Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΛΑΜΠΡΟΣ ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟ ΚΟΛΥΜΒΑΡΙ



Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΟΛΥΜΒΑΡΙ synodos

«Ήξεις αφήξεις» αι αποφάσεις! Το Κολυμβάρι οδηγείται αργά αλλά σταθερά εις καταποντισμόν!
Μετά την επιστολήν του Πατριάρχου Κων/πόλεως, η οποία έθετεν εμμέσως το δίλημμα «η στο πλευρό μου η με τους Σλάβους» και ευθέως κατεφέρετο εναντίον ισοτίμων Ιεραρχών, η Εκκλησία της Ελλάδος συν­υπολογίζουσα την πιθανήν πρόκλησιν σχίσματος εις την Ιεραρχίαν οπισθοχώρησε και ανέβαλε την σωστήν απόφασιν. Πολλοί Μητροπολίται εσιώπησαν και ολίγοι δυναμικοί εξέφρασαν μετριοπαθείς θέσεις.
Προ πολλού ήδη ανεμένετο η συζήτησις εις την Ιεραρχίαν δια την Σύναξιν του Κολυμβαρίου. Η συζήτησις είχεν ορισθή δια την Τακτικήν Συν­εδρίασιν της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά τον Οκτώβριον, όμως ανεβλήθη, καθώς ανέκυψεν επιτακτικώς το ζήτημα του μαθήματος των Θρησκευτικών. Ωρίσθη τότε νέα Έκτακτος Συνεδρίασις δια τον μήνα Νοέμβριον, η οποία συνήλθε κατά την 23ην και 24ην του τρέχοντος. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε συνάντησις μόλις την 21ην μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και του νέου –μετά την αποπομπήν του κ. Ν. Φίλη- Υπουργού Παιδείας κ. Κ. Γαβρόγλου, εις την Ιεραρχίαν δεν έγινε κάποια αναφορά.
Εξεβίασεν ο Πατριάρχης την Ιεραρχίαν;
Ολίγας ημέρας προ της συγκλήσεως της Ιεραρχίας απέστειλεν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως επιστολήν προς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών, από τον οποίον εζήτει να μη υιοθετήση η Ιεραρχία τας θέσεις του Σεβ. Καλαβρύτων και Σεβ. Πειραιώς, οι οποίοι τας παρελθούσας ημέρας είχον αποστείλει κείμενα δια την μη αποδοχήν του Κολυμβαρίου ως «Αγίας και Μεγάλης Συν­όδου», με τους οποίους προτίθεται ο ίδιος να διακόψη κάθε επικοινωνίαν.
Δεν είναι βεβαίως τόσον η παρότρυνσις του Πατριάρχου που πείθει τους Ιεράρχας, όσον το ότι επικρέμαται πάντοτε ως δαμόκλειος σπάθη επί της Εκκλησίας της Ελλάδος ο φόβος ανακινήσεως του Αυτοκεφάλου και του ζητήματος των Μητροπόλεων της Β. Ελλάδος, δια τα οποία δεν έχει καμίαν εξουσίαν η δικαίωμα, όμως η απειλή και μόνον αυτή αρκεί δια τον όλεθρον.
Ωστόσο η πρωτοβουλία του Πατριάρχου να υποδείξη εις την Ιεραρχίαν την στάσιν της δεν στερείται μόνον ηθικών ερεισμάτων, αλλά πολύ περισσότερον εγγίζει τα όρια της εισπηδήσεως. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν είναι Επαρχία της Κωνσταντινουπόλεως ούτε «Ημιαυτόνομος» Εκ­κλησία, δια να επεμβαίνη εις το προσκήνιον η εις το παρασκήνιον και να κατευθύνη τας αποφάσεις. Απορρίπτει ο Πατριάρχης τον χαρακτηρισμόν ο «Πάπας της Ανατολής», αλλά η συμπεριφορά του άλλα μαρτυρεί… Διατί δεν αποστέλλει και εις τον Μόσχας μίαν ανάλογον επιστολήν, δια να ίδωμεν τι θα απαντήση εκείνος;
Όσον δια τας προειδοποιήσεις ότι θα διακόψη κάθε επαφήν με διαφωνούντας Ιεράρχας της Εκκλησίας ερωτώμεν: είχεν επαφάς αι οποίαι δεν διήρχοντο από την Ιεράν Σύνοδον;
Η ταραχή εις το Φανάρι ίσως επίσης να προήλθεν από τας πληροφορίας ότι ήδη η Εκκλησία της Βουλγαρίας απέρριψε το Κολυμβάριον και ότι ο Πατριάρχης κ. Νεόφυτος είχεν αποστείλει προσωπικήν επιστολήν προς τον Μακαριώτατον, δια να τον ενημερώση δια την στάσιν της πλησιοχώρου Εκκλησίας, την οποίαν εκείνος εκράτει προ της εισελεύσεώς του εις την Ιεραρχίαν. Τίποτε όμως από αυτά δεν έχει επιβεβαιωθή από την Αρχιεπισκοπήν.
Η Ιεραρχία τελικώς συνεκλήθη υπό τας προειδοποιήσεις της επιστολής του Πατριάρχου, το δεδομένον ότι ο εισηγητής Σεβ. Σερρών ανήκει εις τους θιασώτας του Πατριάρχου και το γεγονός της απουσίας του Σεβ. Αλεξανδρουπόλεως, ο οποίος τρεις ημέρας ενωρίτερον είχε μεταβή εις το Φανάρι.
Προσφώνησις και εισήγησις
Ήδη με την έναρξιν της συνεδριάσεως κατά την προσφώνησίν του ο Αρχιεπίσκοπος εφέρθη λίαν διπλωματικώς, δια να αποφύγη τας συγκρούσεις. Μεταξύ άλλων είπε:
«Η απλή και μόνο ενθύμηση του σωτήριου Λόγου του Κυρίου μας ότι «ου γαρ εισι δύο η τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών» (κατά Ματθαίον 18,20), αρκεί για να αντιληφθεί κανείς την τεράστια πνευματική σημασία που έχει από μόνο του ως γεγονός η σύγκληση και πραγματοποίηση της εν Κρήτη Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μιας Συνόδου τόσο πολλών Προκαθημένων Ορθοδόξων Εκκλησιών, τόσο πολλών επισκόπων και άλλων πατέρων. Εάν λάβουμε δε υπ’ όψη μας ότι ο πανάρχαιος συνοδικός θεσμός είναι ένας θεσμός με μία εξαίρετη δυναμική, ένας θεσμός άρρηκτα δεμένος με την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας μας, καθίσταται σαφές ότι μία Σύνοδος μετά την Σύνοδο, έχει να προσφέρει ρεαλιστικό και τεκμηριωμένο πνευματικό και εκκλησιαστικό Λόγο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει κάποιον διαπιστωτικό, επικυρωτικό η καθαρά διαδικαστικό – τυπικό χαρακτήρα».
Ο Αρχιεπίσκοπος δεν ανεφέρθη εις Αποστολικήν η Οικουμενικήν Σύνοδον, αλλά εις το χωρίον «ου γαρ εισι δύο η τρεις συνηγμένοι…», το οποίον θα ηδύνατο να θεωρηθή και ως υποβιβάζον το Κολυμβάρι ως απλήν συγκέντρωσιν. Όμως δεν είναι αυτό το κύριον σημείον της προσφωνήσεως. Από την προσφώνησιν αυτήν καθίσταται αντιληπτόν ότι η Ιεραρχία ευρίσκεται ενώπιον ενός σκοπέλου που ρεαλιστικώς είναι δύσκολον να υπερβή: αφ’ ενός εις την Σύναξιν του Κολυμβαρίου μετείχαν Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, αφ’ ετέρου το εν τρίτον της Ιεραρχίας που ήταν παρόν κατά την προσφώνησιν απετέλεσε την επίσημον αντιπροσωπίαν. Γνωρίζουν τα στρεβλά του Κολυμβαρίου· όμως πως οι μισοί θα καταδικάσουν τους άλλους μισούς χωρίς να προκύψη σχίσμα; Δι’ αυτό ο Αρχιεπίσκοπος κάνει ελιγμόν και ορίζει ότι σκοπός της συγκλήσεως της Ιεραρχίας δεν είναι η διαπίστωσις, δηλ. αν έγιναν όλα καλά η όχι, ούτε η επικύρωσις, δηλ. η αποδοχή η απόρριψις της Ιεροσυνάξεως, αλλά η δημιουργική ασάφεια!
Ηκολούθησεν η εκτενεστάτη εισήγησις του Σεβ. Σερρών, η οποία ήτο μία επανάληψις των γεγονότων, περιελάμβανεν εγκώμια εις τον Πατριάρχην και μία ατυχή προσπάθειαν να πείση όλους ότι «Πατέρες» ήσαν και όσοι συμμετείχαν εις το Κολυμβάρι, δια να απορήσουν όλοι ποίος ήτο ο νέος Μέγας Βασίλειος του Κολυμβαρίου…
Σημαντικώτερα είναι όσα δεν ανέφερεν ο Σεβ. Σερρών. Δεν αναφέρεται πουθενά, αν η αντιπροσωπία παρέβη η όχι την εντολήν της Ιεραρχίας παρά μόνον ότι η αντιπροσωπία καθημερινώς συνεζήτουν μεταξύ τους. Παραδέχεται ότι κάποιαι προτάσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν έγιναν αποδεκταί, αλλά διερωτάται αν αυτό επηρεάζη το Κολυμβάρι η την Ιεραρχίαν. Μάλιστα, τας καταγγελίας του Σεβ. Ναυπάκτου περί προπηλακισμού τας παρέρχεται με δύο γενικολόγους φράσεις. Προφανώς η προσεποιήθη άγνοιαν η εξετέλει εντολάς…
Η συζήτησις
Αποκαλυπτικά είναι τα όσα έφερεν εις το φως ο δημοσιογράφος κ. Αν. Λουδάρος εις άρθρον του εις την ιστοσελίδα orthodoxia.info της 23ης Νοεμβρίου 2016:
«Η συζήτηση, που ξεκίνησε μετά την εισήγηση του μητροπολίτη Σερρών κ. Θεολόγου, επικεντρώθηκε στο θέμα της αλλαγής στάσης της Εκκλησίας της Ελλάδος όσον αφορά στην περιβόητη, πλέον, αναφορά σε άλλες «Εκκλησίες» του έκτου κειμένου της Συνόδου της Κρήτης.
Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, ενημερώνοντας το Σώμα της Ιεραρχίας, αναφέρθηκε στις έντονες πιέσεις που δέχθηκε η Εκκλησία της Ελλάδος, αναφερόμενος, χωρίς όμως να τον κατονομάσει, στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρυσόστομο, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος αρνητική και πως θέτει σε ομηρία την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. «Δείξαμε σύνεση και υπομονή», είπε ο Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος υποστήριξε ότι οι ζυμώσεις που θα γίνουν σε βάθος χρόνου θα επιφέρουν τις απαραίτητες αλλαγές. «Πολλά δογματικά ζητήματα στην εκκλησιαστική ιστορία κράτησαν χρόνια», είπε ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας προς τους Μητροπολίτες, υποστηρίζοντας ότι στην πορεία κάποια θα βελτιωθούν και κάποια θα ανακληθούν. «Οι αποφάσεις αυτές δεν είναι δικαστικές… έχει πορεία, θα γίνουν ζυμώσεις», φέρεται να είπε ο Αρχιεπίσκοπος.
Την άποψη πως τα κείμενα και οι αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση, ούτε καν σε συζήτηση, εξέφρασαν οι Μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Άνθιμος και Περιστερίου Χρυσόστομος. Μάλιστα, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ζήτησε από τον Αρχιεπίσκοπο να κλείσει την συνεδρίαση μετά το τέλος της εισήγησης του μητροπολίτη Σερρών, αφού ο ίδιος έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος συζήτησης. Ο Αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε και η συζήτηση προχώρησε κανονικά με τον μητροπολίτη Ναύπακτου να αναδεικνύεται σε κυρίαρχο πρόσωπο της συνεδρίασης, μιας και ήταν αυτός που εξέφρασε τις περισσότερες επιφυλάξεις.
Η βασική θέση του μητροπολίτη Ναυπάκτου ήταν πως το κείμενο, στο οποίο γίνεται αναφορά σε άλλες Εκκλησίες δεν ήταν ώριμο. Μάλιστα, επικαλέστηκε τις επιφυλάξεις που εξέφρασαν και οι Εκκλησίες Σερβίας και Ρουμανίας αλλά και αυτές που δεν συμμετείχαν. Κατά τη διάρκεια της παρέμβασης του μητροπολίτη Ναυπάκτου, υπήρξαν έντονες αντιδράσεις εντός της αίθουσας. Ο μητροπολίτης ζήτησε από τον Αρχιεπίσκοπο να τηρήσει τον κανονισμό, ενώ απευθυνόμενος προς τους Μητροπολίτες που του ζητούσαν να αλλάξει τη στάση του, είπε «Αν θέλετε να με εκφοβίσετε, δεν θα το κατορθώσετε». Ο μητροπολίτης Ναυπάκτου υπεραμύνθηκε της στάσης του να μη θέσει εν τέλει την υπογραφή του κάτω από το κείμενο αυτό επιμένοντας πως η φράση περί αποδοχής της ιστορικής ονομασίας των άλλων Εκκλησιών δεν έχει νόημα, αφού όπως υποστήριξε δεν γίνεται να υπάρχει ονομασία χωρίς ύπαρξη. Ο ίδιος τόνισε πως ο τρόπος με τον οποίο έχουν γίνει κάποιες αναφορές στο κείμενο και ιδιαίτερα ο Όρος «ετερόδοξες Εκκλησίες» ομοιάζουν με την καταδικασμένη ομολογία του Λουκάρεως, τονίζοντας πως ο Όρος ετερόδοξοι αφορά σε πλανεμένους, οι οποίοι δεν μπορεί να αποτελούν Εκκλησία. Τόνισε δε πως η αποδοχή από πλευράς Ορθοδόξου Εκκλησίας της ύπαρξης άλλων Εκκλησιών προσομοιάζει με την θεωρία περί αόρατης και ορατής Εκκλησίας, θεωρία την οποία έχουν αναπτύξει οι Προτεστάντες. Ο μητροπολίτης Ιερόθεος ζήτησε να υπάρξει μελέτη επί των κειμένων, ώστε σε μελλοντική Σύνοδο να υπάρξουν σχετικές βελτιώσεις.
Στα επιχειρήματα του μητροπολίτη Ναυπάκτου απάντησαν τόσο ο μητροπολίτης Χαλκίδος Χρυσόστομος όσο και ο Καστορίας Σεραφείμ. Ο μητροπολίτης Χαλκίδος θέλοντας να τονίσει πως η χρήση του όρου «Εκκλησία» δεν αποδίδει και την αντίστοιχη αναγνώριση, μίλησε για την φράση που υπάρχει στην Αγία Γραφή όπου γίνεται αναφορά σε αυτούς που διδάσκουν «έτερο Ευαγγέλιο», τονίζοντας πως η αναφορά σε άλλα «Ευαγγέλια» δεν σημαίνει πως είναι αποδεκτά ως τέτοια. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο μητροπολίτης Καστορίας. Ο μητροπολίτης Σεραφείμ ανέγνωσε αποσπάσματα από κείμενο του καθηγητή Τσελεγγίδη, ενός εκ των μεγαλύτερων αντιρρησιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης, ο οποίος χρησιμοποιεί τους Όρους Καθολική και προτεσταντική Εκκλησία. Οι Μητροπολίτες τόνισαν πως η χρήση του όρου είναι τεχνική (technicus terminus) και πως δεν σημαίνει αποδοχή. Ωστόσο, ο μητροπολίτης Ναυπάκτου θεωρεί πως δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται τεχνικοί όροι σε συνοδικά κείμενα τέτοιας βαρύτητας».
Το ανακοινωθέν
Μετά από την εκτενή συζήτησιν η Ιεραρχία εξέδωσεν ανακοινωθέν, μέρος του οποίου παραθέτομεν:
«Αναγνωσθέντος του Καταλόγου των συμμετεχόντων Ιεραρχών, διεπιστώθη η απουσία των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου και Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλου, οι οποίοι απουσιάσαν αιτιολογημένα.
Ακολούθως, συνεκροτήθη η Επιτροπή Τύπου από τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο, Σύρου κ. Δωρόθεο και Πατρών κ. Χρυσόστομο…
Ακολούθως, σύμφωνα με την Ημερησία Διάταξη, ανέγνωσε την Εισήγησή του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγος, με θέμα: «Ενημέρωσις περί των διεξαχθεισών εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας»… Κατόπιν εισηγήθηκε τις ακόλουθες προτάσεις προς ποιμαντική αξιοποίηση των Κειμένων-Αποφάσεων της εν Κρήτη Αγίας και Μεγάλης Συν­όδου:
«1. Παραπομπή, αποφάσει της Δ.Ι.Σ., στις αρμόδιες Συν­οδικές Επιτροπές των αφορουσών σε αυτές σχετικών Αποφάσεων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου προς νηφάλιον μελέτην, αγιοπατερικήν εμβάθυνσιν και ερμηνείαν, ανάλυσιν και αξιοποίησιν (λ.χ. Συνοδικές Επιτροπές Δογματικών και Νομοκανονικών Θεμάτων, Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων, Ποιμαντικού Έργου, Θείας Λατρείας, Τύπου κ.τ.λ.). Καθηκόντως, οι εισηγήσεις των ανωτέρω Συνοδικών οργάνων θα υποβληθούν ακολούθως στην Δ.Ι.Σ. η στην Ι.Σ.Ι. για τα περαιτέρω.
  1. Συνεργασία μετά των Θεολογικών Σχολών της ημεδαπής σε θέματα θεολογικής μελέτης των κειμένων και αξιοποιήσεως των αποτελεσμάτων της Αγίας και Μεγάλης Συν­όδου.
  2. Ενημέρωση σε επίπεδο Ιερών Μητροπόλεων πρωτίστως του εφημεριακού κλήρου, των μοναστικών αδελφοτήτων και των αμέσων συνεργατών μας, γενικώς περί της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και των Αποφάσεων αυτής, και ειδικώς περί των σχετικών Αποφάσεων – Θέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, προς οικοδομήν και αποφυγήν παρερμηνειών. (Προσεκτική μελέτη και αξιοποίησις του σχετικού υλικού. Κείμενα, Εγκύκλιος – Μήνυμα, επιστημονικές μελέτες και αναλύσεις).
  3. Πληροφόρηση, ως ποιμαντικώς οφείλομεν, του πληρώματος της Εκκλησίας της Ελλάδος δι’ εκδόσεως ευσυνόπτου και σε κατανοητήν γλώσσαν Εγκυκλίου, ως έπραξεν ήδη η Εκκλησία της Κύπρου, προς οικοδομήν και υπεύθυνον ενημέρωσιν. (Έκδοσις, μερίμνη της Δ.Ι.Σ., του ενημερωτικού φυλλαδίου «Προς τον λαό»).
  4. Ανάπτυξη στους κύκλους συμμελέτης, κατηχητικές ομάδες, συνάξεις και ομιλίες των κατά τόπους Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, του σκεπτικού, του έργου και των αποτελεσμάτων της Μεγάλης Συνόδου.
  5. Παρουσίαση εκπομπών από του Ρ/Σ της Εκκλησίας αναφορικώς προς την ιστορίαν, τους σκοπούς και τα αποτελέσματα για το Εκκλησιαστικόν Σώμα, της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Προς τούτο θα ηδύναντο να αξιοποιηθούν Ιεράρχες, καθηγητές των Θεολογικών Σχολών, νηφάλιες και συγκροτημένες φωνές.
  6. Εμπλουτισμό της σχετικής επισήμου ιστοσελίδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με τα ψηφισθέντα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, μελέτες και σοβαρές αναλύσεις.
  7. Ανάθεση στην Συνοδική Επιτροπή επί των Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων σχηματισμού πλήρους και εμπεριστατωμένου αρχείου με παν ο,τι αφορά στην Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον».
  8. Τέλος, η Αγιωτάτη Εκκλησία μας θα ηδύνατο, μερίμνη και προνοία της Δ.Ι.Σ., να αναθέσει σε αρμοδίαν η και σε ειδικήν Συνοδικήν Επιτροπήν την σε βάθος μελέτην και θεολογικήν αποτίμησιν των εκκλησιολογικώς και θεολογικώς τεκμηριωμένων κειμένων που έχουν ήδη γραφεί και εμπεριέχουν είτε θετικές η και επιφυλακτικές θέσεις για τις Αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Οφείλομεν, ως υπεύθυνοι και φιλόστοργοι Ποιμένες, μετά μεγίστης προσοχής και ποιμαντικής ευαισθησίας να ακούωμεν όλες τις σοβαρές και εποικοδομητικές θέσεις. Το καταστάλαγμα αυτής της μελέτης, που θεωρώ ότι εκφράζει δυνατά ένα Συν­οδικόν ήθος και ποιότητα, μπορεί να βοηθήσει, καταλλήλως αξιοποιούμενον, ουσιαστικώς και την Αγιωτάτην Εκκλησίαν μας και την Πανορθόδοξον γενικώς».
Περαίνοντας την Εισήγησή του ο Σεβ. Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγος ανέφερε χαρακτηριστικά: «Τελικώς, πολυσέβαστοι Πατέρες, η όποια αξιολογική, με εκκλησιολογικούς, αγιοπνευματικούς και ποιμαντικούς πάντοτε Όρους, προσέγγισις της εν Κολυμπαρίω Κρήτης συν­ελθούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, επαφίεται στην νηφαλίως και αδεκάστως ενεργούσαν ιστορίαν και κυρίως στην εγρηγορούσαν και ένθεον συνείδησιν του εκκλησιαστικού Σώματος».
Ακολούθησε ευρύτατος διάλογος επί της Εισηγήσεως, κατά τον οποίο έλαβαν τον λόγο πολλοί Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς».
Την επομένην ημέραν συνεχίσθη η συζήτησις και συμφώνως προς το Δελτίον Τύπου ομοφώνως ενεκρίθησαν προς υλοποίησιν αι ανωτέρω προτάσεις. Ως παρατηρεί οιοσδήποτε αι ανωτέρω προτάσεις αποτελούν δύο κατηγορίας: όσαι αφορούν εις την ενημέρωσιν και πληροφόρησιν του λαού και όσαι αφορούν εις την παραπομπήν των αποφάσεων εις διαφόρους επιτροπάς και θεσμούς, όπου και θα γίνη η ουσιαστική αξιολόγησις. Η κατακλείς του κειμένου είναι χαρακτηριστική, διότι η Ιεραρχία καλεί το ευσεβές πλήρωμα να αποτελέση τον τελικόν κριτήν, εάν δηλαδή θα αφομοιωθούν η θα παραμείνουν νεκραί, όπως ακριβώς εγεννήθησαν από τας μίτρας του Κολυμβαρίου.
Προσεχώς μνημόσυνον…
Οι τυπικά Ορθόδοξοι δεν έχουν δώσει ουδεμίαν σημασίαν εις το Κολυμβάρι, είναι δι’ αυτούς ανύπαρκτον. Οι συνειδητά Ορθόδοξοι το έχουν ήδη απορρίψει συλλήβδην. Επομένως η Ιεραρχία εξεφώνησε τον επικήδειον καθώς ένα ρητόν λέγει «Εάν θες να μη λυθή ποτέ ένα ζήτημα, παράπεμψέ το εις μίαν επιτροπήν» η ως μας είπεν ένας Αγιορείτης «μη ασχολείστε, σε μερικά χρόνια κανείς δεν θα τη θυμάται, θα έχη σβήσει από προσώπου γης»! Απλώς θα χρειασθούν ακόμη μερικά μνημόσυνα!…
το βρήκαμε εδώ

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Ανοικτή επιστολή – ομολογία για τη «Σύνοδο» της Κρήτης από την «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν»

ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ
e-mail: synaxisorthkm@gmail.com
ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ-ΟΜΟΛΟΓΙΑ

ΓΙΑ ΤΗ «ΣΥΝΟΔΟ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

(῾Υπογράφεται καὶ ἀπὸ ὅσους συμφωνοῦν)

Πρὸς

       1. Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος,

            κ. Ἱερώνυμον

       2. Σεβασμιωτάτους ἀρχιερεῖς, μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας.
Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι,

Ἡ ἀπὸ πολλῶν ἤδη δεκαετιῶν προετοιμαζόμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας συνῆλθε καὶ ἐπεράτωσε τὶς ἐργασίες της στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης ἀπὸ 19-26 Ἰουνίου τοῦ τρέχοντος ἔτους.


Μολονότι βασικὴ ἐπιδίωξη τῆς «Συνόδου», κατὰ τοὺς ὀργανωτές της, ἦταν ἡ ἐνίσχυση καὶ ἡ φανέρωση τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων, δυστυχῶς κατορθώθηκε τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, ἡ διαίρεση καὶ ἡ διάσπαση, καὶ σὲ ἐπίπεδο ἡγεσίας καὶ στὸ χῶρο τοῦ πληρώματος τῶν πιστῶν.

1. Ἡ «Σύνοδος» καταστρέφει τὴν ἑνότητα καὶ προκαλεῖ διαιρέσεις

Ἀπὸ τὶς δεκατέσσαρες (14) αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες ἀπουσίαζαν οἱ τέσσαρες (4), δηλαδὴ οἱ ἐκκλησίες Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὲς ἀπουσίαζε βέβαια καὶ τὸ ποίμνιο ποὺ ἐκπροσωποῦν, μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ ἥμισυ τοῦ συνόλου τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν. Ἡ ἀπουσία τους δὲν ὀφειλόταν σὲ λόγους ἀνάγκης, λόγῳ δυσμενῶν συνθηκῶν στὶς περιοχές τους, πολεμικῶν συγκρούσεων, φυσικῶν καταστροφῶν, ἐπιδημιῶν κ.τ.λ., ἀλλὰ στὴν φανερὴ καὶ ἐκφρασθεῖσα διαφωνία τους γιὰ τὸν κανονισμὸ λειτουργίας τῆς «Συνόδου» καὶ γιὰ πολλὲς ἀντιπατερικὲς καὶ ἀντορθόδοξες θέσεις τῶν κειμένων ποὺ εἶχαν προετοιμασθῆ. Ἐζήτησαν ἁρμοδίως τὴν ἀναβολὴ τῆς «Συνόδου», ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἀποφασισθεῖσα ὡς ἀπαραίτητος ὅρος τῆς συγκλήσεως ὁμοφωνία, καὶ νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ἑνότης, ἀλλὰ τὸ αἴτημά τους προσέκρουσε «εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων», ἀνοικτά, φαίνεται, σὲ ἄλλες φωνὲς ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν διαίρεση τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τὴν διάβρωση τῆς δογματικῆς τους αὐτοσυνειδησίας.

Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἐπισκόπων τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας ἀπουσίαζαν οἱ περισσότεροι, διότι κατὰ μοναδικὴ πρωτοτυπία στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ προφανῆ ἀντικανονικότητα ἔγινε ἐπιλογή, μὲ διαβλητὰ κριτήρια, μικροῦ ποσοστοῦ ἐπισκόπων, μὲ καταστρατήγηση καὶ περιφρόνηση τῆς ἰσότητος τῶν ἐχόντων τὴν ἀρχιερωσύνη, προγραμμα-τισμένη καὶ σκόπιμη διαίρεση τοῦ σώματος τῶν ἐπισκόπων καὶ ἀποκλεισμό, διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἐπισκόπων, τῶν προβληματισμῶν, τῶν ἀγωνιῶν, τῶν ἐρωτημάτων, τῶν σκέψεων καὶ προτάσεων τοῦ ποιμνίου.

Καὶ τὸ χειρότερο, πρωτοφανέστερο καὶ πλέον ἀπαράδεκτο· δὲν διαφυ­λάχθηκε ἡ ἑνότης καὶ ἡ ἰσότης οὔτε καὶ αὐτῶν τῶν ἐπισκόπων ποὺ ἔλαβαν μέρος στήν «Σύνοδο», ἀφοῦ τοὺς ἀφαιρέθηκε ἡ δυνατότης νὰ ψη­φίζουν. Ἔπαυσε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν συνοδικὴ ἱστορία καὶ στὴν κανονικὴ παράδοση νὰ ἰσχύει ἡ ἰσότιμη καὶ ἰσόκυρη συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἐπισκόπων. Ἐψήφισαν τὶς ἀποφάσεις μόνον οἱ δέκα (10) παρόντες προκα­θήμενοι, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἐλέχθη ὀρθῶς ἀπὸ τὸν παρόντα στὴν «Σύνοδο» λογιώτατο Σέρβο ἐπίσκοπο Μπάτσκας κ. Εἰρηναῖο Μπούλοβιτς, ἔδρασαν «ὡς συλλογικός τις πάπας». Στὴν πράξη ὑπονομεύε­ται τὸ συνοδικὸ πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ καὶ ἀπὸ ὑπευθύνους πατριαρχικοὺς κύκλους ὑποστηρίζεται παρρησίᾳ καί «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» ἡ παπικῆς ἐμπνεύσεως ἀρχὴ ὅτι ὁ προκαθήμενος δὲν εἶναι «primus inter pares» (=πρῶτος μεταξὺ ἴσων), ἀλλά «primus sine paribus» (=πρῶτος ἄνευ ἴσων). Αὐτὴ ἡ προσβολὴ τῆς ἰσότητος τῶν ἐπισκόπων καὶ ἡ σταδιακὴ διείσδυση τοῦ μοναρχικοῦ παπικοῦ πολιτεύματος στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτολμήθηκε στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης. Δικαιολογημένα ἀρκετοὶ ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀρνήθηκαν ὑπ᾽ αὐτὲς τὶς ἀντισυνοδικές, ἀντικανονικές, παπίζουσες, αὐταρχικὲς καὶ μοναρχικὲς συνθῆκες, νὰ λάβουν μέρος στή «Σύνοδο» ὡς διακοσμητικὰ στοιχεῖα, ὡς «γλάστρες» ἢ ὡς μέλη τῆς συνοδείας τῶν προκαθημένων, οἱ ὁποῖοι μόνοι εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίζουν καὶ νὰ ψηφίζουν.

Τὸ τραγελαφικὸ καὶ παράλογο ὅλου αὐτοῦ τοῦ ἀντισυνοδικοῦ σκηνικοῦ, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ εἶχε τὰ σπέρματα τῆς διαιρέσεως καὶ τῆς διασπάσεως, φάνηκε σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις. Μνημονεύουμε τὶς πιὸ χαρακτηριστικές. Ἀπὸ τὴν εἰκοσιπενταμελῆ (25) ἀντιπροσωπία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας οἱ δεκαεπτὰ (17) ἀρνήθηκαν νὰ ὑπογράψουν τὸ πιὸ προβληματικὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον»· ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἐψήφισε ὁ προκαθήμενος, θεωρεῖται ψηφισμένο ἀπὸ ὅλους, μολονότι ἡ πλειοψηφία τὸ ἀπέρριψε. Στὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου τέσσαρες ἐπίσκοποι (4) δὲν ὑπέγραψαν τὸ ἴδιο κείμενο. Καὶ γιὰ νὰ μὴ φαίνεται τὸ κενὸ στὸν χῶρο τῶν ὑπογραφῶν, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, χωρὶς ἐξουσιοδότηση, τοὺς ὑποκατέστησε καὶ ὑπέγραψε «ἀντ᾽ αὐτῶν». Στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐνῶ ὑπῆρχε ὁμόφωνη συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας νὰ προταθοῦν συγκεκριμένες διορθώσεις ποὺ κατεδάφιζαν ἐν πολλοῖς τὶς οἰκουμενιστικὲς δομὲς τοῦ ἐπίμαχου κειμένου, ὁ Μακαριώτατος ἀρχιεπίσκοπος, χωρὶς συνοδικὴ ἐξουσιοδότηση, ἔπεισε ἐξωσυνοδικὰ τὴν ἀντιπροσωπία καὶ ὑπεχώρησαν, πλὴν τοῦ μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, στὸ πιὸ κρίσιμο σημεῖο τοῦ κειμένου, στὴν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος στοὺς ἑτεροδόξους αἱρετικούς.

Ἡ μόνη μάχη μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως ποὺ δόθηκε στὴν Κρήτη, καὶ παραδόθηκαν οἱ Ὀρθόδοξοι εὔκολα στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἦταν ἡ ἀντικατάσταση τῆς φράσεως τοῦ κειμένου «ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολο­γιῶν», ποὺ ἀναγνώριζε τὶς αἱρέσεις ὡς ἐκκλησίες, μὲ τὴν φράση «ἄλλων χριστιανικῶν κοινοτήτων καὶ ὁμολογιῶν», ποὺ ἐπρότειναν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ πολλοὶ ἐπίσκοποι ἄλλων ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ἀπέρριπτε ὀρθοδόξως τὴν χρήση τοῦ ὅρου «ἐκκλησίες» γιὰ τοὺς αἱρετικούς. Δυστυχῶς ὁ ἀρχιεπίσκοπος καὶ οἱ μετ᾽ αὐτοῦ, πλὴν ἑνός, ἐγκατέλειψαν τὴν ὀρθόδοξη πρόταση, χωρὶς συνοδικὴ ἐξουσιοδότηση, καὶ δέχθηκαν νὰ προτείνουν τὴν παρηλλαγμένη, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς ἀντιφατική, παράλογη καὶ ἐν πολλοῖς δυσερμήνευτη καὶ ἀκατανόητη φράση «τῶν ἄλλων ἑτεροδόξων ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολογιῶν», ἡ ὁποία οὔτε τοὺς αἱρετικοὺς ἱκανοποιεῖ πλήρως, διότι τὸ «ἑτεροδόξων» καταργεῖ τό «ἐκκλησιῶν», οὔτε τοὺς Ὀρθοδόξους διότι τὸ «ἐκκλησιῶν» ἀναιρεῖ τὸ «ἑτεροδόξων». Ὅπως σωστὰ ἐλέχθη, οἱ ἔξυπνοι εἰσηγητές, ἀλλὰ καὶ οἱ ψηφίσαντες τὴν δῆθεν συμβιβαστικὴ καὶ εἰρηνοποιὸ φράση, κοροϊδεύουν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ, καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἀρνοῦνται ὅτι οἱ αἱρετικοὶ εἶναι ἐκκλησίες καὶ τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ νομίζουν ὅτι εἶναι ἐκκλησίες· τὸ «ἑτερόδοξες ἐκκλησίες» εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τό «πόρνη παρθένος», «σκοτεινὸ φῶς», «ψεύτικη ἀλήθεια», «ὑγιὴς ἀσθένεια» καὶ «ἄθεη θεοσέβεια».

2. Τίποτε κοινὸ μὲ τὶς ὀρθόδοξες συνόδους τῆς Ἐκκλησίας. Οἰκουμενιστικὴ σύνοδος

Ἡ ἀντισυνοδική, ἀντικανονική, ἀντορθόδοξη διαδικασία συγκλήσεως καὶ λειτουργίας τῆς «Συνόδου» προκάλεσε διαιρέσεις καὶ διάσπαση, μεταξὺ τῶν δεκατεσσάρων αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, μεταξὺ τῶν ἐπισκόπων κάθε αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας, μεταξὺ τοῦ πρώτου τῆς συνόδου κάθε ἐκκλησίας καὶ τῶν ἄλλων συνοδικῶν μελῶν καὶ βεβαίως μεταξὺ τοῦ ποιμνίου, ποὺ ἔβλεπε καὶ βλέπει τοὺς ποιμένες σὲ ἀσυμφωνία καὶ ἀντιπαράθεση, παραπληροφορούμενο καὶ παρασυρόμενο. Χειρότερη εἶναι ἡ ἀσυμφωνία καὶ ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητος μεταξὺ τῆς σύγχρονης καὶ τῆς διαχρονικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Ἁγίων Πατέρων, τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης δὲν ἔχει τίποτε κοινὸ μὲ τὶς συνόδους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες ἀκολουθοῦν ἡ μία τὴν ἄλλη, ἐπικαλούμενες ἡ μία τὴν ἄλλη, ὡς συνεδρίες μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑνιαίου σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἐκτεινομένου εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὅλες διακηρύσσουν ὅτι ἀκολουθοῦν τὸ σταθερὸ ὀρθόδοξο ἀξίωμα «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι», τὸ μή «μεταίρειν ὅρια ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν», ὅτι δὲν καινοτομοῦν, δὲν προσθέτουν οὔτε ἀφαιροῦν ἀπὸ ὅσα καθόρισαν οἱ προηγούμενοι Ἅγιοι Πατέρες. Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης τὰ ἄλλαξε ὅλα στὸν τρόπο συγκλήσεως καὶ λειτουργίας της, διέσπασε τὴν ἑνότητά της μὲ τὶς προηγούμενες συνόδους, εἶναι ὁλοφάνερα ἄλλου εἴδους σύνοδος, «διαφορετικὸ εἶδος συνόδου», ὅπως μὲ εἰλικρίνεια καὶ καύχηση παραδέχθηκε μέσα στὴν «Σύνοδο» ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος. Ὄντως δὲν εἶναι ὀρθόδοξη σύνοδος, ἀλλὰ οἰκουμενιστικὴ σύνοδος, σύνοδος ὄχι τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Ἔτσι εἶχε σχεδιασθῆ καὶ ἔτσι σιγά-σιγὰ προχωροῦσε, χωρὶς νὰ φανερώνει κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προετοιμασίας ἐμφανῶς τὸν στόχο της. Οἱ κατευθύνοντες τὰ τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν» πρὸς μία συγκρητιστικὴ ἕνωση μὲ ἐξίσωση τῶν αἱρέσεων καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ φωτὸς καὶ τοῦ σκότους, τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πλάνης, τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου, εἶχαν πείσει τοὺς ἡγέτες τῶν Ὀρθοδόξων, τῶν Παπικῶν καὶ τῶν Προτεσταντῶν νὰ μὴ διεκδικοῦν ἐκκλησιολογικὴ ἀποκλειστικότητα, ἀλλὰ νὰ ἀναγνωρίσουν ὅλους τοὺς Χριστιανούς, ὅπου καὶ ἂν βαπτίσθηκαν, σὲ ὁποιαδήποτε ὁμολογία ἢ αἵρεση καὶ ἂν ἀνῆκαν, ὅτι ἀποτελοῦν ἐκκλησία, ὅτι ἀνήκουν στὴν Μία ᾽Εκκλησία. Γιὰ τοὺς Προτεστάντες, ὅπου ὁ καθένας πιστεύει καὶ πράττει ὅ,τι θέλει, μὲ τὴν ἄνευ ὁρίων ἐκκλησιολογία τους, αὐτὸ ἦταν πανεύκολο, καὶ τὸ ἐφήρμοσαν πρῶτα οἱ ἴδιοι στὸ δικό τους «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», στὸ ὁποῖο ἄκριτα προσκολληθήκαμε καὶ ἐμεῖς εὐτελίζοντας τὴν Νύμφη τοῦ Χριστοῦ, τὴν Μία, Ἁγία, Καθολική, καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἐξισώνοντάς την μὲ τὴν τελευταία προτεσταντικὴ αἵρεση. ῾Ο Παπισμὸς ὑποχώρησε στὴν Β´ Βατικάνεια Σύνοδο ἀπὸ τὴν ἀποκλειστικὴ ἐκκλησιολογία στὴν διευρυμένη ἐκκλησιολογία, μὲ τὴν ἀποδοχὴ στοιχείων ἐκκλησιαστικότητας ἰδιαίτερα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ἄρχισε νὰ ἀποκαλεῖ «ἀδελφὴ ἐκκλησία», ποὺ θὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἐκκλησιαστικότητά της μὲ τὴν ἀναγνώριση τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα. Τώρα εἴμαστε ἐλλιπὴς ἐκκλησία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὸν διεξαγόμενο ἀκόμη Θεολογικὸ Διάλογο μὲ τὴν Ρώμη κάποιοι ἐκπρόσωποί μας τείνουν νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα, γιατὶ φαίνεται ὅτι αἰσθάνονται ἐλλιπεῖς.

3. Εἰσάγει αἱρετικὴ ἐκκλησιολογία

Στὴν συμφωνημένη καὶ ἐπιβληθεῖσα ἔξωθεν ἐγκατάλειψη τῆς ἐκκλησιολογικῆς μας ἀποκλειστικότητας, τοῦ ὅτι δηλαδὴ ἐμεῖς μόνο εἴμαστε ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἀνταποκρίθηκε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ἰδιαίτερα μὲ τὴν Συνοδικὴ καὶ Πατριαρχικὴ Ἐγκύκλιο τοῦ 1920 «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», καὶ στὸν τίτλο ἀλλὰ καὶ στὸ περιεχόμενο τοῦ κειμένου, ἀνεγνώριζε ἐκκλησιαστικότητα στοὺς μέχρι τότε θεωρουμένους αἱρετικοὺς λοιποὺς Χριστιανούς, Μονοφυσίτες, Παπικούς, Προτεστάντες. Ἡ ἐσφαλμένη αὐτὴ γραμμὴ ἐνισχύθηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ποὺ δεσμεύθηκε μὲ δηλώσεις καὶ ἐνέργειες νὰ ἀναγνωρίσει τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῶν αἱρετικῶν, τολμηρότερα δὲ προώθησε αὐτὴν τὴν δέσμευση ὁ σημερινὸς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν Εἰδικὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπὴ ποὺ συνεκρότησε ἐπεχείρησε τὴν δῆθεν ἐπικαιροποίηση καὶ βελτίωση τῶν παλαιῶν προσυνοδικῶν κειμένων καὶ δι᾽ αὐτῆς συνοδικὴ ἀναγνώριση τῆς ἐκκλησιαστικότητας ἀκόμη καὶ τοῦ Βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν, δηλαδὴ συνοδικὴ ἀναγνώριση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ πεισματικὴ ἀντίδραση στὴν πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀντικατασταθεῖ τὸ «ἄλλων χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν» μὲ τό «χριστιανικῶν κοινοτήτων».

Ὅλα αὐτὰ βέβαια δὲν μποροῦν νὰ ἀναπτυχθοῦν σ᾽ αὐτὸ τὸ περιεκτικὸ κείμενο μιᾶς Ἀνοικτῆς Ἐπιστολῆς-Ὁμολογίας. Ἔχουν ἀναλυθῆ ἀπὸ λογίους ἐπισκόπους καὶ ἀπὸ ἀκαδημαϊκοὺς διδασκάλους, τρεῖς ἐκ τῶν ὁποίων ὑπογράφουν τὸ παρὸν κείμενο, σὲ ἐπιστημονικὲς ἡμερίδες, διορθόδοξες συναντήσεις καὶ στὸν τύπο. Ὅσοι ἐκ τῶν ἐπισκόπων ἀγρυπνοῦν καὶ ἀγωνιοῦν γιὰ τὴν κρισιμότητα τῶν καιρῶν καὶ τὸν μεγάλο κίνδυνο διαιρέσεων καὶ σχισμάτων ἐντὸς τοῦ ποιμνίου, θὰ πρέπει μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θέμα τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, στὴν προσεχῆ συνεδρία τῆς συνόδου τῆς Ἱεραρχίας.

Ἡ ἐκκλησιαστικότητα τῶν Παπικῶν ἔχει ἤδη ἀναγνωρισθῆ στὸ ἐπαίσχυντο καὶ προδοτικὸ κείμενο τοῦ Balamand τοῦ Λιβάνου (1993), στὸν Διάλογο μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, τῶν δὲ Προτεσταντῶν καὶ Μονοφυσιτῶν στὶς Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας, (2006) καὶ στὸ Πουσὰν τῆς Ν. Κορέας (2013). Ἡ ἀποφυγὴ ἀπὸ τὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης νὰ κρίνει τὰ κείμενα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καὶ τὴν συμμετοχή μας στὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ἐνῶ ἀντίθετα ἐπαινεῖ καὶ τὰ δύο, σημαίνει ὅτι οὐσιαστικὰ ἐγκρίνει ὅτι οἱ Παπικοὶ ἔχουν Χάρη, Μυστήρια Ἱερωσύνη, Ἀποστολικὴ Διαδοχή (Balamand), καὶ ὅτι ἐμεῖς χωρισμένοι ἀπὸ τοὺς Μονοφυσίτες, τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες δὲν μποροῦμε νά εἴμαστε ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία (Πόρτο Ἀλέγκρε, Πουσάν). Ἡ μὴ συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν συνέλευση τοῦ Balamand μεταβάλλεται τώρα σὲ συνενοχὴ μὲ τὴν ἔγκριση τῶν κειμένων τῶν Διαλόγων. Καθίσταται ἔτσι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης σύμμαχος καὶ προαγωγὸς τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀντίθετη πρὸς ὅλες τὶς προηγούμενες συνόδους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες, ἀντὶ νὰ ἐκκλησιοποιοῦν τὶς αἱρέσεις, τὶς κατεδίκαζαν καὶ τὶς ἀναθεμάτιζαν. Ἡ λέξη αἵρεση δὲν ὑπάρχει οὔτε μία φορὰ μέσα στὰ κείμενα τῆς «Συνόδου», ἡ δὲ ὀρθὴ πρόταση τοῦ Ἁγίου Ὄρους νὰ ἀπαγορευθοῦν οἱ συμπροσευχὲς μὲ τοὺς αἱρετικοὺς δὲν ἔτυχε καμμίας προσοχῆς. Ἑπομένως ὄχι μόνο ὡς πρὸς τὴν διαδικασία συγκλήσεως καὶ λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὶς ἀποφάσεις της, ἰδιαίτερα ὡς πρὸς τὴν συνοδικὴ ἀναγνώριση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν, ἡ συνέλευση μερικῶν ἐπισκόπων στὴν Κρήτη δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ οὔτε Σύνοδος, οὔτε Ἁγία, οὔτε Μεγάλη.

Ἡ ἄτυπη «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» ἀγωνίσθηκε καὶ ἀγωνίζεται νὰ ἀναχαιτίσει τὴν προέλαση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενι­σμοῦ μὲ ἱστορικὲς πρωτοβουλίες, ὅπως ἡ σύνταξη καὶ ἡ κυκλοφόρηση τὸ 2009 τῆς «Ὁμολογίας Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», τοῦ κειμένου γιὰ τήν «Νέα Ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθο­λομαίου (2014)» καὶ ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὑπέγραψαν ἀρκετοὶ ἀρχιερεῖς, ἑκατοντάδες κληρικῶν καὶ μοναχῶν καὶ δεκάδες χιλιάδες πιστῶν. Πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης συνδιοργανώσαμε μαζὶ μὲ τὶς Ἱερὲς Μητρο­πόλεις Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, Γλυφάδας, Κυθήρων καὶ Πειραιῶς τὴν μεγάλη Θεολογικὴ Ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα στὶς 23 Μαρτίου 2016 στὸν Πειραιᾶ μὲ θέμα «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Μεγάλη προετοιμασία χωρὶς προσδοκίες». Μετὰ τὴν «Σύνοδο» μὲ σειρὰ συλλογικῶν, ἀλλὰ καὶ προσωπι­κῶν κειμένων ἀποτιμήσαμε ἀρνητικὰ καὶ ἀπορρίψαμε τήν «Σύνοδο», εἴχαμε δὲ σειρὰ διορθοδόξων ἐπαφῶν καὶ συναντήσεων πρὸ τῆς «Συνόδου» καὶ μετ᾽ αὐτήν, προσκληθέντες ἀπὸ τὰ πατριαρχεῖα Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας, ὡς καὶ ἀπὸ τὴν ἀνήκουσα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας Ἱερὰ Μη­τρόπολη Μολδαβίας.

4. Θὰ ἐπικυρωθεῖ ἡ «Σύνοδος» ἀπὸ τὴν Ἑλλαδικὴ Ἱεραρχία; Διακοπὴ μνημοσύνου.

Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἀποφασίσαμε νὰ συντάξουμε αὐτὴν τὴν Ἐπιστολή – Ὁμολογία, μὲ τὴν δυνατότητα νὰ ὑπογραφεῖ ἀπὸ ὅσους πιστοὺς συμφωνοῦν, λίγο πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν, εἶναι γιὰ νὰ παρακαλέσουμε εὐσεβάστως νὰ μὴν ἐπικυρώσουν οἱ ἱεράρχες μας καὶ νὰ μὴν ἐγκρίνουν τὰ ἀποφασισθέντα στὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία, ὅπως σύντομα ἀναπτύξαμε, δὲν ἔχει τίποτε κοινὸ μὲ τὶς ὀρθόδοξες συνόδους, ἀλλὰ εἶναι μία ἀντορθόδοξη οἰκουμενιστική «Σύνοδος». Γιὰ πρώτη φορὰ σὲ συνοδικὸ κείμενο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτιμᾶται θετικὰ ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνηση (Οἰκουμενισμός), καὶ ἡ «Σύνοδος ἐγκρίνει τὴ συμμετοχὴ τῶν ὀρθοδόξων καὶ ἐπιχαίρει γι᾽ αὐτήν». Τουλάχιστον νὰ ἀπορρίψουν ὡς ἄκυρο καὶ μὴ ἐγκριθὲν τὸ πολυσυζητημένο κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», διότι οἱ διορθώσεις ποὺ πρότεινε ὁμόφωνα ἡ Ἱεραρχία πρὸ τῆς Συνόδου δὲν ἔγιναν δεκτὲς στὴν πλειονότητά τους, καὶ δὲν τὸ ἐψήφισαν στὴν Κρήτη πολλοὶ ἀρχιερεῖς. Ποῦ εἶναι ἡ ὁμοφωνία στὰ θέματα πίστεως; Ὅταν καθιστοῦμε τὶς αἱρέσεις ἐκκλησίες καὶ συμπροσευχόματε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτὸ δὲν εἶναι θέμα πίστεως; Νὰ ἀναληφθεῖ ὡς ἐκ τούτου διορθόδοξη προσπάθεια νὰ συγκληθεῖ ἄλλη Πανορθόδοξη Σύνοδος μὲ ὀρθόδοξη διαδικασία καὶ ὀρθόδοξες ἀποφάσεις, ποὺ θὰ θεωρήσει τὴν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης ὡς προσυνοδικὴ συνέλευση ἐπισκόπων καὶ θὰ ἀλλάξει τὶς ἀποφάσεις της.

Γνωρίζουμε τὶς δυσκολίες τοῦ πράγματος καὶ τὴν δύναμη τῶν ἰσχυρῶν, ποὺ χαίρουν καὶ συγχαίρουν γιὰ τὶς οἰκουμενιστικὲς ἀποφάσεις καὶ τὰ πρῶτα συνοδικὰ βήματα τῆς ἀναγνώρισης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ἀθώωσης τῶν αἱρέσεων. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ πράξουμε τὸ καθῆκον μας, καὶ στὸ πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας στέκεται ὁ Χριστός. Ἐπισημαίνουμε πάντως μὲ ἔμφαση ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ἔχουν κατασκανδαλισθῆ καὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ διακόψουν τὸ μνημόσυνο τῶν ἐπισκόπων ποὺ θὰ ἐπικυρώσουν τὶς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες, τὸν 31ο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὸν 15ο τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), χωρὶς νὰ προκαλοῦν γι᾽ αὐτὸ σχίσμα οὔτε νὰ ὑπόκεινται σὲ ἐπιβολὴ ποινῶν, ἀλλὰ ἀντίθετα πρέπει νὰ ἐπαινοῦνται, διότι πρόκειται γιὰ θεραπευτικὴ διαμαρτυρία, ποὺ προφυλάσσει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων. Ἤδη μερικοὶ ἔχουν προχωρήσει στὴν διακοπὴ μνημοσύνου καὶ πρὸ τῆς συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, εἰς δὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπολύτως δικαιολογημένα τὸ ἔχουν πράξει πολλοὶ κελλιῶτες ἱερομόναχοι καὶ μοναχοί, ἐφ᾽ ὅσον ἐκεῖ ἄμεσος ἐπίσκοπός των εἶναι ὁ πρωτεργάτης καὶ κήρυξ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν θέλουν νὰ μνημονεύεται στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Διαπράττουν μεγάλο κανονικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ λάθος ὅσοι, ἀντὶ νὰ ἐπαινοῦν, καταδιώκουν τοὺς μοναχοὺς ποὺ τηροῦν τὴν πατερική, ἱεροκανονικὴ καὶ ἁγιορειτικὴ Παράδοση.

5. Ὁ Οἰκουμενισμὸς τῆς Πανθρησκείας εἰσάγεται καὶ στὰ σχολεῖα.

Ἤδη ἡ ἀμέλεια καὶ ἀδιαφορία τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ καταδικάσει τὸν Οἰκουμενισμό, καὶ νὰ ἀποφασίσει τὴν ἀποχώρησή μας ἀπὸ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» εἶχε τὸν πρῶτο πικρὸ καρπό της. Νὰ καταργηθεῖ τὸ ὁμολογιακὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ἡ ὀρθόδοξη διαπαιδαγώγηση τῶν Ἑλληνοπαίδων, καὶ νὰ εἰσαχθεῖ ἡ οἰκουμενιστικὴ θρησκειολογία. Ὅταν στὶς περισσότερες μητροπόλεις καὶ ἐνορίες δὲν ἀκούγεται τίποτε ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν διαθρησκειακῶν συναντήσεων, ὅταν πατριάρχες καὶ ἐπίσκοποι προσφέρουν ὡς δῶρο τὸ «ἱερό» κοράνιο καὶ συμπροσεύχονται μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἀλλοθρήσκους, ὅταν στὶς Θεολογικὲς Σχολές, τῇ συνηγορίᾳ καὶ ἐπισκόπων, εἰσάγεται ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰσλάμ, ὅταν οἱ πρωτεργάτες τῆς μετατροπῆς τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν σὲ θρησκειολογία συνεργάζονται μὲ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ πολλὲς μητροπόλεις, ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει τὸν ἄθεο Ὑπουργὸ Παιδείας ἀλλὰ καὶ σὲ ὅσους μέχρι σήμερα δὲν ἀντιδροῦσαν ἀλλὰ ἐνεθάρρυναν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση τὰ πράγματα.

Πάντως ἔστω καὶ καθυστερημένα εἶναι ἀξιέπαινη ἡ ἀντίδραση τοῦ ἀρχιεπισκόπου καὶ πλείστων ἄλλων ἀρχιερέων, ἰδιαίτερα ἡ συντριπτικὴ καὶ ὁμολογουμένως ἀκαταμάχητη ἐπιχειρηματολογία τοῦ μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, στὴν ἱστορικὴ ἐπιστολή του πρὸς τὸν πρωθυπουργὸ κ. Τσίπρα, στὴν ὁποία ἀποδεικνύει τὴν ρατσιστικὴ κακομεταχείριση τῆς Μητέρας τοῦ Γένους Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καὶ τὴν προνομιακὴ μεταχείριση στὴν ἐκπαίδευση τῶν Παπικῶν, τῶν Ἑβραίων καὶ τῶν Μουσουλμάνων, ὅπως ἐπιθυμοῦν οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

῾Η «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» γνωρίζει ὅτι καὶ παλαιὰ καὶ πρόσφατα πολλοὶ ἀρχιερεῖς εἶχαν ζητήσει τὴν συνοδικὴ καταδίκη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὴν ἀποχώρησή μας ἀπὸ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». Ἂν καθυστερήσουμε καὶ σὲ αὐτὸ τὸ καθαρὰ ἐκκλησιαστικὸ ἐπίπεδο, στὶς ἐκκλησίες μας θὰ γίνει ὅ,τι καὶ στὰ σχολεῖα. Θὰ γεμίσουν ἀπὸ Παπικούς, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, γιατὶ ὄχι καὶ ἀπὸ Ἑβραίους, Μουσουλμάνους, Βουδιστὲς καὶ ἄλλους. Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ἔκανε τὸ πρῶτο καλὸ βῆμα πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση, ὅπως ἐκτιμᾶ ὁ πάπας Φραγκῖσκος. Θὰ τὴν ἀποδεχθοῦμε; Φυσικὰ ὄχι, διότι εἶναι ξένη πρὸς τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Συνοδικὴ Παράδοση καὶ πρός τὴν Ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία καὶ διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων, παλαιῶν καὶ νέων.
Μετὰ σεβασμοῦ καὶ τιμῆς



Γιὰ τήν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν»



Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου

Προηγούμενος Ἱ. Μ. Μεγ. Μετεώρου



Ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος

Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου, Ἀμαρούσιον Ἀττικῆς



Ἀρχιμ. Γρηγόριος Χατζηνικολάου

Καθηγούμενος Ἱ. Μ. Ἁγίας Τριάδος, Ἄνω Γατζέας Βόλου



Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός

Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν



Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης

Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης



Δημήτριος Τσελεγγίδης

Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Σύμβουλος)

Σεπτέμβριος 2016
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Ὅσοι ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καὶ λαϊκῶν ἐπιθυμοῦν νὰ συμμετάσχουν στὴν μικρὴ αὐτὴ κατάθεση ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἠμποροῦν νὰ τὸ δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνῶ μὲ τὴν Ἀνοικτὴ Ἐπιστολὴ - Ὁμολογία γιὰ τὴ “Σύνοδο” τῆς Κρήτης καὶ προσυπογράφω». Νὰ ἀποστείλουν δὲ τὴν δήλωση μὲ τὸ ὄνομά τους, τὴν κληρική, μοναστικὴ ἢ ἐπαγγελματική τους ἰδιότητα καὶ τὸν τόπο κατοικίας σὲ μία ἀπὸ τὶς παρακάτω διευθύνσεις:
• e-mail: synaxisorthkm@gmail.com
• Ἐκδόσεις «Τὸ Παλίμψηστον» Τσιμισκῆ 128, 546 21 Θεσσαλονίκη

• Σύναξη Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν «Φώτης Κόντογλου» Τ.Θ. 107, 421 32 Τρίκαλα
το βρηκαμε εδώ

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ;

Αποτέλεσμα εικόνας για μητροπολεως πειραιώς 

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών της ιεράς μητροπολεως πειραιώς

Έχουν περάσει δύο και πλέον μήνες από την σύγκληση της «Συνόδου» της Κρήτης, η οποία προβλήθηκε και διαφημίστηκε επί δεκαετίες από τους θιασώτες της ως η μέλλουσα να συνέλθει «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» και η αγωνία του πιστού λαού του Θεού και η προσδοκία του να πληροφορηθεί, να λάβει έγκυρες και αυθεντικές απαντήσεις σχετικά με την φύση της εν λόγω «Συνόδου», την νομιμότητα της συγκλήσεώς της, τον τρόπο οργανώσεώς της και την ορθότητα, η μη των αποφάσεών της, βρίσκεται στο αποκορύφωμά της.


 Οι φόβοι και οι ανησυχίες, που εκφράστηκαν στην μεγάλη και πολύ σημαντική, πανορθοδόξου εμβελείας, Ημερίδα, που διοργάνωσαν στις 23.3.2016 οι Ιερές Μητροπόλεις Πειραιώς, Γλυφάδας, Κυθήρων και  Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως και η «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών» κατά τις εισηγήσεις των ομιλητών, ότι δηλαδή η μέλλουσα να συγκληθεί Σύνοδος δεν θα είναι γνήσια Ορθόδοξη Σύνοδος, αλλά μια οικουμενιστική «Σύνοδος», δυστυχώς επαληθεύτηκαν! Μια απλή αντιπαραβολή των πορισμάτων της Ημερίδος με όσα απεφασίσθησαν, ελέχθησαν και επράχθησαν στη «Σύνοδο» της Κρήτης αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Τις προβλέψεις της Ημερίδος επιβεβαίωσε ένα πλήθος δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο και τα ΜΜΕ από αρχιερείς, από την «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών», από χριστιανικά σωματεία και οργανώσεις, από  κληρικούς, καθηγητές Θεολογικών και άλλων Σχολών, αγιορείτες μοναχούς και άλλους φορείς. Οι παρά πάνω ευστοχότατες, άριστες θα λέγαμε, δημοσιεύσεις αναλύουν, εκτιμούν και αξιολογούν τις επί μέρους πλευρές και παραμέτρους της «Συνόδου» αυτής και όλες μαζί συγκλίνουν σ’ ένα γενικό συμπέρασμα: Ότι η «Αγία και μεγάλη Σύνοδος», όπως την ονόμασαν οι θιασώτες της, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια απόπειρα επαναλήψεως της Φεράρας -Φλωρεντίας. 
Και τούτο, διότι η «Σύνοδος» αυτή:
Α) Δεν αποτελεί οργανική συνέχεια των αρχαίων μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων, διότι δεν έχει τίποτε κοινό μ’ αυτές. Τούτο αποδεικνύεται από το ότι: 
1. Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συνεκαλούντο πρωτίστως και κυρίως για να καταδικάσουν αιρέσεις της εποχής των. Η «Σύνοδος» της Κρήτης καμιά αίρεση δεν επεσήμανε, ούτε κατεδίκασε, (η λέξη αίρεση είναι άγνωστη στα κείμενά της), αντίθετα μάλιστα κατοχύρωσε και νομιμοποίησε συνοδικά την παναίρεση του Οικουμενισμού και αναγνώρισε ως Εκκλησίες τους ετεροδόξους. 
2. Στις Οικουμενικές Συνόδους, κάθε επομένη Σύνοδος επεκύρωνε τις δογματικές αποφάσεις όλων των προηγουμένων. Αντίθετα η «Σύνοδος» της Κρήτης καμία από τις δογματικές αποφάσεις των προγενέστερων Οικουμενικών Συνόδων δεν θεώρησε χρέος της να επικυρώσει. Και τούτο διότι αν το έπραττε, θα ήταν αναγκασμένη να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών, πράγμα που δεν το ήθελε επ’ ουδενί λόγω. 
3. Κατεπάτησε και ακύρωσε στην πράξη θεοπνεύστους Ιερούς Κανόνες διαχρονικού κύρους, όπως αυτούς που απαγορεύουν τις συμπροσευχές, τους μεικτούς γάμους κλπ. 
4. Προσκάλεσε εκπροσώπους των αιρετικών κοινοτήτων των Παπικών, Προτεσταντών, Αγγλικανών και Μονοφυσιτών ως τιμώμενα πρόσωπα, κάτι που είναι μια πρωτοφανής καινοτομία, ξένη προς την Συνοδική μας Παράδοση. Ποτέ στην ιστορία των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων δεν υπήρξε το φαινόμενο να προσκαλούνται αιρετικοί ως τιμώμενα πρόσωπα, αλλά πάντοτε ως υπόδικοι και ως απολογούμενοι, ως ένοχοι αιρετικών διδασκαλιών. 
5. Οι αποφάσεις τις οποίες έλαβε ήταν προδιαγεγραμμένες και προαποφασισμένες. Οι προειλημμένες αποφάσεις, όπου ο ανθρώπινος παράγων παίζει τον κυρίαρχο, ή και τον αποκλειστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων, αποτελούν κατ’ ουσίαν εμπαιγμό του αγίου Πνεύματος και ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Πως είναι δυνατό με τέτοιου είδους ανθρώπινες μεθοδεύσεις, ξένες προς την Παράδοση της Εκκλησίας μας, να θεωρηθεί μια τέτοια Σύνοδος ως γεγονός Πεντηκοστής, όπου θα πνεύσει και θα ομιλήσει δια των Συνοδικών μελών το ίδιο το άγιο Πνεύμα, αφού οι αποφάσεις είναι ήδη προειλημμένες; 6. Είχε μια μακροχρόνια πορεία προπαρασκευής 93 ετών. Πρόκειται για ένα πρωτοφανές γεγονός στην ιστορία της Εκκλησίας μας, διότι σε καμιά άλλη Σύνοδο, Οικουμενική, η Τοπική, της αρχαίας Εκκλησίας, δεν υπήρξε τόση εργώδης και μακροχρόνια προετοιμασία. Ο λόγος είναι προφανής. Από το ξεκίνημά της η Σύνοδος είχε οικουμενιστικούς στόχους, που όμως οι γενικότερες παγκόσμιες γεωπολιτικές  μεταβολές, οι αντιδράσεις του πιστού λαού του Θεού  και άλλα εξωτερικά εμπόδια, δεν επέτρεψαν την πραγματοποίησή της. Ωστόσο οι θιασώτες της έψαχναν να βρουν τις κατάλληλες συνθήκες. Και οι συνθήκες αυτές έγιναν ευνοϊκές μόλις φέτος το 2016. 
Β) Στερείται Κανονικότητος και Νομιμότητος.
   Η «Σύνοδος» αυτή συγκλήθηκε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016. Ο εν λόγω Κανονισμός μεταξύ άλλων προέβλεπε, ότι η Σύνοδος «συγκαλείται υπό της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου, συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων πασών των υπό πάντων ανεγνωρισμένων κατά τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών» (αρθ. 1). Ωστόσο όπως είναι γνωστό τέσσαρες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας), ζήτησαν την αναβολή της «Συνόδου», με σκοπό την εκ νέου μελέτη των προσυνοδικών κειμένων, διότι αυτά περιείχαν αντιφάσεις, ασάφειες και κακόδοξες διατυπώσεις. Επειδή όμως το αίτημά τους απερρίφθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τελικά δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο». Επομένως η «Σύνοδος» συνεκλήθη χωρίς να πληρούται ο όρος, που προβλέπει ο Κανονισμός: «συμφρονούντων και των Μακαριωτάτων Προκαθημένων», χωρίς δηλαδή την σύμφωνη γνώμη όλων των Προκαθημένων. Πέραν τούτου τον εν λόγω Κανονισμό δεν υπέγραψε το Πατριαρχείο Αντιοχείας, οπότε καταπατήθηκε και η αρχή της ομοφωνίας, η οποία συνομολογήθηκε από όλους τους προκαθημένους ως πάγια αρχή σ’ όλες τις φάσεις της διαδικασίας συγκλήσεως και διεξαγωγής της «Συνόδου». Επί πλέον, όπως παρατηρεί ο κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος, καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.: «Είχε, μη έγκυρα, στην ημερήσια διάταξή της ως θέματα το σχέδιο κειμένου ‘Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού’, το οποίο δεν είχε υπογραφεί από τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Γεωργίας στη Σύναξη των Προκαθημένων του Σαμπεζύ του Ιανουαρίου 2016, όπως και τα λοιπά πέντε (5) σχέδια κειμένων τα οποία δεν είχαν υπογραφεί από το Πατριαρχείο Αντιοχείας, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών».
Γ) Η «Σύνοδος» είχε σοβαρότατο έλλειμα συνοδικότητος, τόσο κατά την περίοδο της προετοιμασίας της, όσο και κατά την διεξαγωγή της διότι 
1. Τα προσυνοδικά κείμενα παρέμεναν άγνωστα επί μακρά σειρά ετών στις Ιεραρχίες των κατά τόπους Εκκλησιών και δεν έτυχαν συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας από τις εν λόγω Ιεραρχίες. Κοινοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2016, μόλις λίγους μήνες πριν από την έναρξη της «Συνόδου», οπότε δεν δόθηκε επαρκής χρόνος συνοδικής μελέτης και επεξεργασίας. 
2. Δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν όλοι οι επίσκοποι της ανά την Οικουμένην Ορθοδοξίας, αλλά μόνον εικοσιτέσσερις από κάθε Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Από το σύνολο των 800 περίπου Επισκόπων της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας συμμετείχαν μόλις 156, ένα μικρό ποσοστό, που αντιστοιχεί μόλις στο 19,5%  περίπου του συνολικού αριθμού των επισκόπων παγκοσμίως. 
3. Στις συνοδικές αποφάσεις υιοθετήθηκε το σχήμα: μία ψήφος - μία Εκκλησία, πράγμα που αποτελεί μια πρωτοφανή συνοδική καινοτομία. Οι κληθέντες να συμμετάσχουν στη «Σύνοδο» επίσκοποι ήταν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, διότι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Αποφασιστική ψήφο είχαν μόνο οι δέκα παρόντες Προκαθήμενοι, πράγμα που προσβάλλει την ισότητα των επισκόπων, διότι μεταβάλλει τους προκαθημένους από «πρώτους μεταξύ ίσων» (primos inter pares) σε «πρώτους άνευ ίσων» (primos sine paribus). 
4. Καταφρονήθηκε επιδεικτικά στην όλη συνοδική διαδικασία ο συνοδικός ρόλος του  υπόλοιπου κλήρου, του μοναχισμού και του πιστού λαού του Θεού, λες και τα θέματα της πίστεως είναι μια ιδιωτική υπόθεση των αρχιερέων και των Προκαθημένων. Καταφρονήθηκαν οι Εισηγήσεις και τα Πορίσματα της Ημερίδος, που έγινε στον Πειραιά, (23.3.2016) και οι επισημάνσεις εγκρίτων καθηγητών των Θεολογικών Σχολών, (όπως του κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη) και άλλες δημοσιεύσεις καταξιωμένων θεολόγων. Καταφρονήθηκαν οι επισημάνσεις και παρατηρήσεις των είκοσι αγιορειτικών Μονών και εν γένει όλου συλήβδην του αγιορειτικού και λοιπού Μοναχισμού. Προ πάντων καταφρονήθηκαν και δεν ελήφθησαν υπ όψιν επισημάνσεις και παρατηρήσεις αγίων ανδρών, όπως του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του οσίου Φιλόθεου Ζερβάκου κ.α., οι οποίοι ομίλησαν εν αγίω Πνεύματι περί της μελλούσης Συνόδου.
Δ) Η «Σύνοδος» της Κρήτης αυτοαναγορεύθηκε ως η υπέρτατη αυθεντία και ο έσχατος κριτής σε θέματα πίστεως και επομένως παραθεωρήθηκε το γεγονός ότι έσχατος κριτής, της ορθότητας και της εγκυρότητας των αποφάσεων των Συνόδων είναι το πλήρωμα της Εκκλησίας, οι κληρικοί, οι  μοναχοί και ο πιστός λαός του Θεού, ο οποίος, με την γρηγορούσα εκκλησιαστική και δογματική του συνείδηση επικυρώνει, η  απορρίπτει τις αποφάσεις των Συνόδων. Αποτέλεσμα της πεπλανημένης αυτής αντιλήψεως είναι η αξίωση των μελών της «Συνόδου», να γίνουν αποδεκτές οι αποφάσεις της πανορθοδόξως. 
Ε) Δεν έλαβε Ορθόδοξες αποφάσεις. Το δογματικού περιεχομένου κείμενο με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» νομιμοποιεί συνοδικά, αντί να καταδικάσει και θεσμοθετεί τον Οικουμενισμό. Αντί να ανανεώσει την καταδίκη των ετεροδόξων ως αιρετικών και αντί να τους καλέσει σε μετάνοια και επιστροφή στην Ορθοδοξία, αναγνώρισε την ιστορική ονομασία τους ως «Εκκλησιών»! Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από την «Σύναξη Κληρικών και Μοναχών»: «Οι διορθώσεις και οι βελτιώσεις, τις οποίες επρότεινε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, ακόμη και αν εγίνοντο συνοδικά δεκτές, δεν επρόκειτο βέβαια να καταστήσουν το κείμενο ορθόδοξο και αποδεκτό, αφού ούτε τα απαράδεκτα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων εκρίνοντο [κείμενα του Balamand, του Πόρτο Αλέγκρε, της Ραβέννας, του Πουσάν κ.λ.π.] ούτε πολύ περισσότερο η με αντορθόδοξους όρους συμμετοχή μας στο ‘Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών’. Αντίθετα, μέσα στο κείμενο επαινούνται και εγκωμιάζονται. Η δε ορθή πρόταση το ‘χριστιανικές εκκλησίες’ να γίνει ‘χριστιανικές κοινότητες’ συνάντησε λυσσώδη αντίδραση και απορρίφθηκε με ανιστόρητες, αθεολόγητες, παράλογες, σοφιστικές αντιπροτάσεις, τις οποίες υιοθέτησε, άγνωστο πως, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, που δεν υπεστήριξε, ως όφειλε, την απόφαση της Συνόδου της Ιεραρχίας της Ελλάδος και υπερέβη αναιτιολόγητα την εξουσιοδότηση, που είχε λάβει από αυτήν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εγκυρότητα των αποφάσεων που ελήφθησαν. Αναμένονται οι απαραίτητες εξηγήσεις που οφείλουν να δώσουν στο Σώμα της Ιεραρχίας τόσο ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, όσο και οι υπόλοιποι Ελλαδίτες Ιεράρχες της ‘συνόδου’ της Κρήτης».
ΣΤ) Οικοδόμησε ένα «νέο είδος συνόδου». Όπως απερίφραστα ομολόγησε ένας από τους Προκαθημένους, ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, η Σύνοδος αυτή «δεν είναι αντίγραφο των παλαιών συνόδων αλλά ένα νέο είδος Συνόδου». Ήταν μια «Σύνοδος» όχι «επομένη τοις Αγίοις Πατράσι», αλλά  μια «Σύνοδος» οικουμενιστικών προδιαγραφών, τέτοια που ταιριάζει στο πνεύμα, στις απαιτήσεις και στην ατμόσφαιρα  της Νέας Εποχής και της Πανθρησκείας, προς την οποία οδεύει ολοταχώς η ανθρωπότητα. Ήταν μια «Σύνοδος» που εναρμονίστηκε πλήρως με τις αποφάσεις της Β΄ Βατικανής Συνόδου, την Εκκλησιολογία, της οποίας αντιγράφει με θαυμαστή ακρίβεια. Γι’ αυτό άλλωστε πανηγύρισε ο «Πάπας», όταν πληροφορήθηκε τις αποφάσεις της «Συνόδου». Ο έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος του Βατικανού και των απανταχού παπικών αφιέρωσε πλήθος άρθρων με επαινετικά σχόλια για τη «Σύνοδο» της Κρήτης. Καταλαβαίνει ο καθένας, τι σημαίνει αυτό, όταν πανηγυρίζουν οι εχθροί της Εκκλησίας και λυπούνται και θλίβονται τα μέλη Της! Το ότι η «Σύνοδος» αυτή κινήθηκε σε οικουμενιστικά πλαίσια φαίνεται και από το γεγονός ότι απέφυγε να αξιολογήσει την πορεία των μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων και να ομολογήσει την χρεοκοπία και το αδιέξοδο, στο οποίο αυτοί έχουν φθάσει. Τελικά οι Διάλογοι εξυπηρέτησαν και προώθησαν τους στόχους της Νέας Εποχής και της Παγκοσμιοποιήσεως. Απέφυγε να καταδικάσει τα κείμενα του Balamand (1993), του Porto Alegre (2006), της Ραβέννας (2007) και του Πουσάν (2013), τα οποία είναι γεμάτα από εκκλησιολογικές αιρέσεις. Αντίθετα επήνεσε το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και τα παραχθέντα από αυτό κείμενα.
Ζ) Έχασε τον πανορθόδοξο χαρακτήρα της.  Στην «Σύνοδο» δεν συμμετείχαν όλες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, αλλά μόνον δέκα, που εκπροσωπούν μόνο το ένα τρίτο (1/3) των Ορθοδόξων πιστών, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις, οι Εκκλησίες της  Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας που εκπροσωπούν τα δύο τρίτα (2/3) των Ορθοδόξων, δεν συμμετείχαν, για τους λόγους που αναφέραμε παρά πάνω. Η «Σύνοδος» σε τελική ανάλυση μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια διευρυμένη «Σύνοδος»  Προκαθημένων! 
Η) Απέφυγε να ασχοληθεί με θέματα επείγοντα και φλέγοντα, όπως το ημερολογιακό, που τραυμάτισε και εξακολουθεί να τραυματίζει μέχρι σήμερα την ενότητα της Εκκλησίας, όπως και με το θέμα της Ουνίας, που εξακολουθεί να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή στο σώμα της. Η όλως απερίσκεπτη και πραξικοπηματική αλλαγή του ημερολογίου από τον Μασόνο Οικουμενικό Πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, δημιούργησε ένα άνευ προηγουμένου εορτολογικό διχασμό στο σώμα της Εκκλησίας, προς μεγίστη χαρά των εχθρών της, Παπικών και Προτεσταντών και ο οποίος ταλανίζει την Εκκλησία εδώ και έναν σχεδόν αιώνα!   
Θ) Στο παρασκήνιο της Συνόδου της Κρήτης χρησιμοποιήθηκαν αθέμιτες μεθοδεύσεις και ασκήθηκαν απαράδεκτες πιέσεις προς τους ολίγους εκείνους επισκόπους, που δεν δέχθηκαν να υπογράψουν το κακόδοξο κείμενο  με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος αποκάλυψε, ότι δέχτηκε απίστευτες ύβρεις και απειλές από Επισκόπους, επειδή υπερασπίσθηκε την μοναδικότητα της Ορθοδοξίας ως την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Το πρωτόγνωρο και αλγεινό φαινόμενο των πλαστογραφιών είδε επίσης το φως της δημοσιότητας. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, Προκαθήμενος υπέγραψε στα πρακτικά της Συνόδου για λογαριασμό, (δηλαδή «αντ’ αυτών», παρόντων των ιδίων), όλων εκείνων των επισκόπων της Εκκλησίας του, που αρνήθηκαν να υπογράψουν! Όλα αυτά μας θυμίζουν τις δόλιες μεθοδεύσεις κατά την Ψευδοσύνοδο της Φεράρας- Φλωρεντίας και αποδεικνύουν τετραγωνικά ότι στη «Σύνοδο» αυτή δεν ήταν παρόν το άγιο Πνεύμα. 
Και τώρα τίθεται το ερώτημα: Τι δέον γενέσθαι; 
Ποιο είναι το χρέος μας ως κλήρος και ως πιστός λαός του Θεού μετά την πραγματοποίηση αυτής της «Συνόδου»; 
Απλούστατα, καλούμαστε να μιμηθούμε τους αγίους Πατέρες μας και να αγωνιστούμε, όπως αγωνίστηκαν αυτοί σε παρόμοιες περιστάσεις. Στο σημείο αυτό θεωρούμε αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε κάτι πολύ σημαντικό. 
Να απαντήσουμε σε μια λανθασμένη αντίληψη, ότι δήθεν η «Σύνοδος» της Κρήτης πέθανε και ετάφη. Ότι είναι από μόνη της άκυρη. Ότι σε λίγο καιρό θα ξεχαστεί και κανένας δεν θα την θυμάται και επομένως δεν χρειάζεται να γίνει κανένας αγώνας για την συνοδική καταδίκη της. Αλλοίμονο αν νομίσουμε ότι η «Σύνοδος» πέθανε και ετάφη και με την σκέψη αυτή παραμείνουμε αδρανείς και αδιάφοροι από φόβο και δειλία, μήπως μπούμε σε περιπέτειες και κινδύνους. Θα είμαστε αναπολόγητοι εν ημέρα Κρίσεως, ότι δεν πράξαμε το καθήκον μας. Πολύ σωστά επισημάνθηκε από πατέρες της «Συνάξεως» ο θεοφώτιστος λόγος του άγιου Μάξιμου του Ομολογητού, ότι «δεν αρκεί η ‘εξαφάνιση’ η ‘παρασιώπηση’ ενός κειμένου αιρετικού το οποίο εγκρίθηκε συνοδικά, αλλά απαιτείται η συνοδική καταδίκη του, ώστε να μη βλάπτει τις ψυχές όσων το διαβάσουν» (Βλ. «Περί των πραχθέντων εν τη πρώτη αυτού εξορία, ήτοι εν Βιζύη» 12, PG 90, 145 B.C.) 
Πολύ σωστά επίσης παρατηρεί ο καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου κ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος ότι η «Σύνοδος» «δεν είναι έγκυρη, ούτε αυτοδικαίως άκυρη, αλλά είναι ακυρώσιμη, ήτοι μπορεί να ακυρωθεί από μια όντως Ορθόδοξη Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία μπορεί ενδεχομένως να συγκληθεί στο μέλλον». Οι θιασώτες και οι  διοργανωτές της την θεωρούν βέβαια αυτοδικαίως έγκυρη και στο μέλλον θα επικαλούνται τις αποφάσεις της για να δικαιολογούν και να κατοχυρώνουν τις οικουμενιστικές παρεκτροπές τους. Κατ’ επέκταση θα στηρίζονται στις αποφάσεις αυτές για να επιβάλλουν ποινές και αφορισμούς σε όσους αντιδρούν. Οι διωγμοί έχουν ήδη αρχίσει στο άγιον Όρος. Τέσσερις μοναχοί από την Ιερά Μονή Χιλανδαρίου εδιώχθηκαν από την Μονή της μετανοίας τους, επειδή αρνήθηκαν να δεχθούν τις αποφάσεις της «Συνόδου». Επίσης ο π. Σάββας, προϊστάμενος της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας καθαιρέθηκε από το αξίωμα του προϊσταμένου εξ’ αιτίας της αντιαιρετικής του δράσεως, όλως αδίκως και κατά παράβασιν του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους. Ωστόσο παρά τις διώξεις το κύμα των αντιδράσεων διογκώνεται όλο και περισσότερο. Πολλοί κελιώτες μοναχοί, γύρω στους 300 μέχρι στιγμής, έχουν ήδη διακόψει το μνημόσυνο του Πατριάρχου και ο αριθμός συνεχώς αυξάνεται. Το Άγιον Όρος αυτή τη στιγμή μοιάζει με ένα καζάνι που βράζει και αυτό είναι κάτι που τρομάζει, και πολύ μάλιστα, το Φανάρι.
    Αυτό λοιπόν που κατά την ταπεινή μας γνώμη πρέπει να γίνει τώρα, είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την συγκρότηση μιας νέας αληθινής Ορθοδόξου Συνόδου, η οποία θα καταδικάσει τον Οικουμενισμό. Για να φθάσουμε όμως σ’ αυτό το αποτέλεσμα χρειάζεται προηγουμένως προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών, που δεν έλαβαν μέρος στην «Σύνοδο» και απορρίπτουν τις αποφάσεις της. Επίσης απαιτείται συνεργασία και συνεννόηση των παρά πάνω τοπικών Εκκλησιών με όλους εκείνους τους επισκόπους, που ανήκουν σε άλλες τοπικές Εκκλησίες και οι οποίοι, είτε δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο» και απορρίπτουν τις αποφάσεις της, είτε έλαβαν μεν, αλλά δεν υπέγραψαν τις αποφάσεις της. Απαιτείται περαιτέρω συνεργασία όλων των παρά πάνω επισκόπων με τους αγιορείτες πατέρες, με μοναστήρια εκτός αγίου Όρους και με άλλα μοναστήρια σε άλλες Ορθόδοξες χώρες, που απορρίπτουν τις αποφάσεις της «Συνόδου». Επίσης περαιτέρω συνεργασία με τον υπόλοιπο κλήρο και τον πιστό λαό του Θεού.
Ας παρακαλέσουμε τον Θεό με πολλές προσευχές και δεήσεις να ευλογήσει την ταπεινή μας διακονία, να χαρίσει σε όλους, όσους αγωνίζονται προς την κατεύθυνση αυτή, ενότητα, ομοψυχία και ομολογιακό φρόνημα, ώστε να φθάσουμε με την Χάρη Του στην ευλογημένη εκείνη ώρα, που θα συγκληθεί η αληθινή «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» της Ορθοδοξίας, οπότε θα πανηγυρίσει ο ουρανός και η γη, η θριαμβεύουσα και η στρατευομένη Εκκλησία του Χριστού. Αμήν!
Το βρήκαμε εδώ

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)