξεως Εκκλησίας στους αιρετικούς και ακόμη χειρότερο ότι και οι «δύο Εκκλησίες» Ορθόδοξη και Λατινική έχουν ενότητα παρά τις «μικρές» διαφορές ή προερχόμαστε από την ίδια Εκκλησία και πρέπει να αναζητήσουμε να επιστρέψουμε και να αποτελέσουμε την μόνη Εκκλησία. Είναι έκδηλη εδώ η θεωρία των κλάδων.


Όταν υπάρχει μια τέτοια σύγχυση, τότε είναι ανάγκη να υιοθετούμε την άποψη της ακριβείας, πού διασώζει την αλήθεια, ότι δηλαδή όσοι περιπίπτουν στην αίρεση βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας και δεν ενεργεί το Άγιον Πνεύμα για την θέωση.
Πάντως, η βαπτισματική θεολογία δημιουργεί τεράστια προβλήματα στους Ορθοδόξους. Το κείμενο του οποίου είδαμε μερικά σημεία, είναι διάτρητο από εκκλησιολογικής πλευράς.


Η πατερική ορθόδοξη διδασκαλία ως προς το θέμα αυτό είναι ότι η Εκκλησία είναι το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, μέσα στην οποία διασώζεται η αποκαλυπτική αλήθεια –ορθόδοξη πίστη– και τελεσιουργείται το μυστήριο της θεώσεως διά των μυστηρίων της Εκκλησίας (Βάπτισμα-Χρίσμα-θεία Ευχαριστία) με τις απαραίτητες προϋποθέσεις που είναι η μέθεξη της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού. Το Βάπτισμα είναι το εισαγωγικό μυστήριο της Εκκλησίας. Δεν εδράζεται η Εκκλησία πάνω στο μυστήριο του Βαπτίσματος, αλλά το Βάπτισμα του ύδατος συνδεδεμένο με το Βάπτισμα του Πνεύματος ενεργούνται μέσα στην Εκκλησία και καθιστούν τον άνθρωπο μέλος του Σώματος του Χριστού. Εκτός της Εκκλησίας, του ζωντανού Σώματος του Χριστού, δεν υπάρχουν μυστήρια, όπως εκτός του σώματος δεν υπάρχουν αισθήσεις.


Τελειώνοντας, θα ήθελα να παραθέσω το συμπέρασμα του Πρωτ. π. Γεωργίου Δράγα, ύστερα από «μία συνοπτική περιγραφή και κριτική»:
«
Αι προτάσεις αύται δεν δύνανται να εύρουν συμφώνους πάντας τους Ορθοδόξους, και δη τούς ελληνοφώνους (ή ελληνοφρόνους), και συνεπώς καθίστανται μάλλον διαιρετικαί ως προς τον πραγματικόν αυτών χαρακτήρα. Ο κύριος λόγος όστις οδηγεί εις τοιούτον κριτικόν συμπέρασμα είναι η απουσία εκκλησιολογικού υποβάθρου εις την όλην περί μυστηρίων ταύτην έρευναν, ως και η μονομερής ερμηνεία ή και παρερμηνεία, των δεδομένων της Ορθοδόξου μυστηριακής πράξεως, και μάλιστα της μυστηριακής τοιαύτης, έναντι των ετεροδόξων κατά τας διαφόρους εποχάς. Αι προτάσεις, αύται και τα συμπεράσματα, αλλά και το όλον Συμφωνηθέν Κείμενον, αντιπροσωπεύουν Δυτικόν σκεπτικισμόν. Η αποδοχή των υπό Ορθοδόξων θεολόγων σημαίνει μάλλον σκόπιμον προδοσίαν τών ορθοδόξων θέσεων και υποταγήν εις τας δυτικάς οικουμενιστικάς προοπτικάς, όπερ απορριπτέον!»
Την αντίθεση του αιρετικού οικουμενιστικού κειμένου που συμφώνησαν οικουμενιστές Ορθόδοξοι και Παπικοί, με τις διαχρονικές αποφάσεις της Εκκλησίας, μπορεί ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης, να βρει λεπτομερώς, στο ειδικό μας βιβλίο:
"Ομολογώ εν Βάπτισμα…"

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

Πατερικά άνθη στην κοίμηση της Θεοτόκου



Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας μας. Όλοι οι πιστοί καταφεύγουμε με τις θαυμάσιες «Παρακλήσεις» στη Χάρη της και νοιώθουμε, ανάλογα με την πίστη μας, τη βοήθειά της και την παρουσία της στη ζωή μας.


Η φράση του Απολυτικίου της εορτής της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου» «ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε» επαληθεύεται διαρκώς στη ζωή της Εκκλησίας και επιβεβαιώνεται καθημερινά από την προσωπική εμπειρία μας. Δεν μας εγκατέλειψε αναχωρώντας με τον θάνατο από τον κόσμο. Είναι μαζί μας, με τα θαύματα που επιτελεί με τη μεσολάβησή της στον Υιό και Θεό της χάριν εκείνων οι οποίοι ζητούν ταπεινά και με πίστη τις πανίσχυρες πρεσβείες της.

Ως έκφραση θερμής ευγνωμοσύνης για την πολυποίκιλη βοήθειά της στον καθένα μας προσωπικά, και γενικότερα στον φιλόχριστο και θεοτοκόφιλο λαό μας, παραθέτουμε λίγα πνευματικά άνθη από θαυμάσιες ομιλίες στην εορτή της κοιμήσεως ορισμένων αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.

«Ὤ πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς πρός τήν ζωήν διά μέσου θανάτου μετάγεται», αναφωνεί ο ιερός Δαμασκηνός…

«Τί τοίνυν τό περί σέ τοῦτο μυστήριον ὀνομάσωμεν· θάνατον; ἀλλά καί φυσικῶς ἡ πανίερος καί μακαρία σου ψυχή τοῦ πανολβίου καί ἀκηράτου σου χωρίζεται σώματος, ὅμως οὐκ ἐναπομένει τῷ θανάτῳ οὐδ’ ὑπό τῆς φθορᾶς διαλύεται. Ἧς γάρ τικτούσης ἀλώβητος ἡ παρθενία μεμένηκε, ταύτης μεθισταμένης ἀδιάλυτον τό σῶμα πεφύλακται καί πρός κρείττονα καί θειοτέραν σκηνήν μετατίθεται».

Ω πώς εκείνη που γέννησε την Πηγή της ζωής μεταφέρεται διά μέσου του θανάτου προς την ζωή! Να ονομάσουμε θάνατο αυτό το μυστήριο που συμβαίνει με σε; Αλλ’ εάν και εχωρίσθη η παναγία και μακαρία ψυχή σου από το πανευτυχές και αμόλυντο σώμα σου, όπως συμβαίνει με τον θάνατο κάθε ανθρώπου, όμως το σώμα σου δεν παραμένει μόνιμα στον θάνατο, ούτε διαλύεται από την φθορά. Διότι αυτής της οποίας η παρθενία έμεινε άθικτη, όταν γεννούσε τον θεάνθρωπο, αυτής και το σώμα, όταν ήλθε η ώρα να αναχωρήσει από τον παρόντα κόσμο, φυλάχθηκε αδιάλυτο και μετετέθη προς καλυτέρα και θειοτέρα ζωή (PG 96, 713-716).

«Σέ τάφος ἔχειν οὐ δύναται», προσθέτει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης …

«Ἅδης κρατεῖν οὐκ ἰσχύει σου… Ἄπιθι τοίνυν, ἄπιθι σύν εἰρήνῃ. Μεταναστεύου τῶν ἐν τῇ κτίσει μονῶν· ἐξιλάσκου τόν Κύριον ὑπέρ τοῦ κοινοῦ πλάσματος».

Δεν μπορεί να σε κρατήσει ο τάφος. Δεν έχει δύναμη να σε έχει φυλακισμένη ο Άδης… Φύγε λοιπόν, φύγε ειρηνική. Αναχώρησε από τις γήινες διαμονές και ικέτευε και εξιλέωνε τον Κύριο για όλους εμάς τους συνανθρώπους σου. (PG 97, 1100).


«Ὅν τρόπον καί ὁ σός Υἱός καί πάντων Θεός», συμπληρώνει ο άγιος Γερμανός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, «… τοῦ ὁμοίου σαρκικῶς ἀπεγεύσατο θανάτου· παραδοξάσας δηλαδή, κατά τόν ἴδιον αὐτοῦ καί ζωοποιόν τάφον καί τό σόν τῆς κοιμήσεως ζωοπαράδεκτον μνῆμα· ὥστε ἀμφοτέρων σώματα μέν ἀφαντάστως ὑποδεξαμένων, διαφθοράν δέ μηδαμῶς ἐνεργησάντων. Οὐδέ γάρ ἐνεδέχετό σε θεοχώρητον οὖσαν ἀγγεῖον, τῆς ἀναλύσεως νεκροφθόρῳ διαρρυῆναι χοΐ: Ἐπειδή γάρ ὁ κενωθείς ἐν σοί, Θεός ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, καί ζωή προαιώνιος, καί τήν Μητέρα τῆς Ζωῆς σύνοικον ἔδει τῆς Ζωῆς γεγονέναι…».

Όπως δηλαδή ο Υιός σου και Θεός των όλων εγεύθη κατά την σάρκα του τον ίδιο θάνατο και όπως δόξασε τον δικό του ζωοποιό τάφο, έτσι δόξασε και το δικό σου μνήμα, που εδέχθη κατά την κοίμησή σου Σε την Μητέρα της ζωής. Και οι δύο τάφοι δέχθηκαν μεν, χωρίς να φαντάζονται, κάτι ξεχωριστό, τα σώματα και των δύο, αλλά δεν ενήργησαν καμιά διαφθορά σ’ αυτά. Διότι δεν ήταν δυνατόν συ που ήσουν δοχείο που εχώρησε τον Θεό να διαλυθείς στο χώμα της νεκρώσεως. Επειδή Αυτός που εταπεινώθη και εκυοφορήθη μέσα σου ήταν εξ αρχής Θεός και ζωή προαιώνιος, έπρεπε και συ, η Μητέρα της Ζωής, να γίνεις σύνοικος με την Ζωή, με τον Υιό σου, στα ουράνια (PG 98, 345-8).

Το σώμα της υπεραγίας Θεοτόκου, σημειώνει και ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, «μικρόν παραμεῖναν τῇ γῇ καί αὐτό συναπῆλθε… Καί τοίνυν ἐδέξατο μέν ὁ τάφος ἐπί μικρόν, ἐξεδέχετο δέ καί ὁ οὐρανός τήν καινήν γῆν ἐκείνην, τό πνευματικόν σῶμα… τό ἁγιώτερον ἀρχαγγέλων».

Το ιερό σώμα της, αφού παρέμεινε για λίγο στη γη, έφυγε κατόπιν κι αυτό στους ουρανούς με την ψυχή της. Δέχθηκε λοιπόν το σώμα της ο τάφος για μικρό χρονικό διάστημα, δέχθηκε δε τελικώς και ο ουρανός το σώμα της, την καινή εκείνη γη, που ανεκαινίσθη από τον Υιό και Θεό της που κατοίκησε μέσα της, το πνευματικό και άγιο εκείνο σώμα… που είναι αγιότερο από τους αρχαγγέλους («Η Θεομήτωρ», έκδοση Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, Αθήναι 1968, σελ. 214-216).

«Μόνη αὕτη νῦν μετά τοῦ θεοδοξάστου σώματος σύν τῷ Υἱῷ τόν οὐράνιον ἔχει χῶρον», τονίζει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς· «οὐ γάρ εἶχε κατέχειν εἰς τέλος γῆ καί τάφος καί θάνατος ζωαρχικόν σῶμα καί θεοδόχον».

Μόνη η Θεοτόκος τώρα, προ της Δευτέρας δηλαδή Παρουσίας, βρίσκεται με το θεοδόξαστο σώμα της μαζί με τον Υιό της στον ουράνιο Παράδεισο. Διότι δεν μπορούσαν να κρατούν παντοτινά η γη, ο τάφος και ο θάνατος το σώμα εκείνο, που έγινε δοχείο του Θεού και πηγή της Ζωής (PG 151, 465).

Ας την ικετεύουμε να ενθυμείται και εμάς εκεί στη δόξα της την ανέκφραστη και να πρεσβεύει και υπέρ ημών στον παντοκράτορα Υιό της.



Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Είναι οι Ετερόδοξοι μέλη της Εκκλησίας;


Δημήτριος Τσελεγγίδης Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Πηγή: "Εν Συνειδήσει", Έκτακτη έκδοση της Ι. Μονής Μεγάλου Μετεώρου - Ιούνιος 2009

Πρωτίστως πρέπει να διευκρινήσουμε ότι ως Ορθόδοξοι πιστεύουμε, σύμφωνα με το Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως (381), «εις μίαν, αγίαν, αποστολικήν και καθολικήν Εκκλησίαν». Κατά την αδιάκοπη δογματική συνείδηση του πληρώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δηλαδή κατά την αυτοσυνειδησία της, η μία αυτή Εκκλησία είναι η Ορθόδοξη.

Η ομολογία του Συμβόλου ότι η Εκκλησία είναι «μία» σημαίνει πως αυτή είναι βασική ιδιότητα της ταυτότητάς της. Πρακτικώς αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να διαιρεθεί, να κομματιαστεί, επειδή αυτή είναι το μυστηριακό σώμα του Χριστού. Και ο Χριστός ως κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας ούτε πολλά σώματα μπορεί να έχει ούτε και διηρημένο σώμα να κατέχει. Στο σώμα του Χριστού νικήθηκε και αυτός ο θάνατος. Έτσι, όποιος εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και παραμένει ζωντανός σ’ αυτό με τα θεουργά μυστήρια και την αγαπητική τήρηση των εντολών, μεταβαίνει από τον βιολογικό θάνατο στην αιώνια και αΐδια ζωή του Τριαδικού Θεού. Και όπως τα κλαδιά της αμπέλου δεν μπορούν να ζήσουν και να καρποφορήσουν, αν αποκοπούν από την άμπελο, έτσι και ο αποκομμένος από την Εκκλησία πιστός η και ολόκληρες κοινότητες πιστών- ανεξάρτητα από το αριθμητικό τους πλήθος- δεν μπορούν ούτε να υπάρξουν εν Χριστώ ούτε να συστήσουν άλλη Εκκλησία.

Η πίστη της Εκκλησίας είναι θεόπνευστη και αδιαπραγμάτευτη. Σύμφωνα με την συγκεκριμένη πίστη της, πολλές η διηρημένες Εκκλησίες δεν μπορούν να υπάρχουν, επειδή αποτελεί αντίφαση εν τοις όροις το μία και το πολλές η το μία και το διηρημένη. Το διηρημένη αναιρεί στην πράξη την πίστη στην πραγματικότητα της Εκκλησίας, που μόνο ως μία και αδιαίρετη μπορεί να κατανοηθεί με βάση την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Αποτελεί άρνηση της πίστεως της Εκκλησίας, άρνηση της ταυτότητας και της αυτοσυνειδησίας της, όταν κάποιος κάνει λόγο ενσυνείδητα για διηρημένη Εκκλησία. Έτσι, οι Ορθόδοξοι δεν έχουν κανένα ψυχολογικό πρόβλημα (κόμπλεξ) ταυτότητας εξαιτίας της αποκοπής από το σώμα της Εκκλησίας των Δυτικών Χριστιανών. Βεβαίως πονούν, προσεύχονται και ενδιαφέρονται για τη μετάνοια και την επιστροφή τους.

1. Αποστολική Πίστη

Η ένταξη και η παραμονή στο μυστηριακό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, δεν είναι απροϋπόθετη. Προϋποθέτει οπωσδήποτε την χωρίς όρους αποδοχή και ομολογία της αποστολικής πίστεως, όπως αυτή ερμηνεύτηκε και οριοθετήθηκε από τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων της Εκκλησίας.

Έτσι, όταν κάποιος πιστός -ανεξάρτητα από τη θεσμική θέση που έχει στο σώμα της Εκκλησίας- η σύνολα πιστών -ανεξαρτήτως του αριθμού τους- παραβιάσουν εκ πεποιθήσεως την οριοθετημένη πίστη της Εκκλησίας, αποκόπτονται από το σώμα της. Και αν είναι σ’ οποιοδήποτε ιερατικό αξίωμα καθαιρούνται, ενώ οι λαϊκοί αφορίζονται, όπως προκύπτει από τα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων. Τούτο σημαίνει ότι δεν μπορούν στο εξής να μετέχουν και να κοινωνούν στα μυστήρια της Εκκλησίας.

Οι Ρωμαιοκαθολικοί έχουν εκπέσει από την Εκκλησία επισήμως τον 11ο αιώνα. Το 1014 εισήγαγαν στο Σύμβολο της Πίστεως την εσφαλμένη δογματική διδασκαλία τους για το Άγιο Πνεύμα, το γνωστό Filioque. Σύμφωνα με τη διδασκαλία αυτή το Άγιο Πνεύμα ως θείο Πρόσωπο έχει την ύπαρξή του εκπορευτώς και από τον Πατέρα και από τον Υιό. Η δογματική διδασκαλία των Ρωμαιοκαθολικών όμως ανατρέπει την αποστολική πίστη της Εκκλησίας στον Τριαδικό Θεό, αφού κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη το Πνεύμα της Αληθείας «παρά του Πατρός εκπορεύεται» (15,26). Άλλωστε, η Γ' Οικουμενική Σύνοδος δια του Προέδρου της, αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, αναφερόμενη στο Σύμβολο της Πίστεως καθόρισε απαγορευτικά, ότι «ουδενί επιτρέπεται λέξιν αμείψαι των εγκειμένων εκείσε η μίαν γουν παραβήναι συλλαβήν» (σε κανέναν δεν επιτρέπεται να προσθέσει η να αφαιρέσει ούτε μία συλλαβή από αυτά που διατυπώθηκαν στο Σύμβολο της Πίστεως). Όλες οι επόμενες Οικουμενικές Σύνοδοι κατακύρωσαν τις αποφάσεις της Γ' Οικουμενικής.

Είναι λοιπόν προφανές ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί –κατ’ επέκταση και οι Προτεστάντες που υιοθέτησαν το Filioque- έχουν εκπέσει από την αποστολική πίστη της Εκκλησίας. Είναι γι’ αυτό περιττό να αναφέρουμε όλους τους μετέπειτα νεωτερισμούς στην πίστη εκ μέρους των Δυτικών Χριστιανών (όπως το αλάθητο του πάπα, τα μαριολογικά δόγματα, το πρωτείο, η κτιστή Χάρη κ.α.).

2. Αποστολική διαδοχή

Με την αποστολική πίστη συνδέεται αδιαίρετα και η αποστολική διαδοχή. Η αποστολική διαδοχή έχει ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο μέσα στο σώμα της Εκκλησίας, και προϋποθέτει οπωσδήποτε την αποστολική πίστη.

Λέγοντας αποστολική διαδοχή εννοούμε την αδιάκοπη συνέχεια της ηγεσίας της Εκκλησίας από τους Αποστόλους. Η συνέχεια αυτή έχει χαρισματικό χαρακτήρα και διασφαλίζεται με τη μετάδοση της πνευματικής εξουσίας των Αποστόλων στους Επισκόπους της Εκκλησίας και δι’ αυτών στους ιερείς.

Ο τρόπος μεταδόσεως της πνευματικής-αποστολικής εξουσίας στους Επισκόπους γίνεται με τη χειροτονία. Αν, επομένως, κάποιος επίσκοπος έχει λάβει με κανονικό - εκκλησιαστικό τρόπο τη χειροτονία του και στη συνέχεια βρεθεί εκτός της Εκκλησίας εξαιτίας της εσφαλμένης πίστεώς του, παύει ουσιαστικά να έχει και την αποστολική διαδοχή, αφού αυτή έχει νόημα μόνο μέσα στο μυστηριακό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία.

Κατά συνέπεια, αν κάποιος επίσκοπος η και ολόκληρη τοπική Εκκλησία -ανεξαρτήτως αριθμού μελών- εκπέσουν από την πίστη της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράστηκε αλαθήτως στις Οικουμενικές Συνόδους, παύουν να έχουν οι ίδιοι την αποστολική διαδοχή, επειδή βρίσκονται ήδη εκτός της Εκκλησίας. Και, αφού διακόπτεται η αποστολική διαδοχή ουσιαστικά, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κατοχή η για συνέχεια της αποστολικής διαδοχής στους εκπεσόντες από την Εκκλησία.

Με βάση τα παραπάνω, ο ίδιος ο πάπας, αλλά και το σύνολο των Ρωμαιοκαθολικών επισκόπων στερούνται την αποστολική διαδοχή, επειδή στερηθέντες την αποστολική πίστη ξέπεσαν από την Εκκλησία. Κατά συνέπεια, λόγος για αποστολική διαδοχή εκτός της Εκκλησίας είναι λόγος ατεκμηρίωτος επιστημονικά, είναι δηλαδή λόγος αθεολόγητος.

3. Ιερωσύνη και τα άλλα Μυστήρια

Η ιερωσύνη στο πλαίσιο της Εκκλησίας είναι η ιερωσύνη του ίδιου του Χριστού, αφού ο ίδιος ο Χριστός τελεί τα μυστήρια της Εκκλησίας Του δια των Επισκόπων και Ιερέων Του.

Η ιερωσύνη προϋποθέτει την αδιάκοπη συνέχειά της από τους Αποστόλους, προϋποθέτει δηλαδή την αποστολική διαδοχή. Πρωτίστως όμως η ιερωσύνη προϋποθέτει τον Θεάνθρωπο Χριστό ως ιερουργό στο μυστηριακό Σώμα Του, την Εκκλησία. Σε τελευταία ανάλυση, η ιερωσύνη του Χριστού υφίσταται στην Εκκλησία και παρέχεται από τον ίδιο τον Χριστό δια της Εκκλησίας Του και για την Εκκλησία Του. Αυτονομημένη ιερωσύνη και αυτονομημένα από την Εκκλησία μυστήρια δεν μπορούν να υπάρχουν.

Η ιερωσύνη, όπως άλλωστε και όλα τα μυστήρια, αποτελεί λειτουργική φανέρωση της Εκκλησίας (η Εκκλησία «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις», κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα). Τούτο σημαίνει, ότι για να υπάρχουν μυστήρια, πρέπει προηγουμένως να υπάρχει η Εκκλησία. Τα μυστήρια είναι σαν τα κλαδιά ενός δένδρου. Ζωντανά κλαδιά, που ανθούν και καρποφορούν, μπορούν να υπάρχουν μόνον όταν αυτά είναι οργανική προέκταση του δένδρου, όταν δηλαδή είναι οντολογικά συνδεμένα με τον κορμό του δένδρου.

Είναι θεολογικά ακατανόητο να υποστηρίζεται ότι οι ετερόδοξοι, Ρωμαιοκαθολικοί η Προτεστάντες, έχουν έστω και ένα μυστήριο, π.χ. το βάπτισμα. Το θεμελιώδες ερώτημα που πρέπει να τίθεται εδώ είναι: Ποιος ιερούργησε το μυστήριο του Βαπτίσματος; Πού βρήκε την ιερωσύνη ο ιερουργός; Ποιος του έδωσε την ιερωσύνη, αφού αυτήν την παρέχει μόνον η Εκκλησία; Και που βρέθηκε η Εκκλησία στους ετεροδόξους, αφού αυτοί λόγω της εσφαλμένης δογματικής πίστεώς τους ξέπεσαν από την Εκκλησία;

4. Η θεωρία των «δύο πνευμόνων» του Χριστού

Η θεωρία αυτή έχει την πατρότητά της στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή ο Χριστός έχει ως «πνεύμονές» Του τον Ρωμαιοκαθολικισμό και την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Σήμερα, δυστυχώς, η θεωρία αυτή υιοθετήθηκε και από πολλούς ορθόδοξους ιεράρχες και λαϊκούς ακαδημαϊκούς θεολόγους, μάλλον αβασάνιστα. Και τούτο, γιατί η θεωρία αυτή κρινόμενη από ορθόδοξη άποψη όχι μόνον αθεολόγητη είναι, αλλά και κυριολεκτικά βλάσφημη.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφοροποιείται οντολογικά από το Ρωμαιοκαθολικισμό για καθαρά δογματικούς λόγους. Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί ότι μόνον αυτή διασώζει τον χαρακτήρα της Εκκλησίας ως Θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός έχει εδώ και χίλια χρόνια εκπέσει από την Εκκλησία του Χριστού.

Άλλωστε, επειδή η Εκκλησία κατά το Σύμβολο της Πίστεως είναι «μία» και ενιαία, είναι θεολογικά τελείως ακατανόητο να υπονοούνται, σύμφωνα με την παραπάνω θεωρία, η Ορθοδοξία και ο Ρωμαιοκαθολικισμός ως οι «δύο πνεύμονες» του Χριστού, ως κάποια ισότιμα δηλαδή μέλη του σώματός Του. Σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι τα άλλα μέλη του σώματος του Χριστού η παραμένουν ακάλυπτα εκκλησιολογικώς η καλύπτονται εκκλησιολογικά από άλλες, εκτός των δύο, Εκκλησίες. Κάτι τέτοιο όμως θα μας οδηγούσε ευθέως στην υιοθέτηση της προτεσταντικής εκκλησιολογικής θεωρίας των κλάδων» (Branch theory). Λέγοντας θεωρία των κλάδων εννοούμε τη θεωρία των προτεσταντών για την ταυτότητα της Εκκλησίας. Η εκκλησία κατά τους προτεστάντες είναι η αόρατη κοινωνία των αγίων. Οι διάφορες ιστορικές-εμπειρικές εκκλησίες όλων των δογμάτων έχουν νομιμότητα και ισότητα υπάρξεως, ως κλαδιά του ενός δένδρου της αόρατης εκκλησίας. Η αόρατη εκκλησία είναι η καθαυτό εκκλησία η οποία και ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως. Κατά συνέπεια, καμία επιμέρους τοπική εκκλησία οποιουδήποτε δόγματος, δεν ενσαρκώνει την «μία αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία». Καμία τοπική εκκλησία δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι κατέχει την πληρότητα της αποκαλυφθείσας αλήθειας. Η μία εκκλησία του Χριστού είναι το συνολικό άθροισμα των επιμέρους τμημάτων της, δηλαδή των κατά τόπους εκκλησιών όλων των δογμάτων, όσο και αν διαφέρουν δογματικά μεταξύ τους. Πράγμα τελείως απαράδεκτο από ορθόδοξη άποψη.

Είναι όμως και βλάσφημη η παραπάνω Ρωμαιοκαθολικής προέλευσης θεωρία περί των «δύο πνευμόνων» του Χριστού, όταν αυτή συμβαίνει να υιοθετείται από Ορθοδόξους. Και είναι κυριολεκτικά βλάσφημη, επειδή εντάσσει στο άμωμο Σώμα του Χριστού τον Ρωμαιοκαθολικισμό ως οργανικό μέλος Του (ως ένα «πνεύμονά» Του), τη στιγμή που ο Ρωμαιοκαθολικισμός θεσμικά πάσχει οντολογικώς, ως πραγματικότητα εκτός του Θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας.

5. «Αδελφές Εκκλησίες»

Αρχικά ο όρος «αδελφές Εκκλησίες» είναι από αδόκιμος έως απαράδεκτος. Αδόκιμος θεολογικά είναι, όταν χρησιμοποιείται για να εκφράσει τη σχέση μεταξύ των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Τελείως απαράδεκτος θεολογικά είναι ο όρος, όταν χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τον οντολογικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Ρωμαιοκαθολικισμού.

Κατ' αρχήν, ο όρος «αδελφές Εκκλησίες» δεν είναι βιβλικά θεμελιωμένος, ούτε καν νομιμοποιημένος. Όταν ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στις διάφορες τοπικές Εκκλησίες, δεν τις αποκαλεί «αδελφές», ούτε υπονοεί ότι υπάρχει κάποια Εκκλησία ως «μητέρα» αυτών των κατά τόπους Εκκλησιών. Έχει τη συνείδηση ότι η Εκκλησία είναι μία και ότι αυτή έχει καθολικό χαρακτήρα, με την έννοια της πληρότητας της αληθείας και της ζωής της, κεφαλή της οποίας είναι, όπως μας πληροφορεί, ο ίδιος ο Χριστός. Έτσι, όταν απευθύνεται σε κάποια τοπική Εκκλησία, έχει τη στερεότυπη έκφραση: «τη Εκκλησία τη ούση εν... (π.χ. Κορίνθω)». Τούτο σημαίνει ότι η φανέρωση της όλης Εκκλησίας μπορεί να γίνεται σε κάθε τόπο, όπου υπάρχει η ευχαριστιακή κοινότητα των πιστών υπό τον Επίσκοπό της. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι η ενότητα των κατά τόπους Εκκλησιών αυτών διασφαλίζεται με την κοινωνία μεταξύ τους στην αυτή πίστη, ζωή και εκκλησιαστική τάξη. Την ενότητα των τοπικών Εκκλησιών εγγυάται στην πράξη η σύνοδος των Επισκόπων τους.

Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι, αφού και οι ομόφρονες τοπικές Εκκλησίες στο πλαίσιο της Ορθοδοξίας δεν νομιμοποιούνται θεολογικά, όταν ονομάζονται «αδελφές», πολύ περισσότερο δεν υπάρχει θεολογικό-εκκλησιολογικό υπόβαθρο για να ονομάζονται «αδελφές Εκκλησίες» η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο Ρωμαιοκαθολικισμός. Άλλωστε ο Ρωμαιοκαθολικισμός δεν μπορεί να ονομάζεται κατά κυριολεξία Εκκλησία μετά το 1014, επειδή από τότε υφίστανται πνευματικώς γι’ αυτόν τα επιτίμια των Οικουμενικών Συνόδων, με συνέπεια την έκπτωση από το Θεανθρώπινο σώμα.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η άρση των παραπάνω επιτιμίων δεν μπορεί να γίνει από κανένα θεσμικό πρόσωπο της Εκκλησίας, όσο ψηλά και αν βρίσκεται στην εκκλησιαστική ιεραρχία, παρά μόνον από Οικουμενική Σύνοδο. Αλλά και τούτο μπορεί να γίνει μόνο στην περίπτωση που αρθούν προηγουμένως οι δογματικοί λόγοι, στους οποίους ουσιαστικά οφείλεται η έκπτωση του Ρωμαιοκαθολικισμού από την Εκκλησία.

Είναι λοιπόν φανερό ότι, επισήμως, από το 1014 ο Ρωμαιοκαθολικισμός δεν είναι Εκκλησία. Τούτο πρακτικώς σημαίνει ότι δεν έχει την ορθή αποστολική πίστη και την αποστολική διαδοχή. Δεν έχει την άκτιστη Χάρη και κατ' επέκταση δεν έχει τα θεουργά μυστήρια, που καθιστούν το Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας «κοινωνία θεώσεως» του ανθρώπου. Και, επειδή η Εκκλησία δεν μπορεί παρά να είναι και να παραμένει έως της συντελείας μία και αδιαίρετη, κάθε χριστιανική κοινότητα, εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι απλά αιρετική.

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Όταν τα είδωλα γκρεμίζονται



Τού π. Λίβυου-Πηγή: http://plibyos.blogspot.com/2009/07/blog-post_16.html

"Μη έχετε πεποίθηση πάνω σε άρχοντες, πάνω σε γιο ανθρώπου, από τον οποίο δεν υπάρχει σωτηρία" (Ψαλμός 146: 3).

Πριν μερικές μέρες κάποιοι φίλοι με πήραν τηλέφωνο συγκλονισμένοι. Τους άκουσα σε κατάσταση πανικού και απελπισίας. Βουτηγμένοι στις ζοφώδεις δυσοσμίες της απόγνωσης.

-Τι συμβαίνει τους ρώτησα.

-Δε τα έμαθες πάτερ;

-Όχι…, απάντησα τρομαγμένος γιατί η ένταση της φωνής τους προμήνυε κάτι αρκετά συνταρακτικό και απροσδόκητα φοβερό.

-Ο κ. … (γνωστός λόγο επαγγέλματος αλλά και λόγο της εν γένει πνευματικής παρουσίας του) τα έφτιαξε με μια 30νταρα και εγκατέλειψε την σύζυγο του. Δεν είναι τρομερό;; Δεν είναι φρικτό; Πως μπόρεσε να το κάνει; Δε το πιστεύουμε; Να πουλήσει την ψυχή του στο σατανά; Να κολασθεί; Εσάς πάτερ δεν σας συγκλονίζει; Τι έχετε να πείτε;

-Έχω να πω, τους απάντησα, ότι πρώτα πρέπει να ηρεμήσετε τον πανικό σας, να ελέγξετε την φοβία σας και να καταστείλετε την υποσυνείδητη οργή και ζήλεια σας.

-Ποια οργή πάτερ και ποια ζήλεια; Εδώ μιλάμε για ένα γεγονός σοβαρό που θα σκανδαλίσει κόσμο.

-Κανείς δε σκανδαλίζετε εάν δεν το θέλει. Καταστείλετε επίσης την οργή σας για το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός σας χάλασε τον μύθο του τέλειου και αναμάρτητου βίου. Την ζήλεια γιατί έκανε κάτι που πολύ θα ήθελαν να κάνουν αλλά δεν τολμούν όχι από αγάπη για τον Θεό και αφοσίωση αλλά από φόβο, ανασφάλεια και ενοχικά σύνδρομα.

Η χριστιανική ζωή και άσκηση είναι αγαπητική αναφορά στο Θεό και όχι ψυχαναγκασμός. Ούτε ηθικισμός, ούτε ευσεβισμός, ούτε πολλώ δε μάλλον νομικισμός. Δεν κρυβόμαστε από την ζωή και τον εαυτό μας μέσα στην εκκλησία. Αλλά ξεγυμνωνόμαστε προς θεραπεία. Δεν καλλωπίζουμε τα πάθη μας. Δεν εξωραΐζουμε την βρωμιά και τη σαπίλα μας, αλλά δείχνουμε και φανερώνουμε την υπαρξιακή φτώχεια και κενότητας μας. Δίχως εγωιστική ντροπή. Χωρίς, ναι μεν αλλά, που όλα τα χαλά, καθώς έλεγε και σύγχρονος Γέροντας. Όταν είσαι νεκρός όση πούδρα και να σου βάλουν, με όσο όμορφα ρούχα και αν σε ντύσουν, ο θάνατος και η πτωματίλα θα μυρίζουν αποσύνθεση και σήψη. Έτσι όσο και αν φοράμε την μάσκα του αγγελισμού ο Χριστός γνωρίζει πολύ καλά ποιοι είμαστε και τι ήρθαμε να κάνουμε μες στην εκκλησία. Αν ήρθαμε δηλαδή για να κρυφτούμε ή για να ξεγυμνώσουμε το είναι μας, να δείξουμε τις πληγές μας, να Τον αναζητήσουμε, Αυτόν, μονάχα Αυτόν. Να έρθει και να μεταμορφώσει την ζωή μας. "Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται ημίν»

-Ναι πάτερ αλλά διαφωνείτε ότι διέπραξε μια μεγάλη αμαρτία.

-Ναι διαφωνώ. Διότι κάθε αμαρτία εφόσον μας απομακρύνει από την κατά Θεό ολοκλήρωση και θεραπεία μας, είναι μεγάλη και σοβαρή. Είναι σχολαστικισμός να κατηγοριοποιούμε την αμαρτία, λες και είναι παραβίαση νομικού κώδικα και όχι υπαρξιακή αστοχία να υπάρξω κατά Θεώ, να ζήσω την εν Χριστώ μεταβολή του είναι μου.

-Μα αφού είναι μια μεγάλη αμαρτία πάτερ, επέμεναν οι συνομιλητές μου που αναζητούσαν την δικαίωση του δικού τους βίου μέσα από την καταδίκη του κ. …

-Τώρα εσείς είστε σοκαρισμένοι από την μεγάλη αμαρτία με την οποία φόρτωσε αυτός ο άνθρωπος την ύπαρξη του ή πως είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, πνευματικό τέκνο του Γέροντος Πορφυρίου, καλός οικογενειάρχης, μεγάλος επιστήμονας, να κάνει αυτή την πράξη; Δηλαδή ουσιαστικά μήπως πανικοβληθήκατε γιατί κατέρρευσε ένας μύθος, ένας ψευδοείδωλο σας; Μήπως χάσατε ένα από τα πολλά δεκανίκια με τα οποία θέλετε πάτε στο Θεό;

-Σιώπησαν για λίγο, μάζεψαν τα πρόσωπα τους σε χίλιες ζάρες προβληματισμού και σκέψης και μετά από λίγο με βλέμμα επίγνωσης μου απάντησαν, σαφέστατα το δεύτερο πάτερ. Κοιτάξτε να δείτε, τους λέω. Το πρόβλημα αδέλφια μου δεν το έχει ο κ. … που έκανε δεσμό με την κ. … αλλά όλοι εμείς που δημιουργούμε ψεύτικα είδωλα στην ζωή μας. Που πιστεύουμε ότι υπάρχουν υπεράνθρωποι, τέλειοι, άψογοι, άνθρωποι όπως συνηθίζουμε να λέμε υπεράνω πάσης υποψίας. Καλώς ή κακώς τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν. Είναι οδυνηρό για την ύπαρξή να αντιλαμβάνεται ότι το τέλειο, το στέρεο, το ακυμάτιστο, δεν υπάρχει στην ζωή αυτή, στα πρόσωπα και τα πράγματα που μας περιβάλουν. Το ξέρω. Το γνωρίζω, το έχω περάσει και εγώ. Αλλά αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια.

Η Αγ. Γραφή ξεκάθαρα μας προετοιμάζει και μας ωριμάζει υπαρξιακά στην κατανόηση ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε αμαρτωλοί. Όχι με την νομική και ενοχική πρόσληψη και ερμηνεία. Αλλά με την υπαρξιακή και οντολογική. Δηλαδή είμαστε κτιστοί. Και το κτιστό είναι και τρεπτό. Φθείρεται, διαλύεται, πονάει, αρρωσταίνει, πεθαίνει. Δεν είναι σταθερό, αλλά διαρκώς αλλάζει μέσα στον χρόνο και το χώρο, κυμαίνεται, είναι ασταθές και κλονιζόμενο, γι' αυτό άλλωστε και υπάρχει η ανάγκη της συνεχούς άγρυπνης πνευματικής εγρήγορσης και αγώνα «γρηγορείτε και προσεύχεσθε ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν».

Ακόμη και οι Άγιοι και οι Πατέρες της εκκλησίας που τα τελευταία χρόνια έχουν θεωρηθεί ως αλάνθαστοι, αναμάρτητοι και τέλειοι, θεωρούνται ως άνθρωποι αμαρτωλοί από την εκκλησία, αλλά όχι επαναλαμβάνω με την ηθική διάσταση που σήμερα κατανοούμε και μόνο τα πράγματα. Αλλά ως άνθρωποι, δηλαδή κτίσματα, που οδεύουν στην αποδόμηση και στην αποδημιουργία όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Το γεγονός ότι οι άγιοι την φθαρτή φύση τους, με την συνεργία του Αγίου Πνεύματος την μετέβαλαν και την μεταμόρφωσαν σε σχέση με την Αιτιώδη αρχή, με τον Τριαδικό Θεό, είναι αυτό, που τους αθανατίζει κατά χάριν, τους κάνει αγίους δηλαδή μέλη της βασιλείας Του Θεού.

«Αν ρωτήσει κανείς τυχαία τους ανθρώπους στον δρόμο τι αποτελεί κατά τη γνώμη τους «αγιότητα», η απάντηση που θα λάβει κατά κανόνα είναι περίπου η εξής: άγιος είναι εκείνος που δεν κάνει αμαρτίες, που τηρεί τον νόμο του Θεού, είναι ηθικός από κάθε άποψη, με μια φράση: «δεν αμαρτάνει». Σε ορισμένες περιπτώσεις στην έννοια της αγιότητας προστίθεται ένα στοιχείο και με χροιά μυστικισμού, σύμφωνα με την όποια άγιος είναι εκείνος που έχει εσωτερικά βιώματα, επικοινωνεί με το «θείον», περιέρχεται σε έκσταση και βλέπει πράγματα που δεν τα βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, με λίγα λόγια ζει υπερφυσικές καταστάσεις και ενεργεί υπερφυσικές πράξεις. Έτσι η έννοια της αγιότητας φαίνεται να συνδέεται στη σκέψη των ανθρώπων με κριτήρια ηθικολογικά και ψυχολογικά. Όσο πιο ενάρετος είναι κανείς, τόσο πιο άγιος είναι. Και όσο πιο χαρισματικός είναι κάποιος και επιδεικνύει ικανότητες που δεν τις έχουν συνήθως οι άνθρωποι (όπως να διαβάζει τη σκέψη μας, να προβλέπει το μέλλον μας κ.λπ.), τόσο περισσότερο μας κάνει να τον θεωρούμε «άγιο». Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: όταν διαπιστώσουμε κάποιο ελάττωμα στον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά κάποιου (ότι τρώει πολύ, θυμώνει κ.λπ.), τότε τον διαγράφουμε από τους «αγίους». Ή αν δεν εκδηλώσει υπερφυσικές ικανότητες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μας ξενίζει και η σκέψη ακόμη ότι θα μπορούσε κάποιος να είναι άγιος.»

Από όλα τα παραπάνω αντιλαμβανόμαστε ότι δεν φταίει ο κ. … για όλη αυτή την αναστάτωση. Αυτός ποτέ δεν είπε, πιστέψτε σε εμένα. Ήταν και είναι μια απλή ψυχή που παλεύει όπως παλεύουμε όλοι μας. Εμείς τον κάναμε ήρωα και άγιο, γιατί το είχαμε ανάγκη. Γιατί εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ψυχισμού μας. Γιατί θέλουμε ακόμα και την σχέση μας με τον Θεό να την ελέγχει το Εγώ μας, να μην είναι σχέση, περιπέτεια, τίποτε βέβαιο και σταθερό. Θέλουμε να ελέγχουμε την σωτηρία μας. Να είμαστε βέβαιοι. Το εγώ δεν αντέχει, το ίσως, το μπορεί, το να δούμε, αλλά θέλει εγγυήσεις, έλεγχο σιγουριά.

Δεν έχουμε μάθει τι πραγματικά σημαίνει σχέση με τον Θεό. Πίστη σε Εκείνον.


Μάθαμε να μην εμπιστευόμαστε απόλυτα τον Θεό, αλλά να θέλουμε πνευματικά δεκανίκια στην πορεία προς Αυτόν. Να μετατρέπουμε τα σχετικά σε απόλυτα και τα απόλυτα σε σχετικά. Να χανόμαστε μεταξύ της αλήθειας και του ψεύδους που φαντασιωνόμαστε. Και κυρίως να μην χαιρόμαστε όταν γκρεμίζονται τα ψευδοείδωλα του εγώ μας. Και όμως τότε ξεκινάει η αληθινή σχέση. Όταν σπάσουν όλα τα δεκανίκια και τα ψέματα της ζωής μας.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Άνθιμος: "Θέμα παράδοσης και όχι διαχωρισμός φύλων"

Romfea.gr

Για το θέμα σχετικά με την ιεροσύνη των γυναικών καθώς και για τον ρόλο της γυναίκας μέσα στην Εκκλησία, μίλησε ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμος,
στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος» της Μακεδονίας.


Σε ερώτηση, για το αν συμφωνεί να τεθεί το θέμα της ιεροσύνης των γυναικών στη Μεγάλη και Ιερά Σύνοδο των Ορθοδόξων, όποτε αυτή συγκληθεί, ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως δήλωσε:

«Γιατί όχι; Δεν υπάρχει δογματικό θέμα για να το απορρίψει η Εκκλησία. Κατά τη γνώμη μου, αν γίνει μια τέτοια σύνοδος, θα πρέπει να συζητηθούν όσα βρίσκονται στις σκέψεις η τη βούληση των ανθρώπων για να δοθούν απαντήσεις σε όλα αυτά τα ζητήματα».

Ο Μητροπολίτης Άνθιμος σε ερώτηση εάν είναι υπέρ της ιεροσύνης των γυναικών, τόνισε ότι «Δεν θα συναινούσα διότι, αν και δεν είναι ζήτημα που απαγορεύεται δογματικώς, είναι θέμα παραδόσεων για την Εκκλησίας μας».

Επίσης συνέχισε πως «Υπάρχουν ζητήματα τα οποία δεν οφείλονται σε καμία περίπτωση στη φύση της γυναίκας, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και χειρίζεται τα πράγματα. Έχουμε πολλές γυναίκες επιτρόπους, σε φιλόπτωχα ταμεία, στα κατηχητικά και η συμβολή τους είναι ανεκτίμητη. Όμως η ιεροσύνη είναι άλλο πράγμα».

Για το αν μπορεί μια γυναίκα να αφοσιωθεί στην Εκκλησία, όπως γίνεται με τους άνδρες ιερείς ο κ. Άνθιμος δήλωσε: « Εκ παραδόσεων έχουμε χωρίσει τους χώρους στους ναούς για άνδρες και γυναίκες και αυτό δεν έγινε τυχαία. Υπάρχει επιφύλαξη διότι είδαμε πως εξελίχτηκε και ο θεσμός των διακονισσών. Υπήρξαν προβλήματα, γι΄ αυτό και ο τελευταίος που χειροτόνησε διακόνισσες ήταν ο Άγιος Νεκτάριος».

Σε ερώτηση, ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, το ότι ο ρόλος των γυναικών στην εκκλησία δεν αναγνωρίζεται, τόνισε πως «Ο ρόλος τους αναγνωρίζεται από αιώνες και όλοι μας γνωρίζουμε ότι χωρίς τις γυναίκες δεν λειτουργούν οι εκκλησίες».

Ερωτηθείς ο κ. Άνθιμος, ότι υπάρχουν ορισμένοι που, με αφορμή την άρνηση της χειροτονίας των γυναικών, κατηγορούν την Εκκλησία για διαχωρισμό μεταξύ γυναικών και ανδρών, δήλωσε: «Δεν είναι διαχωρισμός, αλλά παράδοση. Είναι μεγάλο ρίσκο να προχωρήσουμε σε κάτι τέτοιο βιαστικά. Μπορεί κάποια στιγμή, αν συζητηθεί το θέμα, αν «κυοφορηθεί» και υπάρξει ζύμωση να γίνει.

Τέλος, σε ερώτηση για το πώς κρίνει το πείραμα της Αγγλικανικής Εκκλησίας, η οποία προχώρησε στην χειροτονία των γυναικών, ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμος δήλωσε:
«Ήταν μια λανθασμένη και βιαστική κίνηση, που, όπως είδαμε, δημιούργησε σχίσμα στους κόλπους των αγγλικανών. Αυτά τα θέματα θέλουν χρόνο για να συζητηθούν, για να τα αποδεχτούν όλοι ανεξαιρέτως. Μην ξεχνάτε τι έχει γίνει στη δική μας Εκκλησία μόνο και μόνο για το αν θα ισχύσει το ιουλιανό η το γρηγοριανό ημερολόγιο. Χρειάζεται χρόνος για να αλλάξουν ορισμένα πράγματα

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Είναι δυνατόν το Σώμα & Αίμα του Κυρίου να μας μολύνει;"


Μια πνευματική εγκύκλιο με πολλά μηνύματα εξέδωσε ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής π. Νικόλαος, σχετικά με την εξάπλωση του ιού της γρίπης
των χοίρων και τα μυστήρια της εκκλησία μας.

Η εγκύκλιος του Μητροπολίτης Μεσογαίας, προς τον ευσεβή λαό της Μητροπόλεως έχεις ως εξής:

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Πρόσφατα, με αφορμή την ενσκήψασα πανδημία της γρίππης των χοίρων, ανεφύη, ως μη ώφειλε, και το θέμα του ενδεχομένου της μεταδόσεως ασθενειών μέσω της Θείας Κοινωνίας.

Δυστυχώς, συχνά με διάλεκτο ασεβή, ύφος ειρωνικό και επιχειρηματολογία όχι καλοπροαίρετη, έγινε ακόμη μια προσπάθεια αποδόμησης της πίστης μας σε μέρες που δεν μας έχει μείνει κανένα άλλο στήριγμα να κρατηθούμε.

Με την ευκαιρία λοιπόν αυτήν, θεωρώ πως καλό θα ήταν να πούμε κάποιες αλήθειες, αναγκαίες για να περισωθεί ο πολύτιμος θησαυρός της πίστης μέσα μας.

Η Εκκλησία μας δυό χιλιάδες χρόνια μεταδίδει τη χάρι των μυστηρίων της με τον γνωστό τόσο ανθρώπινο και ταυτόχρονα ευλογημένο τρόπο προς «ίασιν και θεραπείαν ψυχής και σώματος».

Ποτέ δεν προβληματίστηκε με τη σύγχρονη λογική της ασεβούς αμφισβήτησης, αλλά καθημερινά ζει με την εμπειρία της επιβεβαίωσης ενός μεγάλου θαύματος. Είναι δυνατόν η κοινωνία του Θεού να γίνει αιτία ασθένειας η παραμικρής βλάβης;

Είναι δυνατόν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου και Θεού μας να μολύνει το σώμα και το αίμα μας; Είναι δυνατόν καθημερινή εμπειρία δυό χιλιάδων χρόνων να συντριβεί από τον ορθολογισμό και την ψυχρή ρηχότητα της εποχής μας;

Από αιώνες μεταλαμβάνουν οι πιστοί, υγιείς και ασθενείς, από το ίδιο άγιο ποτήριο και από την ίδια αγία λαβίδα, που ποτέ δεν πλένουμε, που ποτέ δεν απολυμαίνουμε, και ποτέ δεν παρατηρήθηκε κάτι.

Οι ιερείς των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, ακόμη και των λοιμωδών, μεταλαμβάνουν τους πιστούς και με ευλάβεια καταλύουν τη Θεία Κοινωνία και μακροζωούν.

Η Θεία Κοινωνία είναι ο,τι ιερώτερο ως Εκκλησία και άνθρωποι έχουμε, το μεγαλύτερο φάρμακο ψυχής και σώματος. Αυτό είναι και διδασκαλία και εμπειρία της Εκκλησίας μας.

Όσοι δυσπιστούν στο θαύμα της Αναστάσεως του Κυρίου, όσοι ειρωνεύονται την εκ παρθένου γέννησή Του, όσοι αρνούνται την ευωδία των αγίων λειψάνων, όσοι περιφρονούν τα ιερά και όσια, όσοι βυσσοδομούν κατά της Εκκλησίας μας, όσοι ζητούν να εξαφανίσουν και το ελάχιστο ίχνος πίστης από τις ψυχές μας φυσικό είναι να προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία να προσβάλουν και το ιερώτατο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Το γεγονός ότι οι Αγγλικανοί και οι Καθολικοί αποφάσισαν, για προληπτικούς λόγους, τη διακοπή της μετάδοσης της θείας κοινωνίας στην Αγγλία και τη Νέα Ζηλανδία αντίστοιχα, αν αληθεύει, δεν φανερώνει, όπως μερικοί υποστηρίζουν, σύνεση και ελευθερία, αλλά καταδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την τεράστια απόσταση της Εκκλησίας μας, που είναι Eυχαριστιακή στη θεολογία και ζωή της, που ζει, πιστεύει και κηρύττει το Μυστήριο, από τις υπόλοιπες χριστιανικές ομάδες, που έμμεσα ομολογούν την απουσία της χάριτος και των σημείων του Θεού από τα λεγόμενα μυστήριά τους και την απώλεια της εκκλησιαστικής ταυτότητάς τους. Ζωή χωρίς Μυστήριο μοιάζει με σοβαρή ασθένεια χωρίς φάρμακο.

Δυστυχώς, το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι ο ιός της γρίπης -όπως διατείνονται τα ΜΜΕ- ούτε ο ιός του παγκόσμιου πανικού -όπως υποστηρίζουν οι ιατρικοί σύλλογοι- αλλά ο ιός της ασεβείας και το μικρόβιο της ολιγοπιστίας.

Και το καλύτερο εμβόλιο είναι η «μετά καθαρού συνειδότος» και «ακατάκριτος» συχνή συμμετοχή μας στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Η απάντησή μας στην ανίερη αυτή πρόκληση των ημερών είναι η δική μας ζωή.
Καλό θα είναι οι πνευματικοί μας, μετά διακρίσεως, όπου κρίνουν ότι δεν υπάρχουν πνευματικά κωλύματα, να προτρέπουν τους πιστούς να μεταλαμβάνουν συχνότερα τούτες τις δύσκολες μέρες, όσοι δε έχουμε την ευλογία τους να προσερχόμαστε συχνά στο ποτήριο της ζωής, πάντοτε όμως «μετά φόβου Θεού, πολλής πίστεως και ειλικρινούς αγάπης».

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)