Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Η δοθείσα «κατεύθυνση» της Ιεραρχίας



για τον εν εξελίξει Θεολογικό Διάλογο στην Κύπρο

(Μία πρώτη προσέγγιση)

Στη συνεδρίαση της 15-16.10.09 της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, που ασχολήθηκε με το θέμα της «Ομολογίας Πίστεως κατά του Οικουμενισμού» και των Διαχριστιανικών Διαλόγων, η Ιεραρχία απεφάνθη Συνοδικώς και έδωσε συγκεκριμένη «κατεύθυνση» στους εκπροσώπους της Εκκλησίας της Ελλάδος για το Θεολογικό Διάλογο, που διεξάγεται αυτές τις ημέρες στην Κύπρο. Αναφέρει η παράγρ. 5 του ανακοινωθέντος : «Σχετικά μέ τό κείμενο πού θά ἀναφέρεται στό πρωτεῖο τοῦ πάπα τῆς Ρώμης κατά τήν πρώτη χιλιετία, τό ὁποῖο θά καταρτισθῆ στήν Κύπρο τίς προσεχεῖς ἡμέρες, δόθηκε κατεύθυνση στούς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας μας νά ὑποστηρίξουν, ὥστε νά ἐγγραφεῖ στό τελικό κείμενο ἡ κανονική θέση τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα Ρώμης κατά τήν πρώτη χιλιετία σέ σχέση πρός τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί σέ ἀναφορά πρός τόν 3ον Κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τόν 28ο Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου».

Η Ιεραρχία με την ομόφωνη απόφασή Της απάντησε στα αιτήματα της επιστολής των Κληρικών (8.10.09) και ιδιαιτέρως του Καθηγητού της Δογματικής κ. Τσελεγγίδη που είχε ζητήσει : «α) Να γνωστοποιηθεί το θέμα (του Διαλόγου) στους σεπτούς Ιεράρχες μας. β) Να τεθεί το θέμα στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκ­κλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να συζητηθεί με βάση τον υπάρχοντα σχεδιασμό (προσχέδιο) της Επιτροπής, να τοποθετηθεί η Ιεραρχία και να εκδώσει τη Συνοδική της πρόταση. Και τέλος γ) ο εκπρόσωπος της Ελλαδικής Εκκλησίας να μεταφέρει στην Κύπρο τη Συνοδική της τοποθέτηση, και εντός των ορίων της να κινηθεί και ο ίδιος» !

Τίθεται όμως ένα εύλογο ερώτημα : Μήπως είναι περιττή η «κατεύθυνση» αυτή και η αναφορά στις Οικουμενικές Συνόδους και μάλιστα σε συγκεκριμένους κανόνες ; διότι τι άλλο θα έκαναν οι αντιπροσωπείες των Ορθοδόξων Εκκλησιών από το να προσέφευγαν στη διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων για να διαπιστωθεί η πίστη της Εκκλησίας της α΄ χιλιετίας ; Αυτό είναι αυτονόητο . γιατί χρειάστηκε αυτή η ιδιαίτερη αναφορά στις Οικουμ. Συνόδους ; δεν είναι προδήλως «ως εκ περισσού» ;

Ασφαλώς όχι ! Έχει σοβαρότατο λόγο η Ιεραρχία που επισημαίνει τα αυτονόητα ! Εάν μάλιστα γίνει σεβαστή και εφαρμοστεί η δοθείσα «κατεύθυνση» στον εν εξελίξει διάλογο στην Πάφο-Κύπρο είναι προφανές ότι η εξέλιξη του Θεολογικού Διαλόγου θα είναι τελείως διαφορετική, διότι θα ανατραπούν συνολικά οι μεθοδεύσεις του Βατικανού και τινών άλλων … Ίσως αυτό φοβούνταν κάποιοι και ήθελαν τις Συνόδους των Ορθοδόξων Εκκλησιών να μην ασχολούνται με την ουσία του διαλόγου !

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι :

Στην Κύπρο (16-23.10.09) τίθεται προς συζήτηση και έγκριση κείμενο που συνέταξε η Συντονιστική Επιτροπή του Διαλόγου με τίτλο «Ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης στην κοινωνία των Εκκλησιών κατά την πρώτη χιλιετία» (Αγ. Νικόλαος Κρήτης 2008 – στο εξής : Προσχέδιο).

Στα συμπεράσματα του το Προσχέδιο καταλήγει ότι στην Εκκλησία της α΄ χιλιετίας (δηλ. προ του Σχίσματος) δεν υπήρχε ενιαία αντιμετώπιση της διδασκαλίας για το Παπικό Πρωτείο στην Ανατολή και στη Δύση, αλλά πιστεύαμε ο καθένας ό,τι νομίζαμε ως σωστό και παρ’ όλα αυτά είμαστε ενωμένοι (παραγρ. 15, 22, 32) ! Στο υπό έγκριση, λοιπόν, Προσχέδιο προτείνεται ακόμα και στα σοβαρά θέματα πίστεως «η ἀρ­χὴ τῆς ποι­κι­λί­ας ἐν τῇ ἑνό­τη­τι» να λειτουργήσει ως μοντέλο και «ὡς πρό­τυ­πο γιὰ τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς πλήρους κοινωνίας» (παράγρ. 32) !

Δηλαδή, εκτός από ένα minimum συμφωνίας, η κάθε Εκκλησία να πιστεύει ακόμα και σε δογματικά θέματα ό,τι νομίζει ως σωστό και εν τούτοις να είμαστε ενωμένοι ! Είναι προφανές ότι δεν έχουμε ενότητα «εν τη αληθεία», αλλά υποταγή της αλήθειας σε μια εξωτερική, επίπλαστη ενότητα !

Α. Φυσικά η επιχειρηματολογία του Προσχεδίου προσαρμόζεται σε αυτό το στόχο :

  1. Αναφέρεται κατ’ επανάληψιν το Προσχέδιο σε «Πέτρειο παράδοση, Πετρίνειο καταγωγή, Πετρίνειο ιδέα, Πετρίνειο λειτούργημα, Πέτρειο διαδοχή» (παρ. 13, 16, 17, 18), για να θεμελιώσει την Παπική θεώρηση του Πρωτείου. Για το σκοπό αυτό μνημονεύει απόφαση Τοπικής Συνόδου στη Ρώμη (οι αποφάσεις της οποίας έχουν ακυρωθεί από Οικουμ. Συνόδους), τις απόψεις 3-4 Παπών και τις πλαστές (!) Ψευδο-Κωνσταντίνειες Διατάξεις ! Με αυτήν την επιχειρηματολογία προσπαθεί το Προσχέδιο να αποδείξει ότι, όχι απλώς κάποια πρόσωπα, αλλά εν συνόλω η Δυτική Εκκλησία της πρώτης χιλιετίας δεχόταν το δόγμα περί Παπικού Πρωτείου και αντίστοιχα η αντίληψη αυτή ήταν ανεκτή από την Ανατολική Εκκλησία !
  2. Για να οδηγηθούμε σε αυτό το συμπέρασμα, το βάρος της διαπίστωσης της πίστεως της Εκκλησίας κατά την α΄ χιλιετία δε δίδεται στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Επίσης δεν προσεγγίζεται με την πρέπουσα βαρύτητα η σχετική περί δικαιοδοσιών και Πρεσβείων των Θρόνων διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων. Αποσιωπάτε στο Προσχέδιο ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι σε θέματα που έχουν αποφανθεί, αυτές και μόνο αυτές ήταν και είναι το κριτήριο της αληθούς εκκλησιαστικής διδασκαλίας. Αυτές και μόνο αυτές εξέφραζαν την ενιαία εκκλησιαστική συνείδηση της Μίας Εκκλησίας σε Ανατολή και Δύση και ασφαλώς ήσαν αποδεκτές από ολόκληρη την Εκκλησία, την Ανατολική και Δυτική κατά την α΄ χιλιετία. Οι αναφορές στη διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων στο Προσχέδιο είναι πολύ λίγες και το σημαντικότερο, ιδιαίτερα υποβαθμισμένες. Εξισώνονται οι αποφάσεις τους με τις προσωπικές γνώμες διαφόρων Παπών ή εκκλησιαστικών συγγραφέων, οι οποίες ουδέποτε έγιναν αποδεκτές στην Εκκλησία της α΄ χιλιετίας ! Στο Προσχέδιο υποτιμάται συστηματικά το οικουμενικό κύρος των Οικουμενικών Συνόδων και παρουσιάζονται εμμέσως πλην σαφώς ότι απηχούν τις απόψεις και εκφράζουν μόνο την Ανατολή και όχι τη Δύση.
  3. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο υποβιβασμός της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου στην παράγρ. 16 του Προσχεδίου. Δεν χαρακτηρίζεται ως «Οικουμενική», αλλά ως «Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως το 381», η οποία αντιδιαστέλλεται με «Σύνοδο συγκληθείσα στη Ρώμη το 382 υπό την προεδρεία του Πάπα Δαμασίου» ! Στο Προσχέδιο οι αποφάσεις των δύο Συνόδων παρουσιάζονται ως της αυτής τυπικής και κανονικής ισχύος : η μεν Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως αφορά μόνο στην Ανατολή, η δε της Ρώμης αφορά αποκλειστικά στη Δύση ! Το γεγονός ότι η μεν πρώτη είναι αποδεκτή από όλη την Εκκλησία ως Οικουμενική, η δε δεύτερη ως Τοπική (της οποίας οι αποφάσεις έχουν πλήρως αναιρεθεί από Οικουμενικές Συνόδους) δεν φαίνεται να βαρύνει στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του Προσχεδίου.
  4. Ασφαλώς δεν είναι της παρούσης, ούτε έχω τη δυνατότητα σχολιασμού όλου του Προσχεδίου. Αξίζει όμως να επισημανθεί ότι αποσιωπάται εντελώς στο Προσχέδιο η απόφαση της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου η οποία καταδίκασε ως αιρετικό τον Πάπα Ονώριο ! Όταν λοιπόν οι σαφείς αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων ούτε καν μνημονεύονται, ή αντιμετωπίζονται ως της αυτής ισχύος με τις απόψεις κάποιων Παπών ή και των πλαστών Ψευδο-Κωνσταντίνειων Διατάξεων πολύ εύκολα καταλήγει στα συμπεράσματα που θέλει η Παπική Εκκλησιολογία ! Τελικά μήπως το Προσχέδιο αυτό συντάχθηκε μονομερώς από παπική γραφίδα ;

Β. Η «κατεύθυνση» της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

  1. Μετά τα ανωτέρω είναι απολύτως σαφές πόσο δίκαιο είχαν όσοι ζητούσαν να αποφανθεί η Ιεραρχία επί του συγκεκριμένου Προσχεδίου και να μην αρκεστεί στην απλή σύμφωνη γνώμη των Προκαθημένων για το γενικό θέμα του Διαλόγου ! Η απόφαση της Ιεραρχίας να δώσει συγκεκριμένη «κατεύθυνση» δεν ήταν καθόλου περιττή, αλλά πολύ αναγκαία για την σωστή πορεία του Διαλόγου !
  2. Επίσης, δικαιώνεται πλήρως η συγκεκριμένη Συνοδική «κατεύθυνση» που δόθηκε στους εκπροσώπους της Εκκλησίας της Ελλάδος : «νά ἐγγραφεῖ στό τελικό κείμενο ἡ κανονική θέση τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα Ρώμης κατά τήν πρώτη χιλιετία σέ σχέση πρός τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί σέ ἀναφορά πρός τόν 3ον Κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τόν 28ο Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου».
  3. Για την Ιεραρχία μας, στα μείζονα θέματα πίστεως και εκκλησιαστικής τάξεως αυθεντικό κριτήριο είναι μόνο οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και όχι οι όποιες προσωπικές απόψεις που αντιτίθενται στη Συνοδικώς εκφρασθείσα εκκλησιαστική συνείδηση. Τυχόν διαφορετικές αντιλήψεις μεμονωμένων προσώπων, ακόμα και Παπών ή εκκλησιαστικών συγγραφέων, δε δεσμεύουν την Εκκλησία και δεν καθορίζουν τα δόγματά Της. Η Ιεραρχία λοιπόν θέτει τις σωστές εκκλησιολογικές βάσεις για την οικοδόμηση του Θεολογικού Διαλόγου στην Κύπρο.
  4. Η αναφορά μάλιστα στους δύο συγκεκριμένους κανόνες είναι καθοριστική : Ο 3ος κανόνας της Β΄ Οικ. Συνόδου και ιδιαιτέρως ο 28ος της Δ΄ Οικουμενικής ξεκαθαρίζουν απολύτως τα θέματα των πρεσβείων τιμής και κυρίως το λόγο για τον οποίο δόθηκαν στην Πρεσβυτέρα αρχικά και μετά στη Νέα Ρώμη τα πρεσβεία τιμής ! Η Εκκλησία της α΄ χιλιετίας απεφάνθη εν Οικουμενική Συνόδω με απόλυτη σαφήνεια : «και γαρ τω θρόνω της Πρεσβυτέρας Ρώμης διά το βασιλεύειν την πόλιν εκείνην, οι Πατέρες εικότως παρέδωσαν τα πρεσβεία . και τω αυτώ σκοπώ κινούμενοι οι εκατόν πεντήκοντα Θεοφιλέστατοι Επίσκοποι, τα ίσα πρεσβεία απένειμαν τω της νέας Ρώμης αγιωτάτω θρόνω, ευλόγως κρίναντες, την βασιλεία και συγκλήτω τιμηθείσαν πόλιν, και των ίσων απολαύουσαν πρεσβείων τη πρεσβυτέρα Βασιλίδι Ρώμη, και εν τοις εκκλησιατικοίς ως εκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ’ εκείνην υπάρχουσα».
  5. Πουθενά δεν υπονοείται για την πίστη της Εκκλησίας «Πέτρειος παράδοση», ή «Πετρίνειος καταγωγή», ή «Πετρίνειος ιδέα», ή Πετρίνειος λειτούργημα», ή «Πέτρειος διαδοχή». Πουθενά δεν υπονοείται Πρωτείο δικαιοδοσίας εφ’ όλης της Εκκλησίας. Οι γνώμες των εκκλησιαστικών συγγραφέων ή και των Πατέρων ακόμα, δεν μπορούν να υπερισχύσουν ή να τεθούν παράλληλα όταν διαφοροποιούνται από τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.
  1. Συνεπώς κατά την Ιεραρχία μας ο Διάλογος οφείλει να θεμελιώσει τα πορίσματά του στην πραγματική διδασκαλία της α΄ χιλιετίας της Μίας και Αδιαίρετης Εκκλησίας, όπως αυτή έχει καταγραφεί αψευδώς στις αποφάσεις και τους κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων Της και όχι στις απόψεις κάποιων μεμονωμένων προσώπων, όποια θέση και αν είχαν αυτά.
  2. Τέλος, είναι βέβαια προφανές ότι εάν γίνει σεβαστή η απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και αξιοποιηθεί η δοθείσα «κατεύθυνση» (παρ. 5) στον εν εξελίξει διάλογο στην Πάφο-Κύπρο, θα ανατραπούν πλήρως τα προκαθορισμένα συμπεράσματα του προσχεδίου (παράγρ. 15, 22, 32) και προπαντός η «ἀρ­χὴ τῆς ποι­κι­λί­ας ἐν τῇ ἑνό­τη­τι» που κάποιοι θέλουν να επιβάλλουν ως μοντέλο και «ὡς πρό­τυ­πο γιὰ τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς πλήρους κοινωνίας» (παραγρ. 32) ! Παράλληλα με τα συμπεράσματα ανατρέπονται και συνολικά οι μεθοδεύσεις του Βατικανού και τινών άλλων … τουλάχιστον σε αυτή τη φάση του Διαλόγου. Είδομεν …

Πάτρα 20.10.09

π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος

Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)